*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
«Διάβασα κάποτε ότι ρωτήσαν τον Αλέξανδρο όταν ήταν παιδί «Θέλεις να γίνεις Όμηρος ή Αχιλλέας;» κι εκείνος απάντησε, «Με ρωτάτε αν θέλω να γίνω ο ήρωας ή η τρομπέτα του. Εγώ θέλω να είμαι ο Αχιλλέας». Διαφωνώ μαζί του. Ήρωες υπάρχουν επειδή υπάρχουν Όμηροι που αφηγούνται και υμνούν τα κατορθώματά τους.»
Το χωρίο που μόλις ακούσατε είναι παρμένο από μια συνέντευξη του κορυφαίου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας . Για τον Νίκο Καζαντζάκη στο δίλημμα αυτό, ανάμεσα στον ήρωα και τον ποιητή, η επιλογή δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Μολονότι κανείς άλλος από τους συγγραφείς του καιρού του δεν υπήρξε ίσως περισσότερο ομηρικός, μολονότι έγραψε κι εκείνος Οδύσσεια, μολονότι μάλιστα ώς το τέλος της ζωής του τη θεωρούσε το σημαντικότερό του επίτευγμα, ο ρόλος του ποιητή, ακόμη και του μέγιστου, ήταν σαν να μη του έφτανε, σαν να μην τον αποδέχτηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Εξίσου ή και περισσότερο τον είλκυε το ίνδαλμα του προφήτη, του γκουρού των ψυχών ή του κοινωνικού ταγού. Τα δε σχόλιά του για το πρότυπο του λογοτέχνη και του διανοουμένου, που έβλεπε να δεσπόζει στην εποχή του, ήταν παγίως απορριπτικά.
Ιδίως με τον χαμηλόφωνο, εσωστρεφή, εξομολογητικό λυρισμό και τους εκπροσώπους του –που όπως ξέρουμε δίνουν τον τόνο σε όλη τη διάρκεια του πρώτου Μεταπολέμου, χονδρικά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και που σήμερα τους αποκαλούμε Μεσοπολεμικούς– ο Καζαντζάκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά. Την «ευαισθησία» τους τη θεωρούσε εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επανειλημμένα εκφράζεται υποτιμητικά, κάποτε και σκωπτικά γι’ αυτούς. Όπως άλλωστε και για τους «χαρτοπόντικες» (δική του λέξη), τους κάθε λογής θεωρητικούς και γραφιάδες που απέχουν από την «πράξη». Εντελώς αρνητική είναι η κρίση του και για την «μοντέρνα ποίηση».
Τον Δεκέμβρη του 1939 από την Αίγινα γράφει στον κριτικό Δημήτριο Νικολαρεΐζη:
Όμως η λεγόμενη «μοντέρνα ποίηση» έχει, θαρρώ, τις ρίζες της στην προπολεμική ψυχολογία του ανθρώπου και μονάχα μετά τον πόλεμο πέταξε τα καθυστερημένα της άνθη. Τη θεωρώ πια ασυχώρετα ασύγχρονη. Υπήρξε ποτέ εποχή επικότερη από τη δική μας; Και δε βλέπουν οι νέοι την τρομαχτική δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις σημερινές κατακλυσμιαίες πορείες της Μοίρας και στις θεωρίες της poèsie pure, της εξαϋλωμένης, αποσταγμένης με το σταγονόμετρο; Ένα τραγούδι «μοντέρνο», sobre, discret, πικρό, χαριτωμένο, musique de chambre, αποδίδει το φοβερό σεισμό που ξέσπασε πια γύρα μας και μέσα μας; Πόλεμοι σήμερα, γκρεμίζονται βασίλεια, χορεύουν τα σύνορα, τρομερές, επικίνδυνες, σίγουρα γόνιμες, περιπέτειες – είναι λοιπόν η «μοντέρνα ποίηση» η φωνή του καιρού μας; Οι άνθρωποι οι αντιπροσωπευτικοί σήμερα, αυτοί που δημιουργούν ιστορία έτσι μιλούν; Η ιστορική φρίκη που περνούμε τέτοιο «τόνο» έχει; Η ψυχή που με τέτοιο τόνο σήμερα ζη κι εκφράζεται είναι, κατά τη γνώμη μου, παλιά πολύ, γηραλέα, ευγενέστατη, μα ανάξια να ζήση τη Μεγάλη Κραυγή που ρίχνουν τα γεγονότα.
Και παρακάτω συνεχίζει στο ίδιο γράμμα.
Βλέπω τους νέους και λέω. Πώς είναι δυνατό να μην έχουν νιώσει; (Τους γέρους και τους συνομήλικούς μου μήτε τους κοιτάζω· αυτοί είναι χαμένοι).
Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1940, γράφει: «Μπούχτισα πια να διαβάζω για ερωτοδουλειές και φεγγάρια κι αόριστες ντελικάτες λαχτάρες» . Οι πιο ζωντανές ψυχές της εποχής μας «είναι εκείνες που περιφρονούν την τέχνη», που τη θεωρούν «περιττή και ακατανόητη πολυτέλεια». Αντίθετα, οι ψυχές οι «καθυστερημένες» είναι «λίγο κωμικές». Τα τραγούδια τους όση «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη ερωτική νοσταλγία» και αν παρουσιάζουν, «έπαψαν πια να είναι φορείς ζωής», «η ζωή τούς έχει αφήσει πίσω της άδεια καύκαλα».
Σ’ αυτό το δεύτερο κείμενό του, ο Καζαντζάκης σκαρώνει μάλιστα τη γελοιογραφία ενός τέτοιου «μοντέρνου ποιητή». Τον παρουσιάζει «αγαθό», «γλυκομίλητο», «λιγνό», «αρρωστιάρη», «κακομοίρη» (όλα δικοί του χαρακτηρισμοί), του δίνει μάλιστα και όνομα: Μυρταίος. Είναι προφανές νομίζω ότι η κόσα θερίζει εδώ όχι μόνο τα ώριμα στάχυα, τους πεισιθάνατους και αισθηματίες ποιητές του Μεσοπολέμου, αλλά και τα πρώτα φανερώματα της Γενιάς του ’30. Απόδειξη, ότι απάντηση στο άρθρο της ΝΕ συντάσσει ο Γιώργος Σεφέρης. Η απάντηση εκείνη έμεινε αδημοσίευτη και έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα μετά τον θάνατο και των δύο . Ωστόσο άφησε ίχνη. Η βαθύτατη αντιπάθεια, η αποστροφή καλύτερα του Σεφέρη για το πρόσωπο και το έργο του Καζαντζάκη έχει τις ρίζες της εδώ.
Επική, θέλει την ποίηση του καιρού του λοιπόν ο Καζαντζάκης, υψηγορική, μεγαλόφρονη. Όμως ο ίδιος αυτός έχει και τις αναπάντεχα λυρικές, χαμηλόφωνες, ιδιωτικές στιγμές του. Που ενοφθαλμισμένες όπως είναι σ’ ένα ποίημα που ήδη ο τίτλος του το προδιαγράφει ως ύμνο κατ’ εξοχήν ηρωολατρικό, αιφνιδιάζουν – και συγκινούν βαθύτατα.
Γι’ αυτόν τον αναπάντεχο Καζαντζάκη, τον ποιητή του μύχιου λυρισμού, και για ένα ποίημά του που χαρακτηρίζεται ακριβώς, και όχι λίγο ειρωνικά, από «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη νοσταλγία» θα σας μιλήσω σήμερα. Τιτλοφορείται «Μέγας Αλέξαντρος» και είναι μία από τις 21 ποιητικές συνθέσεις που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Τερτσίνες . Κυκλοφορημένο μεταθανάτια, το βιβλίο αυτό είναι ίσως το πιο άγνωστο λογοτεχνικό έργο του Καζαντζάκη. Εντελώς στη σκιά της Οδύσσειας και των μυθιστορημάτων, έχω την εντύπωση ότι έχει προσεχθεί λιγότερο όχι μόνο από τα πολυδιαβασμένα ταξιδιωτικά του κείμενα, αλλά ακόμη και τα σχετικώς αφανή θεατρικά του κείμενα. Μετά την αρχική έκδοση του Εμ. Κάσδαγλη του 1960 και τις ανατυπώσεις της, δεν έχει επανεκδοθεί έκτοτε σε καμιά από τις νέες σειρές των έργων του Καζαντζάκη, που αφθονούν εσχάτως, ούτε έχει μεταφραστεί.
Αυτό οφείλεται εν μέρει και στις εγγενείς δυσκολίες του έργου. Γραμμένα στη δαντική τέρτσα ρίμα, τα μακροσκελή ποιήματα του βιβλίου (160-180 στίχων περίπου) είναι ήδη μορφικά το πιο αυστηρό στιχουργικά έργο με το οποίο καταπιάστηκε ποτέ ο ποιητής. Αφετηρία του στάθηκε, όπως παρατηρεί ο Κάσδαγλης, η μετάφραση της Κωμωδίας, με την οποία ο Καζαντζάκης ασχολείται το καλοκαίρι του 1932. Στον Δάντη είναι άλλωστε αφιερωμένο το πρώτο ποίημα του κύκλου. Η εξαιρετικά απαιτητική, αλυσιδωτή τριπλή ομοιοκαταληξία της φόρμας, είναι μάλλον και ο λόγος που η τερτσίνα ως είδος σπανίζει στη νεώτερη ελληνική ποίηση· τα Σατιρικά γυμνάσματα του Παλαμά είναι το γνωστότερο δείγμα της.
Επιπλέον, εδώ ο Καζαντζάκης μετέρχεται μια γλώσσα αδρή, όπως την ξέρουμε από την Οδύσσεια, γεμάτη σπάνιες, κάποτε και δυσερμήνευτες χωρίς γλωσσάρι ειδικό, λέξεις. Δεν θα ονομάσω αυτή τη γλώσσα ιδιωματική, χωριάτικη ή μαλλιαρή, όπως χαρακτηρίζεται κάποτε, γιατί δεν είναι. Είναι μια γλώσσα καθαρά προσωπική, με δάνεια απ’ όλες τις περιόδους της ελληνικής, και ήθος θα έλεγα τραχύ και οιονεί εξπρεσσιονιστικό, όπως το συναντάμε σε πολλά σπουδαία κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας της περιόδου, από σκοπού αποκλίνον δηλαδή από την μέση κοινή γλώσσα. Ως τέτοια έχει το ανάλογό της στη γλώσσα της μέσης περιόδου του Παλαμά, στη γλώσσα του Σικελιανού και του Βάρναλη, και απώτατο εναυσμά της το ψυχαρικό αίτημα για μια πρότυπη και αμιγή δημοτική ικανή να καλύψει τις πιο λεπτές εκφραστικές ανάγκες.
Με την έννοια αυτή, είναι μια γλώσσα λόγια, πάει να πει έντεχνη, όπως εξίσου λόγια και έντεχνη είναι η γλώσσα του Χορτάτση ή του Παπαδιαμάντη, του Ερωτόκριτου ή του Άξιον εστί. Για να την απολαύσει ο αναγνώστης θα πρέπει πρώτα να τη συνηθίσει, να είναι δηλαδή ψυχικά διατεθειμένος όχι μόνο να κάνει έναν κόπο παραπάνω για να την εννοήσει, αλλά και να υπερπηδήσει την αναγνωστική προκατάληψη με την οποία η εποχή μας, η πρωτοφανώς στενόγλωσση, αντιμετωπίζει συχνά αυτού του είδους τα κείμενα που τόσο ανακριβώς επιγράφει ως παλαιοδημοτικιστικά. Και επιπλέον θα πρέπει να είναι ψυχικά διαθέσιμος να δει, έστω για λίγο, για τον ελάχιστο χρόνο που διαρκεί η ανάγνωση, «την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια» με τον τρόπο του ποιητή: «πάνω από κάθε παρηγοριά, πέρα από κάθε ανταπόδοση, μακριά από κάθε φόβο».
Ο Καζαντζάκης πάντως δεν ήταν και πολύ αισιόδοξος ότι τέτοιοι αναγνώστες ήδη τότε στον καιρό του υπήρχαν. Στον πρόλογο των Κάντων του, όπως αποκαλούσε στα γράμματά του τις Τερτσίνες, γράφει:
Από τους ανθρώπους που γνώρισα ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα· οι άλλοι θα τα πετάξουν με αδιαφορία. […] Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν· δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε θα τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.
* * *
Ο «Μέγας Αλέξαντρος» ξεκινά επικά, in medias res, από του μέσου όπως θα έλεγε ο Ροΐδης. Βρισκόμαστε στη Βαβυλώνα, στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ. Ο Μακεδόνας βασιλιάς εδώ και μια βδομάδα είναι κατάκοιτος. Χτυπημένος από αιτία που παραμένει έως σήμερα άγνωστη (τύφος, χολέρα, ελονοσία, δηλητήριο;), χαροπαλεύει από τις 2 του μηνός. Μετά από μερόνυχτα αγωνίας, οι ελπίδες των συντρόφων και των θεραπευτών του έχουν μηδενιστεί. Είναι πια ζήτημα χρόνου. Από την κλίνη του περνούν, μας λένε οι ιστορικοί, οι συμπολεμιστές του για να τον αποχαιρετίσουν. Ο Καζαντζάκης τοποθετεί το νεκροκρέββατο του κοσμοκράτη, όπως τον αποκαλεί επανειλημμένα, στα «ξακουστά μασγάλια» της μεσοποταμιακής κοσμόπολης, σε μια αίθουσα δηλαδή στα ψηλά πατώματα, κοντά στα πυργοπαράθυρα του βασιλικού ανακτόρου, πάνω από τις προβλήτες του Ευφράτη.
Ο τόνος των πρώτων στίχων του ποιήματος είναι στιβαρός – επικός και μαζί ελεγειακός. Φρουροί, παλαίμαχοι, οι κοσμογυρισμένες μακεδονικές φάλαγγες, οι σκλάβες του παλατιού, τα άλογα και οι βασιλικές γαλέρες, η Ασία και η Ελλάδα, όλα, έμψυχα και άψυχα, απτά και νοερά, θρηνούν τον βασιλιά κοιτώντας ψηλά κατά τις πολεμίστρες. Και απ’ τη σγουρόμαλλη κεφαλή της Νίκης ήδη ξεπροβάλει το μιαρό σκουλήκι της αποσύνθεσης.
Στης Νίκης το σγουρό κεφάλι ανοίγει
το ροδαλό σκουλήκι του θανάτου·
στο διάφανο κορμάκι του τυλίγει,
τυφλό, βουβό, τους νιους, τις νιες, και κάτου
βαθιά η ψυχή κατασταλάζει αγάλια
κοπριά αλαφριά στην άπατη κοιλιά του.
Κι απόψε ορθό στα ξακουστά μασγάλια,
στα λασπερά, πηχτά νερά του Εφράτη,
μες στης αθανασιάς την ούρια αγκάλια,
θωράει να ξεψυχάει τον κοσμοκράτη.
Κλαιν στις αυλές, βογκούν οι βετεράνοι
στο βραδινό, το μυρωδάτο μπάτη,
οι ρηγικές γαλέρες στο λιμάνι,
οι αϊτοί οι μακεδονίσιοι οι κοσμογύροι,
τ’ αλόγατα, οι γυναίκες, οι βαρδιάνοι,
κλαιν και κοιτούν ψηλά στο παραθύρι.
Στους σκοτεινούς θεούς της γης θυσία
το ιερό ξανθό κεφάλι του έχει γείρει
κι η χήρα το χαδεύει αθανασία.
Μες στη βαριά του ανέλπιδου ζαλάδα
το αδρό μελαχρινό της στήθι η Ασία
χτυπάει κι αναγερτή κρατάει λαμπάδα·
κι αμίλητη, κλιτή στ’ ορθό κοντάρι,
αιώνια το γιο ’ποχαιρετάς, Ελλάδα!
Οι επόμενοι στίχοι μάς περιγράφουν τον Αλέξανδρο μες στο ψυχομαχητό του, να παλεύει να κρατηθεί από τη ζωή, αναμετρώντας «το μέσα του λογάρι», τα κορυφαία βιώματα δηλαδή που αποθησαύρισε στη πολυκύμαντη και συνταρακτική ζωή του, να αναθυμάται τα οχυρά που άλωσε, τα όρη και τα ποτάμια που διέσχισε, τον τρομερό αχό των στρατευμάτων του στο πεδίο της μάχης. Όλα όμως αποδεικνύονται φευγαλέα, όλα σκορπούν σαν την πάχνη ή το όνειρο, όλα τα σκορπίζει η πνοή του θανάτου. Τα μεγάλα πάθη που τον κυβέρνησαν, από το κάλεσμα της νίκης ώς τη μέθη του ίδιου έρωτα, έχουν πια ξεθυμάνει σαν μαραμένα λουλούδια, τα έχει παρασύρει σαν νεφελοκόκαλα πουλιά στο διάβα του ο άνεμος και ο ανεμογκάστρωτος, ο απατηλός, καιρός. Τώρα πια, ο μέγας Πρωτολάτης, ο πρωτοπόρος δηλαδή, ο μπροστάρης της ιστορίας, πορεύεται κι αυτός, ίδια κι απαράλλακτα μ’ όλους τους άλλους, τον ύστερο δρόμο της ανυπαρξίας.
Κι ο νιος χλωμός στ’ ολόχρυσο κλινάρι,
το νου ως ανήλιαγο λυγάει λιοτρόπι
κι αργά μετράει το μέσα του λογάρι.
Κάστρα, βουνά, στεριές, ποτάμια, ανθρώποι,
δροσούλα στα μαλλιά, κι αχνάρι ονείρου
το φοβερό στον κάμπο ποδοκόπι.
Στα δαφνερα κρουστά μελίγγια γύρου
του Χάρου φύσηξε αλαφρό το αγέρι,
κι όλα στη χούνη χάθηκαν του απείρου.
Νεφελοκόκκαλο άσπρο περιστέρι
που κράταε αγέρα μήνυμα και χάθη·
αρώματα πνοές κι ένα πανέρι
ξαρρωστικά γαλάζια αλησμονάθη·
βράδιασε πια και σφύριξε ο τσοπάνης
και ροβολήσαν στον γκρεμό τα πάθη.
Το μέγα σώμα αλάφρωσε, κι ο αλάνης
αϊτονυχάτος νους τη γη ως χελώνα,
ψηλά πολύ απ’ τα νέφαλα της πλάνης,
οκνά την ξαμολάει μες στον αγώνα
του ανεμογκάστρωτου καιρού και πάει.
Του κάκου η ξομπλιαστή ζωή η γοργόνα
μες στα γλαυκά, τα πλανερά πελάη,
με στήθια ορθά, μαλιά χυτά, στ’ αδρά της
λαιμά αρμαθιές φαλλούς, θεούς, γελάει
και τον καλνάει ξανά στην αγκαλιά της.
Πάνω απ’ τ’ ωραίο κορμί που ελιποθύμα
τ’ αιτόχαρα φτερά του ο πρωτολάτης
απ’ της σαρκός ξεκόρμισε το μνήμα
κι άπλωσε αργά στο σούρουπο να φύγει.
’Ποχαιρετάει το εφήμερο άδειο ντύμα,
αχνή πνοούλα ακόμα τον τυλίγει
κι ανάλαφρο μαυλιστικό μεθύσι.
Παρ’ όλον τον ελεγειακό του χρωματισμό, ο σφυγμός του ποιήματος είναι ώς εδώ απαραγνώριστα ηρωϊκός. Ήδη όμως κάποια υποκοριστικά –κορμάκι, δροσούλα, πνοούλα– προλειαίνουν το έδαφος για τη θυμική ανατροπή που ακολουθεί. Είναι η ώρα του αποχαιρετισμού, όπως είπαμε, η ώρα του τέλους. Πολλοί ψυχολόγοι και γιατροί έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «οράματα του νεκροκρέβατου», αμέτρητες φορές έχουμε δει στον κινηματογράφο ήρωες ετοιμοθάνατους να βλέπουν σε ραγδαία διαδοχή σαν σε ταινία ανασκόπησης τις μεγάλες στιγμές της ζωής τους. Και έχουμε πολλές μαρτυρίες παρ’ ολίγον θανόντων που περιγράφουν αυτά τα οράματα ως στιγμές ψυχικής καταλλαγής και μεγάλης εσωτερικής πλήρωσης, ακόμη και ευδαιμονίας. Ο Αλέξανδρος του Καζαντζάκη κάνει κι αυτός το ίδιο, ανακαλεί τις μέγιστες χαρές της ζωής του. Πασχίζει να πιαστεί από τις θρυλικές εκστρατείες και τους ασύγκριτους θριάμβους του. Όμως η μνήμη τον προδίδει, τα εξαχνώνει όλα αυτά και τα σκορπά σαν τα γαλάζια δαχτυλιδάκια του καπνού. Και στη θέση τους φέρνει, πόσο παράδοξο, μια θύμηση αναπάντεχη, ασήμαντη, μικρούλα.
«Έχετε γεια!» Στην αστραπή τη λίγη
μοχτάει με βιας ο νους του να τρυγήσει
μέλι ακριβό, πηχτό, τις πιο μεγάλες
βαθιές που τού ’δωκε χαρές η ζήση.
Γιουρούσια αιματερά, βουερές αντράλες,
σα ρόγδια σκουν και χύνουνται τα κάστρα,
τσαλαβουτούν στο γαίμα οι σγουρομάλλες
ελληνοπούλες Νίκες, κι η μουδιάστρα
ξεζώνατη Ευτυχιά τον αγκαλιάζει
κάτω απ’ τα χλια, τ’ ανατολίτικα άστρα.
Όλα καπνοί δαχτυλιδιούν γαλάζοι,
και παν και παν, και μοναχά στη μνήμη,
Θε μου, μια θύμηση μικρούλα αράζει.
Πού πήγαινε μες στο καφτό το ασήμι
της ερημιάς και ποια κυνήγαε αρκούδα
γιά βασιλιά γιά το θρασό το αγρίμι,
το αθάνατο νερό στη στέρφα αμμούδα;
Κοράκιαζε απ’ τη δίψα, λέει, κι αγρίκα
όλης της γης να συσηλίζει η φλούδα.
Του Χάρου πια τον τύλιγεν η γλύκα,
σύντας σ’ ένα γκρεμό τηράει δροσάτα
σε γρια συκιά δυο μελωμένα σύκα.
Κι ως τ’ άρπαξε, ξανάνιωσεν ακράτα,
σαν κρύα νερά σε κρούσταλλες πλαγιάδες
να τρέχουν μες στις φλέβες του τα νιάτα·
κι ακόμα, νά, στου Χάρου τις ζαλάδες
με άγρια χαρά τ’ αναστοράται η σάρκα.
Δυο μελωμένα σύκα σ’ ένα φρυγμένο στόμα. Αν η επιθανάτια ταινία της ζωής του Αλέξανδρου έχει τρεις σκηνές, η εικόνα αυτή είναι η πρώτη. Θα ακολουθήσουν άλλες δύο, όλες τους μνήμες αχνές στο μεταίχμιο πραγματικότητας και ονείρου, βιώματος και επιθυμίας, όλες τους φευγαλέες, άχρονες, ανεντόπιστες. Όλες προ πάντων αβέβαιες, στοιχημένες πίσω από ένα ερωτηματικό εσαεί αναπάντητο – για τον Αλέξανδρο και για όλους μας. Πού πηγαίνουμε; Τι κυνηγάμε; Ο τόνος ο ηρωϊκός έχει πια κατασιγαστεί. Η γλώσσα που μας μιλάει εδώ είναι η απορρητική γλώσσα του λυρισμού, η γλώσσα της μύχιας υπαρξιακής αγωνίας.
Η δεύτερη θύμηση του κοσμοκράτη, εξίσου αβέβαιη, εξίσου σκιώδης, είναι κι αυτή παρμένη από τον φυσικό κόσμο. Όμως κι αυτή είναι μικρούλα, αμελητέα θα την έλεγε κανείς μες στο λαμπρό σκηνικό που την πλαισιώνει. Ο ποιητής μας παρουσιάζει το βασιλικό σκάφος του Αλέξανδρου να δένει στον μώλο μιας πολιτείας, στο βάθος να διαγράφονται τα ανάκτορα, εμπρός του είναι συγκεντρωμένος πλήθος λαός και άλογα πολεμικά. Ο Καζαντζάκης είναι μέγας μαιτρ των αντιθέσεων, της τεχνικής του κοντράστ δηλαδή, που ενθέτει μια λεπτομέρεια μέσα σε ένα όλως διόλου αντιθετικό ντεκόρ για να την υπογραμμίσει, κι αυτή εδώ είναι μια από τις δυνατότερές του στιγμές.
Κι άλλη βολά, σε απόκοσμες λιακάδες,
όνειρο τάχα νά ’ταν; σε μια βάρκα
τάχα χρυσή, τάχα κουπιά φιλντίσι,
σε σκοτεινά σεριάναε αγάλια πάρκα,
ανοίχτη της χαράς η μέσα βρύση,
ξεχείλισε η καρδιά, και κλει τα μάτια
γοργά γοργά να μην παραλοΐσει.
Πήχτρα χλιμίντριζαν στον όχτο τ’ άτια,
στάχυα πυκνά κυμάτιζαν τα πλήθη
κι ονειροτρέμα ανάερα τα παλάτια·
πλάνο, μαριόλο θα ’ταν παραμύθι
κι υπνοσυνεπαρσιά, κι ώρα την ώρα
θα κράξει της αυγής το ρούσο ορνίθι.
Μα ξαφνικά, χαρά μεγάλη! η πλώρα
σε βότανα μπερδεύτη ευωδιασμένα,
κι ως φύσηξε η πνοούλα η μυροφόρα
παίξαν του νιου τ’ αρθούνια λιμασμένα
κι άγια ευωδιά, γλυκιά περίσσια, Θέ μου,
βασιλικού του περεχάει τα φρένα.
Κι απ’ όλα πια τα κούρσα του πολέμου
τούτη η ευωδιά τού απόμεινε μονάχα
κι ήρθε πιστή τώρα στο χνο του ανέμου.
Πόσο ζυγίζουν οι άθλοι όλοι ενός βασιλιά, ας είναι και του πιο μεγάλου, αυτό μας ρωτάει εδώ ο Καζαντζάκης. Και με το στόμα του Αλέξανδρου μας απαντά: όσο και να ζυγίζουν, το άρωμα ενός βασιλικού στη ζυγαριά δεν το ισοφαρίζουν.
Η κλιμάκωση της εσωτερικής πάλης του ήρωα δεν έχει φτάσει ακόμη στο κεφαλόσκαλό της. Πάντα στο ψυχομαχητό του, ο Αλέξανδρος αγωνίζεται ακόμη να ανακαλέσει τις ασύγκριτες ανδραγαθίες του. Όμως η μνήμη του εξακολουθεί να τον παρακούει. Άδικα της ζητάει βοήθεια. Στις εκκλήσεις του απαντά με μυριστικά βοτάνια και ηδείς καρπούς.
«Βοήθεια!» ο νιος βογγάει που ψυχομάχα,
κι ωιμέ! για κούρσα πιο τρανά βαθιά του
στη θύμηση κρυφά λαχταρομάχα.
Μα στη φριχτή σαγίτα του θανάτου
σκορπίσαν οι αντριγιές και μείναν μόνο
μύρα και πωρικά μες στην καρδιά του.
Είναι η στιγμή της παραδοχής. Ή, αν θέλετε, η στιγμή της επίγνωσης. Σαν το μεγάλο πρότυπό του, τον Αχιλλέα, που ομολογεί πως θα προτιμούσε να ζει σκλάβος στον Επάνω Κόσμο παρά να βασιλεύει αιώνια ανάμεσα στους νεκρούς, ο Αλέξανδρος στρέφει τις πλάτες του στο ίνδαλμα του ήρωα που τον ποδηγετούσε ολόκληρη ζωή. Να ζούσε μόνο, αυτό εύχεται, να ζούσε και εξευτελισμένος ακόμη, τι σημασία έχει, σαν άθλιος ριμαδόρος ή γελωτοποιός, απ’ αυτά τα χαμένα κορμιά, τους τσανακογλείφτες και τους τρεχέδειπνους που διασκεδάζουν τους άρχοντες και τους μεγαλουσιάνους.
«Πλαντώ» βογκάει «πια δε βαστώ τον πόνο!
Θα κοπροσκύλιαζα, ώχου, στα σοκάκια
σα στιχουργός –απ’ την ντροπή μου λιώνω!–
κι αδιάντροπα θα τρίβουμουν στα τζάκια,
τζουτζές, να κάνω χωρατά, κι οι πλούσοι
να μου πετούν να γλείφω τα πινάκια!»
Ποιος μιλάει εδώ άραγε; Ο βασιλιάς ή ο ποιητής που μας τον ιστορεί. Και είναι αυτός ο τελευταίος τάχα ο Καζαντζάκης, όπως τον γνωρίζουμε, ή κάνας στιχουργός Μυρταίος; Ας κρατήσουμε την απάντηση για το τέλος.
Προς ώρας, ο ήρωάς μας δεν παραδίδεται. Για μια φορά ακόμη, την τελευταία, αφουγκράζεται μέσα του την πολεμιστήρια ιαχή που τον έκανε κοσμοκράτορα. Για στερνή φορά, πασχίζει να νιώσει στα σπλάχνα του το κάλεσμα του στρατηλάτη:
Γερτός στο αστήθι του, μοχτάει ν’ ακούσει:
«Αχού! βαθιά στα σωθικά μου νιώθω
στρατό πολύ και φοβερό γιουρούσι!»
Σφίγγει με οργή τον κοσμοκράτη γρόθο
και μάχεται να βρει στη μαύρη πάχνη
να θυμηθεί τον πιο μεγάλο πόθο.
Γι’ ακόμη μια φορά όμως η μνήμη κάνει τα δικά της. Αντί για εκείνο που της ζητά, του φέρνει στον νου μιαν ακόμη ολότελα απροσκάλεστη εικόνα από τα σκοτεινά βάθη του παρελθόντος. Όπου, γι’ ακόμη μια φορά, έχουμε εδώ την απόδειξη. Ελευθερία της βούλησης δεν υπάρχει: το σώμα, αυτό το βιολογικό συμβάν το αξεδιάλυτα πνευματικό, ψυχικό και σαρκικό, αδιαφορεί εντελώς τι του υπαγορεύει αυτός ο ασήμαντος «δικηγοράκος, ο νους του ανθρώπου», φράση κι αυτή του Καζαντζάκη από το γράμμα του προς τον Νικολαεΐζη. Το σώμα ποθεί, το σώμα φοβάται, και το σώμα κρίνει, όχι η σκιά εκείνη που αποκαλείται συνείδηση, Εγώ ή έλλογη σκέψη. Και το σώμα μόνο θυμάται. Η μνήμη μέμνηται. Όχι ο εκάστοτε μνήμων. Για το άτομο, που αδυνατεί να διακρίνει τον σκοπό της, η μνήμη είναι πάντα τυφλή. Το ασυνείδητο από το οποίο αλιεύει τα ευρήματά της είναι μια «έκδιψη ανερούσα», μια στεγνή, διψασμένη ρουφήχτρα δηλαδή, που έχει τις δικές της μυστικές προτεραιότητες. Αυτή θησαυρίζει τα βαρύτιμα και τα τιμαλφή, που εμείς αγνοούμε.
Είμαστε πια ένα βήμα πριν από την κορύφωση του ποιήματος.
Χύνεται η μνήμη του η τυφλή και ψάχνει·
πα σε νερά, βουνά, λαούς σαλεύει
και ρίχνει τον πλοκό της σαν αράχνη.
Σκουτάρια αχούν, χαρές, φωτιές, παλεύει
στην άβυσσο της λησμονιάς με αγκούσα
και ξάφνου απ’ τ’ άραχνα τα βύθη ανέβη
μονάχη από την έκδιψη ανερούσα,
μια θύμηση όλο αχό και γιόμωνε όλη
την ερημιά του νου πικρολαλούσα:
Ποτάμι αργό σε ροδοφεγγοβόλι,
γελούσε χορευτός ο Αποσπερίτης,
κι αχνή, χλωμή, με μελανό φακιόλι,
σιγά μια μικρομάνα στην αυλή της,
το νιο της λυγερό λυγώντας μπόι,
σε άδεια κουνούσε κούνια το παιδί της.
Και χύνουνταν ψηλά στη νέα τη χλόη,
σαν απριλιάτικη ζεστή βροχούλα,
με βούισμα τρυφερό το μοιρολόι:
«Εκεί που πας, μικρή μου αρχοντοπούλα,
την πρώτη πρώτη νύχτα στα σκοτίδια
και πώς θα τη διαβείς; Αχ, μια φωνούλα
σύρε να ’ρθώ, να πιάσω εγώ τα φίδια
και τις περίπλεχτες οχιές, χρυσό μου,
που θα φωλιούν μες στα σμιχτά σου φρύδια!»
Έχουν πει ότι το μοιρολόι είναι η καταγωγική φωνή του ανθρώπου. Ιδίως το μοιρολόι της μάνας για το παιδί της. Πλάι στο νανούρισμα, κι αυτό τραγούδι μητρικό προ πάντων, το μοιρολόι έχουν πει είναι το πρόπλασμα κάθε λαλιάς και κάθε τέχνης μας, αυτό που μετατρέπει την άναρθρη ζωική κραυγή σε εύγλωττη ανθρώπινη επίγνωση. Γιατί ο θρήνος είναι ένα τραγούδι αυτεπίστροφο. Αφορά τον νεκρό, αφορά όμως και κάθε νεκρό, περασμένο ή μελλούμενο. Αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον μοιρολογητή του. Σαν τον Αχιλλέα που πλάι στον Πρίαμο κλαίει πριν της ώρας του τον γέροντα Πηλέα, και μαζί τον δικό του, το ξέρει, ολιγόζωο βίο, το μνημονικό του Αλέξανδρου συμμνημονεύει έναν θάνατο παρελθόντα, του μωρού παιδιού, κι έναν ήδη επερχόμενο, του ίδιου του βασιλιά. Ο κύκλος έχει κλείσει, ο ήρωάς μας έχει αποθέσει την πανοπλία του, το φωτοστέφανό του έχει σβηστεί. Μόνη του δόξα είναι πια η υποταγή στην κοινή μοίρα, τη μοίρα όλων μας. Φτωχός και ασήμαντος, σαν νά ’ταν στιχοπλόκος αυλικός ή παλιάτσος, παίρνει κι αυτός τη θέση του στα τεφρά δείπνα του Άδη. Δεν πέρασε όμως απ’ αυτή τη γη εις μάτην. Τι κι αν ξεχάστηκαν οι ιαχές και οι θρίαμβοι, η σοδειά ετούτης της ζωής στάθηκε υπέροχη. Και είναι αυτή που τώρα, σαν αγαλλίαση υπέρτατη υποστασιακή, σαν έκθαμβος ανθός της τραγωδίας, συνοδεύει το εξόδιόν του:
Στην ερημιά, στην παντερμιά του τρόμου
πέφτει ο πικρός αχός στα σπλάχνα του ίσια·
μακριά ο μπαλτάς γρικήθη του λοτόμου
για την πυρά να ρίχνει κυπαρίσσια·
χλιμίντρισε ο στρατός, και στα σπαρμένα
να κλαιν κινούν τ’ αλόγατα ανθρωπίσια.
Κι ο κοσμοκράτης πια με τ’ άγρια φρένα
κινάει απ’ τη γης με πλούσια συνοδεία –
δυο σύκα μες στη φούχτα μελωμένα
κι αλαργινού βασιλικού ευωδία
κι ένα μικρό, πικρό πολύ τραγούδι.
Σα να ’ταν στιχουργός, κι η τραγωδία
το πιο αψηλό της πέταξε λουλούδι
το γαλανό, τ’ ολαδειανό, χαράς τον!
και πρόβαλε το ροδαλό μαμούδι
μες απ’ τη γης καλωσορίζοντας τον!
* * *
Νοείται έργο μείζον με θέμα έλασσον; Είναι ποτέ δυνατόν η χαμηλόφωνη ποίηση, αυτή που την καλλιεργούν τάχα οι μη μου άπτου και οι εστέτ, να φτάσει στο ύψος του πραγματικού μεγαλείου; Μπορεί ο υπερευαίσθητος και περιπαθής λυρισμός να υποσκελίσει τη ρώμη του ηρωικού έπους; Όλο το έργο του Καζαντζάκη, προγενέστερο και μεταγενέστερο του ποιήματος που διαβάσαμε εδώ, είναι σαν να συνηγορεί προς ένα βροντερό «όχι». Όμως όχι και τούτοι εδώ οι στίχοι, που φέρουν την ημερομηνία 7 Μαρτίου 1937. Τι συνέβη άραγε εκείνη τη χρονιά και σαν να κλόνισε την καζαντζακική ηρωολατρεία, σαν να τη νέρωσε έστω; Οι βιογράφοι του ίσως μπορούν να μας το πούν. Γιατί και τα τρία καλύτερα κάντα του βιβλίου –πλάι στον «Μέγα Αλέξαντρο», ο «Χριστός» και εκείνο που τιτλοφορείται «Παππούς-πατέρας-εγγονός»– γράφονται εκείνη τη χρονιά. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για οποιαδήποτε απ’ αυτά τα τρία ποιήματα σήμερα, τα θεωρώ όλα τους αριστουργήματα ισάξια, πολύ ανώτερα των άλλων ποιημάτων που προηγούνται χρονολογικά στις Τερτσίνες.
Γιατί αυτά τα τρία είναι και τα τελευταία. Παρά την πρόθεσή του Καζαντζάκη να τα κάνει 24, ισάριθμα των ραψωδιών του αόμματου εποποιού, καινούργια δεν θα προσθέσει. Μόνο μερικές διορθώσεις θα κάνει, πράγματι καίριες, αν κρίνω από τον «Μέγα Αλέξανδρο». Σε μια απ’ αυτές σημειώνει στο περιθώριο:
Διορθώνω τις τερτσίνες τούτες λιγάκι, σήμερα 15 του Απρίλη 1941 «με την ελπίδα του θανάτου».
Στις 6 του μηνός θυμίζω, οι Γερμανοί είχαν εισβάλλει στη Μακεδονία. Στις 9 οι υπερασπιστές της Γραμμής Μεταξά είχαν καταθέσει τα όπλα. Το αλβανικό μέτωπο ήδη κατέρρεε, στις 27 του μηνός ο εχθρός θα έμπαινε στην Αθήνα.
Ο λυρισμός, η εποποιία, το δράμα, όλα αυτά είναι τρόποι εκφραστικοί της λογοτεχνίας, όχι η ουσία της. Είναι σαν νησιά που μοιάζουν απομονωμένα στη θάλασσα αλλά ενώνονται μεταξύ τους βαθιά στον βυθό. Ακόμη και οι πιο ειδικευμένοι ποιητές ανοίγονται κάποτε σε άγνωστά τους νερά. Ο επικός, ο δραματικός Καζαντζάκης μάς είναι οικείοι, ο λυρικός Καζαντζάκης παραμένει ως σήμερα καλά κρυμμένος – εν πολλοίς επειδή ο ίδιος δεν θέλησε να του προσφέρει την κατάφασή του. Υπάρχει όμως. Και είναι ακριβώς στις Τερτσίνες, σ’ αυτό το τόσο αντιηρωικό ποίημα για τον Αλέξανδρο, που μπορεί κανείς να τον ακούσει πιο καθαρά.
Κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε στις 22.11.23
*
**
