Από το χώμα στη σελίδα: Σημειώσεις μιας διαρκούς μαθητείας

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΝΑΚΗΣ

~.~

Από το χώμα στη σελίδα: Μια στήλη λογοτεχνικών δοκιμίων όπου το βλέμμα του αρχαιολόγου μπορεί να γίνει και τρόπος ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Η αρχαιολογική υπομονή μαθαίνει το μάτι να προσέχει το μικρό και το συγκεκριμένο, να αναγνωρίζει τη σημασία ενός ευρήματος μέσα στη θέση και στις σχέσεις του, να διακρίνει χρονικές αλληλουχίες, να σέβεται τα κενά και να μην αφήνει την ερμηνεία να απομακρύνεται τόσο ώστε να χάσει το ίχνος που την προκάλεσε. Κάπως έτσι διαβάζονται εδώ και τα λογοτεχνικά έργα, μια λέξη, μια χειρονομία, ένας ήχος, ένα αντικείμενο, μια μετατόπιση της οπτικής γωνίας ή μια επανάληψη που επιστρέφει ύστερα από πολλές σελίδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρήματα και να φωτίσουν την αρχιτεκτονική της αφήγησης ενός ολόκληρου έργου. Η λογοτεχνική σελίδα αποκτά έτσι τη δική της στρωματογραφία και η ανάγνωση κάτι από την πειθαρχία και τη συγκίνηση της ανασκαφής, από το μικρό εύρημα προς τη μορφή, από το ίχνος προς το νόημα.

///

Η μετακίνηση του βλέμματος

Η λογοτεχνία συνόδευε ολόκληρη τη ζωή μου. Για δεκαετίες τη διάβαζα με την ελευθερία του αναγνώστη που αναζητεί στις σελίδες την απόλαυση, τη συγκίνηση, την αναγνώριση μιας εμπειρίας ή ίσως και το σημαντικότερο, την αιφνίδια διάνοιξη ενός άγνωστου κόσμου, μια μετατόπιση της αντίληψης. Σε μια ύστερη φάση της ακαδημαϊκής μου ζωής, η σχέση αυτή απέκτησε καινούργιο βάρος. Η ανάγνωση ζήτησε να γίνει διατύπωση, επιχείρημα, γραφή που αναλαμβάνει την ευθύνη της κρίσης της. Τι άλλαξε, λοιπόν; Η απόλαυση θέλησε να κατανοήσει τους λόγους της.

Η αφορμή είχε όνομα και τίτλο: Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος. Παρακολούθησα το βιβλίο από τα πρώτα στάδια της δημιουργίας του, προσφέροντας ως αρχαιολόγος τη συμβουλή μου για τα realia του αρχαίου υλικού κόσμου, για τα πράγματα, τους χώρους και τις πρακτικές που όφειλαν να διαθέτουν ιστορική και υλική πειστικότητα. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, βρέθηκα ανάμεσα στους πρώτους αναγνώστες του. Το συνάντησα, επομένως, δύο φορές: αρχικά ως έναν κόσμο υπό κατασκευή που ζητούσε ακρίβεια στα υλικά του και κατόπιν ως ολοκληρωμένη λογοτεχνική μορφή που ζητούσε ανάγνωση, αξιολόγηση, ερμηνεία.

Η δεύτερη αυτή συνάντηση άγγιξε ένα βαθύτερο στρώμα. Ο Περεγρίνος αφύπνισε μέσα μου τον αναγνώστη που αναζητεί πέρα από τη γοητεία της ιστορίας τη δομή του έργου, την ύφανση των φωνών, την ποιότητα της γραφής, τη λειτουργία της λεπτομέρειας, τον τρόπο με τον οποίο ένα μικρό επεισόδιο ή ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να συγκρατεί ολόκληρη αφηγηματική αρχιτεκτονική. Έφερε στο φως έναν απαιτητικό αναγνώστη με φιλολογική συνείδηση, έτοιμο να διακρίνει, να συσχετίσει, να ελέγξει και τελικά να διατυπώσει όσα έως τότε ωρίμαζαν κυρίως στη σιωπηλή περιοχή της προσωπικής απόλαυσης. Ο αναγνώστης ήταν παλιός. Η απόφαση να γράψει ήταν καινούργια.

Η αφύπνιση έμοιαζε αιφνίδια. Είχε προετοιμαστεί όμως επί δεκαετίες. Από τα μεταπτυχιακά μου χρόνια στη Βασιλεία έως σήμερα, τρεις μεγάλες αναγνωστικές «μαθητείες» ωρίμαζαν μέσα μου αργά και σταθερά. Ο Victor Brombert μου έδειξε πώς η λογοτεχνική μορφή ανοίγει προς την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Peter Brooks με δίδαξε να παρακολουθώ τη λεπτομέρεια μέσα στη διάρκεια της αφήγησης, στην κίνηση της πλοκής και στις επιστροφές που αναδιατάσσουν αναδρομικά το νόημα. Ο Vladimir Nabokov όξυνε την ακριβή όραση, την πίστη στην υλική αλήθεια της σκηνής και τη χαρά του μικρού ευρήματος που μετακινεί ολόκληρη την εικόνα. Στο έργο τους αναγνωρίζω σήμερα μια βαθιά εκλεκτική συγγένεια με την αρχαιολογική άσκηση του βλέμματος: προσοχή στο συγκεκριμένο, μνήμη των μορφών, τόλμη της ερμηνείας, επιστροφή στο τεκμήριο.

Από τη συνάντηση με τον Περεγρίνο γεννήθηκε και ένα ευρύτερο σχέδιο: ένα βιβλίο δοκιμίων για τα έργα του Αντώνη Νικολή και για την ars poetica που συνέχει το λογοτεχνικό του ιδίωμα. Έκτοτε ένα κύμα ανάγνωσης κινείται μέσα μου με μετατοπίσεις, παλινδρομήσεις και απρόβλεπτες συνδέσεις. Έχει ως σταθερό προσανατολισμό το έργο του Νικολή και συγχρόνως ανοίγεται προς άλλα βιβλία, άλλους συγγραφείς, παλαιές αναγνώσεις που επιστρέφουν τώρα με διαφορετικό βάρος. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου, η κίνηση αυτή προσφέρει μια απόλαυση ιδιαίτερης ποιότητας: τη χαρά της ανακάλυψης μαζί με την ευθύνη να εξηγήσω τι ακριβώς ανακάλυψα και ποια στοιχεία στηρίζουν την αξία που του αποδίδω.

Τα ένδεκα δοκίμια που ακολουθούν καταγράφουν αυτή την πορεία. Αφηγούνται την ωρίμανση ενός διά βίου αναγνώστη που αποφασίζει να γράψει για τη λογοτεχνία, ανασυνθέτουν τις τρεις «μαθητείες» που διαμόρφωσαν το βλέμμα του και παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο η επαγγελματική πειθαρχία του αρχαιολόγου μεταφέρεται σε μια διαφορετική ύλη. Από το χώμα στη σελίδα, λοιπόν. Η φράση περιγράφει αλλαγή της ύλης και συνέχεια της άσκησης. Η αρχαιολογία μού έμαθε να εμπιστεύομαι ό,τι βρίσκεται μπροστά μου, να αφήνω τη λεπτομέρεια να αποκτήσει το βάρος της μέσα στις σχέσεις της και να ζητώ από κάθε υπόθεση αποδεικτικό έρεισμα. Η λογοτεχνία μεταφέρει αυτή την πειθαρχία σε έναν κόσμο φωνών, ρυθμών, σωμάτων και μεταμορφώσεων του χρόνου. Το βλέμμα μετακινήθηκε. Η προσοχή κράτησε την παλιά της υπομονή.

Η σελίδα ως στρωματογραφία

Η αρχαιολογία εκπαιδεύει το μάτι σε μια αυστηρή οικονομία της προσοχής. Ένα ταπεινό αντικείμενο μετακινεί τη χρονολόγηση ενός στρώματος. Μια σχεδόν αόρατη μεταβολή στην τοιχοποιία αποκαλύπτει παλαιότερη οικοδομική φάση. Μια φθορά αφηγείται χρήση, διάρκεια, εγκατάλειψη, επισκευή, επαναχρησιμοποίηση. Η αξία του ευρήματος γεννιέται μέσα στη θέση του και στις σχέσεις που σχηματίζει με όσα το περιβάλλουν. Η σελίδα έχει τη δική της στρωματογραφία. Μια επανάληψη που επιστρέφει έπειτα από πολλές σελίδες, μια ανεπαίσθητη αλλαγή τόνου, ένας ήχος, η θέση ενός σώματος στο δωμάτιο, ένα αντικείμενο που περνά από χέρι σε χέρι: μικρά πράγματα, σχεδόν τίποτε. Όταν η πρώτη τους εμφάνιση επιζήσει στη μνήμη, η επιστροφή τους φανερώνει μια νέα φάση της ίδιας μορφικής ιστορίας. Τότε η λεπτομέρεια γίνεται εύρημα.

Η αρχαιολογική εμπειρία προσφέρει, πάνω απ’ όλα, μια γραμματική σχέσεων. Το μεμονωμένο στοιχείο βαθαίνει μέσα στη γειτνίασή του με άλλα στοιχεία, στη διαδοχή των φάσεων, στη θέση του απέναντι σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα εγκαταστάθηκαν αργότερα επάνω του. Το ίδιο συμβαίνει με μια φράση, μια χειρονομία, ένα αντικείμενο μέσα στη λογοτεχνική σύνθεση. Μια ύστερη στιγμή αναδιατάσσει όσα πιστεύαμε ότι είχαμε ήδη κατανοήσει. Το τέλος ανασκάπτει την αρχή. Η ανάγνωση γίνεται εργασία μνήμης και, συγχρόνως, αυτοελέγχου, επειδή κρατά ζωντανό το μικρό στοιχείο ώσπου το έργο να φανερώσει την έκτασή του και ζητεί από κάθε ερμηνευτική πρόταση να επιστρέψει στο ίχνος που την προκάλεσε.

Η επιστροφή αυτή έχει για μένα αποφασιστική σημασία. Η ερμηνεία θέλει να φύγει. Ας φύγει. Μια λέξη οδηγεί σε εικόνα, η εικόνα σε μοτίβο, το μοτίβο σε ψυχική κατάσταση, και από εκεί η σκέψη ταξιδεύει προς την επιθυμία, τον φόβο, την ιστορία, τον χρόνο, τη μνήμη, τη θνητότητα. Αυτή είναι η ελευθερία της και μαζί η μέθη της. Η διαδρομή αποκτά αξία όσο κρατά ορατή την αφετηρία της. Η αρχαιολογία μού έμαθε από νωρίς ότι ακόμη και η πειστικότερη αποκατάσταση λογοδοτεί στα πραγματικά σωζόμενα στοιχεία, σε όσα αντιστέκονται στη φαντασία μας και ακριβώς γι’ αυτό την κάνουν δημιουργική. Η λογοτεχνική ερμηνεία μπορεί να τολμά, να αιφνιδιάζει, να λοξοδρομεί για λίγο, αρκεί να κρατά τη λεπτή κλωστή που την ενώνει με τη γλώσσα του έργου. Μακριά, λοιπόν. Με την κλωστή στο χέρι.

Το κενό και η πειθαρχία της υπόθεσης

Η αρχαιολογία μού έδωσε ακόμη μια συνήθεια πολύτιμη για τη λογοτεχνική ανάγνωση: την εξοικείωση με το κενό. Ένα χαμένο τμήμα, μια κατεστραμμένη φάση, μια περιοχή όπου τα δεδομένα παύουν να επαρκούν ανήκουν και αυτά στη γνώση. Πέρασα χρόνια μαθαίνοντας να αντέχω αυτή την έλλειψη. Η επιθυμία της συμπλήρωσης παραμένει φυσική, κάποτε ακαταμάχητη, ιδιαίτερα όταν τα σωζόμενα ίχνη προσκαλούν μια εύλογη αποκατάσταση. Η ακρίβεια, ωστόσο, θεμελιώνεται στη διάκριση ανάμεσα σε ό,τι βρέθηκε και σε ό,τι εικάζεται. Όταν η ωραία εικόνα σκεπάζει τα όρια του υλικού που τη στηρίζει, η ερμηνεία χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Και αιωρείται.

Η συνήθεια αυτή περνά στη λογοτεχνία με εντυπωσιακή φυσικότητα. Ένα μυθιστόρημα, όπως η αληθινή ζωή, περιέχει σιωπές και ασυνέχειες, αμφίβολα κίνητρα, κενά χρόνου, αφηγηματικές αποσιωπήσεις, χαρακτήρες των οποίων η συνείδηση ανοίγει προς εμάς μερικώς και κάποτε για μία μόνο στιγμή. Η πειθαρχία του ευρήματος διατηρεί καθαρό το σύνορο ανάμεσα σε όσα η μορφή επιτρέπει να δούμε και σε όσα η επιθυμία μας σπεύδει να συμπληρώσει. Εδώ χρειάζεται λεπτότητα, μαζί και συναισθηματική εγκράτεια. Η βιασύνη να εξηγήσουμε έναν άνθρωπο συχνά αφαιρεί την πιο ανθρώπινη αλήθεια του, την περιοχή όπου ο ίδιος παραμένει αβέβαιος, ασυνεχής, μισοκρυμμένος ακόμη και από τον εαυτό του. Μερικές από τις βαθύτερες λογοτεχνικές εμπειρίες αρχίζουν ακριβώς εκεί. Η έλλειψη πληροφορίας αποκτά λειτουργία. Το κενό αποκτά φωνή.

Η ηλικία της επανάγνωσης

Η ηλικία προσθέτει σε αυτή την εμπειρία μια βαθύτερη αίσθηση του αποσπασματικού. Ύστερα από πολλές δεκαετίες αρχαιολογικής εργασίας, η γνώση που φτάνει μέσα από υπολείμματα, συσχετισμούς, επιστροφές και διορθώσεις έχει χάσει για μένα κάθε όψη πενίας. Η ατέλεια είναι η φυσική της κατάσταση. Σπάνια σώζεται ολόκληρο το αγγείο, ολόκληρο το οικοδόμημα, η πλήρης ιστορία μιας χρήσης. Η ανασύνθεση προχωρεί μέσα από όσα επέζησαν και κρατά δίπλα της, σαν σιωπηλή σκιά, την επίγνωση της απώλειας. Η λογοτεχνία μού έδειξε πως και η ανθρώπινη εμπειρία φτάνει σε εμάς με παρόμοια ασυνέχεια. Η μνήμη επιλέγει, η επιθυμία μετακινεί τις εμφάσεις, η αφήγηση οργανώνει εκ των υστέρων, μια ύστερη στιγμή αλλάζει το φως επάνω σε παλαιό περιστατικό. Η ζωή σώζεται σε θραύσματα. Και τα θραύσματα, όταν τα πλησιάσουμε με φροντίδα, διατηρούν ακόμη τη θερμοκρασία της.

Γι’ αυτό η επανάγνωση αποκτά, όσο περνούν τα χρόνια, ξεχωριστή γοητεία. Επιστρέφω στο ίδιο βιβλίο όπως επιστρέφει κανείς σε γνώριμο χώρο, και μια μικρή μεταβολή του φωτός κάνει ορατό κάτι που βρισκόταν εξαρχής εκεί, αθέατο ως τώρα. Ανάμεσα στις δύο συναντήσεις μεσολάβησε η ζωή. Αυτό τα αλλάζει όλα. Ο αναγνώστης φέρνει στις ίδιες λέξεις εμπειρίες που κάποτε του έλειπαν, απώλειες ανθρώπων, αναθεωρημένες βεβαιότητες, μια καινούργια προσοχή σε πράγματα που η προηγούμενη ηλικία του προσπερνούσε. Το βιβλίο ίδιο. Εγώ αλλιώς. Οι λέξεις, αμετακίνητες στη σειρά τους, αποκτούν νέο στρώμα μέσα στη σχέση μας. Η επανάγνωση γίνεται συνάντηση δύο ηλικιών του ίδιου ανθρώπου, ίσως και δύο ανθρώπων που μοιράζονται το ίδιο όνομα. Ποιος διαβάζει ποιον;

Κάπου εδώ ο ώριμος αρχαιολόγος συνάντησε μέσα μου τον διά βίου αναγνώστη με καινούργιους όρους. Οι δύο ιδιότητες μοιράζονταν από παλιά την ίδια ζωή. Ο Περεγρίνος τις έφερε σε συνειδητή συνεργασία. Η μία πρόσφερε την επιφύλαξη απέναντι στην εύκολη γενίκευση, την αγάπη για το συγκεκριμένο, την υπομονή πριν από την αποκατάσταση. Η άλλη έφερνε τις μακρές αναγνωστικές μαθητείες της, την προσήλωση στη μορφή, στην πλοκή και στην ακριβή όραση, μαζί με την ελευθερία να αναγνωρίζει ως εύρημα μια χειρονομία ή έναν ρυθμό, ένα βλέμμα ή μια σιωπή, την ανεπαίσθητη κάμψη μιας φράσης. Αναγνώριζα τότε την παλιά χαρά της ανασκαφής, εκείνη τη μικρή εσωτερική έξαψη όταν ένα φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο αναγκάζει το σύνολο να φανερωθεί αλλιώς. Η λογοτεχνία έδινε τώρα σε αυτή τη χαρά φωνή.

Η επιστροφή στο ίχνος

Η βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στην αρχαιολογία και στην ανάγνωση βρίσκεται, νομίζω, σε μια κοινή πεποίθηση: το ουσιώδες σπάνια παραδίδεται αμέσως στο βλέμμα. Θέλει χρόνο. Ακρίβεια. Πειθαρχία της προσοχής και υπομονή απέναντι στη λεπτομέρεια. Πάνω απ’ όλα απαιτεί πίστη σε μια αρχή που η αρχαιολογία μού δίδαξε πολύ νωρίς και η λογοτεχνική μαθητεία με βοήθησε να διατυπώσω: η ερμηνεία ξεκινά από το εύρημα, επιστρέφει σε αυτό, ελέγχει εκεί τα βήματά της και προχωρεί όσο της επιτρέπουν τα ίχνη. Η αρχή αυτή συγκρατεί την ευκολία της γενίκευσης και συγχρόνως ελευθερώνει την ανάγνωση, επειδή μια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά, προς την ανθρώπινη εμπειρία, τον χρόνο, την ιστορία, τη μνήμη, κρατώντας σε όλη τη διαδρομή την υλική της αλήθεια.

Τα δοκίμια που ακολουθούν παρακολουθούν την αφομοίωση αυτής της μεθόδου. Ο Brombert, ο Brooks και ο Nabokov εμφανίζονται ως τρεις υποδειγματικοί αναγνώστες και, μαζί, ως σταθμοί της δικής μου μαθητείας. Οι φωνές τους προσφέρουν διαφορετικά εργαλεία, βαθμιαία υποχωρούν μέσα στη χρήση και αφήνουν πίσω τους έναν τρόπο εργασίας: βρίσκω, εμβαθύνω, παρακολουθώ, επιστρέφω. Η θεωρία κερδίζει την αξία της μέσα στην εφαρμογή και η κριτική σκέψη λογοδοτεί κάθε φορά στο έργο που την προκάλεσε. Στο τέλος αυτής της πορείας ο Περεγρίνος θα γίνει το πεδίο της δοκιμής. Εκεί οι τρεις μαθητείες και η αρχαιολογική πειθαρχία θα χρειαστεί να λειτουργήσουν ως μία ενιαία, προσωπική πράξη ανάγνωσης.

Η πρώτη επιστροφή στον Brombert

Ο Victor Brombert κατέλαβε στη μαθητεία μου ιδιαίτερη θέση. Τον αναγνώρισα γρήγορα, θα έλεγα, μέσα από μια χειρονομία του βλέμματος που μου ήταν ήδη οικεία από αλλού. Πρόσεχε τη μικρή μορφική λεπτομέρεια, εμπιστευόταν τις επαναλήψεις και τις σχέσεις, άφηνε μια λέξη ή μια εικόνα να ανοίξει αργά προς την επιθυμία, την ελευθερία, τη μνήμη, τη θνητότητα. Η σκέψη του προχωρούσε μακριά και κρατούσε επαφή με το σημείο της εκκίνησης. Ακόμη βαθύτερα με γοήτευσε η επιμονή του στην επανάγνωση, στη διόρθωση της προηγούμενης θέασης, στην ιδέα ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να συναντήσει ένα διαφορετικό βιβλίο μέσα στις ίδιες ακριβώς σελίδες επειδή, στο μεταξύ, έχει γίνει διαφορετικός αναγνώστης. Το γνώριζα ήδη ως εμπειρία. Ο Brombert μού έδωσε τρόπο να το σκεφτώ.

Η συνάντηση αυτή χάρισε στη διαδρομή από το χώμα στη σελίδα μια απροσδόκητη συνέχεια. Η αρχαιολογική εμπειρία είχε μάθει στο βλέμμα να αναγνωρίζει το εύρημα μέσα στη θέση και στις σχέσεις του. Η λογοτεχνική ανάγνωση αποκάλυπτε τώρα τη μνήμη, την ανθρώπινη ταυτότητα, την ίδια τη ζωή ως πεδία όπου τα κατάλοιπα επιβιώνουν άνισα, αλλάζουν σημασία, καλύπτονται, επανεμφανίζονται. Κάποτε ένα παλαιό στρώμα ανεβαίνει ξαφνικά στην επιφάνεια και ζητεί να ξαναδιαβαστεί. Στον Brombert αυτή η εκλεκτική συγγένεια θα αποκτούσε σχεδόν κυριολεκτική μορφή, όταν η επιστροφή σε τόπους της παιδικής ηλικίας και της νεότητάς του θα τον οδηγούσε να μιλήσει για τα διαδοχικά στρώματα της ζωής του και να αναρωτηθεί ποιο κρατά την αλήθεια. Η μεταφορά επέστρεφε από την άλλη πλευρά. Η αρχαιολογία είχε εισέλθει στην αυτοβιογραφία του ανθρώπου που μελετούσα με ενθουσιασμό και γινόταν κοινή μας γλώσσα.

Η λογοτεχνία βρισκόταν ήδη στη ζωή μου. Εκείνο που μετακινήθηκε ήταν η ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτήν με ακρίβεια και να αναλάβω την ευθύνη της ανάγνωσής μου. Οι παλιές συνήθειες του βλέμματος αποδείχθηκαν ανθεκτικές. Βρήκαν άλλη ύλη, απέκτησαν καινούργιο λεξιλόγιο και επέστρεψαν μεταμορφωμένες από βιβλία που με βοήθησαν να καταλάβω τι ακριβώς ασκούσα τόσα χρόνια δίχως να το ονομάζω. Η πειθαρχία κράτησε τους σταθερούς της όρους: το μικρό εύρημα, τη θέση του, τις σχέσεις του, την υπομονή πριν από την ερμηνεία. Στην επόμενη διαδρομή ο Brombert θα δώσει σε αυτή τη συνάντηση μια εικόνα εξαιρετικά οικεία: την αρχαιολογία μιας ζωής.

*

*