Συντάκτης: L'apprendista

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

«Τον άρτον ημών τον επιζήμιον»: κριτική και «ήσυχο ψωμί»

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης ὁδηγεῖ σὲ καταστάσεις ἀνθρωποκτόνες. Καὶ ἡ ἀνθρωποκτονία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ —κυρίως— ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὅσων πολὺ συχνὰ τὸν συνιστοῦν ὡς conditiones sine quibus non. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ φύση κάποιου καὶ δίχως αὐτὸ ὁ ὁριστικὰ «κάποιος» τρέπεται σὲ ἀόριστα «ἕναν», τίθεται συχνὰ ὑπὸ προϋποθέσεις, συνθῆκες καὶ ὅρους ποὺ ψευτίζουν τὸ εἰδοποιὸ αὐτὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ συνεπῶς τὸν ἴδιο τὸν φορέα αὐτῆς τῆς ταυτότητας.

Ἡ ἀνάγκη ἄρθρωσης κριτικῆς μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ καλλιεργηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ συνιστᾶ προδιάθεση δομικὴ γιὰ τὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν ἀσκεῖ. Ἴσως ἐκκινεῖ ἀπὸ ψυχοσυναισθηματικὰ ἐλλείμματα ἢ ἀπὸ κάποια ἤπια —κι’ ἄλλοτε ὀξεία— ναρκισσιστικὴ διαταραχή, ἴσως ἀπὸ κάποιο σύνδρομο διδακτικό, ἐξουσιαστικὸ ἢ προστατευτικὸ πρὸς τὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, ἴσως ἀπὸ καθῆκον αὐθεντίας ἀπέναντι σὲ ἕνα πεδίο ποὺ χρήζει ὑπεράσπισης, σωτηρίας ἢ —ἐσχάτως— καταβαράρθωσης. Ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἄσκησή της μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἀρχέγονη τάση ποὺ μοιράζεται γενετικὰ σὲ κάποιους, ὡς μία τρόπον τινὰ διαδικασία ρύθμισης τῶν ἐντροπικῶν τάσεων τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ἕνα ἰσχυρὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ ὅποιον τὴν παίρνει στὰ σοβαρά.

Ἡ ὑποτίμηση καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση —σὲ βαθμὸ ὑποχώρησης καὶ τελικὰ ἀπουσίας— τῆς κριτικῆς τόσο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν ὅσο κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν δέχονται, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μία μόνον αἰτία. Προφανῶς, πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἀτολμία τῆς ἐποχῆς. Οἱ μὲν ἀσκοῦντες τὴν κριτικὴ ὀρρωδοῦν μπροστὰ στὶς συνέπειες τῆς ἔκθεσης ποὺ συνεπάγεται μία ὀξεία, ἢ ἀμφιλεγόμενη, ἢ ἀκόμα καὶ μετριοπαθής, δίκαιη κριτική· οἱ δὲ ἀποδέκτες πάσχοντας ἀπὸ ἀλγοφοβία μετατρέπουν τὴν κριτικὴ σὲ προσωπικὴ ἐπίθεση, δολοφονία χαρακτήρα, ὑπόγεια ἀτζέντα μὲ δεδομένα κινήτρα, τοξικότητα κ.ο.κ., ἐπενδύοντας ὅλες τους τὶς μάρκες στὴν κουλτούρα ἀποδοχῆς τῶν ΜΚΔ, στοὺς ἀτελείωτους καταλόγους ἀτόμων μὲ @/mention (ποὺ δηλώνουν ὁμάδα, συλλογικότητα, μέτωπο, φράξια, κίνημα, μπλόκ), στὸν ὠκεανὸ θετικότητας σὲ μιὰν ἐδεμικὴ μετα-αξιολογικὴ κατάσταση. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀγωνία τῆς ἔκθεσης καὶ τῆς συνακόλουθης τοποθέτησης ἐντὸς μιᾶς γυάλινης προθήκης ἡ ὁποία τίθεται πλέον στὴν —συχνὰ ἀνθρωποβόρα— κριτικὴ τοῦ κοινοῦ, μετασχηματίζεται σὲ μία κοινότητα Amish ὅπου ὅλα γίνονται συνεργατικά, ἀνώδυνα καὶ κυρίως «φροντιστικά».

Μία δεύτερη δεσπόζουσα αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ στὴν στροφὴ τῶν ἐνδιαφερόντων πρὸς εὐρύτερα σχήματα· δηλαδή, στὴν ἀποτροπὴ τῆς μεμονωμένης κριτικῆς καὶ στὴν ἐπικέντρωση στὸ φαινόμενο, στὸ πολιτισμικὸ προτσὲς ἀπότοκο τῆς ὁποίας συνιστᾶ τὸ μεμονωμένο. Ἀσφαλῶς, θὰ πεῖ κανείς, αὐτὸ συνέβαινε καὶ στὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἀρθρωνόταν ἡ μεμονωμένη κριτική σὲ μεμονωμένα ἔργα μεμονωμένων προσώπων. Μάλιστα, αὐτὸ θεωροῦνταν «ἐπιτυχημένη καὶ πλήρης κριτική», καθὼς τὸ καθένα ἔργο δηλωνόταν ὡς σύμπτωμα μιᾶς εὐρύτερης τάσης ποὺ κατὰ τὸν κρίνοντα εἶχε λάβει μιὰν ἐσφαλμένη —ἢ ἔστω στρεβλή— κατεύθυνση. Ἡ σύγχρονη ἐμμονὴ στὴν ἀποφυγὴ τῆς κατὰ περίπτωσιν ἀξιολόγησης καὶ ἡ στροφὴ στὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, πόρρω φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομαζόταν «κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ». Μέσες-ἄκρες, συνιστᾶ μιὰν ἐπιστημονίζουσα ἐκδοχὴ τῆς πρώτης αἰτίας, καίτοι ἐρείδεται σὲ μιὰ τάση σίγουρα ἐπωφελῆ καὶ γόνιμη γιὰ τὸν δημόσιο λόγο σχετικὰ μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν καλλιτεχνία, κι’ ἐσχάτως τὸν πολιτικὸ —τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ— βίο.

Ἡ τρίτη, ὅμως, καὶ ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνη αἰτία τῆς ἀσθένειας —ἂν δὲν πρόκειται ἤδη γιὰ θάνατο— τῆς κριτικῆς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ψωμί. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἕνα μικρὸ χωριό, μιὰ ἐπαρχία τῆς Δύσης μὲ χαρακτηριστικὰ Ἀνατολῆς, τὸ «σταυροδρόμι» τῶν εὐαίσθητων ποὺ ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ διαλέξουν πλευρὰ ἀνάμεσα στὸ ἐγκλωβιστικὸ γιὰ τὰ ζωτικά τους ὄργανα φράκο καὶ τὸ σφιχτὸ στὸ φίλτρο Winston, καὶ στὸ προκλητικὰ φολκλὸρ τουρμπάνι μὲ τὸν Ἄσσο ἄφιλτρο ποὺ τραβιέται σὰν δροσερὸς ἀέρας στὴν Πίνδο. Κι’ ὅπου «μικρὸ χωριό», αὐτόματα ἔχει κανεὶς «κακὸ χωριό». Διότι ὅταν ὅλοι γνωρίζονται ἔστω καὶ κατ’ ὄνομα μὲ ὅλους, ὅταν τὰ πάντα σχεδὸν κινοῦνται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα ἀνθρωποδίκτυα ποὺ σὰν ἄλλοι ἀτζέντηδες ἀποφασίζουν ποιός θὰ παίξει καὶ ποῦ, ὅταν γενικῶς τὸ σάλτο τοῦ ἑνὸς συνεπάγεται τὴν τρικλοποδιὰ τοῦ ἄλλου, οἱ ὑποχρεώσεις ἑκατέρωθεν αὐξάνονται, τὰ μυστικὰ γίνονται κοινὴ γνώση ὅλων, τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἀμοιβαία καταστροφὴ τρεμοπαίζει πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ καθένα καὶ τῆς καθεμιᾶς. Μ’ ἄλλα λόγια, οἱ δεσμεύσεις πληθαίνουν τόσο ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ νερόφιδα στὰ ποτάμια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀναπαραγωγῆς. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)

Προετοιμασία για τις Βαλκυρίες

*

Αν κάποτε πειστώ πως είμαι όντως,
θα είναι πιθανώς εν τω σταδίω
του Έρικσον, που λέγεται, δεόντως,
και λύρα ή παράθυρο-κρανίο.

Μην έχοντας, παρά τις σημασίες
(αμμώδη, χειμασμένα κοτσανάκια)
θα ψάλλω μια βρισιά στους γαλαξίες
που -τότε!- συγγενή με τα κοράκια

με κλήρωσαν, ως μάτι που κυκλώνει
τα φύλλα, συνδετήρες του συμβάντος,
ως γνώση χαραγμένη στο πριόνι,
στο πρόβλημα που στέκεται αχράντως.

Και -τότε!- θα ακούσω τη φωνή τους;
Εγώ, ακόμη μια παραπομπή τους.

Γ. Δ. ΛΕΟΝΤΑΣ

*

**

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)

Το kayfabe ως νέος ρεαλισμος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 τὸ WWE (World Wrestling Entertainment), τότε ακόμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία WWF (World Wrestling Federation), γνώριζε σημαντικὴ διάδοση στὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη μέσω συνδρομητικῶν καναλιῶν. Ἔπρεπε νὰ περάσουν περίπου 10-15 χρόνια προκειμένου νὰ κατακτήσει τὸ παγκόσμιο στερέωμα, δημιουργῶντας μιὰν αὐτοκρατορία θεάματος μὲ κέντρο τοὺς ἐπαγγελματίες παλαιστὲς καὶ ὅλες τὶς προσωπικὲς ἱστορίες, τὶς ἀφηγήσεις καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐνδύουν τὸ σόου αὐτὸ ποὺ στοὺς ἑλληνικοὺς δέκτες καθιερώθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 2000 ἀπὸ τὸ πειραιώτικο TV MAGIC. Παράλληλα, ἡ εἴσοδος τοῦ DVD στὴν καθημερινὴ ζωή μας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς (καὶ πειρατικῆς ἀντιγραφῆς) του μέσω τῆς πρώτης εὔκολα προσβάσιμης στὰ μέσα νοικοκυριὰ κονσόλας/παιχνιδομηχανῆς, τοῦ Playstation 2, ἔβαλε γιὰ τὰ καλὰ τὰ δύο σύμπαντα τοῦ WWE (τὸ SmackDown καὶ τὸ Raw) μαζὶ μὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς διοργανώσεις/στιγμὲς τῆς χρονιᾶς (Backlash, Royal Rumble, Wrestlemania, Summerslam κ.λπ.) στὰ σπίτια τῶν τότε ἐφήβων (κι’ ὄχι μόνο). Ἡ διαδικασία ἦταν ἁπλή: μία φωτοτυπία ταυτότητας ἐνηλίκου, κι’ ἕνας λογαριασμὸς ΔΕΚΟ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ ἐγγραφὴ μέλους σὲ κάποιο τοπικὸ βίντεο κλάμπ· ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ἐρχόταν ἡ ἀναζήτηση στὰ ράφια, καὶ ἡ ἡμερήσια, γιὰ τὸ σ/κ ἢ ἑβδομαδιαία ἐνοικίαση. Ὕστερα, ἀκολουθοῦσε συγκέντρωση σὲ σπίτια μὲ φίλους καὶ εὐλαβικὴ παρακολούθηση. (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)