Leconte de Lisle, «Η Φύση είναι κενή…»

*

Mεσημβρία

Ρίχνει από κυανό ουρανό σεντόνια αργυρά,
ξάπλα στον κάμπο, άρχοντας θερινός, η Μεσημβρία,
κοιμάται η Γη μέσα σε μία εσθήτα από πυρά,
καυτός αέρας, oύτε ανάσα ούτε ομιλία.

Στέρεψε η πηγή, των κοπαδιών που ήταν δροσιά,
απέραντη άπλα, ίσκιο οι αγροί δεν έχουν σώσει,
το δάσος πέρα με την παρυφή του μες στη σκιά,
ασάλευτο σε ηρεμία βαθιά έχει ξαπλώσει.

Μόνο, για ύπνο αδιάφορα τρέχουνε μακριά
στάχυα σαν θάλασσα χρυσή, με τον καρπό γεμάτο·
της ιερής της Γης τα ειρηνικά είναι παιδιά,
του Hλίου το κύπελλο άφοβα ρουφώντας μέχρι πάτο.

Κάποτε, λες της ζέουσας ψυχής τους ο καημός,
από τα βάθη των μεστών σταχιών ψίθυρος βγαίνει·
σαν ένας μεγαλειώδης και αργός κυματισμός
ξυπνά, και σε γεμάτο σκόνη ορίζοντα πεθαίνει.

Όχι μακριά, βόδια στη χλόη τον παίρνουνε λευκά
και τα παχιά προγούλια τους αργόσυρτα σαλιώνουν,
τρέχουν ξοπίσω, με μάτια έξοχα, υπνωτικά
από τα όνειρα τους τα βαθιά που δεν τελειώνουν.

Θνητέ, μεσημεριάτικα όλος θλίψη ή χαρά,
αν ίσως τους αγρούς διαβείς τους φωτοχτυπημένους,
φύγε! η Φύση είναι κενή, του Ήλιου είσαι βορά:
ζωή δεν έχει εδώ, ούτε φαιδρούς ούτε θλιμμένους.

Μα αν χορτασμένος είσαι πια από γέλια και λυγμούς,
και για τη λήθη του αγριεμένου κόσμου έχεις διψάσει,
αν θες, από συγνώμες άδειος και από ξορκισμούς,
μια μεγαλειώδη, κατηφή ηδονή να δοκιμάσεις,

ο Ήλιος σού απευθύνει λόγους μεγαλοπρεπείς,
με την άσπλαχνη φλόγα του ένα αενάως γίνε,
γύρνα με βήμα αργό σε πολιτείες χαμερπείς
και η καρδιά σου ένα με το θείο Μηδέν ας είναι.

///

Η έρημος

Σαν στη Συρία απ’ το Χορέμπ ο Βεδουίνος πηγαίνει
σε χουρμαδιάς κορμό το ψοφοάλογό του δένει,
στη σκονισμένη σκιά με τον καρπό τον ξεραμένο,
σε κάπα μια τραχιά τον βρίσκει ο ύπνος τυλιγμένο.
Σαν παύση άραγε από κοπιαστική ημέρα
βλέπει τα σύκα κόκκινα μιας όασης πιο πέρα,
στενό λιβάδι όπου η φυλή του έχει καταλύσει,
κρύα πηγή όπου τα χείλη του έχει δροσίσει,
βόδια μες στο παχνί τους και αρνάκια που βελάζουν,
δροσάτες στέρνες όπου οι γυναίκες κουβεντιάζουν
ή άμμο όπου σε κύκλο οι καμηλιέρηδες στρωμένοι
απ’ το φεγγάρι κάτω σε ιστορίες προσηλωμένοι;
Όχι, πέρα από τον ρου εφήμερων ωρών
σε τόπους ταξιδεύει η ψυχή του χιμαιρών.

Στον νου του του Αλμποράκ, του αλόγου του, είναι η περηφάνια
ριγώντας να τον μεταφέρει έως ψηλά στα ουράνια.
Σκιρτά κι οι θυγατέρες του Τζενέτ έχει νομίσει
με αρώματα ότι μια νύχτα τον έχουν πλευρίσει,
πιο μαύρο από χθόνια νύχτα είναι το μαλλί τους,
σηκώνει μία μυρωδιά που καίει το κορμί του·
το στέρνο του χτυπά, κάνει να πιάσει, και φωνάζει
προς το θεϊκό του όραμα, τα χέρια του τινάζει.
Τσακάλι όμως πέρα από τον λόφο θα ουρλιάξει.
Χτυπά τα πόδια τ’ άλογο, το όνειρο θα ταράξει.
Φλόγα και σιωπή παντού, είναι ο Τζενέτ απών,
και το αχανές των χαλκοχρώματων των ουρανών.

 

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

**

*