Day: 20.09.2026

Ηρώς και Λέανδρου βυζαντινοί απόηχοι

Εισαγωγή-Μετάφραση
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Παρουσιάζοντας τις νεοελληνικές του αποδόσεις, γράφαμε πως το επύλλιο του Μουσαίου διαπερνά τη βυζαντινή λογοτεχνική παράδοση. Τα δυο λιγότερο γνωστά κείμενα που ακολουθούν, σε δική μου μετάφραση, φανερώνουν όψεις ιδιαίτερες της απήχησης και της ανταπόκρισης που βρήκε η τραγική ιστορία του Μουσαίου στη βυζαντινή ποιητική ευαισθησία. Το πρώτο ποίημα (γραμματικοῦ τινος) είναι ένας βυζαντινός κέντρωνας, που βρίσκεται στην Παλατινή Ανθολογία (9, 381), γραμμένος κατά τον 10ο-11ο αιώνα κι είχε αποδοθεί στον Λέοντα τον Φιλόσοφο. Όπως γράφει ο Hunger, «ο Λέων κατόρθωσε μέσα σ’ αυτούς τους δώδεκα στίχους να αποδώσει φαινομενικά αβίαστα την ιστορία της Ηρώς και του Λεάνδρου και μάλιστα χωρίς γραμματικά λάθη».

Οι «Στίχοι τοῦ Λεάνδρου» που έπονται έχουν ένα ξεχωριστό, διττό, ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς προέρχονται από την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κάτω Ιταλίας τον 13ο αιώνα. Συγγραφέας ο Ιωάννης Γράσσος ο Υδρουντήνος (από το Ότραντο), «βασιλικός νοτάριος» κι εν συνεχεία «βασιλικός γραμματικός» του Φρειδερίκου Β΄, μαθητής του περίφημου Νεκτάριου, ηγουμένου της μονής των Κασούλων. Χωρίς να διαπιστώνεται κάποια ιδιαίτερη ποιητική αξία, όπως σημειώνει κι ο εκδότης τους Gigante, στους δωδεκασύλλαβους αυτούς στίχους παρατηρείται μια αξιοσημείωτη μετατόπιση. Απαντώντας στον ξένο που τους ρωτά, οι τραγικοί νέοι δεν μετανιώνουν για τον θάνατό τους, μα και ομολογούν πως ζουν παντοτινά τον έρωτά τους στον κάτω κόσμο, χωρίς της πικροθάλασσας και των γονιών τον φόβο, μιας κι εκεί στον άλλο κόσμο των σκιών, οι έρωτες κι πόθοι ανθούν πιότερο κι απ’ τον επάνω κόσμο! Δεν ξέρω κι ούτε μπορώ να μιλήσω για συσχετίσεις, απλά θα ήθελα να θυμίσω πως την ίδια εποχή, που ηγεμόνευε ο Φρειδερίκος Β΄, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έγραφαν στα ―βυζαντινά―ελληνικά την ποίησή τους, ενώ στο Παλέρμο κάποιοι άλλοι ντόπιοι ποιητές πειραματίζονταν να πρωτογράψουν στην ιταλική γλώσσα την ποίησή τους.

*

*

~•~

Σ᾽ ακρόγιαλο που πρόβαλλε στην άπλα του Ελλησπόντου,
κόρη σεμνή ανέβηκε σε πύργου το ανώγι
κι άρχισε να θρηνολογεί βαριά και να στενάζει,
κρατώντας χρυσολύχναρο που φως λαμπρό σκορπούσε,
να φέγγει του κολυμπητή του δύσμοιρου εκείνου
μπας και γοργά διαβεί το κύμα της θαλάσσης,
σιμά της τη θεσπέσια νυχτιά για να περάσει,
όταν οι υπόλοιποι θνητοί ύπνο γλυκό κοιμούνται.
Μα μέγα κύμα εβρόνταγε σπάζοντας στη στεριά.
Κι όσες νυχτιές κι όσες αυγές γεννήθηκαν στον κόσμο,
τόσες η κόρη και ο νιος αντάμωναν οι δυο τους·
στην κλίνη τους πλαγιάζανε, κρυφά απ’ τους γονιούς τους,
που ορίζαν Σηστό κι Άβυδο και την πανώρια Αρίσβη.

~•~

Ἀκτῇ ἐπὶ προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,
παρθένος αἰδοίη ὑπερώιον εἰσαναβᾶσα
πύργῳ ἐφεστήκει γοόωσά τε μυρομένη τε·
χρύσεον λύχνον ἔχουσα φάος περικαλλὲς ἐποίει,
κεῖνον ὀιομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
νηχόμενος, καὶ λαῖτμα τάχισθ’ ἁλὸς ἐκπεράασκε
νύκτα δι’ ἀμβροσίην, ὅτε θ’ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι·
ῥόχθει γὰρ μέγα κῦμα ποτὶ ξερὸν ἠπείροιο.
ὅσσαι γὰρ νύκτες τε καὶ ἡμέραι ἐκγεγάασι,
παρθένος ἠίθεός τ’ ὀαρίζετον ἀλλήλοισιν
εἰς εὐνὴν φοιτῶντε φίλους λήθοντε τοκῆας,
οἳ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην. (περισσότερα…)