Day: 15.09.2026

Το φορτίο

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Πλησίασε με προσοχή και επιφυλακτικότητα. Κοίταξε γύρω για να βολιδοσκοπήσει. Κανείς δεν την παρατηρούσε. Χαμήλωσε το κεφάλι, έλεγξε το φορτίο και με ένα πνιχτό βογγητό το φόρτωσε στη ράχη της.

Μεγάλο κατόρθωμα.

Ζύγιζε τουλάχιστον πέντε φορές το βάρος της. Ο μέντοράς της θα ήταν περήφανος. Ακολούθησε κατά γράμμα όσα της έμαθε στην εκπαίδευση.

Σήκωνε το λάφυρο και με αργά μα σταθερά βήματα όδευε προς το σπίτι. Έπρεπε να διανύσει αρκετά μεγάλη απόσταση μετά την πρόσφατη μετακίνησή τους σε άλλο τόπο. Θα προχωρούσε πέρα από το κεδροδάσος, εκεί όπου απλωνόταν το χέρσο χωράφι. Εκεί βρισκόταν η αποικία. Αυτό που λειτουργούσε ως πυξίδα ήταν μια ογκώδης, αλλά σαθρή πέτρα από πορόλιθο. Εκεί, ακολουθώντας τον στενό, υπόγειο και ελικοειδή δρόμο, βρισκόταν η φωλιά. Η σκέψη της απόστασης την έκαμπτε. Αλλά μόνο στιγμιαία. Δεν ταίριαζε στη φιλοσοφία της φυλής της η παραίτηση. Ειδικά τώρα που είχε πετύχει τον πολυπόθητο στόχο. Η μεταφορά ενός τέτοιου νεκρού εντόμου θα ήταν το κλειδί για αναβάθμιση. Εδώ που τα λέμε το πόστο να μεταφέρεις χειμώνα καλοκαίρι κουφάρια δεν ήταν ιδιαιτέρως θελκτικό. Η μυρωδιά της σήψης ήταν απωθητική. Η ιεραρχία όμως ήταν αυστηρή. Εφόσον γεννήθηκε άπτερη και στείρα η θέση της ήταν στα πτωματοφαγα. Θα ‘πρεπε να ‘ναι ευχαριστημένη με όσα της δίνονταν. Εξάλλου οι αρχές του τόπου στα διαγγέλματά τους φρόντιζαν να γνωστοποιούν τη σπουδαιότητα της αγαστής συνεργασίας και της υπακοής. Συχνές ήταν και οι υποσχέσεις ανέλιξης και οι ιστορίες των γερόντων για εργάτριες που κατόρθωσαν να κάνουν τρυφηλή ζωή, να γίνουν το δεξί χέρι της βασίλισσας, ακόμα και να βγάλουν φτερά σε μεγάλη ηλικία. Εκείνη δεν ήξερε καμία που να το ‘χει πετύχει αυτό. Το πελώριο νεκρό έντομο που σήκωνε στις πλάτες της ήταν η ευκαιρία της. Η μόνη απ’ τη γενιά της.

Οι σκέψεις της άρχισαν να θολώνουν από το βάρος. Τα πόδια της λυγίζουν.

Πιάνει το πτώμα με τη γνάθο. Το σέρνει. Είναι πια στην πύλη της φωλιάς.

Έκπληκτος ο μέντορας παρατηρεί το νεκρό ζωύφιο. Τη συγχαίρει. Δίνει διαταγή σε μια ντουζίνα δυνατά μυρμήγκια να μεταφέρουν το κουφάρι. Τη βεβαιώνει πως θα συζητήσει με τη διοίκηση τη μετάβασή της σε άλλη θέση. Μια τέτοια επιτυχία με τέτοιο όφελος για την κοινότητα άξιζε επιβράβευση.

Εκείνη άρχισε να ονειρεύεται. Δεν αποζητούσε μεγαλεία. Κάθε φορά που έβγαινε στην επιφάνεια από τα υπόγεια της αποικίας έβλεπε τον ήλιο να δίνει χρυσαφένιο χρώμα στα φυλλώματα των δέντρων, ένιωθε την πρωινή αύρα να δροσίζει τα πέταλα των λουλουδιών και ονειρευόταν να μπορεί κι εκείνη να γευτεί τους χυμούς των φυτών. Να δουλέψει μαζί με τους φυλλοκόπτες που μετέφεραν στη φωλιά ευωδιαστά χλωρά κομμάτια φύλλων. Πόση αηδία της προκαλούσε η γεύση της σάρκας σε αποσύνθεση.

Ο χρόνος περνούσε. Το λάφυρο που έφερε στη φωλιά έθρεψε μιλιούνια μυρμηγκιών. Είχε καιρό να δει τον μέντορα. Είχε αναλάβει την εκπαίδευση κάποιων καινούργιων. Ήξερε πως είναι πολυάσχολος.

Περίμενε. Σήκωνε κουφάρια. Ήλπιζε.

Μια μέρα στη δουλειά προσπαθώντας να μεταφέρει μια ημιθανή αράχνη, μπλέχτηκε στον ιστό της. Το τέλος δεν αργούσε. Το μόνο που την πίκραινε ήταν που δεν έμαθε ποτέ τι γεύση είχαν τα φύλλα από τις γαρδένιες που μοσχοβόλαγαν και κάλυπταν για λίγο τη μυρωδιά του θανάτου που κουβαλούσε στους ώμους της.

*

**