Gottfried Benn, Γάλλοι

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Βεβαιότητα! Βεβαιότητα! Φώναξε ο Πασκάλ, αγγίζοντας με το χέρι το πανωφόρι του, πάνω στο ραμμένο φυλαχτό με το σημείωμα: «Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ – όχι των φιλοσόφων και των λογίων» – έτσι άρχισε ο 17ος αιώνας, ο αγώνας του για μια νέα βεβαιότητα, όταν άρχισε η παλαιά, η θρησκευτική να κλονίζεται, και η ταξική της αυλής είχε ήδη αμφισβητηθεί. Αλλά η βεβαιότητα τούτη δεν προήλθε από τον κόλπο του Αβραάμ και δεν οδήγησε στο Μυστήριο που τόσο λαχταρούσε ο Πασκάλ· εκείνο που ήλθε ήταν η ασφάλεια μέσω του νου, με τη σαφή σκέψη που διαπερνά τον εαυτό της και η οποία έγινε από την εποχή του Καρτέσιου το κριτήριο της πραγματικότητας όλων των όντων.

Ο Μπλαιζ Πασκάλ που γεννήθηκε το 1623, αισθάνθηκε καταστάσεις και σκέψεις που είναι σε μας τους σύγχρονους πολύ οικείες. «Nous ne vivons jamais, mais nous espérons de vivre». Θα έπρεπε να το μεταφράσομε: «Δεν ζούμε καθόλου, απλώς ελπίζομε πάντα, και πείθομε τους εαυτούς μας πως θα ζήσομε αύριο ή μεθαύριο». Βρίσκομε σ’ αυτόν προτάσεις πραγματικής γνώσης, προτάσεις οι οποίες με την οριστικότητά τους μοιάζουν να σταματούν τη ροή των πραγμάτων: «Γνωρίζω κάτι για την τάξη και μάλιστα όσο λίγοι άνθρωποι. Τα Μαθηματικά την τηρούν αλλά τα Μαθηματικά είναι στο εσώτατο βάθος τους άχρηστα». Ή: «Μόλις παραιτηθεί ο άνθρωπος από τη διασκέδαση, από το κυνήγι της επιτυχίας, του κύρους, της εξουσίας, του χρήματος, γεννιέται στην ψυχή του η ανία, μια μαύρη θλίψη, η έγνοια, η απελπισία». Είναι η μελαγχολία, μια υπαρξιακή, πνευματικά καθορισμένη μελαγχολία, που δεν μπορεί πια να αποφασίσει να κατέλθει σε μιαν αυτοπραγμάτωση στη ζωή και στη δράση αλλά και δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη τη μεταγενέστερη σκέψη του Κόσμου της μορφής και της έκφρασης. «Moi haïssable» – Το Εγώ είναι μισητό – και: «Ο άνθρωπος έχει προφανώς παραπλανηθεί και έχει εκπέσει από τον αληθινό του τόπο, χωρίς να μπορεί να τον ξαναβρεί, τον αναζητεί παντού ανήσυχος και χωρίς επιτυχία, στα αδιαπέραστα σκοτάδια», δηλαδή μια βαθειά, διχασμένη  μελαγχολία, και είναι ενδιαφέρον να δούμε, πώς η στροφή προς τη θρησκευτικότητα, στην οποία προχώρησε ο Πασκάλ – όπως 200 χρόνια αργότερα ο Κίρκεγκωρ – δεν κατάφερε να τη θεραπεύσει, ενώ η στροφή προς το αισθητικό πεδίο, την οποία υπέδειξε ο Νίτσε, μας φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην εποχή μας και την εκπληρώνει.

Εξαιρετικά παράξενο! Εδώ αρχίζει το ύφος του 17ου αιώνα, το μεγάλο γαλλικό ύφος! Τελειώνει ο λατινισμός των Σχολών, η σχολαστική Ρητορική, όπως και οι αλληγορίες και οι συμβάσεις των Trouvères, τις αντικαθιστά ο τρόπος έκφρασης του honnête homme, του ανθρώπου του κόσμου: ήρεμος, ειλικρινής, αντινευρωτικός και προπάντων σαφής, η σύγχρονη γλώσσα, το mot juste, η δική μας διάλεκτος! Και πίσω από αυτά βρίσκεται τούτη η μελαγχολία του fin-de-siècle, η οποία, όπου είναι εντελώς τίμια, φέρει εντελώς τον χαρακτήρα του μηδενισμού, που εμφανιζόταν τότε, σε συμφωνία με την κατάσταση της εποχής, ως αθεϊσμός. Αλλά ακόμη περισσότερο: εδώ αρχίζει επίσης, στην Ευρώπη, η καλλιτεχνικότητα, η λογοτεχνία του Απολύτου – εδώ κιόλας! Δημιουργία της ομορφιάς με την απόσταση, τον ρυθμό και το μέτρο, την επανάληψη του φωνήεντος και του συμφώνου – «ο αριθμός ταλάντωσης της ομορφιάς», λέει ο Πασκάλ· «η τελειότητα μέσω της διάταξης των λέξεων», τούτη η προβληματική που εισήλθε έπειτα, με τον Φλωμπέρ, τόσο ισχυρά στην ευρωπαϊκή συνείδηση· η πεζογραφία ως Τέχνη, η ανάλυση της οποίας δεν σταματά μέχρι σήμερα και η πραγματοποίηση της οποίας θεωρείται εκ νέου ως η πεμπτουσία του εκφυλισμού, της διάλυσης και της καταστροφής των ουσιών – εδώ είναι η αφετηρία της.

Τόσο μακριά, λοιπόν, ανάγεται το κίνημα τούτο. Ή είναι καλύτερα να πούμε πως το ίχνος του διαπερνά με τόσο μεγαλειώδη τρόπο όλους τους αιώνες; Εντέλει, ακόμη και οι έννοιες του Πλάτωνος ανήκουν στο κίνημα τούτο: αδειάζουν τα αντικείμενα από το φυσικό τους περιεχόμενο και ανάγουν την εξατομίκευση των πραγμάτων στις «εικόνες». Εκείνο που μένει είναι η τάξη, ο νοητικός κόσμος. Και αυτόν τον λόγο του Πασκάλ θέλομε ακόμη να θυμηθούμε: «Υπάρχουν δύο είδη της πνευματικής στάσης, το ένα είναι η γεωμετρική, η άλλη είναι εκείνη της λεπτότητας» – άρα ο χωρισμός του επιστημονικού από τον υψηλό κόσμο, του ιστορικά αξιοποιήσιμου από τον υπερβατικό-δημιουργικό, ο κόσμος της ελεγξιμότητας μέχρι τον βαθμό της επιβεβαιωτικής νεύρωσης και ο κόσμος της εξατομίκευσης και της διασφάλισης από το Μηδέν.

Διακόσια χρόνια αργότερα ο Μπαλζάκ, αυτός δεν φορούσε φυλαχτό και δεν λαχταρούσε τον κόλπο του Αβραάμ, αντί γι’ αυτά έπινε πενήντα φλιτζάνια καφέ σε μια μέρα εργασίας, γιατί έπρεπε να παραδώσει, να καλύψει την προκαταβολή του, το μέσον ήταν τρία μυθιστορήματα τον χρόνο, ο κλητήρας της σύνταξης στεκόταν δίπλα του στο γραφείο, για να πάρει τη συνέχεια για το βραδινό φύλλο. Από κει προέρχεται σε κάθε σελίδα το σχεδόν σχεδιασμένο μείγμα εμπορικής λογοτεχνίας και ιδιοφυΐας, περίπου συστηματικά εκτελεσμένης επιφυλλιδογραφίας και ενθουσιώδους ιδιοτροπίας. Εξίσου τυραννία της γραφής και γλωσσικά αυξανόμενα οράματα, φλυαρία και ακαταμάχητη στάση, κινηματογράφος και γνώση. Οι ξεχωριστές προτάσεις της πεζογραφίας του λάμπουν από μόνες τους: «Μια λέξη ζυγίζει περισσότερο από μια νίκη»· «Η δόξα δεν έχει λευκά φτερά»· «Υπάρχουν υπάρξεις που σ’ αυτές δεν επεμβαίνει η τύχη»· «Όποιος λέει ποίηση, εννοεί πόνο» – προτάσεις εξαιρετικής εμπειρίας, και πίσω από όλα αυτά συμπεράσματα που πάνε μακριά, θέλω να πω: η Τέχνη είναι πλουσιότερη σε περιεχόμενο και πιο επινοητική από τη ζωή και έχει εκπληκτικότερες μεθόδους από τη φύση. Καμιά ανθρώπινη ζωή δεν δείχνει τόσες καμπές, δεν αναπτύσσει τόσες σχέσεις, δεν οδηγείται η ίδια αλλά και το περιβάλλον της σε τόσο εκπληκτικά βάθη όσο τετρακόσιες σελίδες αυτού του ανεξάντλητου έργου.

Το κράτος είναι η διασφάλιση του μέσου όρου πάνω στο θεμέλιο του περιορισμού. Η φύση είναι η αιώνια επανάληψη των ενστίκτων εις βάρος της έκφρασης και των εννοιών. Η ζωή έχει άπειρα χαρακτηριστικά αλλά στερείται συνείδηση, δηλαδή το χάρισμα να αντικειμενοποιείται. Το μυθιστόρημα όμως υποκαθιστά όλες αυτές τις έννοιες και συλλέγει τις λειτουργίες τους, είναι προσωπική έμπνευση και ιστορία με ντοκουμέντα, προϊούσα μεταβολή και αντιστρέφουσα διαλεκτική, προπάντων εκπροσωπεί τον άνθρωπο, τα απροσδόκητα στοιχεία του, τον αφύσικο χαρακτήρα του.

Θα μπορούσαμε ίσως να αποκαλέσομε τον Μπαλζάκ τον μεγαλύτερο Γάλλο, τον Πασκάλ τον ιδιοφυέστερο, αυτοί οι δύο και έπειτα ο σκοτεινός Φλωμπέρ, οι λυρικοί ποιητές του δέκατου ένατου αιώνα και οι εμπρεσιονιστές: αυτό είναι η Γαλλία. Και όταν επισκοπεί κάποιος τα πρόσωπα τούτα, όλα τους έχουν απίστευτα αυστηρά χαρακτηριστικά, ηθικά χαρακτηριστικά και κατά τις δύο κατευθύνσεις της ανθρώπινης και της διαλεκτικής καλλιέργειας, της καλλιέργειας της έκφρασης, της μορφολογικής άτεγκτης αυστηρότητας· τίποτε το άτακτο και χαλαρό – εκείνα που ο μέσος Γερμανός θεωρεί ως γαλλικά – δεν υπάρχει σ’ αυτούς, είναι σκληροί και έχουν τις αβύσσους τους, τις κρίσεις, άλυτες αντινομίες, είναι τελείως μεταφυσικοί, δεν αποτελεί τούτο προνόμιο των Γερμανών, μόνο που οι άλλοι δεν κάνουν με τούτα τόση φλυαρία και ακαθαρσία όπως οι γείτονές τους που δεν ολοκληρώνουν ποτέ, αντιθέτως που ολοκληρώνουν πάντοτε πρόωρα με ejaculatio praecox, οι άλλοι κατασκευάζουν κοπιαστικά με σκίτσα και προτάσεις, αλλά με ασφάλεια ως προς τον χώρο, σκάλες και σχοινιά και φτάνουν απέναντι. Είναι το πιο ευσυνείδητο έθνος, αυτοί οι Γάλλοι, συναρμόζουν, χωρίς να τους χαρίζεται τίποτε, περιεχόμενο και έκφραση το ένα στο άλλο, είναι μεγαλύτεροι πνευματικοί εργάτες από τους Γερμανούς, που αλείφουν με λίπος, από νοοτροπία και ορμή, τις λογοτεχνικές τους φέτες.

Στον συσχετισμό αυτόν ένα ακόμη βλέμμα στον honnête homme, στον άνθρωπο του κόσμου. Ο άνθρωπος του κόσμου δεν είναι blasé. Η έννοια τούτη δεν έχει καμιά σχέση με ερωτικές περιπέτειες και τα προϊόντα επίδειξης των ραφτών, είναι τελείως πνευματική. Το να αποκτήσει κανείς την τέλεια honnêteté είναι ένα έργο ζωής που απαιτεί αυστηρότατη άσκηση και θυσίες. Το να την πετύχεις, σημαίνει ένα είδος ομορφιάς, ως είδος είναι πλατωνικό. Είναι το προϊόν ενός συστήματος λαϊκής κοσμικής ηθικής, την οποία εγγυάται η προσωπική εντιμότητα και η κοινωνική ακεραιότητα. Αυτός ο homme du monde, που αποκτά φυσιογνωμία στον 17ο αιώνα και αντικαθιστά τον ιππότη, σχετίζεται με τον άγγλο gentleman αλλά είναι πνευματικότερος. Ένας galant homme έχει τόσο Esprit όσο και honnêteté. Και εδώ επίσης βρισκόμαστε μπροστά στη συνύπαρξη ανθρώπινης και διαλεκτικής καλλιέργειας που μου φαίνεται τόσο χαρακτηριστική για τη Γαλλία. Αυτός λοιπόν είναι ο εχθρός, η πνευματική ανάπτυξη του οποίου δεν αποδεικνύεται με το να καταστρέφει το παρελθόν του, αλλά με το να το διαφυλάσσει. Το να δημιουργεί κανείς παράδοση σημαίνει το να μπορεί να αγγίζει αγωγούς τεράστιας έντασης και να τους προχωρεί παραπέρα· αυτόν τον τρόπο έχουν εκεί οι Γάλλοι, ενώ οι Γερμανοί τρίβουν ολοένα τομάρια και ρετσίνι, το ένα πάνω στο άλλο, και τα αφήνουν εκστασιασμένοι να φουσκώσουν, όταν ανάβουν φωτιά.

ΓΚΟΤΤΦΡΗΝΤ ΜΠΕΝ
Französen (1940)

© Για το ελληνικό κείμενο:
Κώστας Ανδρουλιδάκης (2022)
Σημείωση του Μεταφραστή: Το κείμενο τούτο γράφεται τον Αύγουστο του 1940 – δύο μήνες μετά την κατάρρευση της Γαλλίας στον Πόλεμο. 
*