Day: 08.09.2026

Εις το όνομα του πατρός

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

~.~

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

Στον Παντελή Μπουκάλα,
για το «Είκοσί» του,
αιώνια νέο.
«Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
κι από τη νήτη σ’ έψαλλεν ώς την υπάτη».
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Από την ύψιστη κορφή του πόνου ετούτου,
όθε τού τάχθηκε να επισκοπεί τη μοίρα,
πανάξια έκρουσε την αγιασμένη λύρα
ο που έζησε και ζει τον θάνατο του γιου του.

Κατάματα αντικρίζοντας το τέλειο μαύρο
–που αγάπες, σώματα και λέξεις καταπίνει
και όλο αλέθει νόες και σπλάχνα μες στη δίνη
του μηδενός– και αντιπαλεύοντας τον ταύρο
του τίποτα –θεότυφλο, υιοβόρο τέρας,
που γκρέμιζε τα πάντα γύρω του κι εντός του
κι οι οπλές του σκάβαν βάραθρα εμπρός του–
γιος του χαμού ξαναγεννιόταν ο πατέρας.

Το φωτεινότερο άστρο έχει κιόλας σβήσει.
Χωρίς τα χρόνια του, τα χρόνια άδειοι αιώνες,
ψυχρά διαστήματα και μαύροι παγετώνες…
Μόνος θεός ο Θάνατος και νέκρα η φύση.
Μέσα και γύρω του κοιτά. Τι έχει απομείνει;
Η φαρμακεύτρα και φαρμακωμένη πλάση,
ο κόσμος που απ’ τον κόσμο όλον έχει αδειάσει
και πόνου άφραστου το άσβεστο καμίνι.

Κι ο Άλλος, ο Επουράνιος τάχαμου Πατέρας,
Αυτός που θέλησε τον θάνατο του γιου Του
και μες στο θέλημα του νου και του ματιού Του
το θόλωμα, δρεπανηφόρος πνέει αγέρας,
ξεσπώντας άθλια την πανάδικη οργή Του,
ο Αρχιφονιάς που όλα τα πάντα θανατώνει,
ο Αρχιεγώς που τον εαυτό Του αποθεώνει,
βάζει ξεδιάντροπα να λεν για τη στοργή Του…
Ο Λόγος… που φωνή, λαλιά, μιλιά δεν έχει,
Εκείνος που ό,τι κι αν συμβεί μόνο σωπαίνει,
ο πανταχού απών στη σύμπασα οικουμένη
τον εαυτό Του, αλήθεια, ακόμα πώς αντέχει;

Κι ο πήλινος τον Επουράνιο Πατέρα
–φορές πολλές έχοντας πρώτα συγχωρέσει
Αυτόν που απ’ τη θειότητά Του έχει εκπέσει–,
του Αυγούστου εκείνου τη Δεκάτη Έκτη μέρα,
τα μάτια κλείνοντας, ευθύς καταδικάζει.

Μα στη θηλιά του μηδενός που έτσι τον σφίγγει,
και τον λυγμό και τη βρισιά μες στο λαρύγγι
τα πνίγει ο λεξιμάγος αίφνης και τ’ αλλάζει…
Παίρνει τη φτώχεια, την ορφάνια και τη γύμνια
και με τη σπλαχνοβόρα μνήμη παραστάτη
και τ’ άγρυπνο κι ολόφωτο του πόνου μάτι
σε μέλος μεταλλάσσει πένθος και βλαστήμια.
Για το ελάχιστο «μαζί», το αιώνιο «χώρια»,
έτσι τον Άδικο ο δίκαιος τον ντροπιάζει
και στη μορφή του αδικοθάνατου αγκαλιάζει
τ’ αδικοσκοτωμένα όλου του κόσμου αγόρια.

Πιάνει γραφή για να ξεγράψει το γραμμένο
κι απ’ τους αιώνες τη θανάσιμη τη μέρα,
μ’ ακούει τον Ίσκιο να μιλά, να λέει «Πατέρα,
σ’ όλα τα σύμπαντα εσύ ζεις κι εγώ πεθαίνω…»

Φωνή ορειχάλκινη, μαζί λυγμός και βρόντος.
Τον ήδη ζωντανό νεκρό ξανασκοτώνει
με θάνατο αργό, χωρίς να τον τελειώνει,
η ανεκρίζωτη ενοχή του επιζώντος.
Για μια στιγμή – κάνει ν’ αφήσει το κοντύλι
και ν’ αφεθεί στο κοσμικό για πάντα ψύχος. (περισσότερα…)