Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (3/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Από τα γνωμικά και επιγράμματα

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (3/4)

 

Τοῦ βίου σου τὸ πέλαγος γυμνὸς νὰ διασχίζῃς,
μήτε τὸ πλοῖον σου βαρειὰ νὰ εἶνε φορτωμένον,
διότι εἶνε κίνδυνος νὰ καταβυθισθῇ.

Ὅστις εἰς τὰ ἀνθρώπινα ἐμπιστοσύνην ἔχει,
ποὺ ἔρχονται κι’ ἀπέρχονται, πέποιθεν εἰς ἓν ρεῦμα,
ὁποὺ ποτὲ δὲν σταματᾷ.

Ἴσον κακὸν μοῦ φαίνεται ζωὴ κακὴ καὶ λόγος
κακὸς ὁμοίως. Ὅστις δὲ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο
ἔχει τὸ ἕν, αὐτὸς σαφῶς θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἄλλο.

Δικαιοσύνην ἄκαμπτον ποτέ σου νὰ μὴν ἔχῃς·
ἀλλὰ καὶ μήτε φρόνησιν παμπόνηρον ποτέ σου.
Τὸ μέτρον εἶνε ἄριστον πάντοτε καὶ παντοῦ.

Ἐξέταζε μὲ προσοχὴν μᾶλλον τὸν ἑαυτόν σου
παρὰ τοὺς ἄλλους, φίλε μου. Διότι ἐξ ἐκείνου
σὺ μόνος θὰ ὠφεληθῇς πολύ, ἐκ τούτου δὲ οἱ ἄλλοι.
Καὶ εἶνε προτιμότερον πάντα νὰ λογαριάζῃς
τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις σου παρὰ τὰ χρήματά σου.
Διότι ταῦτα φθείρονται, ἐκεῖνα δ᾽ ἀπομένουν·

Ὅστις τὸν ὕπνον ἀγαπᾷ, ὄνειρα ἐφευρίσκει.
Καὶ γὰρ ὁ ὕπνος φάσματα οὐ πράγματα δεικνύει.

Χρυσοῦ λαλοῦντος, ἄπρακτος ὑπάρχει κάθε λόγος.
Καὶ γὰρ ἠξεύρει ὁ χρυσὸς νὰ πείθῃ τοὺς ἀνθρώπους,
καὶ ἂς μὴ ὁμιλῇ ποτέ.

Τροχὸς ὑπάρχει ἀληθῶς, ἀστάτως πεπηγμένος,
αὐτὸς ὁ βίος ὁ μικρὸς καὶ πολυμήχανός τε.
Ἄνω κινεῖται, καὶ ἰδοὺ συμπερισπᾶται κάτω.
Οὐδέποτε δὲ ἵσταται, κι᾽ ἂς φαίνεται πὼς μένει
ἀκίνητος. Κρατεῖται δὲ φεύγων, καὶ ἐνῷ μένει
τρέχει μὲ δρόμον καὶ σκιρτᾷ πολλάκις, καὶ νὰ φύγῃ
δὲν ἠμπορεῖ. Καὶ ἕλκει δὲ συνάμα καὶ καθέλκει
ς᾽ τὴν στάσιν μὲ τὴν κίνησιν, ὡσὰν νὰ διαγράφῃ
ὅτι ὁ βίος τίποτε δὲν εἶνε ἄλλο ὄντως,
παρὰ καπνὸς καὶ ὄνειρον καὶ ἕνα ἄνθος χλόης.

Ἀρχῆς καλῆς τὸ τέλος εἶνε κάλλιστον·
πολὺ ὀρθοὶ οἱ ὅροι τοῦτοι φαίνονται.

Ὅμως ἀρχή, καλὸν τὸ τέλος ἔχουσα,
εἶνε τοῦ βίου κάθαρσις ἡ ἔνθεος.

Μὲ λόγους ἀναπτερωθείς, ὦ πρόσεχε,
χωρὶς πτερὰ νὰ μὴ πετάξῃς πώποτε.
Καὶ τὸ πτηνὸν χωρὶς πτερὰ δὲν ξαπετᾷ.

Μέγιστην δόξαν προξενεῖ ς’ τὸν ἄνθρωπον
ἡ γνῶσις. Ὅμως εἶνε μέγιστον κακόν
εἰς ὅσους τὴν μεταχειρίζονται κακῶς.

Ἄλλοι μὲν τὸν χρυσὸν τιμοῦν, τὸν ἄργυρον οἱ ἄλλοι,
καὶ ἄλλοι μίαν τράπεζαν καὶ μίαν εὐωχίαν,
ἅτινα ὅλα παίγνια τοῦ βίου μας ὑπάρχουν.
Ἄλλοι δὲ πάλιν ἐκτιμοῦν μεταξωτὰς ἐσθῆτας,
ἄλλοι χωράφια καρπερά, οἱ δὲ ἀγέλας ζώων.
Γιὰ μένα ὅμως, ἀδελφέ, πλοῦτος μεγάλος εἶνε
Χριστός μου ὁ γλυκύτατος, ὃν εὔχομαι νὰ ἴδω
μίαν ἡμέραν μὲ τὸν νοῦν γυμνὸν κεκαθαρμένος,
τἄλλα δ᾽ ὁποὺ ἀνάφερα καλὰ καὶ εὐτυχίας,
ὁ κόσμος ἂς τὰ ἔχῃ.

Κάλλιον εἶνε ἀδελφέ, ποτὲ νὰ μὴ διδάσκῃς,
ἢ νὰ διδάσκῃς ἀληθῶς μὲ τὸ παράδειγμά σου.
Μὴ θέλῃς μὲ τὴν χεῖρά σου τὴν μίαν νὰ ἑλκύῃς,
καὶ μὲ τὴν ἄλλην ν᾽ ἀπωθῇς. Θὰ χρειασθῇς τὸν λόγον
πολὺ σπανίως, ἂν ποιῇς τὰ ὅσα εἶνε πρέπον.
Διδάσκει περισσότερον καὶ ὁ γραφεὺς ἀκόμη
μὲ τὰ ἀντίγραφά του.

Ὕδωρ ποτὸν λαμπρότατα καλοκρατεῖ τὰς φρένας·
ἀλλὰ θολόνει γε τὸν νοῦν λαβοῦσα ἡ κραιπάλη.

Κρεῖττον νὰ εἶνε ἄπαις τις, παρὰ μωροὺς νὰ ἔχῃ·
καὶ γὰρ ἐκεῖνος ἕνας μέν ἐστι καὶ ἄπαις, οὗτοι δ᾽όλοι
εἶνε πολλοί τε καὶ κακοί.

Ὁ κυβερνήτης ὁ καλὸς τὰς τρικυμίας φεύγει·
ὁμοίως κι᾽ ὁ σοφὸς ὁ νοῦς ἐκ τῶν δεινῶν γλυτόνει.

Οἱ κτύποι καὶ ὁ τάραχος τῶν φύλλων ἐκφοβίζουν
τοὺς λαγωούς• ὁμοίως δὲ τοὺς ἄνδρας τοὺς ἀνάνδρους
καὶ τῶν πραγμάτων αἱ σκιαί.

Συχνὰ ὁ σίδηρος κτυπῶν τοὺς λίθους ἐξανάπτει·
Ἀλλὰ ἡ μάστιξ ἡ σκληρὰ παιδεύει τὴν καρδίαν.

Ἦχοι θαλάσσης ἀληθῶς τοῦ ἄφρονος οἱ λόγοι·
κτυπῶσι μόνον τὰς ἀκτάς, τὴν γῆν δὲν τὴν παχαίνουν.

Διανομεύς, ὦ πλούσιε, πραγμάτων ξένων εἶσαι,
Ὅλα νὰ δώσῃς ς’ τοὺς πτωχούς, καὶ τὸν Θεὸν νὰ ἔχῃς·
ἂν δὲ δὲν θέλῃς οὔτ’ αὐτὸ νὰ κάμῃς, τότε, φίλε,
μοίρασε μόνον ἐξ αὐτῶν τὰ περιττά, καὶ ὄντως
ἕνας καλὸς Χριστιανὸς ἐδῶ ς’ τὴν γῆν θὰ ἦσαι.

Ἔρως καὶ μέθη, φθόνος τε κι᾽ αὐτὸς ὁ βροτοκτόνος
διάβολος, ὅλα αὐτὰ ἰσοδυνάμως δρῶσιν.
Εἰς ὅποιον Χριστιανὸν φανοῦν, τὸν καταστρέφουν.

Τὸν ἄλλον μὲν νὰ ἐπαινῇς, ἀλλ᾽ ὅταν ἐπαινῆσαι,
νὰ μὴν ἐπαίρεσαι ποτέ. Διότι πρέπον εἶνε
νὰ ἔχῃς φόβον πάντοτε μήπως καὶ τῶν ἐπαίνων
εἶσαι πολὺ κατώτερος.

Ἡ μιὰ ἡμέρα σύντομα σὲ φέρει εἰς τὴν ἄλλην.
Καὶ ὅποιος εἶναι ἐλφαρὸς κυλίεται εὐκόλως.
Ἡ γνώμη ὅμως πάντοτε τοῦ σταθεροῦ ἀνθρώπου
ἡμέραν ἀτελείωτον μίαν καὶ μόνην ἔχει.

Πάντοτε νὰ ἐργάζεσαι τὴν σωτηρίαν πρέπει·
ὁ πλέον δὲ κατάλληλος καιρὸς πρὸς τοῦτο εἶνε
τὸ τέλος σου.
Ἦλθε τὸ γῆρας• καὶ βοᾷ ὁ κῆρυξ, ἄκουέ τον,
κραυγάζει τὸ ἐξόδιον. Πρὸς τοῦτο εὐτρεπίζου.
Ἐγγὺς εἶνε ἡ κρίσις.

Δεινὸν τῷ κοπιάζοντι νὰ δίδῃς νέον κόπον·
καὶ ὅμως πόνους ἔπαυσε πολλάκις ἕνας πόνος.

Ὅταν πλέῃς ς᾽ τὸ πέλαγος καὶ καλοταξειδεύῃς,
μὴ ξεθαρρεύσῃς καὶ εἰπῇς: ἐφθάσαμεν, πρὶν ἔτι
δέσῃς τὰ παλαμάρια σου καὶ ἀγκυροβολήσῃς·
καὶ γὰρ συνέβῃ εἰς πολλοὺς μέσα εἰς τὸν λιμένα
νὰ ναυγήσωσιν οἰκτρῶς.

Καλὴν χρῆσιν τοῦ θάρρους σου νὰ κάμνῃς, ἀδελφέ μου·
καὶ γὰρ ἄλλως θρασύτης γε αὐτὸ θὰ καταντήσῃ.

Ἐμπορικὴν πανήγυριν τὸν κόσμον νὰ νομίζῃς,
ὅπου ἐὰν πωλήσῃς τί, εἴτε καὶ ἀγοράσῃς,
πάντοτε ἕνα κέρδος σου κ᾽ ὠφέλειαν θὰ ἔχῃς·
καὶ γὰρ ἀντάλλαγμα καλὸν εἶνε τῶν μικρῶν τούτων
ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζομεν, ἐκεῖνα τὰ μεγάλα,
τἄφθαρτα καὶ αἰώνια.
Ἄν ὅμως ἡ πανήγυρις περάσῃ, ὦ! δὲν ἔχεις
ἄλλον καιρὸν εἰς χεῖράς σου νὰ κάμῃς πραγματείαν.

~•~

Γυμνὸς ὅλος βιότοιο τάμοις ἅλα, μηδὲ βαρεῖα
Ναῦς ἐπὶ πόντον ἴοι, αὐτίκα δυσομένη.

Ὅστις ἀπερχομένοισι καὶ ἐρχομένοισι πέποιθε,
Ῥεύματι πιστεύει οὔ ποτε ἱσταμένῳ.

Ἴσον ἐμοὶ κακόν ἐστι βίος καὶ μῦθος ἀλιτρός·
Ὁππότερόν κεν ἔχοις, καὶ θατέροιο τύχοις.

Μήτε δικαιοσύνην τίν’ ἀκαμπέα, μήτε φρόνησιν
Ἀγκυλόεσσαν ἔχειν. Μέτρον ἄριστον ἅπαν.

Ἐρεύνα σαυτὸν πλεῖον, ἢ τὰ τῶν πέλας·
Τὸ μὲν γὰρ αὐτὸς κερδανεῖς, τὸ δ’ οἱ πέλας.
Κρείσσων λογισμὸς πράξεων, ἢ χρημάτων·
Τὰ μὲν γάρ ἐστι φθορᾶς, τὰ δὲ ἵσταται.

Ἀνὴρ ὑπνώδης, εὑρέτης ὀνειράτων·
Μύστης γὰρ ὕπνος φασμάτων, οὐ πραγμάτων.

Χρυσοῦ λαλοῦντος, πᾶς ἀπρακτείτω λόγος,
Πείθειν γὰρ οἶδε, κἂν πέφυκεν μὴ λέγειν.

ΙΘ. Περὶ τῆς αὐτῆς [Περὶ ζωῆς ἀνθρωπίνης].
Τροχός τίς ἐστιν ἀστάτως πεπηγμένος,
Ὁ μικρὸς οὗτος καὶ πολύτροπος βίος.
Ἄνω κινεῖται, καὶ περισπᾶται κάτω·
Οὐχ ἵσταται γὰρ, κἂν δοκῇ πεπηγέναι.
Φεύγων κρατεῖται, καὶ μένων ἀποτρέχει.
Σκιρτᾷ δὲ πολλά, καὶ τὸ φεύγειν οὐκ ἔχει.
Ἕλκει, καθέλκει τῇ κινήσει τὴν στάσιν.
Ὡς οὐδὲν εἶναι τὸν βίον διαγράφων,
Ἢ καπνὸν, ἢ ὄνειρον, ἢ ἄνθος χλόης.

Ἀρχῆς καλῆς κάλλιστον εἶναι καὶ τέλος,
Ὀρθῶς δοκοῦσιν οἱ ὅροι τῶν πραγμάτων.

Ἀρχὴ καλὸν τίκτουσα τοῖς βροτοῖς πέρας,
Βίου κάθαρσις ἐνθέως ἀσκουμένη.

Λόγοις πτερωθείς, μὴ πτερῶν ἔξω πέτου
Πτερῶν γὰρ οὐδὲ πτηνὸν ἵπταται δίχα.

Γνῶσις βροτοῖς μέγιστον ἐν βίῳ κλέος·
Κακὸν δὲ αὕτῃ τοῖς κακῶς κεχρημένοις.

ΠΒ΄. Πρὸς αὐτόν.
Ἄλλοι χρυσὸν, οἵδ’ ἄργυρον, οἵδε τράπεζαν
Τιμῶσι λιπαρὴν, παίγνια τοῦδε βίου.
Ἄλλοι δ’ αὖ σηρῶν καλὰ νήματα, καὶ γύας ἄλλοι
Πυροφόρους, ἄλλοι τετραπόδων ἀγέλας.
Αὐτὰρ ἐμοὶ Χριστὸς πλοῦτος μέγας, ὅν ποτ’ ἴδοιμι
Νῷ γυμνῷ καθαρῶς· ἄλλα τε κόσμος ἔχοι.

Ἢ μὴ διδάσκειν, ἢ διδάσκειν τῷ τρόπῳ.
Μὴ τῇ μὲν ἕλκειν, τῇ δ’ ἀπωθεῖσθαι χεροῖν.
Ἧττον δεήσῃ τοῦ λέγειν, πράττων ἃ δεῖ
Γραφεὺς διδάσκει τὸ πλέον τοῖς ἐκτύποις.

Ὕδωρ, ποτὸν φέριστον, εὐκρατοῖ φρένας·
Θολοῖ δὲ τὸν νοῦν συλλαβοῦσα κραιπάλη.

Κρείσσων ἄπαις, ἢ μωρὰ κύειν ἔκγονα·
Ὁ μὲν γὰρ ἄπαις, οἱ δὲ πολλοὶ καὶ κακοί.

Κύβερνος ἴδμων φεύξεται τρικυμίας,
Καὶ δεινὰ πάντα νοῦς σοφὰς φέρων φρένας.

Φύλλων λαγωοὺς ἐκφοβοῦσιν οἱ ψόφοι,
Ἄνδρας δ’ ἀνάνδρους αἱ σκιαὶ τῶν πραγμάτων.

Πλήττων σίδηρος ἐκπυροῖ καὶ τοὺς λίθους·
Σκληρὰ δὲ μάστιξ παιδαγωγεῖ καρδίαν.

Ἦχοι θαλάσσης, ἀνδρὸς ἄφρονος λόγοι·
Βρίθοντες ἀκτὰς, οὐ πιαίνουσι χλόας

Προοῦ τὰ πάντα, καὶ Θεὸν κτῆσαι μόνον
Εἶ γὰρ μεριστὴς χρημάτων ἀλλοτρίων.
Εἰ δ’ οὐ θέλεις τὰ πάντα, δὸς τὰ πλείονα.
Εἰ δ’ οὐδὲ τοῦτο, τοῖς περιττοῖς εὐσέβει.

Ἔρως, μέθη, ζῆλός τε καὶ δαίμων, ἴσα·
Οἷς ἂν προσέλθῃ, τὸ φρονεῖν ἐπέκλυσε.

Αἴνει μὲν ἄλλον, μὴ φρόνει δ’ αἰνούμενος·
Καὶ γὰρ δέος σε τῶν ἐπαίνων ὑστερεῖν.

Ἦμαρ ἐπ’ ἦμαρ ἄγει σε· κυλίνδεται ὅστις ἐλαφρός·
Γνώμη δ’ εὐπαγέος ἦμαρ ἄλυτον ἔχει.

Ἀεὶ μὲν ἐργάζοιο τὴν σωτηρίαν·
Καιρὸς δὲ δὴ μάλιστα, ἡ βίου λύσις.
Τὸ γῆρας ἦλθεν· ἔξοδον κήρυξ βοᾷ.
Πᾶς εὐτρεπίζου· πλησίον γὰρ ἡ κρίσις.

Δεινὸν πόνοις κάμνοντι προσθεῖναι πόνους·
Ἀλλ’ οὖν πόνους ἔπαυσε πολλάκις πόνος.

Μηδὲν μέγ’ εἴπῃς εὐπλοῶν πρὸ πείσματος.
Πολλοῖς πρὸς ὅρμον εὐπλοοῦν ἔδυ σκάφος·
Πολλοὶ προσωρμίσθησαν ἐκ τρικυμίας.
Μί’ ἀσφάλεια μὴ ὀνειδίζειν τύχας.

Νωμᾶσθαι καὶ θάρσος, ἐπεὶ θράσος, οὐ κράτος ἔσται·

Πανήγυριν νόμιζε τόνδε τὸν βίον.
Ἢν πραγματεύσῃ, κέρδος. Ἀντάλλαγμα γὰρ
Μικρῶν τὰ μείζω, καὶ ῥέοντ’ ἀϊδίων.
Ἢν δ’ αὖ παρέλθῃ, καιρὸν ἄλλον οὐκ ἔχεις.

*

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*