Ηρώς και Λέανδρου βυζαντινοί απόηχοι

Εισαγωγή-Μετάφραση
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Παρουσιάζοντας τις νεοελληνικές του αποδόσεις, γράφαμε πως το επύλλιο του Μουσαίου διαπερνά τη βυζαντινή λογοτεχνική παράδοση. Τα δυο λιγότερο γνωστά κείμενα που ακολουθούν, σε δική μου μετάφραση, φανερώνουν όψεις ιδιαίτερες της απήχησης και της ανταπόκρισης που βρήκε η τραγική ιστορία του Μουσαίου στη βυζαντινή ποιητική ευαισθησία. Το πρώτο ποίημα (γραμματικοῦ τινος) είναι ένας βυζαντινός κέντρωνας, που βρίσκεται στην Παλατινή Ανθολογία (9, 381), γραμμένος κατά τον 10ο-11ο αιώνα κι είχε αποδοθεί στον Λέοντα τον Φιλόσοφο. Όπως γράφει ο Hunger, «ο Λέων κατόρθωσε μέσα σ’ αυτούς τους δώδεκα στίχους να αποδώσει φαινομενικά αβίαστα την ιστορία της Ηρώς και του Λεάνδρου και μάλιστα χωρίς γραμματικά λάθη».

Οι «Στίχοι τοῦ Λεάνδρου» που έπονται έχουν ένα ξεχωριστό, διττό, ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς προέρχονται από την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κάτω Ιταλίας τον 13ο αιώνα. Συγγραφέας ο Ιωάννης Γράσσος ο Υδρουντήνος (από το Ότραντο), «βασιλικός νοτάριος» κι εν συνεχεία «βασιλικός γραμματικός» του Φρειδερίκου Β΄, μαθητής του περίφημου Νεκτάριου, ηγουμένου της μονής των Κασούλων. Χωρίς να διαπιστώνεται κάποια ιδιαίτερη ποιητική αξία, όπως σημειώνει κι ο εκδότης τους Gigante, στους δωδεκασύλλαβους αυτούς στίχους παρατηρείται μια αξιοσημείωτη μετατόπιση. Απαντώντας στον ξένο που τους ρωτά, οι τραγικοί νέοι δεν μετανιώνουν για τον θάνατό τους, μα και ομολογούν πως ζουν παντοτινά τον έρωτά τους στον κάτω κόσμο, χωρίς της πικροθάλασσας και των γονιών τον φόβο, μιας κι εκεί στον άλλο κόσμο των σκιών, οι έρωτες κι πόθοι ανθούν πιότερο κι απ’ τον επάνω κόσμο! Δεν ξέρω κι ούτε μπορώ να μιλήσω για συσχετίσεις, απλά θα ήθελα να θυμίσω πως την ίδια εποχή, που ηγεμόνευε ο Φρειδερίκος Β΄, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έγραφαν στα ―βυζαντινά―ελληνικά την ποίησή τους, ενώ στο Παλέρμο κάποιοι άλλοι ντόπιοι ποιητές πειραματίζονταν να πρωτογράψουν στην ιταλική γλώσσα την ποίησή τους.

*

*

~•~

Σ᾽ ακρόγιαλο που πρόβαλλε στην άπλα του Ελλησπόντου,
κόρη σεμνή ανέβηκε σε πύργου το ανώγι
κι άρχισε να θρηνολογεί βαριά και να στενάζει,
κρατώντας χρυσολύχναρο που φως λαμπρό σκορπούσε,
να φέγγει του κολυμπητή του δύσμοιρου εκείνου
μπας και γοργά διαβεί το κύμα της θαλάσσης,
σιμά της τη θεσπέσια νυχτιά για να περάσει,
όταν οι υπόλοιποι θνητοί ύπνο γλυκό κοιμούνται.
Μα μέγα κύμα εβρόνταγε σπάζοντας στη στεριά.
Κι όσες νυχτιές κι όσες αυγές γεννήθηκαν στον κόσμο,
τόσες η κόρη και ο νιος αντάμωναν οι δυο τους·
στην κλίνη τους πλαγιάζανε, κρυφά απ’ τους γονιούς τους,
που ορίζαν Σηστό κι Άβυδο και την πανώρια Αρίσβη.

~•~

Ἀκτῇ ἐπὶ προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,
παρθένος αἰδοίη ὑπερώιον εἰσαναβᾶσα
πύργῳ ἐφεστήκει γοόωσά τε μυρομένη τε·
χρύσεον λύχνον ἔχουσα φάος περικαλλὲς ἐποίει,
κεῖνον ὀιομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
νηχόμενος, καὶ λαῖτμα τάχισθ’ ἁλὸς ἐκπεράασκε
νύκτα δι’ ἀμβροσίην, ὅτε θ’ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι·
ῥόχθει γὰρ μέγα κῦμα ποτὶ ξερὸν ἠπείροιο.
ὅσσαι γὰρ νύκτες τε καὶ ἡμέραι ἐκγεγάασι,
παρθένος ἠίθεός τ’ ὀαρίζετον ἀλλήλοισιν
εἰς εὐνὴν φοιτῶντε φίλους λήθοντε τοκῆας,
οἳ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην.

~•~

ΞΕΝΟΣ
Λέανδρε, νυχτιάτικα πώς τόλμησες
στον φοβερό τον πόντο να βουτήξεις;

ΛΕΑΝΔΡΟΣ
Ο έρωτας για την Ηρώ μες στην καρδιά
έδιωχνε τον φόβο· κι έπλεα τον πόντο.

ΞΕΝΟΣ
Λίγο για δεν σταμάταγες στο κύμα,
τον θάνατο τον άθλιο να ξεφύγεις;

ΛΕΑΝΔΡΟΣ
Μπρος στην ολόχαρη όψη της Ηρώς
τους κόπους και τους μόχθους λησμονούσα.

ΞΕΝΟΣ
Μα αν πέθανες, μαζί κι εκείνη πάει·
μόνος αν πέθαινες, μικρό το πένθος.

ΗΡΩ
Τέτοια μη λες· όποιος κι αν είσαι, πάψε·
κι αν πέθανα, στον Λέανδρο πλάι μένω.

ΞΕΝΟΣ
Στη θάλασσα ριγμένη από τον πύργο,
μιλάς καλή μου ακόμη κι ανασαίνεις;

ΗΡΩ
Ναι· πλάι στο νεκρό του σώμα πέφτοντας,
αντάμα κατεβήκαμε στον Άδη.

ΞΕΝΟΣ
Ζει άρα ο έρωτας κι ο πόθος εκεί κάτω;
δρόμο δεν σου ’φραξε κανείς για κείνον;

ΗΡΩ
Έρωτες είν’ κι εδώ και πόθοι πλήθος
μιας και πορθμός δε στέκει ανάμεσά μας.

ΞΕΝΟΣ
Τον έρωτα χαρείτε αχόρταγα λοιπόν
μιας κι αντικρίζετε τον ένα ο άλλος.

ΗΡΩ
Γλυκά χαιρόμαστε χωρίς τον φόβο
των γονιών και της πικρής της θάλασσας.

~•~

<Στίχοι τοῦ Λεάνδρου>

ΞΕΝΟΣ
Λέανδρε, πῶς τέτληκας εἰς πόντον δῦναι,
καὶ ταῦτα νυκτὶ καὶ γέμοντα τοῦ φόβου;

ΛΕΑΝΔΡΟΣ
Ἡροῦς ἔρωτας ἐμβαλών μου καρδίᾳ
ὤθησα τὰ φόβητρα καὶ πόντον πλέω<ν>.

ΞΕΝΟΣ
Τί μικρὸν οὐκ ἔπαυσας ἐκ τῶν κυμάτων,
ὥστ’ ἐκφυγεῖν θάνατον ἠθλιωμένον;

ΛΕΑΝΔΡΟΣ
Ἡροῦς πρόσοψις ἡ γέμουσα χαρίτων
λῆξαι πόνοιο καὶ καμάτων οὐκ ἔα.

ΞΕΝΟΣ
Καὶ μὴ θανὼν σύ, συντέθνηκεν ἡ κόρη·
μόνος γὰρ εἰ τέθνηκας, οὐκ ἂν ἦν πόνος.

ΗΡΩ
Μὴ ταῦτα λάλει· παῦσον, ὅστις ἐσσί τε·
κἂν γὰρ τέθνηκα, τῷ Λεάνδρῳ συμμένω.

ΞΕΝΟΣ
Κύμβαχον αὐτὴν ἐκβράσασα πυργόθεν
ἀκμὴν ἔτι πνεῖς καὶ λαλεῖς, ὦ φιλτάτη;

ΗΡΩ
Ναίχι· πεσοῦσα καὶ γὰρ ἀμφὶ τὸν νέκυν
συγκαταβῆμε<ν> ἅμα πρὸς τοὺς νερτέρους.

ΞΕΝΟΣ
Ἔρως πρόσεστιν ἄρα καὶ πόθος κάτω;
οὔτις δέ σου κέλευθος εἴργετο πόσιν;

ΗΡΩ
Ἔρωτές εἰσιν ὧδε καὶ πόθοι πλέον,
ὅσον γε πορθμὸς οὐ πάρεστιν, ὦ ξένε.

ΞΕΝΟΣ
Λοιπὸν τρυφᾶτε τῶν ἐρώτων εἰς κόρον,
ὡς ἀμέσως βλέποντες ἀλλήλους τάχα.

ΗΡΩ
Ἁβρῶς τρυφῶμεν οὐ γονῆς δεδοικότες,
οὐ τὴν θάλασσαν τὴν γέμουσαν πικρίας.

*

*