Το ευσύνοπτο ποίημα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.ix.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΟ ΕΥΣΥΝΟΠΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μέσα στο ευσύνοπτο ποίημα, αυτό δηλαδή που είναι τετραγωνισμένο και λειασμένο στις γωνίες του, προλαβαίνει σχεδόν πάντα να ανασάνει πλήρως ο ίδιος ο ποιητής και ο προσεκτικός αναγνώστης του. Το ποίημα καταλαμβάνει τον αναγκαίο ζωτικό του χώρο με άμεσο διασκελισμό και ο εικονισμός του το κάνει πλήρες ακόμα και με τις ελάχιστες λέξεις. Άλλωστε η εικόνα που εμφιλοχωρεί είναι εκείνη που διαστέλλει πάντα τους χώρους του ποιήματος και οι λέξεις που συλειτουργούν, αλληλεγγύως και εν στενώ, υποχρεούνται να μη φλυαρήσουν και να παραγάγουν άμεσα τα κατά νου εχέγγυα του νοήματος. Πόσο όμορφο τότε γίνεται το μικρό ποίημα, καθώς ξέρει να απλώνεται με την ανάγνωση και να προσεγγίζει χώρους απόμακρους. Αυτοί οι χώροι εκτείνονται πάντα στο εμβολιασμένο με την πίκρα της μνήμης παρόν και στα λογής ξέφτια του φαντασιακού, που αναμορφώνουν προς το επιθυμητό όσο γίνεται καλύτερα την πραγματικότητα.

*

*

*

ΤΡΙΔΕΝΤΡΟ

Κοιτάζω την εικόνα μπροστά μου και αναλογίζομαι: Τρίδεντρο; Τρίκορφο; Τρίαινα; Όχι, δεν πρόκειται για τρεις διαδοχικές κορυφές, ούτε για την ανάποδα βυθισμένη στο χώμα τρίαινα του Ποσειδώνα, που θέλει να τρυπήσει τον ουρανό και να σκιάσει τα περιβόλια, φοβίζοντας τους εύπιστους των παράξενων θεάσεων. Πρόκειται για τα τρία διακριτά κυπαρίσσια που μας βυθίζουν στο πένθος με τις αμφισημίες τους και τη βαρύτητα της σκοτεινιάς τους. Αναρωτιέμαι αν η ομορφιά δεν απαλείφει αυτές τις μαύρες εικασίες που μας θολώνουν. Εν τέλει, όχι, δεν απαλείφει, επειδή αυτός είναι ο κόσμος μας, δηλαδή μια σύνθεση όλων κι εμείς δεν έχουμε παρά να διαλέξουμε τα μονοπάτια μας. Διαλέγω λοιπόν: Τρίδεντρο. Ένα τρισυπόστατο και ομοούσιο δέντρο που θέλει να απογειώσει όλο το περιβόλι και να το οδηγήσει στις ανηφοριές τ’ ουρανού. Κρεμιέμαι κι εγώ με το βλέμμα μου κι ακολουθώ. Ανυψώνομαι. Αισθάνομαι μέσα μου πως γίνομαι μια αναφορά στο χάος.

*

*

*

ΜΟΛΙΣ ΘΑ ΜΠΕΙΣ

Μόλις θα μπεις στα ποιήματά μου, θα δεις πού βρίσκομαι. Αφρώδη νερά θα πέφτουν από χιονισμένες κορυφές, αλλά και άλλα στάσιμα νερά της πεδιάδας θ’ αναμέλπουν διακαώς τα εφηβικά μου άσματα. Κατάμαυρα κοράκια θα πετούν και θα κάθονται σαν σβησμένα κάρβουνα πάνω στις λεύκες της πεδιάδας. Φωτιές θα καίνε τους ανόργωτους αγρούς. Ροδώνες θ’ αναπτύσσονται πολύχρωμοι και καλύβες θα καπνίζουν άδειες και σκοτεινές. Πρόσεξε ‒ μόλις θα μπεις στα ποιήματά μου, θα πέσεις πάνω σε κακοτοπιές, όπου γονάτισαν άνθρωποι που δεν μιλούν πια. Θ’ ακούσεις φωνές που ζητούν επιμόνως αυτά που η ζωή τούς αρνήθηκε. Θ’ ακούς παράξενες φωνές πουλιών και θροΐσματα δέντρων. Τραγούδια ρυακιών και θρήνους ερωδιών. Θα δεις ουρανούς ματωμένους από κέρατα βοδιών που μουκανίζουν σπαραχτικά και ανάμεσά τους θα ξεχωρίσεις και τη δική μου φωνή να περιπλανιέται επώδυνη κι όμως χωρίς απόγνωση. Ευθυγραμμισμένη πάντα με τη θλίψη του χρόνου.

*

*

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΓΡΟ ΟΥΡΑΝΟ

Κάθε ποίημα διαθέτει κι έναν νοητό ουρανό που το επιστεγάζει. Είναι η ιδέα και το συναίσθημα, αυτά τα δύο αίτια που εκκινούν το ποίημα και αναπτύσσονται εν ταυτώ. Ο βαρύς και πάντα υγραμένος ουρανός ‒ πανέτοιμος για έναρξη βροχής‒ ακολουθεί κάθε λέξη και σηματοδοτεί ταυτόχρονα και σε συνεργασία με τους δείκτες της θυμικής συγκίνησης, τα φάσματα του εντόπιου χώρου, τη φθορά και την απώλεια, την εισβολή του νέου και αγνώστου στοιχείου που έρχεται συμμέτοχο ή αντιμέτωπο, την οιονεί αποξένωση και απομάγευση του κόσμου της μνήμης.
Ο υγρός ουρανός επελαύνει σαν χρόνος πάνω στο ποίημα με όλο το συσσωρευμένο βάρος του. Μέχρι να γίνει αυτό υπέρμετρο ο ποιητής στα σκαλιά του ποιήματος αναμοχλεύει όλες τις σκοτεινές εσοχές. Αναζητά τις φωτεινές ρωγμές, ήτοι τα περάσματα που χαράχτηκαν κάποτε για να περνά και να ξαναπερνά από μέσα τους. Δηλαδή να συμπληρώνει και να τελειώνει το ποίημα μέσα σε μια βαθύπορη υγρασία.

*

*

*

«ΑΣΤΕΡ» ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΓΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Αυτά τα φανταχτερά λουλούδια με το εξωτικό τους όνομα «άστερ» τα έβλεπα κάθε πρωί, όταν άνθιζαν, στην οδό Αγίων Ασωμάτων του Θησείου. Ήταν στην αυλή ενός παμπάλαιου νεοκλασικού σπιτιού, όπου κατέβαινε μια γηραιά κυρία και τα περιποιόταν μέσα στον μικρό της κήπο με τις ώρες. Κι εγώ, περνώντας καθημερινά για να πάω στο κοντινό γραφείο εργασίας μου, τα κοίταζα αχόρταγα και χωρίς να τολμήσω ποτέ να πω μια καλημέρα στην κηπουρό, αν και πολύ θα το ήθελα. Τα λουλούδια όμως έμεναν για ώρες ζωντανά μέσα στο εσωτερικό οπτικό πεδίο μου και έπαιζαν τον ρόλο του ποιητικού αναφλεκτήρα, δηλαδή το γεγονός της παρουσίας τους μετατρεπόταν σε στίχους πότε αδέξιους, πότε καλούς, που περίμεναν την ολοκλήρωσή τους σε μια ποιητική σύνθεση. Εν τέλει ευοδώθηκε να γίνουν ένα μικρό ποιημάτιο που μπήκε στη συλλογή μου «Τα φύλλα του νερού» (1986) και κάθε φορά που το ανασύρω με συγκινεί και με παραπέμπει στα βυθισμένα εκείνα χρόνια της νεότητας. Μπαίνω στον πειρασμό να το ξαναδιαβάσω:

ΟΔΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Στὸν λαιμὸ τῆς αὐγῆς βουλιάζει τὸ κόκκινο
Κι ὅπως ὁ ἄνεμος σφυρίζει
Μέσα στὰ φύλλα τοῦ εὐκάλυπτου
Χτυποῦν οἱ μυθικὲς ὧρες
Ἄγνωστες στὰ κοινὰ ρολόγια
Ἀπρόσιτες στὶς καμπάνες τῶν ἤχων
Σημαίνουν οἱ χαμένες ὧρες
Τὴν ἀπροσδόκητη ἔπαρσή τους
Καὶ λέξεις μικρὲς σὰν τὶς ἀναπνοὲς
Ἀναδύονται καὶ φωνάζουν: Τύρβη
Στίλβη
Ήβη
Μέσα στὰ κίτρινα κρόσσια
Τῆς ὁδοῦ Ἁγίων Ἀσωμάτων

*

*

*

ΠΕΔΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Μπροστά μου απλώνεται μια χρυσίζουσα φθινοπωρινή ατμόσφαιρα. Ανέφελος ουρανός ντυμένος μόνο μ’ ένα αχνό ξεχασμένο φεγγάρι στην αγκαλιά του, που μόλις νικά το απογευματινό φως. Μπλε βουνό στον απόμακρο ορίζοντα κι εδώ μπροστά στα μάτια μας ένα ξύλινο μικρό γεφύρι που γεφυρώνει το στεγνό ποταμάκι. Η μόνη που μιλάει όλες τις ώρες είναι η ορθωμένη λεύκα με τη νεανική κορμοστασιά της, λες και διαμαρτύρεται για τη μακροήμερη ανομβρία. «Τι να κάνουμε, δεν έχει δύναμη ο ουρανός να βρέξει» φαίνεται να ψιθυρίζει, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι το μόνο σημείο ελπίδας που διαγράφεται μέσα σ’ αυτό το απόμερο πεδινό τοπίο. Περνώντας, κρεμιέμαι επάνω της. Γιατί όχι;

*

Περιπλανήσεις με λόγο και εικόνα
Επιμέλεια στήλης ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

*