*
Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ
~.~
Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».
Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.
Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.
Οι Institutiones Divinae στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.
///
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ
Ἄλλοι πάλι ὑποστήριξαν, ἐνάντια στὰ προηγούμενα, ὅτι οἱ ψυχὲς ἐπιζοῦν μετὰ θάνατον· κι αὐτοὶ εἶναι κυρίως οἱ Πυθαγόρειοι κι οἱ Στωικοί. Καὶ μολονότι τοὺς ἀξίζει ἐπιείκεια γιατὶ ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἀλήθεια, ὡστόσο δὲν μπορῶ νὰ μὴ τοὺς ἐλέγξω, διότι στὴν ἀλήθεια ἔπεσαν ἀπὸ σύμπτωσι κι ὄχι ἀπὸ τὴν γνῶσι της. Κι ἔτσι στὸ ἴδιο αὐτὸ ζήτημα γιὰ τ’ ὁποῖο εἶχαν ὀρθὴ ἀντίληψι ἔκαναν καὶ λάθος. 2 Ἐπειδὴ δηλαδὴ φοβόντουσαν ἐκεῖνον τὸν συλλογισμὸ κατὰν τὸ ὁποῖο συνάγεται πὼς οἱ ψυχὲς πεθαίνουν ἀναγκαστικὰ μαζὶ μὲ τὰ σώματα, γιατὶ μαζὶ μὲ τὰ σώματα καὶ γεννιοῦνται, ἰσχυρίστηκαν πὼς οἱ ψυχὲς δὲν γεννιοῦνται, ἀλλ’ ὅτι εἰσάγονται μέσα στὰ σώματα καὶ μετοικοῦν ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. 3 Νόμισαν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται ἀλλιῶς, νὰ ἐπιζοῦν δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν σωμάτων, παρὰ μόνο ἂν θεωρηθῇ ὅτι καὶ προϋπῆρχαν τῶν σωμάτων. Εἶναι λοιπὸν ἴδιο καὶ παρόμοιο τὸ σφάλμα καὶ τῶν δύο πλευρῶν, ἀλλὰ ἡ μία ἔσφαλε ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, ἡ ἄλλη ὡς πρὸς τὸ μέλλον[1]. 4 Διότι, καθὼς ἀγνοοῦσαν γιατί συμβαίνει τοῦτο καὶ ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, κανεὶς δὲν εἶδε αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια: ὅτι οἱ ψυχὲς γεννιοῦνται μέν, δὲν πεθαίνουν δέ.
5 Πολλοὶ λοιπὸν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συμπεράνει πὼς οἱ ψυχὲς εἶναι αἰώνιες διέπραξαν αὐτοκτονία μὲ τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετοικήσουν στὸν οὐρανό, ὅπως ὁ Κλεάνθης, ὅπως ὁ Χρύσιππος, ὅπως ὁ Ζήνων, ὅπως ὁ Ἐμπεδοκλῆς[2], ποὺ μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα ἔπεσε σ’ ἕνα κρατῆρα τῆς πυρωμένης Αἴτνας ὥστε ὅταν ξαφνικὰ ἔγινε ἄφαντος νὰ πιστέψουν ὅτι ἀναχώρησε γιὰ τοὺς θεούς. Κι ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους ὁ Κάτων[3] ποὺ καθ’ ὅλη τὴν ζωή του ὑπῆρξε μιμητὴς τῆς σωκρατικῆς[4] ματαιότητας. 6 Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Δημόκριτος ἦταν διαφορετικῶν ἀντιλήψεων, ἀλλ’ ὡστόσο
Τὴν κεφαλή του πρόσφερε στὸν θάνατο ἑκουσίως,[5]
πρᾶγμα ἀπὸ τ’ ὁποῖο τίποτε εἰδεχθέστερο δὲν μπορεῖ νὰ συμβῇ. Γιατὶ ἂν ὁ δολοφόνος ὡς φονιᾶς ἀνθρώπου εἶναι ἀνόσιος, ὅποιος θανατώνει τὸν ἑαυτό του εἶναι ἔνοχος γιὰ τὸ ἴδιο ἔγκλημα, ἀφοῦ ἄνθρωπο θανατώνει. 7 Ἤ μᾶλλον στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ θεωρῆται βαρύτερο τὸ ἔγκλημα τοῦτο, καθὼς ἡ τιμωρία του ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Γιατὶ ὅπως στὴν ζωὴ αὐτὴ δὲν ἐρχόμαστε μὲ θέλησι δική μας, ἔτσι ἀντιστοίχως κι ἀπὸ τὸ κατοικητήριο αὐτὸ τοῦ σώματός μας, ποὺ μᾶς παραχωρήθηκε γιὰ νὰ τὸ προσέχουμε, πρέπει ν’ ἀποχωροῦμε μὲ τὸ πρόσταγμα ἐκείνου ποὺ μᾶς ἔβαλε μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ κατοικοῦμε καθ’ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα μέχρι νὰ διατάξῃ τὴν ἐγκατάλειψί του. Καὶ ἂν ἀσκηθῇ πάνω μας ἡ ὅποια βία πρέπει νὰ τὴν ὑπομείνουμε μὲ ἠρεμία, γιατὶ ἡ ἐξολόθρευσι τῆς ζωῆς ἑνὸς ἀθῴου δὲν μπορεῖ νὰ μείνῃ ἀτιμώρητη, καθὼς ἔχουμε κριτὴ μέγα, στὸν ὁποῖο καὶ μόνο ἀνήκει πάντα ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἀνταπόδοσι.
8 Δολοφόνοι λοιπὸν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, ἀκόμη κι ὁ ἀρχηγέτης τῆς ῤωμαϊκῆς σοφίας, ὁ Κάτων, ποὺ πρὶν ξεκάνῃ τὸν ἑαυτό του λέγεται πὼς μελέτησε τὸ βιβλίο τοῦ Πλάτωνα τὸ γραμμένο γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς ψυχῆς[6] κι ὠθήθηκε στὸ ὕψιστο ἀνοσιούργημα λόγῳ τῆς αὐθεντίας τοῦ φιλοσόφου. Κι ἐκεῖνος τοὐλάχιστον ἔδειχνε πὼς εἶχε κάποιον λόγο νὰ πεθάνῃ: τὴν ἀπέχθειά του γιὰ τὴν ὑποδούλωσι. 9 Ἀλλὰ γιὰ ἐκεῖνον τὸν Ἀμβρακιώτη[7] τί νὰ πῶ, ποὺ ὅταν διάβασε τὸ ἴδιο βιβλίο ἔδωσε μιὰ καὶ κατακρημνίστηκε, ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλον λόγο, παρὰ γιατὶ ἐμπιστεύτηκε τὸν Πλάτωνα; Πρόκειται γιὰ διδασκαλία πέρα γιὰ πέρα ἀποτρόπαιη καὶ πρός ἀποφυγήν, ἐφόσον διώχνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ζωή. 10 Ἂν ὁ Πλάτων εἶχε μάθει καὶ μᾶς εἶχε πληροφορήσει ἀπὸ ποιὸν καὶ πῶς καὶ σὲ ποιοὺς κι ἔναντι ποιῶν ἔργων καὶ πότε παραχωρεῖται ἡ ἀθανασία, οὔτε τὸν Kλεόμβροτο θἆχε ἐξωθήσει στὸν ἑκούσιο θάνατο οὔτε τὸν Κάτωνα, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ τοὺς εἶχε ἐκπαιδεύσει στὴν ζωὴ καὶ στὴν δικαιοσύνη. 11 Πάντως ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Κάτων γύρεψε μιὰ ἀφορμὴ νὰ πεθάνῃ ὄχι τόσο γιὰ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὸν Καίσαρα ὅσο γιὰ νὰ ὑπακούσῃ στὰ κελεύσματα τῶν Στωικῶν -τῶν ὁποίων ἦταν ὀπαδός- καὶ γιὰ νὰ δοξάσῃ τ’ ὄνομά του μὲ κάποια σπουδαία πρᾶξι. Δὲν βρίσκω τί κακὸ θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ συμβῇ ἂν παρέμενε ζωντανός. 12 Ἄλλωστε ὁ Γάιος Καῖσαρ, ἐπιεικὴς καθὼς ἦταν, δὲν σκόπευε νὰ κάνῃ τίποτε ἄλλο, ἀκόμη καὶ μέσα στὸ φούντωμα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, παρὰ νὰ δείξῃ ὅτι ὑπηρετεῖ τὸ κοινὸ καλὸ διατηρῶντας στὴν ζωὴ δύο ἐξαιρετικοὺς πολῖτες, τὸν Κικέρωνα καὶ τὸν Κάτωνα.
Ἀλλ’ ἂς ἐπιστρέψουμε σ’ αὐτοὺς ποὺ ἐγκωμιάζουν τὸν θάνατο ὡς κάτι καλό. 13 Παραπονιέσαι γιὰ τὴν ζωὴ λὲς καὶ τὴν ἔζησες μέχρι τέλους[8] ἢ λὲς καὶ σοῦ ἦταν ποτὲ γνωστὸς καλὰ καλὰ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο γεννήθηκες. Δικαίως λοιπὸν θὰ σ’ ἐπέπληττε ὁ ἀληθινὸς καὶ κοινὸς πατέρας ὅλων μας μ’ ἐκεῖνο τὸ τοῦ Τερεντίου:
Τί νὰ σημαίνῃ τὸ νὰ ζῇς, αὐτὸ πρῶτα νὰ μάθῃς
κι ἂν δὲν σ’ἀρέσῃ, ὕστερα τἆλλο μπορεῖς νὰ πάθῃς.[9]
14 Δυσανασχετεῖς διότι ὑφίστασαι δυσχέρειες, λὲς καὶ σοῦ ἀξίζει κάτι καλὸ ποὺ ἀγνοεῖς τὸν πατέρα σου, τὸν κύριό σου, τὸ βασιλιᾶ σου· ποὺ ἂν κι ἀντικρίζεις μὲ τὰ μάτια σου ὁλόλαμπρο φῶς, ἐν τούτοις ὁ νοῦς σου παραμένει τυφλὸς καὶ βυθισμένος σ’ ἀβυσσαλέα σκότη ἄγνοιας, ἄγνοιας ποὺ ἔκανε ὡρισμένους νὰ ἰσχυρίζωνται χωρὶς ντροπὴ ὅτι γεννηθήκαμε γιὰ τιμωρία γιὰ τὰ ἐγκλήματά μας. Δὲν βλέπω τί πιὸ τρελὸ ἀπ’ αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ λεχθῇ! 15 Ποῦ δηλαδὴ καὶ ποιά ἐγκλήματα μπορούσαμε νὰ διαπράξουμε ἀφοῦ ἤμασταν ὁλωσδιόλου ἀνύπαρκτοι; Ἐκτὸς κι ἂν τυχὸν πρόκηται νὰ πιστέψουμε σ’ ἐκεῖνον τὸν γεροξεκούτη ποὺ προσποιήθηκε πὼς στὴν προηγούμενη ζωή του ἦταν ὁ Εὔφορβος[10]. Πιστεύω πὼς ἐπειδὴ γεννήθηκε σ’ ἄσημο γένος ἀναδέχθηκε ὡς οἰκογένειά του μία ἀπὸ τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου. 16 Μὰ τί θαυμαστὴ καὶ μοναδικὴ ἡ μνήμη τοῦ Πυθαγόρα! Καὶ τί θλιβερὴ ἡ λησμοσύνη ὅλων ἡμῶν ποὺ ἀγνοοῦμε ποιοί εἴχαμε ὑπάρξει πρωτύτερα! Μᾶλλον συνέβη, εἴτε ἀπὸ κάποιο λάθος εἴτε χατιρικά, μόνο αὐτὸς νὰ μὴ πλησίασε τὸν Ληθαῖο ποταμὸ καὶ νὰ μὴ γεύτηκε τὸ νερὸ τῆς λήθης[11]! Προφανῶς ὁ γεροξεκούτης ἔπλασε παραμύθια γιὰ εὔπιστα θαρρεῖς παιδιά, ὅπως τὄχουν συνήθειο οἱ ἀργόσχολες γριές. 17 Ἂν ἐκτιμοῦσε ἐκείνους στοὺς ὁποίους τὰ εἶπε αὐτά, ἂν τοὺς ὑπολόγιζε ὡς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἀξίωνε ποτὲ γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸ δικαίωμα νὰ ψεύδεται μὲ τέτοιο θράσος. Ἀλλὰ ἑνὸς τόσο ἐπιπόλαιου ἀνθρώπου ἡ κενότητα εἶναι γιὰ νὰ τὴν περιγελᾷς. 18 Καὶ μὲ τὸν Κικέρωνα τί θὰ κάνουμε; Ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ τοῦ Παραμυθητικοῦ του εἶπε ὅτι γεννιόμαστε γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ ἐγκλήματά μας[12] ἐπανέλαβε ἔπειτα ἀκριβῶς τὸ ἴδιο ἐπιπλήττοντας θαρρεῖς ὅποιον δὲν πιστεύει πὼς ἡ ζωὴ εἶναι τιμωρία. Ὀρθῶς λοιπὸν εἶπε προηγουμένως ὅτι «μᾶς κατέχει ἄγνοια ἐλεεινὴ τῆς ἀλήθειας»[13].
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στὸ προηγούεμνο κεφάλαιο ἀναφέρθηκε στοὺς ἐπικουρείους ποὺ πρεσβεύουν πὼς οἱ ψυχὲς εἶναι θνητές.
[2]. Κλεάνθης ὁ Ἄσσιος (330-232 π.Χ.): στωικὸς φιλόσοφος, ἄμεσος μαθητὴς καὶ διάδοχος τοῦ Ζήνωνα. Χρύσιππος ὁ Σολεύς(280-206 π.Χ.): διάδοχος τοῦ Κλεάνθη στὴν Στοά, συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν θεωρητικὴ συστηματοποίησι τῆς στωικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴν ἀπήχησί της. Ζήνων ὁ Κιτιεύς (334-262 π.Χ.): ὁ είσηγητὴς τῆς στωικῆς φιλοσοφίας. Για τοὺς θανάτους τους βλ. Διογένης Λαέρτιος 7,176· 7,184 -185· 7,28· 8,69.
[3] Μάρκος Πόρκιος Κάτων ὁ νεώτερος (95 π.Χ. -46 π.Χ.) δισέγγονος τοῦ Μάρκου Πόρκιου Κάτωνος τοῦ πρεσβυτέρου του λεγομένου Τιμητῆ, ὀπαδὸς τῆς στωικῆς φιλοσοφίας, πολιτικός, στρατιωτικός καὶ ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τοῦ παραδοσιακοῦ ῥωμαϊκοῦ πολιτεύματος ποὺ πρέσβευε ἡ παράταξι τῶν Optimates, αὐτοκτόνησε μετὰ τὴν ἧττα τῶν τελευταίων, στοὺς ὁποίους ἀνῆκε, στὴν μάχη τῆς Θάψου, ἀρνούμενος τὴν συμφιλίωσι -στὴν πραγματικότητα συνθηκολόγησι- μὲ τὸν Καίσαρα, τὴν ὁποία ὡστόσο συμβούλευσε τοὺς φίλους του νὰ ἐπιδιώξουν γιὰ τὸ καλὸ τῆς Ῥώμης. Πρὶν ἀπὸ τὴν αὐτοκτονία του ἀπομονώθηκε σὲ ἕνα δωμάτιο μετὰ ἀπὸ μιὰ φιλοσοφικὴ συζήτησι ποὺ διημείφθη μεταξὺ τῶν φίλων του σὲ συμπόσιο ποὺ παρέθεσε, διαβάζοντας τὸν Φαίδωνα τοῦ Πλάτωνα, τὸν διάλογο περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Ἐπωνομάστηκε Ἰτικαῖος (Uticensis) ἀπὸ τὴν πόλι Ἰτίκη στὴν ὁποία αὐτοκτόνησε. Τόσο ἐν ζωῇ ὅσο καὶ μετὰ θάνατον θεωρεῖτο πρότυπο ἐνάρετου καὶ ἀδιάφθορου ἄνδρα.
[4] Socraticae = σωκρατικῆς εἶναι ἡ γραφὴ τῶν κωδίκων. Ἔχει προταθῆ ἡ διόρθωσι stoicae = στωικῆς.
[5] Λουκρήτιος 3,1041.
[6] Βλ. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Κάτων 68,2.
[7] Ἐννοεῖ τὸν Κλεόμβροτο τὸν Ἀμβρακιώτη. Σύμφωνα μὲ τὴν πλατωνικὴ ἀφήγησι (Φαίδων 59c) κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Σωκράτη δύο μαθητές του, ὁ Ἀρίστιππος καὶ ὁ Κλεόμβροτος ἔλειπαν στὴν Αἴγινα. Ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Καλλίμαχου (Παλατινὴ Ἀνθολογία 7,471) ἀναφέρεται σὲ κάποιον Κλεόμβροτο Ἀμβρακιώτη ποὺ αὐτοκτόνησε πέφτονας ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸ τεῖχος μετὰ τὴν ἀνάγνωσι τοῦ πλατωνικοῦ Φαίδωνος πεπεισμένος γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Τὴν πληροφορία αὐτὴ ἀναμεταδίδει ὁ Κικέρων (Pro Aemilio Scauro 4· Tusculanae Disputationes 1,84) ἐπικαλούμενος τὸν Καλλίμαχο. Παραμένει στασιαζόμενο ἂν ὁ Κλέομβροτος ποὺ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὸν Φαίδωνα είναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ αὐτὸν ποὺ αὐτοκτόνησε μετὰ τὴν ἀνάγνωσι τοῦ ἐν λόγῳ διαλόγου, καθὼς κἀμμιὰ ἄλλη πληροφορία δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸ ἄτομό του. Τὸ θέμα πραγματεύεται κι ὁ Αὐγουστῖνος Ἱππῶνος, De civitate Dei 1,22 ἔχοντας μᾶλλον ὑπόψιν του καὶ τὸν Λακτάντιο. Παρακάτω (§10) ἡ ἔκδοσι τῆς Teubner δέχεται τὴν γραφὴ τῶν κωδίκων Theombrotum. Διορθώνουμε, ὅπως ἄλλοι ἐκδότες, σὲ Cleombrotum. Θεωροῦμε πὼς τὸ λάθος εἶναι τῶν ἀντιγραφέων καὶ ὄχι τοῦ Λακταντίου. Πάντως ἀκόμη κι ἂν ἦταν τοῦ Λακταντίου λόγῳ ἀνακλήσεως τοῦ Κικερώνειου χωρίου ἀπὸ μνήμης, σίγουρα ἐννοεῖται ὁ Κλεόμβροτος ποὺ ἀναφέρει ὁ Καλλίμαχος καὶ ὄχι ὁ ἄσχετος μὲ τὴν ὑπόθεσι κυνικὸς Θεόμβροτος ποὺ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Διογένη Λαέρτιο (6,95) ὡς μαθητὴς τοῦ Μητροκλῆ. Βλ. καὶ Παλατινὴ Ἀνθολογία 11, 354 (Ἀγαθίας) καὶ Ψευδολουκιανός, Φιλόπατρις 1. Ἡ αὐτοκτονία τοῦ Κλεόμβροτου μνημονεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Τζὼν Μίλτων, Paradise Lost 3,471.
[8] Vixeris στὸ πρωτότυπο (ὑποτακτικὴ παρακειμένου). Ὁ παρακείμενος τοῦ vivo (=ζῶ) χρησιμοποιεῖται ἐνίοτε εὐφημιστικὰ γιὰ νὰ δηλώσῃ τὸ τέλος τῆς ζωῆς (βλ. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Κικέρων 22,4 γιὰ μιὰ διάσημη τέτοια χρῆσι τοῦ ῥήματος ἀπὸ τὸν Κικέρωνα. Βλ. καὶ Βεργίλιος, Aeneis 4,653).
[9] Τερέντιος, Hautontimoroumenos 971-972.
[10] Ὁ λόγος γιὰ τὸν Πυθαγόρα ποὺ κατὰ τὸν Ἡρακλείδη τὸν Ποντικὸ δίδασκε τὴν μετενσάρκωσι καὶ ὑποστήριζε πὼς σὲ κάποια ἀπὸ τὶς προηγούμενες ζωές του ὑπῆρξε ὁ Εὔφορβος (Διογένης Λαέρτιος 8,4-5, Ὑγῖνος Fabulae 112). Πρόκειται γιὰ τὸν Τρῶα ὁμηρικὸ ἥρωα, γιὸ τοῦ Πάνθοου, ποὺ πρῶτος τραυμάτισε τὸν Πάτροκλο. Σκοτώθηκε ἀπὸ τὸν Μενέλαο: Βλ. Ὅμηρος, Π 808,· 850· Ρ 59· 81. Σύμφωνα μὲ τὸν Διογένη Λαέρτιο κατὰ τὸν Ἡρακλείδη ὁ Πυθαγόρας ἀναγνώρισε τὴν ἀσπίδα τοῦ Εὔφορβου ποὺ ὁ Μενέλαος εἶχε ἀφιερώσει στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα τῶν Βραγχιδῶν (κοντά στὴν Μίλητο), ἐνῷ κατὰ τὸν Παυσανία (Ἑλλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, 17,3) ἡ ἀσπίδα βρισκόταν στὸ Ἡραῖον τοῦ Ἄργους. Βλ. καὶ Ὀβίδιος, Metamorphoses 15,160-164. Βλ. ἐπίσης Πορφύριος, Πυθαγόρου Βίος 26-27, Ἰάμβλιχος, Περὶ τοῦ πυθαγορικοῦ βίου 63.
[11] Οἱ ψυχὲς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μετοικήσουν σὲ ἄλλα σώματα ἔπιναν πρῶτα τὸ νερὸ τῆς λήθης προκειμένου νὰ ξεχάσουν τὴν προηγούμενη ζωή τους. Ἡ σχετικὴ μυθολογία φαίνεται πὼς ἀπηχεῖ ὀρφικὲς δοξασίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ἡ τωρινὴ ζωὴ εἶναι τιμωρία γιὰ τὴν διαγωγή μας στὴν προηγούμενη. Ὁ Πλάτων (Πολιτεία 621a) ὀνομάζει τὸν ποταμὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο οἱ ψυχὲς πίνουν τὸ νερὸ τῆς λησμονιᾶς Ἀμέλητα (=αὐτὸς ποὺ ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἔγνοιες) ὁ ὁποῖος διασχίζει τὸ Λήθης πεδίον (βλ. καὶ Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι 186). Βλ. ἐπίσης Βεργίλιος, Aeneis 6,705, Ὀβίδιος, Metamorphoses 11,603, Σενέκας, Hercules Furens 680, Oedipus 560, Phaedra 147· 1202, κ.α. Σύμφωνα μὲ τὴν μυθολογικὴ παράδοσι ὁ γιὸς τοῦ Ἑρμῆ, Αίθαλίδης, μποροῦσε νὰ ἀνεβοκατεβαίνῃ στὸν ᾍδη χωρὶς νὰ χάνῃ τὴν μνήμη του (βλ. Ἀπολλώνιος Ῥόδιος 1,641 κ.ε.). Κατὰ τὸν Ἡρακλείδη τὸν Ποντικὸ (Διογένης Λαέρτιος ὅ.π.) ὁ Πυθαγόρας ὑποστήριζε πὼς σὲ κάποια ἀπὸ τὶς προηγούμενες ζωές του ὑπῆρξε ὁ Αίθαλίδης, βλ. καὶ Πορφύριος, Πυθαγόρου Βίος 45. Φυσικὰ οἱ ἀναφορὲς τοῦ Λακταντίου εἶναι ἐντελῶς εἰρωνικές.
[12] Κικέρων, Consolatio fr. 1 Vitelli.
[13] Κικέρων, Consolatio fr. 2 Vitelli. Βλ. 3,14,20.
**
*
