Η Ιλιάδα του διαστήματος

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η επιστροφή των πότλατς

Αν υπάρχει μία πλευρά (αν και όχι η μόνη) της ανθρώπινης συμπεριφοράς που βρέθηκε (και συνεχίζει να βρίσκεται) στο επίκεντρο όλων των μέχρι τώρα τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων, ήδη από την 1η βιομηχανική επανάσταση, αυτή σίγουρα είναι η μετακίνηση. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να μετακινείται κανείς –και άρα να υπάρχει κοινωνικά– χρησιμοποιώντας τα πόδια του και μόνο. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση της μετακίνησης έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε πλέον χρειαζόμαστε υπενθυμίσεις ότι πρέπει να περπατάμε πού και πού. Όχι για χάρη της περιπλάνησης βέβαια, για την απόλαυση του βαδίσματος καθεαυτό. Η flânerie έχει μάλλον περισσότερες πιθανότητες να σε στιγματίσει ως ύποπτο. Το βάδισμα οφείλει να εξασκείται με στόχο τη διατήρηση της «καλής υγείας». Ακόμα και για τη μετακίνηση, την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων (και ποια δεν θεωρείται μεγάλη απόσταση πια;) φαίνεται παράλογο να βασίζεσαι στα πόδια σου. Παράλογο, ήτοι μη αποδοτικό. Σου «επιτρέπεται», έστω με μία ελαφρά συγκατάβαση, να χρησιμοποιείς ποδήλατο. Ή, ακόμα καλύτερα, αν θες πραγματικά να λογίζεσαι ως μέλος της τάξης των ιδιοκτητών, οφείλεις να κατέχεις ένα αυτοκίνητο, έστω μια μηχανή. Και για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το αεροπλάνο εκμηδενίζει τον κόπο και τον χρόνο (ίσως και το ίδιο το ταξίδι βέβαια).

Ένα αρραγές νήμα τεχνολογικής προόδου και ορθολογικότητας ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Το άκρον άωτον αυτής της ορθολογικότητας εκφράζεται εν τέλει στο τεχνούργημα του πυραύλου που σε στέλνει στη σελήνη. Ένα τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης όμως αποδεικνύεται κι ως ένα σημείο αναστροφής. Η ίδια τεχνολογία, ο ίδιος πύραυλος που τη μία στιγμή έχει ως στόχο τη σελήνη, την επόμενη βάζει στο στόχαστρο του έναν οποιοδήποτε τόπο επί γης, για να τον αφανίσει, κουβαλώντας στο ρύγχος του μια πυρηνική ή συμβατική κεφαλή. Και σε τελευταία ανάλυση, το διαστημικό ταξίδι είναι τόσο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε έννοια γήινης μετακίνησης ώστε πλέον οι λειτουργίες και τα νοήματα που συναρθρώνονται γύρω του αδυνατούν να εξηγηθούν καταφεύγοντας σε οποιαδήποτε έννοια ορθολογικότητας. Η κούρσα των εξοπλισμών και αυτή των διαστημικών τεχνολογιών εξελίχθηκαν ως μία ακολουθία σπασμών: των σπασμών ενός σύγχρονου, ανάστροφου πότλατς. Αλλά χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα της παιγνιώδους συναίσθησης. Η εκμηδένιση του χώρου και του χρόνου ολοκληρώνεται με τη δυνατότητα εκμηδένισης του ίδιου του ανθρώπου.

~ . ~

Τσάι σε κενό βαρύτητας

Η κούρσα του διαστήματος διεξήχθη πριν μισό αιώνα μεταξύ εθνοκρατικών οντοτήτων, μεταξύ οικονομικο-πολιτικών συστημάτων, μεταξύ βιομηχανικών υπερδυνάμεων. Κάθε ένας από τους δύο πόλους της διαστημικής αντιπαλότητας απαλλοτρίωνε το «καταραμένο απόθεμα» της κοινωνίας του για να κατασκευάσει μια ψευδαίσθηση του συλλογικού κάνοντας επίδειξη δύναμης υπό τη μορφή τεχνολογικών δυνατοτήτων που επέτρεπαν την απόδραση από τη γη. Μία απόδραση που βέβαια θα έπρεπε να εννοείται ως μια απόπειρα άνωθεν επιτήρησης της γης της οποίας το απωθημένο φορτίο και η προωθητική ισχύς εντοπιζόταν σε μια ορμή καταστροφής του πλανήτη. Οι τροχιές των διαστημοπλοίων και αυτές των πυρηνικών βομβών είχαν ανέκαθεν περισσότερα σημεία διασταύρωσης, περισσότερους κοινούς τόπους απ’ όσους κατά κανόνα αναγνωριζόταν.

Σήμερα, ωστόσο, η μάχη για το ποιος θα καταφέρει να αφήσει πίσω του την μπλε κουκκίδα διεξάγεται μεταξύ ιδιωτών δισεκατομμυριούχων. Το γεγονός αυτό από μόνο είναι αδιάψευστο τεκμήριο του αδιανόητα υψηλού βαθμού εξατομίκευσης των δυτικών κοινωνιών, της προϊούσας αποσάθρωσής τους η οποία λαμβάνει χώρα δίχως οι υπήκοοί τους να το αντιλαμβάνονται καν. Αντιθέτως, μπορεί και να επιχαίρουν ή ακόμα και να συγκινούνται με τέτοια «τεχνολογικά επιτεύγματα», αδυνατώντας να εννοήσουν ότι δεν έχουν να κάνουν με οτρηρούς υπηρέτες της επιστήμης, αλλά με παλιμπαιδίζοντες, κακομαθημένους αρχόσχολους που παίζουν με τα κυριολεκτικά διαστημόπλοιά τους, επιφυλάσσοντας στους υποτελείς τον ρόλο της αδρανούς, πλαστικής φιγούρας.

Δεν θα έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να συμπεράνει κανείς ότι γινόμαστε μάρτυρες μιας οπισθοχώρησης του κράτους μπροστά στα ατομικά βίτσια εν γένει, με μία αποτυχία της μαντβιλικής αρχής περί ανάδυσης του κοινού καλού από την επιδίωξη ικανοποίησης των ατομικών ορέξεων. Θα έπρεπε μάλλον να αναγνώσουμε τα ίχνη ανάδυσης ενός διαφορικού ολοκληρωτισμού: την ίδια στιγμή που σε μεμονωμένα άτομα παρέχεται η πολυτέλεια να κάνουν περιπάτους σε κενό βαρύτητας, σε ολόκληρες μάζες δισεκατομμυρίων υποτελών απαγορεύεται να πατήσουν το πόδι τους έξω από το σπίτι τους. Καθηλωμένες από τη βαριά μπότα των κρατικών επιταγών στους μαλακούς καναπέδες τους, το πρόσωπό τους φωτίζεται όχι από τις ακτίνες του ήλιου αλλά από την οπάλινη μαρμαρυγή των οθονών τους.

Ο κύκλος της συντριβής και του εξευτελισμού ολοκληρώνεται όταν αυτές οι ίδιες οθόνες ανακοινώνουν ότι σε ένα από τα εν λόγω διαστημικά ταξίδια προσκλήθηκε να συμμετάσχει και ο (υπερήλικας πλέον) πρωταγωνιστής μιας παλαιότερης τηλεοπτικής σειράς επιστημονικής φαντασίας. Τιμής ένεκεν… Αφού πρώτα καθήλωσε τα μυαλά, η μαζική κουλτούρα, μέρος της οποίας έχει γίνει ακόμα και η «επιστημονική» έρευνα, συμμετέχει πλέον και στην καθήλωση των σωμάτων. Για τους υποτελείς, οι αποδράσεις μπορούν να είναι μόνο κατά φαντασία. Επιστημονική ή όχι, αδιάφορο εν τέλει, αλλά πάντοτε ελεγχόμενη και αφόρητα τετριμμένη. Το σημείο στο οποίο ένα προϊόν υπερυψηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου –το διαστημόπλοιο– συναντά ένα προϊόν υψηλής συμβολικής σύνθεσης –μια τηλεοπτική σειρά– είναι το σημείο στο οποίο «αίρεται» η σχάση σώματος και πνεύματος των υποτελών: μέσω της απαλλοτρίωσης και των δύο από τη βιομηχανία της υψηλής τεχνολογίας και από αυτή του θεάματος.

~ . ~

Ανθισμένος θάνατος

Η γη φαίνεται πλέον πολύ μικρή για τον άνθρωπο. Αφού κατακτήθηκαν οι ήπειροι, οι ωκεανοί, οι ποταμοί, οι βουνοκορφές, οι ζούγκλες και οι πάγοι, η ορμή κατίσχυσης επί της φύσης στρέφεται τώρα προς τα έξω. Προς το έξω του διαστήματος. Εκεί που κάποτε στέκονταν ναοί, πυραμίδες και κάστρα να επιβλέπουν την πόλη, τώρα αιωρούνται στο κενό διηπειρωτικοί πύραυλοι, δορυφόροι και διαστημικά λεωφορεία να επιτηρούν όλη την υδρόγειο. Κατά κανόνα εκτός εμβέλειας του γυμνού ανθρώπινου οφθαλμού. Και για αυτό διαθέτουν, ακόμα και πίσω από τη γρανιτένια εργαλειακή ορθολογικότητά τους, μια υψηλότερη συμβολική σημασία, ένα πιο ισχυρό και ταυτόχρονα διάχυτο μυθοποιητικό δυναμικό. Σύμβολα εξύμνησης της αρχής της πραγματικότητας. Γιατί και η αρχή της πραγματικότητας, για να ριζώσει η ίδια, χρειάζεται τη μυθολογία της. Ο ύμνος της αρχής της πραγματικότητας ως άφευκτης μοίρας της ανθρωπότητας καλλιεργείται στον κήπο της πραγμοποίησης του ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου γογγυσμού.

Ακάθεκτη προελαύνει η αλλοτρίωση της φύσης, η θυσία της για χάρη της προόδου. Τίποτα δεν πρέπει να μένει εκτός, ούτε το έξω του διαστήματος. Έρχεται η στιγμή όμως που αυτό το έξω διαρρηγνύει και αποτινάσσει από πάνω του τις αλυσίδες του Ξέρξη για να επιστρέψει από τα ερέβη του διαγαλαξιακού κενού ως απειλή αφανισμού της ανθρωπότητας υπό τη μορφή κάποιου κομήτη. Έστω κι αν αυτό γίνεται μέσω χολυγουντιανών εμεσμάτων μιας αφόρητα τετριμμένης ηθικολογίας. Τα επινίκια γίνονται επίχειρα και όλοι οφείλουμε να σταθούμε ενεοί μπροστά σε έναν χείμαρρο καταστροφολογίας και σε μια διάρροια ηθικολογίας – γιατί κάθε καταστροφολογία, αδυνατώντας να διακρίνει αποχρώσεις, ποιότητες και αιτίες και να επιμερίσει ευθύνες καταλήγει να μοιάζει με την «νύχτα μέσα στην οποία όλες οι αγελάδες είναι μαύρες» και για αυτό αναπόφευκτα εκπίπτει σε ηθικολογία. Και ανάστροφα, η συντριβή λόγω μιας επικείμενης «φυσικής» καταστροφής δεν θα έβρισκε κανένα έρεισμα αν δεν χτιζόταν πάνω στα ερείπια της κοινωνικής εξαθλίωσης.

Οι καλοβαλμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης αποσείουν τις τύψεις τους τρίβοντας στη μούρη των υποτελών την υποτιθέμενη ηλιθιότητά τους που μόνο αυτή είναι υπεύθυνη για καταστροφές πλανητικής κλίμακας. Όμως δεν σταματάνε εκεί. Αν οι μεσοαμερικάνικοι πολιτισμοί επιστράτευαν τις ανθρωποθυσίες ως μηχανισμό παγίωσης της κοινωνικής ιεραρχίας, η σύγχρονη μαζική κουλτούρα προσφέρει ως σφάγιο ολόκληρη την ανθρωπότητα. Λέει ευθέως στους υποτελείς, χωρίς τις διαμεσολαβήσεις της θρησκείας, ότι είναι υπεύθυνοι για τον αφανισμό τους. Ο παλμός της ξεριζωμένης καρδιάς στα χέρια του τελετάρχη πάνω στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκει την ιστορική του πλήρωση στον σκαρδαμυσμό του τηλεθεατή μπροστά από τις λεπίδες φωτός που εκπέμπει μια οθόνη.

~ . ~

Vom Logos zum Mythos?

Όταν ο Αριστοτέλης εισήγε την έννοια της ύλης, δεν προχωρούσε μόνο σε μια γνωσιολογικού τύπου τομή, αλλά και σε μια βαρυσήμαντη χειρονομία σε αξιακό επίπεδο. Η ύλη, ως το substratum που διέρχεται από πολλαπλές μεταμορφώσεις παραμένοντας ωστόσο το ίδιο στον πυρήνα του, αποτίναξε από πάνω της τα τελευταία ανθρωπομορφικά υπολείμματά της. Για την αρχαιοελληνική σκέψη, τα ονόματα των θεών εξωθήθηκαν στο θολό περίγραμμα του βλέμματός της και στο επίκεντρό της εγκαταστάθηκαν έννοιες πιο αφηρημένες. Όταν η ύλη εισέρχεται στο προσκήνιο φέρνει μαζί της και μια απαίτηση: την απαίτηση ο κόσμος να έχει μια λογική συνέχεια και μια αυτάρκεια, να μπορεί να λειτουργεί με βάση τη δική του εσωτερική λογική και όχι ως υποχείριο έξωθεν βουλήσεων. Το πρωτοαστικό, αρχαιοελληνικό πνεύμα προχωρά σε μια δήλωση αυτοπεποίθησης. Αποδέχεται, από τη μία, ότι υπάρχουν δυνάμεις μη ανθρωπομορφικές, δυνάμεις απρόσωπες που αδιαφορούν για τον άνθρωπο. Δυνάμεις που, ωστόσο, είναι προσβάσιμες στο ρωμαλέο ανθρώπινο πνεύμα. Όχι μόνο δεν συντρίβεται υπό το βάρος τους ο άνθρωπος, αλλά αντιθέτως η αίσθηση του ατομικού εαυτού ενισχύεται και γίνεται πιο εστιασμένη. Ο εαυτός παύει να διαχέεται, να αιμορραγεί προς το περιβάλλον του. Σε σχέση με τους πολίτες του κλασσικού άστεως, οι ομηρικοί ήρωες, παρά το δυσθεώρητο μέγεθός τους, μοιάζουν με συναρμολογημένες φιγούρες. Η ομηρική γλώσσα μαρτυρεί μια αδυναμία τους να απαρτιωθούν ευκρινώς στην ολότητα του εαυτού· τα μέλη τους αναφέρονται συχνά σαν να μην τους ανήκουν. Φτάνοντας στον Αριστοτέλη, ο εαυτός του πρωτοαστού πολίτη έχει συμπυκνωθεί σε μορφές λιγότερο αραιωμένες, χωρίς να είναι ακόμα απόλυτα συμπαγείς. Μέσα στο άστυ, αφήνουν πίσω τους εκείνη την πρωταρχική, πυκνή βλάστηση της μυθικής ενότητας φύσης και ανθρώπου και υψώνονται σαν την πυκνή υγρασία που εκπνέει κάθε πόρος του τροπικού δάσους για να συμπυκνωθεί σε νεφελώδη σχήματα στον ουρανό. Ένας νέος εαυτός που βρίσκει απέναντί του τη φύση ως το άλλο – όχι όμως ακόμα ως το αλλότριο.

Οι σύγχρονοι επιστήμονες, παρά τους όρκους πίστης στην αριστοτελική λογική, δεν διστάζουν να υποκύψουν πολλές φορές στη γοητεία του μύθου, επιστρατεύοντας ανθρωπομορφικές προσφωνήσεις για νεφελώματα, αστερισμούς και πλανήτες. Εσχάτως και για μετεωρολογικά φαινόμενα, ακόμα και μικρής ή μέτριας έντασης. Όμως δεν πρόκειται για μια θελξίνοη επιστροφή στον μύθο. Δεν θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. Όλη αυτή η νεόκοπη προσωποποίηση της φύσης και των εκδηλώσεών της ριζώνει στη μαζική αποπροσωποποίηση της κοινωνίας. Είναι το αποτέλεσμα ενός μηχανισμού υπεραναπλήρωσης που θέλει να βλέπει παντού ανθρωπομορφικά προσωπεία όσο αποτυγχάνει να συναντήσει ανθρώπινα πρόσωπα, αντλώντας συχνά μια μαζοχιστική ικανοποίηση όταν παρακολουθεί τα αποπροσωποποιημένα υποκείμενα να συντρίβονται από τις προσωποποιημένες φυσικές δυνάμεις. Σαν έφηβος που αυτοτραυματίζεται κρυφά στο δωμάτιό του πριν φύγει για το σχολείο.

Ο εαυτός έχει φτάσει στον βαθμό μηδέν της συμπύκνωσής του. Τα ανάερα, παιγνιώδη σύννεφα έχουν γίνει τώρα άβουλοι χαλαζόκοκκοι, υποταγμένοι στη βαρυτική τους μοίρα να πέφτουν σωρηδόν σε αρκτικές ερήμους. Ένας εαυτός που περιφέρεται στο κενό απορροφώντας ό,τι συναντάει στις τροχιές του με τον ναρκισσισμό μιας μελανής οπής· για αυτό και δεν έχει ούτε όρια ούτε έρμα πλέον. Πόσο σκληρά, πράγματι, του φέρθηκε ο τρόπος παραγωγής; Και πόσα θεσπέσια μα ύπουλα, δηλητηριώδη μανιτάρια της κατανάλωσης να αντέξει πια; Ακόμα και τα ονόματα που δίνει στις καταιγίδες μοιάζουν με ασυνάρτητο σωρό. Πότε απηχούν αρχαιοελληνική μεγαλοπρέπεια, πότε μια λάτιν σπιρτάδα. Και την επομένη κάτι από την πεζοδρομιακή τραχύτητα που έχουν τα ψευδώνυμα των ραπ καλλιτεχνών. Αυτή η γλώσσα που ονοματοδοτεί την απαλλοτριωμένη φύση είναι η γλώσσα του τέλους του κόσμου. Μια γλώσσα που βρίσκει τις αρρυθμίες της περπατώντας πάνω σε άδεια κελύφη, σαν φακίρης που προσποιείται τον μεγάλο μάγιστρο για να τσακίσει τα αυγά κάτω από τα πόδια του στο δεύτερο του μόλις βήμα, αποκαλυπτόμενος έτσι ως γελωτοποιός. Κάθε καινούριο όνομα που σκαρφίζονται οι μετεωρολόγοι για τις αστραπές και τις βροντές τους μοιάζει με αποτυχημένο κωμικό ιντερμέδιο σε ταινία τρόμου β΄ διαλογής.

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

*