του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΡΩΤΗ
1.
Στὸ ποίημα ἐτοῦτο ἀνθίζουν κάτι λέξεις
παρατημένες ποὺ εἴχανε παγώσει
στῆς μνήμης το κελάρι. Μὰ ἦταν τόση
ἡ μέσα θέρμη τους νὰν τὶς διαλέξεις
ὡς σπόρο ἐσὺ καὶ νὰ τὶς ρίξεις σ’ ἕνα
παρτέρι μὲ ἄλλα ἄνθη τοῦ στόματός σου,
ποὺ ἐβλάστησαν σὰν ἄλλος ἑαυτός σου
μὲ ὅλα τῆς φαντασίας τὰ πλεγμένα
ἰαμβεῖα καὶ τὶς αἰώνιες προσηλώσεις
τῶν ποιητῶν. Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο
λαλοῦν τὰ ρήματά μου, Ρίτα. Οἱ γνώσεις
βλασταίνουν καὶ μὲ βάζουν νὰ προείπω
τὶς σκέψεις σου σὰν μεταφράσεις ρόδων
ἢ σὰν σονέτα λυρικῶν ἐφόδων.
2.
Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο, Ρίτα, οἱ κρίνοι,
τὰ ρόδα καὶ οἱ βιολέτες ζοῦν καὶ ἀρθρώνουν
ἀγάπης πνεύματα καὶ στελεχώνουν
εἱρμοὺς ποιητικοὺς ποὺ μὲ τὰ σμήνη
τῶν ἤχων φεύγουν καὶ πετοῦν σὲ σφαῖρες
τῶν λόγων ἄρρητες, κι ἂς τὶς θαυμάζεις —
θαυμάζεις μόνο αὐτὸ ποὺ δοκιμάζεις
στὸ ἀφτί. Τοῦ νοῦ οἱ ἕλικες μὲς στοὺς αἰθέρες
τυλίγονται εὐθυβόλων ἀρωμάτων,
ἀσπαίρουν καὶ ἐκτινάσσονται σὰν νά ’ναι
νερὰ πιδάκων καὶ ἁρμυρῶν κυμάτων
σελαγισμοί. Κι ἐκεῖ, καθὼς ξεσπᾶνε
οἱ λυρικοὶ ρυθμοί, ἔρχεσαι ἐσὺ πάλι
καὶ ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι.
3.
Ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι
καὶ μοῦ ζυμώνεις τοὺς ρυθμοὺς μὲ στίχους
παλιοὺς ποὺ σώζονται ὑγιεῖς στοὺς ἤχους
τοῦ παραδείσου ἐντός σου, Ρίτα. Ἡ ζάλη
τῶν ἀρωμάτων ἀπὸ τὴ λαλιά σου
εὐεργετεῖ τὶς ρίμες, τὶς εἰκόνες,
τῆς λύρας μου τὴ γλώσσα. Σὰν σηκώνεσ’
ὀρθόπλωρη, μὲς στὴν κορμοστασιά σου
συνεδριάζουν τὰ πουλιὰ τοῦ μύθου
ποὺ ἐτόνισα παλιὰ μ’ ἐξαίσιες λέξεις,
ἀπ’ τὰ φιλιά σου λεία. Ὅ,τι ἐσὺ ἐπιλέξεις
πάντα ἔχει ἀξία πολυτίμου λίθου
στὰ ποιήματά μου πού ’ναι καὶ δικά σου
σὰν να ’χουν χαραχτεῖ ἀπ’ τὰ δάχτυλά σου.
4.
Ἄν, ὅπως μοῦ ’γραψες πρὶν λίγες μέρες
εἶναι ὄντως μαγικοὶ τοῦ ποιητῆ σου
οἱ στίχοι, τοῦτο μόνο συλλογίσου·
μὴν ἔστειλες ἐσὺ μὲ τοὺς ἀγέρες
τὰ λυρικὰ μηνύματα στὰ κέντρα
τοῦ νοῦ του καὶ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του,
κι ἔτσι ἐγγυήθηκες τοῦ ἀναποδράστου
ἀποτελέσματος τὸν κῆπο. Δέντρα
καὶ πίδακες μὲ μουσικὲς ἐκκρίσεις
νὰ κρέμονται στὰ θεσπέσια χάη
τῆς φαντασίας καὶ νὰ μοῦ μηνάει
τῆς γλώσσας σου ἡ ἰσχὺς τὶς ἐφορμήσεις
τῶν νοητῶν στὰ φάσματα τοῦ ἀοράτου
μὲ μύθους καὶ ἦθος καιομένης βάτου.
5.
Τοῦ νοῦ τὰ κέντρα, τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
φιλοξενοῦν τὰ ρόδα ἀπὸ τοὺς κήπους
ποὺ περπατᾶμε, Ρίτα, ὡς ὑποτύπους
δροσιᾶς ποὺ ζωογονεῖ τὴν ξεραΐλα
τῆς σήμερον ἡμέρας. Σιντριβάνια
οἱ μίσχοι τους τινάζουν τὰ νερά τους
στὰ δάχτυλά σου· ἀρδεύουν μὲ ἀθεάτους
σεισμοὺς τὴν τρυφερή τους ἐπιφάνεια,
νὰ γίνουν τ’ ἀκρωτήρϊά τους ζῶνες
ὑποδοχῆς κάτι ἥμερων λεόντων —
ναί, σ’ τό ’χω ξαναπεῖ. Τῶν ὄντως ὄντων
ἐκρήξεις στελεχώνουν τοὺς αἰῶνες.
Γυμνὰ στὶς χλόες πᾶν τὰ πέλματά σου
κι εἶν’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου.
6.
Μὲ τ’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου
κερδίζεται ὁ ρυθμὸς ποὺ σὲ ἀνεβάζει
στὰ ὑψίκρημνα τοῦ λόγου. Τὸ τοπάζι
ἰσορροπεῖ στὸ βάθος τῆς ματιᾶς σου
μὲ συλλαβὲς καὶ ρίμες πανσελήνου.
Τοῦ στίχου αὐτοῦ τὸ ρῆμα σ’ τὸ χαρίζω,
καὶ σοῦ χαράζω σὲ γρανίτη γκρίζο
ὀνόματα ποὺ θ’ ἀπηχοῦν ἐκείνου
τοῦ κάλλους σου τὴ ρύμη ποὺ εἰκονίσεις
διανοημάτων θὰ σκορπᾶ στὸν νοῦ σου
καλώντας σε ἀφειδῶς τοῦ ἀληθινοῦ μου
ἑαυτοῦ σταφύλια νά ’ρθεις νὰ τρυγήσεις.
Σὲ λυρικοὺς ἀσκοὺς φυλᾶς τὸν οἶνο
ποὺ ἐγὼ μὲ τὰ φιλιά σου πίνω.
7.
Θυμίσου τί εἶχα γράψει: Τὴν πνοή σου
νὰ τὴ ρυθμίζεις —δροσερή!— ὅπως τὰ ἄνθη
αὐτοῦ τοῦ κήπου. Καὶ τὸ νερατζάνθι
παράδειγμά σου κάν’ το στὴ ζωή σου:
γλυκόξινη ἔχει μοίρα, καὶ εἶναι χάδι
κρυφό, λυσιμελὲς τὸ νόημά του,
διαλεκτικὸ ἀποτύπωμα καμάτου
καὶ ρύμης, στὰ κατσάβραχα πετράδι,
πολύτιμη παλάμη σὰν ἀμπέλι,
βροχὴ ἀσπασμών ψιχαλιστὴ στὸ σκότος
σὰν τρύγος τῆς χαρᾶς, εὐρὺς σὰν Νότος
ποὺ βρίσκει τὸν Βορρᾶ σὲ μιὰ νεφέλη
μὲ τὸ Ἰσπαχάν της, καὶ τοὺς περιπάτους
τῶν δροσερῶν μας ρόδων ἀθανάτους.
*
**
