*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
«Διάβασα κάποτε ότι ρωτήσαν τον Αλέξανδρο όταν ήταν παιδί «Θέλεις να γίνεις Όμηρος ή Αχιλλέας;» κι εκείνος απάντησε, «Με ρωτάτε αν θέλω να γίνω ο ήρωας ή η τρομπέτα του. Εγώ θέλω να είμαι ο Αχιλλέας». Διαφωνώ μαζί του. Ήρωες υπάρχουν επειδή υπάρχουν Όμηροι που αφηγούνται και υμνούν τα κατορθώματά τους.»
Το χωρίο που μόλις ακούσατε είναι παρμένο από μια συνέντευξη του κορυφαίου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας . Για τον Νίκο Καζαντζάκη στο δίλημμα αυτό, ανάμεσα στον ήρωα και τον ποιητή, η επιλογή δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Μολονότι κανείς άλλος από τους συγγραφείς του καιρού του δεν υπήρξε ίσως περισσότερο ομηρικός, μολονότι έγραψε κι εκείνος Οδύσσεια, μολονότι μάλιστα ώς το τέλος της ζωής του τη θεωρούσε το σημαντικότερό του επίτευγμα, ο ρόλος του ποιητή, ακόμη και του μέγιστου, ήταν σαν να μη του έφτανε, σαν να μην τον αποδέχτηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Εξίσου ή και περισσότερο τον είλκυε το ίνδαλμα του προφήτη, του γκουρού των ψυχών ή του κοινωνικού ταγού. Τα δε σχόλιά του για το πρότυπο του λογοτέχνη και του διανοουμένου, που έβλεπε να δεσπόζει στην εποχή του, ήταν παγίως απορριπτικά.
Ιδίως με τον χαμηλόφωνο, εσωστρεφή, εξομολογητικό λυρισμό και τους εκπροσώπους του –που όπως ξέρουμε δίνουν τον τόνο σε όλη τη διάρκεια του πρώτου Μεταπολέμου, χονδρικά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και που σήμερα τους αποκαλούμε Μεσοπολεμικούς– ο Καζαντζάκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά. Την «ευαισθησία» τους τη θεωρούσε εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επανειλημμένα εκφράζεται υποτιμητικά, κάποτε και σκωπτικά γι’ αυτούς. Όπως άλλωστε και για τους «χαρτοπόντικες» (δική του λέξη), τους κάθε λογής θεωρητικούς και γραφιάδες που απέχουν από την «πράξη». Εντελώς αρνητική είναι η κρίση του και για την «μοντέρνα ποίηση».
Τον Δεκέμβρη του 1939 από την Αίγινα γράφει στον κριτικό Δημήτριο Νικολαρεΐζη:
Όμως η λεγόμενη «μοντέρνα ποίηση» έχει, θαρρώ, τις ρίζες της στην προπολεμική ψυχολογία του ανθρώπου και μονάχα μετά τον πόλεμο πέταξε τα καθυστερημένα της άνθη. Τη θεωρώ πια ασυχώρετα ασύγχρονη. Υπήρξε ποτέ εποχή επικότερη από τη δική μας; Και δε βλέπουν οι νέοι την τρομαχτική δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις σημερινές κατακλυσμιαίες πορείες της Μοίρας και στις θεωρίες της poèsie pure, της εξαϋλωμένης, αποσταγμένης με το σταγονόμετρο; Ένα τραγούδι «μοντέρνο», sobre, discret, πικρό, χαριτωμένο, musique de chambre, αποδίδει το φοβερό σεισμό που ξέσπασε πια γύρα μας και μέσα μας; Πόλεμοι σήμερα, γκρεμίζονται βασίλεια, χορεύουν τα σύνορα, τρομερές, επικίνδυνες, σίγουρα γόνιμες, περιπέτειες – είναι λοιπόν η «μοντέρνα ποίηση» η φωνή του καιρού μας; Οι άνθρωποι οι αντιπροσωπευτικοί σήμερα, αυτοί που δημιουργούν ιστορία έτσι μιλούν; Η ιστορική φρίκη που περνούμε τέτοιο «τόνο» έχει; Η ψυχή που με τέτοιο τόνο σήμερα ζη κι εκφράζεται είναι, κατά τη γνώμη μου, παλιά πολύ, γηραλέα, ευγενέστατη, μα ανάξια να ζήση τη Μεγάλη Κραυγή που ρίχνουν τα γεγονότα.
Και παρακάτω συνεχίζει στο ίδιο γράμμα.
Βλέπω τους νέους και λέω. Πώς είναι δυνατό να μην έχουν νιώσει; (Τους γέρους και τους συνομήλικούς μου μήτε τους κοιτάζω· αυτοί είναι χαμένοι).
Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1940, γράφει: «Μπούχτισα πια να διαβάζω για ερωτοδουλειές και φεγγάρια κι αόριστες ντελικάτες λαχτάρες» . Οι πιο ζωντανές ψυχές της εποχής μας «είναι εκείνες που περιφρονούν την τέχνη», που τη θεωρούν «περιττή και ακατανόητη πολυτέλεια». Αντίθετα, οι ψυχές οι «καθυστερημένες» είναι «λίγο κωμικές». Τα τραγούδια τους όση «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη ερωτική νοσταλγία» και αν παρουσιάζουν, «έπαψαν πια να είναι φορείς ζωής», «η ζωή τούς έχει αφήσει πίσω της άδεια καύκαλα».
Σ’ αυτό το δεύτερο κείμενό του, ο Καζαντζάκης σκαρώνει μάλιστα τη γελοιογραφία ενός τέτοιου «μοντέρνου ποιητή». Τον παρουσιάζει «αγαθό», «γλυκομίλητο», «λιγνό», «αρρωστιάρη», «κακομοίρη» (όλα δικοί του χαρακτηρισμοί), του δίνει μάλιστα και όνομα: Μυρταίος. Είναι προφανές νομίζω ότι η κόσα θερίζει εδώ όχι μόνο τα ώριμα στάχυα, τους πεισιθάνατους και αισθηματίες ποιητές του Μεσοπολέμου, αλλά και τα πρώτα φανερώματα της Γενιάς του ’30. Απόδειξη, ότι απάντηση στο άρθρο της ΝΕ συντάσσει ο Γιώργος Σεφέρης. Η απάντηση εκείνη έμεινε αδημοσίευτη και έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα μετά τον θάνατο και των δύο . Ωστόσο άφησε ίχνη. Η βαθύτατη αντιπάθεια, η αποστροφή καλύτερα του Σεφέρη για το πρόσωπο και το έργο του Καζαντζάκη έχει τις ρίζες της εδώ. (περισσότερα…)
