Λητώ Σεϊζάνη

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός

*

Κοιταζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε τον εαυτό της. Είχε γυρίσει μόλις απ’ το κομμωτήριο και από τα μαγαζιά όπου είχε αγοράσει ένα ωραίο κόκκινο καλοκαιρινό φουστάνι. Έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να την ανεβάσει στο ίνσταγκραμ να τη δουν οι φίλοι της. Δείτε το φόρεμά μου, πώς μου πάει, δείτε τα μαλλιά μου φρεσκοβαμμένα, καλοχτενισμένα, οι ανάλαφρες μπούκλες με κάνουν να φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα! Όσο για το σώμα μου, δεν χτυπιέμαι αδίκως τόσους μήνες στο γυμναστήριο, έχω γίνει σαν μοντέλο.

Θαύμαζε τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως θα έκανε θραύση στα σόσιαλ όπου είχε αρκετούς ακόλουθους. Είχε καιρό ν’ ανεβάσει δική της φωτογραφία και θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα την ποστάριζε και στο φέισμπουκ και στο τικ-τοκ, είχε λογαριασμούς παντού. «Θεά!» θα της έγραφαν, «κορμάρα», «καλλονή», «δείχνεις σαν κοριτσάκι». Οι γυναίκες θα ζήλευαν, οι άντρες θα ένοιωθαν μια ακατανίκητη επιθυμία να βγουν μαζί της, να φλερτάρουν, να προχωρήσουν και περισσότερο…Είχε μεθύσει από την ίδια της την ομορφιά. Και να σκεφτείς ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει φίλτρα ή άλλα κόλπα της τεχνολογίας. Ούτε στο δέρμα της είχε κάνει ποτέ μπότοξ ή πλαστικές. Αυτή ήταν η φυσική της όψη, παρά τα κάποια χρονάκια της έδειχνε δροσερή και εμφανίσιμη.

Ο ενθουσιασμός της ήταν ασυγκράτητος. Η φωτογραφία της θα γινόταν viral και η ίδια θα έμπαινε στα χωράφια των influencers. Ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθούσε; Προτάσεις από εταιρείες καλλυντικών για να προωθεί τα προϊόντα τους ή ίσως θα έφτανε να διαφημίζει ρούχα για κάποια μεγάλη ξένη αλυσίδα;

Ανέβασε την φωτογραφία με μια απλή λεζάντα. «Ο καλοκαιρινός μου εαυτός», έγραψε. Περίμενε να δει τα λάικ και τις καρδούλες να πέφτουν βροχή. Περίμενε, περίμενε, καμμία αντίδραση. Μήπως δεν είχε πατήσει επάνω στην επικύρωση; Μήπως έλειπαν όλοι σε διακοπές; Μήπως από την ζήλεια τους έκαναν ότι δεν είδαν την φωτογραφία της; Μα να μην αντιδράσει κανείς; Περίμενε δυο μέρες ακόμα και η φωτογραφία του καλοκαιρινού της εαυτού έμεινε εκεί ξεχασμένη σαν κάποιους πίνακες σε μεγάλα μουσεία, ζωγραφισμένους από ελάσσονες καλλιτέχνες που κανείς δεν τους δίνει σημασία καθώς όλοι τρέχουν στις κεντρικές αίθουσες για να δουν την Τζοκόντα του Ντα Βίντσι και την Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι.

Μετά από πέντε μέρες επιτέλους είδε έναν μπλε αντίχειρα και ένα σχόλιο στο φέισμπουκ. Ήταν από τη μητέρα της. «Ωραίο το φόρεμα αλλά σε παχαίνει. Οι μπούκλες νομίζω πως δεν είναι για γυναίκες της ηλικίας σου».

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

**

*

Λογοτεχνία και τεστοστερόνη

*

της ΛΗΤΩΣ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Προφανώς δεν υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία βιβλία, υπάρχουν μόνο καλά και κακά βιβλία. Υπάρχει υψηλής ποιότητος λογοτεχνία και υπάρχουν προχειρογραμμένα έργα που δεν αξίζουν ούτε ώρα από τον χρόνο μας.

Τότε γιατί όταν ανοίγω ένα βιβλίο που δεν λείπει από καμμιά λίστα των καλύτερων μυθιστορημάτων παγκοσμίως, η σκέψη να περάσω 350 σελίδες συντροφιά με καουμπόηδες, Ινδιάνους και γδαρμένα σκαλπ με απωθεί; Μήπως όντως υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία βιβλία; Μήπως οι πόλεμοι, οι μάχες, η βία, απευθύνονται σε ανδρικό κοινό; Μήπως ο έρωτας, τα προβλήματα του γάμου, η οικογένεια, η κοινωνία, είναι θέματα που απασχολούν περισσότερο τις γυναίκες;

Η λογική μου επαναστατεί, δεν θα ’πρεπε να είναι έτσι! Το ποιοτικό βιβλίο παραμένει ποιοτικό ανεξαρτήτως θέματος. Το συγγραφικό ύφος αναδεικνύεται λαμπρό είτε όταν μιλάει για βομβαρδισμούς και μάχες είτε όταν περιγράφει διεξοδικά τις λεπτότερες αποχρώσεις του έρωτα. Κι όμως το ένστικτό μας μιλάει. Πρόσφατα έκανα μια φιλότιμη προσπάθεια να διαβάσω διηγήματα του Χέμινγουεϋ με πρωταγωνιστές πυγμάχους, ταυρομάχους και άλλους -μάχους… Πόσο βαρέθηκα.

Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η συλλογή είχε τίτλο «Άνδρες χωρίς γυναίκες», πράγμα που μου θύμισε φυσικά τη γνωστή ρήση της Τζέην Ώστεν:

«Διάβασα Iστορία, λιγάκι από υποχρέωση, αλλά δεν έχει τίποτα να μου πει που δεν θα με στενοχωρήσει ή δεν θα με ενοχλήσει. Καυγάδες παπών και βασιλέων, πόλεμοι και λοιμοί καλύπτουν κάθε σελίδα. Όλοι οι άντρες άχρηστοι και σχεδόν καμία γυναίκα πουθενά – είναι πολύ κουραστικό. Συχνά σκέφτομαι γιατί είναι τόσο βαρετή όταν μεγάλο μέρος της πρέπει να είναι επινόηση.»

Στη σύγχρονη εποχή και σε προσωπικό επίπεδο, εγώ γελούσα πάντα με την αδελφή μου που διάβαζε από μικρή μετά μανίας Πόλεμο και Ειρήνη του Τολστόι αλλά παρέλειπε μονίμως τα κεφάλαια του Πολέμου και αφοσιωνόταν μόνο στην Ειρήνη!

Υ.Γ. Παρ’ όλα όσα είπα –για να επανέλθω στην αρχή– σκοπεύω να κάνω ακόμα μια προσπάθεια με τον Ματωμένο Μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθυ, προτού το προωθήσω οριστικά στα χέρια άρρενος συγγενούς ή φίλου!

///

*

**

Jacques Prévert, Αυτός ο έρωτας

*

Αυτός ο έρωτας
Ο τόσο βίαιος
Ο τόσο εύθραυστος
Ο τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κακός σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας, τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Τόσο γελοίος επίσης
Τρέμει απ’ τον φόβο του σαν το παιδί μες στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν άνθρωπος ήρεμος στο μέσον της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους γύρω να φοβούνται
Τους έκανε να συζητούν
Να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας
Που οι γύρω τον παραμονεύουν ανυπόμονοι
Που εμείς οι ίδιοι καιροφυλακτούμε γι’ αυτόν
Κυνηγημένος, τραυματισμένος, ποδοπατημένος
Σκοτωμένος, απαρνημένος, λησμονημένος
Γιατί εμείς τον καταδιώξαμε, εμείς τον τραυματίσαμε
Τον ποδοπατήσαμε, τον σκοτώσαμε, τον αρνηθήκαμε
Τον λησμονήσαμε
Αυτός ο έρωτας ακέραιος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Τόσο λαμπρός
Είναι δικός σου
Είναι δικός μου
Αυτός που (περισσότερα…)

Σκέψεις για το μέλλον του βιβλίου

*

Εδώ και μια δεκαετία επισκέπτομαι κάθε άνοιξη την Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας που είναι η μεγαλύτερη στη Γερμανία μετά από εκείνη της Φραγκφούρτης. Κάθε χρόνο παρατηρώ κάποιες αλλαγές στις αναγνωστικές συνήθειες των ανθρώπων και κάνω σκέψεις για το μέλλον του κόσμου.

Μέσω της οθόνης ο σημερινός άνθρωπος έχει εθιστεί στην κατανάλωση εικόνων τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να διαβάσει σκέτο κείμενο, κείμενο δηλαδή που δεν συνοδεύεται από μια φωτογραφία ή κάποιου είδους εικονογράφηση. Έχει αυξηθεί η κυκλοφορία κόμιξ και graphic novels όπου ένα βιβλίο, κλασσικό ή άλλο, δίνεται σε περίληψη και συνοδεύεται από σκίτσα για να γίνει πιο εύπεπτο. Για τους ίδιους λόγους, μάλλον, υπάρχει στροφή προς τα βιβλία φαντασίας, τα απλοϊκά, ελαφρώς παιδικά μυθιστορήματα με μάγους, ξωτικά, μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα που αρέσουν πλέον και στους ενήλικες. Η αρχή έγινε με τον Χάρρυ Πόττερ, ως γνωστόν, που δημιούργησε σχολή. Παραμένουν ακόμα κάπως πιο σοβαροί αναγνώστες και συγγραφείς οι Γάλλοι, οι οποίοι ίσως επειδή κρατάνε με νύχια και με δόντια τη γλώσσα τους χωρίς να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην… αμερικανίλα, κρατάνε κατά συνέπεια ακόμα και την δυνατότητα της πιο σύνθετης σκέψης και άρα μπορούν να διαβάζουν πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Από την άλλη έχουν παράδοση στα BD, τα κόμιξ, αλλά και αυτά βρίσκω ότι είναι πιο υψηλού επιπέδου απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Στην Γερμανία που είχε κάποτε πραγματικά σοβαρούς αναγνώστες, οι οποίοι προτιμούσαν τα «δύσκολα» σε λογοτεχνία και φιλοσοφία, τώρα υπερισχύουν τα λεγόμενα Krimis, τα αστυνομικά δηλαδή, στα οποία πρωτοστατεί ο περίφημος Fitzek. Μα πόσα αστυνομικά να διαβάσει κανείς; Το ίδιο και στην γερμανική τηλεόραση, οι αστυνομικές σειρές είναι ως η άμμος της θαλάσσης. Καταλαβαίνω τη γοητεία τους αλλά μέχρι ενός σημείου. Τι να αποκομίσεις πλέον απ’αυτά; Καλά για το καλοκαίρι ίσως ή για λίγη χαλάρωση από την ένταση της δουλειάς τα αστυνομικά, αλλά ώς εκεί. (περισσότερα…)

Από το βάθρο του ο Δάντης

*

Ψηλά απ’ το βάθρο του ο Δάντης ατενίζει
Την κίνηση στης Σάντα Κρότσε την πλατεία
Τον κόσμο που έρχεται να πιεί έναν πρωινό καφέ
Στο μπαρ που βρίσκεται στου δρόμου τη γωνία
Ξυπνάει σιγά-σιγά η Φλωρεντία
Στήνουν τους πάγκους για τη λαϊκή
Μαζεύονται τουρίστες με τα κινητά τους
Για να φωτογραφίσουνε την εκκλησία
Να τρέξουν γρήγορα μετά στην Πιάτσα ντέλλα Σινιορία
Πιο κάτω περιμένει το Ουφφίτσι
Και οπωσδήποτε το Πόντε Βέκκιο
Αλλά τον Δάντη δεν τον ενδιαφέρουν όλ’ αυτά
Εκείνος βρίσκεται πολύ ψηλά
Άραγε πού να τον κατέταξε ο Ύψιστος Κριτής
Στην Κόλαση, στο Καθαρτήριο, στον Παράδεισο;
Ποιους να συναγελάζεται τώρα ο ποιητής (περισσότερα…)

Όλος ο κόσμος μια σκηνή

*

— Νέλληηηη! Νέλληηηη!

Τους κοιτούσαμε, καθισμένοι εμείς στα τραπέζια μας, τρώγοντας το φαγητό μας, πίνοντας το αναψυκτικό μας, λες και ήταν ηθοποιοί εκείνοι που έπαιζαν σε ένα υπαίθριο θέατρο και εμείς θεατές που είχαμε έρθει να δούμε ένα θέαμα μετά μεσημεριανού φαγητού. Μόνο που δεν ήταν διασκεδαστικό. Δεν ήταν κατάλληλο για τόσο ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Δεν ήταν κωμωδία ούτε επιθεώρηση.

— Νέλληηηη! Νέλληηηη! φώναζαν με τρόπο σπαρακτικό και καταλάβαμε ότι είχαν χάσει το παιδί τους.

Ήμασταν σε μια μικρή πλατεία απ’ την οποία ξεκινούσαν πέντε δρόμοι: οι δυο οδηγούσαν στη λεωφόρο με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, οι άλλοι τρεις προς την παλιά πόλη που ήταν όλη πεζοδρομημένη αλλά γεμάτη με κόσμο, κυρίως με τουρίστες αλλά και ντόπιους που είχαν έρθει να ψωνίσουν στη λαϊκή.

Ήρθε ο πατέρας με αγωνία και ελπίδα να μας ρωτήσει έναν-έναν στα τραπέζια των διαφόρων εστιατορίων αν είχαμε δει ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών με ξανθά μαλλιά, ροζ μπλουζάκι και τζην βερμούδα και ένας-ένας οι θεατές του απαντήσαμε όχι αλλά αν τη βλέπαμε θα την κρατούσαμε κοντά μας τη Νέλλη μέχρι να έρθει ο ίδιος ή η γυναίκα του να την ζητήσουν.

Έφυγε ο άνθρωπος αναψοκοκκινισμένος, με τον φόβο και την ενοχή στο βλέμμα του. Με τον φόβο ότι μπορεί ποτέ να μην ξανάβλεπε το παιδί του που ίσως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή το είχε αρπάξει κάποιος με κακούς σκοπούς. Με την ενοχή ότι δεν είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός και την είχε χάσει τη μικρή από τα μάτια του. (περισσότερα…)

Ωδή στο Café Degenhardt

*

Ωδή στο Café Degenhardt

Κοινωνία της διασκέδασης, της καλοπέρασης
Σ’ αυτήν ανήκω εγώ
Κι ολόκληρη η γενιά μου
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι
Τις μέρες μας έχουμε ζήσει σε τέτοια καφέ
Με μοντέρνα διακόσμηση
Που κρατάνε στοιχεία από τα παλιά
Δεκαετίας ’70 σαν εκείνα
Που ήξερα στη Φωκίωνος Νέγρη
Στην πατρίδα μου Αθήνα
Τα ζαχαροπλαστεία της Πλατείας Βικτωρίας
Ή του Κολωνακίου
Το Café Degenhardt δεν είναι
από τ’ αγαπημένα μου εδώ
στην πόλη που με φιλοξένησε καιρό
Δεν είναι αξιοπρόσεκτο σαν το Maldaner
Το ιστορικό κι αριστοκρατικό
Δεν είναι πρώτο στην καρδιά μου σαν το Blum
Αλλά έχω αφήσει ωραίες στιγμές
Στο Café Degenhardt
Στα καθίσματά του, στα τραπέζια του
Στα πιάτα και τα φλυτζάνια του (περισσότερα…)

Στο διαδίκτυο τα verba γίνονται scripta

*

Με το διαδίκτυο έχουμε την εντύπωση ότι έχουν ειπωθεί τα πάντα, έχουν γραφτεί τα πάντα, έχουν συζητηθεί τα πάντα.

Τουλάχιστον έτσι νοιώθω εγώ, όταν περνάω τον χρόνο μου στα λεγόμενα «σόσιαλ» όπου όλοι φλυαρούν αδιάκοπα γραπτώς. Εκεί αποκαλύπτονται οι ανθρώπινοι χαρακτήρες σ’ όλο το μήκος και το πλάτος τους, σ’ όλο το βάθος και τη ρηχότητά τους. Με την καλοσύνη τους ή την αφέλειά τους, με την κακία, την χυδαιότητα, την σκληρότητά τους. (Ειδικά όσοι χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, δεν μπορούν τελικά να κρυφτούν. Θέλουν να το βροντοφωνάξουν αυτό που είναι στ’ αλήθεια, στον πυρήνα της ψυχής τους, αυτό που στην «πραγματική ζωή» έχουν καταπιέσει). Άλλοι αποδεικνύονται λογικοί, άλλοι θεότρελοι, παράφρονες. Πολλοί είναι γλυκανάλατοι, μοιράζουν σιροπιαστές ευχές και καλημέρες δεξιά κι αριστερά, επιδίδονται σε δήθεν λογοτεχνικά ή ηθογραφικά γραμμένα σχόλια, άλλοι εκτοξεύουν βρισιές και βωμολοχίες απερίγραπτες ενώ αρκετοί θεωρούν ότι έχουν αναλάβει κάποιο ρόλο καθοδηγητή ή ιεροκήρυκα της new age εποχής και μας βομβαρδίζουν με μηνύματα θετικής σκέψης και αισιοδοξίας. Για κάποιο λόγο πιστεύουν πως κατέχουν το κλειδί της δικής μας ευτυχίας.

Το διαδίκτυο είναι κυρίως ένα μέσον, στο οποίο εκθέτουμε την ματαιοδοξία μας. Πριν την εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης πού εκδηλώναμε αυτή την ματαιοδοξία; Πού επιδεικνύαμε την ομορφιά μας; Πού εκτονώναμε την επιθετικότητά μας; Πού διοχετεύαμε όλη μας την ανάγκη για επικοινωνία; Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που ξέρω, του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου, είναι σαν να φωνάζουμε προς τους άλλους: «προσέξτε με!» Υπάρχει μεγάλη έλλειψη προσοχής, έλλειψη αγάπης ίσως. Κανείς δεν θέλει να κρυφτεί ή να περάσει απαρατήρητος, όλοι ζητούν να τους δώσεις σημασία, το βλέπεις  στις εξυπνάδες που γράφουν, στον επιθετικό τους τρόπο, το βλέπεις ότι θέλουν να προκαλέσουν για να τους δώσεις λίγο απ’ τον χρόνο σου.

Καμμιά φορά, σπανίως, έχεις και ευχάριστες εκπλήξεις. Ένας που τον πίστευες ρηχό, αφήνει να φανεί μια βαθιά σκέψη του, ένας άλλος που τον νόμιζες αδιάφορο, αποδεικνύει με τα γραφόμενά του ότι είναι ευαίσθητος και διακριτικός. (περισσότερα…)

Ο Γαργαντούας και ο Πανταγκρυέλ ανεβάζουν φωτογραφίες στο Ίνσταγκραμ

*

Μια κοινωνία της παρακμής δεν λατρεύει απλώς το φαγητό, το θεοποιεί. Αλλά η δική μας κοινωνία δεν μοιάζει να το αγγίζει πάντως ούτε να το απολαμβάνει με τη γλώσσα και τον ουρανίσκο. Θέλει απλώς να το φωτογραφίζει και να το εκθέτει στα σόσιαλ σαν επίτευγμα, σαν απόκτημα με υπερηφάνεια λες και αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο ή ένα κόσμημα. Θέλει να μοιραστεί τη χαρά της ή θέλει απλώς να κάνει τους άλλους να ζηλέψουν; Υπάρχει ειδική ρύθμιση στα κινητά για να φωτογραφίζει κανείς τα πιάτα και να τα ανεβάζει στο ίνσταγκραμ. Υπάρχει το food styling. Είναι instagrammable λέμε, ένα πιάτο με φωτογένεια, οποία τιμή γι’ αυτόν που το παρήγγειλε ή το ετοίμασε!

Άπειρα βιβλία μαγειρικής εκδίδονται καθημερινά, δεν είναι πια μόνον ο Τζέημυ Όλιβερ. Τώρα κάθε σοβαρό σπίτι επιβάλλεται να έχει στα ράφια της βιβλιοθήκης του έναν Οττολέγκι. Αλλά και λογοτεχνικά βιβλία καλής ποιότητος γράφονται για το θέμα της τροφής, της απόλαυσης του να μαγειρεύει κανείς, να δημιουργεί αυτοσχεδιάζοντας ή βάσει συνταγών και να ταϊζει τους γύρω του. Πότε αλήθεια έγινε αυτή η ζωτική μας ανάγκη τόσο σημαντική για τους νέους, πιο σπουδαία και από την ίδια την αγάπη και το σεξ; Ανέκαθεν περνούσαν τα παιδιά μια φάση γύρω στην εφηβεία όταν ανακάλυπταν την χαρά ενός ωραίου φαγητού και πειραματίζονταν για πρώτη φορά με την μαγειρική. Όμως σύντομα ξεχνούσαν αυτή τη φάση και προχωρούσαν σε άλλα πράγματα. Αστεϊζόμενοι λέμε ότι το φαγητό είναι «το σεξ του ηλικιωμένου» αλλά εδώ βλέπουμε κυρίως τους νέους να παθιάζονται με την αισθητική της γαστριμαργίας. Ηδονοβλεψίες της μάσας, μασουλάνε με απίστευτη λαχτάρα στα βίντεο που ανεβάζουν για τους followers. Υπάρχει αναμφισβήτητα ηδονή σ’ ένα ωραίο φαγητό, αλίμονο, και ο Ροσσίνι το ήξερε αυτό, ήταν εύσωμος, έγραφε συνταγές, δημιουργούσε νόστιμα πιάτα.

Άλλοτε ο τουρίστας αλλά και ο ταξιδιώτης –πρέπει να τους ξεχωρίζουμε για να μην παρεξηγηθούμε, μην πει κανείς ότι δεν ξέρουμε την διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη– πήγαινε να δει αξιοθέατα και μουσεία στα μέρη που επισκεπτόταν. Τώρα δεν έχει τόσο πνευματικά ενδιαφέροντα, προτιμά να κλείνει ακριβά εστιατόρια και η εκδρομή του δεν είναι πλήρης αν όταν τον ρωτήσουν πώς πέρασε δεν μπορεί ν’ απαντήσει ότι έφαγε σε μια καλή παραδοσιακή ταβέρνα με σπιτικό φαγητό ή σε ένα ρεστωράν βραβευμένο με αστέρι Michelin. Επίσης πρέπει και να αποδείξει ότι πήγε. Με μια φωτογραφία φυσικά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ήταν πραγματικά νόστιμο το πιάτο, αυτή η δυνατότης δεν έχει ακόμα εφευρεθεί στο διαδίκτυο, η γεύση και η όσφρηση δεν μπορούν προς το παρόν να μεταδοθούν ηλεκτρονικά. (περισσότερα…)

Παρατηρώντας το ανθρώπινο είδος

*

Πολλά χρόνια πέρασα πάνω στις σελίδες του Μαρσέλ Προυστ, περίπου έναν χρόνο για κάθε ένα από τα επτά βιβλία τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο που τόλμησα να διαβάσω στα γαλλικά. Και η αίσθηση ήταν πάντα η ίδια: μου χάρισε μια ηρεμία δυσεύρετη στην σημερινή εποχή, μια απομόνωση αναγκαία για να συγκεντρωθώ στα λόγια του, μια ενδοσκόπηση στην ψυχή μου μέσω της περιγραφής της δικής του ψυχής. Κυρίως μου χάρισε αναψυχή, διασκέδαση δηλαδή, με τον δικό του τρόπο.

Ο Προυστ δεν είναι ακριβώς ο χιουμορίστας που θα σε κάνει να σκάσεις στα γέλια αλλά πολλές φορές μια παρατήρησή του, πολύ λεπτή, που την έχεις σκεφτεί κάποτε κι εσύ αλλά δεν μπόρεσες ποτέ να την διατυπώσεις με τόση οξυδέρκεια, σου φέρνει ένα μειδίαμα μαζί με καλή διάθεση. Την ανθρώπινη ψυχή την έχει μελετήσει οριζοντίως και καθέτως. Το θέμα τον απασχολεί τόσο στο κυρίως έργο του όσο και στο δοκίμιο «Περί ανάγνωσης» όπου μιλάει για ψυχοθεραπευτές και για «νευρασθενικούς».

Αν ζούσε σήμερα ίσως να έκανε σπουδές ψυχανάλυσης, στην εποχή του, όμως, η επιστήμη αυτή δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένη.

«Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα εκείνο που δεν μπορεί να βγει από τον εαυτό του, που γνωρίζει τους άλλους μόνο μέσω του εαυτού του, και ψεύδεται αν ισχυρίζεται το αντίθετο.»

Μελέτησε την υψηλή κοινωνία, στην οποία ανήκε προφανώς. Δεν κρύβει την αγάπη του για την αριστοκρατία έτσι όπως αντανακλάται στο πρόσωπο της Οριάν αλλά δεν διστάζει και να την κριτικάρει επίσης. Πετάει καρφιά για την κατώτερη αριστοκρατία της επαρχίας αλλά είναι φανερό ότι περισσότερο τον ενδιαφέρει η αριστοκρατία του πνεύματος. Τελικά ο Σουάν είναι το πρόσωπο που θαυμάζει περισσότερο. Ο Σουάν δεν έχει τίτλους ευγενείας αλλά κινείται με άνεση μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους αφ’ ενός και γνωρίζει αφ’ ετέρου τα πάντα για την τέχνη της Αναγέννησης. Ο Σουάν εισάγει εκείνον, τον μικρότερο σε ηλικία αφηγητή, τον ίδιο τον συγγραφέα, σ’ αυτές τις αισθητικές απολαύσεις. Στα ίχνη του Σουάν γίνεται και ο Προυστ μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. (περισσότερα…)

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*

 

 

Πέντε ποιήματα του Ιούδα Αλεβί

*

Ο Ιούδας Αλεβί ((ισπαν. Juda Halevi ή Yehudah Halevi, εβρ. יהודה הלוי, Judah ben Shmuel Halevi) γεννήθηκε στην Ισπανία το 1086 (ή το 1075) την εποχή των Αράβων και πέθανε στην Ιερουσαλήμ το 1141 την εποχή των Σταυροφόρων. Θεωρείται ο μεγαλύτερος Εβραίος ποιητής της μεταβιβλικής περιόδου.

Το όρος Αβαρίμ

Χαίρε, ω όρος Αβαρίμ. Ευλογημένες οι πλαγιές σου.
Κάπου εκεί πάνω ανέβηκε ο πιο σπουδαίος των ανδρών
Κόκκαλα ιερά είναι βαθιά θαμμένα στα πλευρά σου.
Αν δεν τον ξέρεις, την Ερυθρά ρώτησε θάλασσα
Την πράσινη βάτο, το όρος Σινά, και θα σου πουν:
«Δεν ήταν άνθρωπος των λόγων, αλλά έπραττε το έργο του Θεού».
Ορκίστηκα σύντομα να σ’ επισκεφτώ, αν ο Θεός το θέλει.

~.~

Λαχτάρα επιστροφής στη γη του Ισραήλ

Είναι η καρδιά μου στην Ανατολή κι εγώ στα πέρατα της Δύσης.
Πώς να μου φανεί νόστιμο το φαγητό, πώς να το βρω γλυκό;
Πώς να κρατήσω όρκους και υποσχέσεις όταν ακόμα
Η Σιών δέσμια είναι της Εδώμ κι εμένα οι Άραβες μ’ έχουν αλυσοδέσει;
Θα μου φαινόταν εύκολο ν’αφήσω
Όλα μου τα καλά στην Ισπανία
Βλέποντας πόσο πολύτιμο είναι για τα μάτια μου
Την σκόνη να κοιτούν του εγκαταλελειμμένου ιερού.

~.~ (περισσότερα…)