Συντάκτης: L'apprendista

Ιωάννα Τσιβάκου, Συναίσθημα και ορθολογικότητα. Η ελληνική εμπειρία (προδημοσίευση)

Εισαγωγικά

Ο «συναισθηματικός» Έλληνας, έναυσμα και σκοπός

Συχνά, διανοούμενοι και πολιτικοί, ως και άνθρωποι της τέχνης, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό «συναισθηματικό». Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, θα έλεγα, πως χρησιμοποιούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό για να εξηγήσουν τον κατά τη γνώμη τους έντονο αυθορμητισμό που διακρίνει τους Έλληνες, την έλλειψη τάξης στις πράξεις και σκέψεις τους, όπως και το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα τους. Παρόμοιες συμπεριφορές είτε αποδίδονται σε γεωγραφικά και γενετικά αίτια συνδεδεμένα με τη φυλή, είτε, πράγμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε μακρο-κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες συνδεδεμένους με την οικογενειακή δομή και θρησκεία. Ακούγεται συχνά, πως το ελληνικό άτομο, αναθρεμμένο μέσα σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους, κυρίως της οικογένειας και μικρών κοινωνικών ομάδων –εντοπιότητας ή προσωπικών φιλικών σχέσεων–, αναπτύσσει ψυχισμό ρέποντα προς συναισθηματικές και όχι ορθολογικές κρίσεις και αποφάσεις για τη ζωή του όπως και για τα κοινά. Υπ’ αυτήν την οπτική, το συναίσθημα ερμηνεύεται ως η άλλη όψη όχι της αναισθησίας, αλλά του ορθολογισμού. Με τον τελευταίον όρο υπονοούνται συμπεριφορές και στάσεις ζωής εγκαθιδρυμένες κατά τους Νέους Χρόνους, όταν απέναντι στον μεσαιωνικό άνθρωπο του δυτικού κόσμου ορθώθηκε από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη το εκλογικευμένο άτομο. Το υποκείμενο που πρόβαλε τότε στη σκηνή των δυτικών κοινωνιών, δεν έπαψε να είναι φορέας συναισθημάτων, όμως, όπως υποστηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα του δυτικού στοχασμού, η κύρια συνιστώσα του θεωρήθηκε ο έλλογος νους, ο οποίος όφειλε να καλλιεργείται έτσι, ώστε ο μακρόπνοος σχεδιασμός του βίου του και, κατά ακολουθίαν, η δράση του να διακρίνονται από ορθολογικότητα. Συνεπώς, όταν γίνεται αναφορά στον συναισθηματισμό των Ελλήνων, η έννοια εκφέρεται υποτιμητικά, καθώς, υπόρρητα, συγκρίνεται με τον ορθολογισμό που κατά τη γνώμη τους εξακολουθεί να διέπει τα άτομα των δυτικών κοινωνιών, κυρίως όσων έχουν βιώσει την περίοδο της νεωτερικότητας.

ΕξώφυλλοΤσιβάκου.jpgΜεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.

Είναι αλήθεια πως ο δυϊσμός που παρατηρήθηκε από πολιτικούς διανοητές στις ελληνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές αναφερόταν στην πολιτική κουλτούρα και όχι γενικά στο μοντέλο πολιτισμού της κοινωνίας, γι’ αυτό και η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και κοινωνίας ακολουθεί μια συστημική οπτική, παλαιότερα εγκαθιδρυμένη από τον Πάρσονς και μεταγενέστερα από τον Λούμαν, όπου η κοινωνική διαφοροποίηση είναι οριζόντιας μορφής, βασισμένη στην υποδιαίρεση των κοινωνικών λειτουργιών σε αυτόνομα, αυτοαναφερόμενα συστήματα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως οι υποστηρικτές του εκσυγχρονισμού της πολιτικής κουλτούρας γνωρίζουν πως η τελευταία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τη γενικότερη κουλτούρα της κοινωνίας, όπως και από το μακροπρόθεσμο πολιτισμικό της πρότυπο, μιας και αναφέρεται σε ιδεώδη και αξίες, όπως και στις παραδόσεις και ιστορικές μνήμες ενός λαού. Αυτόν τον λόγο τον θεωρώ επαρκή προκειμένου να επεκτείνω την οπτική του πολιτικού εκσυγχρονισμού σε όλη την κοινωνία, και να θεωρήσω πως, στο βάθος, αφορά στο σύνολο των ελληνικών κοσμοαντιλήψεων. (περισσότερα…)

Ποίηση και πάθος

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti

του ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά

Αυτό το σύντομο ποίημα του Κύπριου Κώστα Μόντη αποδίδει πολύ καθαρά την αγάπη, το πάθος και την υπερηφάνεια που αισθάνονται οι Έλληνες για τη γλώσσα τους.

Ακόμη καλύτερα το διατυπώνει ο Σεφέρης στις Δοκιμές:

Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ώς τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […].

Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση ενός πολιτικού, μπορούμε να πούμε ότι καμιά άλλη γλώσσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους λαούς όσο η ελληνική. Κι αυτό ισχύει κυρίως στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η μεγαλύτερη ποίηση που μας κληροδοτήθηκε στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, γράφτηκε στην Ελλάδα αιώνες προ Χριστού: από τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητές. Πρόκειται για μια ποίηση που ξεχειλίζει από πάθος.

Διότι η ποίηση είναι κόρη του πάθους και των δύο αγγέλων του, του έρωτα και του πόνου. Στην ποίηση όλα είναι προϊόν αυτών των δύο συναισθημάτων. Αυτά γεννούν τα πιο θαυμάσια και δύσμορφα παιδιά, τις πιο αισχρές και πιο υπέροχες πράξεις του ανθρώπου, από τους πολέμους μέχρι τα αριστουργήματα της τέχνης.

Ο Όμηρος, οι τραγικοί και οι λυρικοί ποιητές ύμνησαν όλα τα πάθη: το επικό, το δραματικό, το πάθος για την πατρίδα και τον μύθο, τα οικογενειακά πάθη, τους κρυφούς πόθους, το πάθος για τη γνώση και τη λογικότητα, το πάθος για την τέχνη και για το ύψιστο. Τέλος, το «πάθος των παθών»: τον έρωτα, το «γλυκόπικρο ερπετό» όπως τον αποκαλεί η Σαπφώ. Διαφορετικά, γιατί λεγεώνες ποιητών και συγγραφέων πέρασαν τη ζωή τους ν’ αραδιάζουν λέξεις σε λευκά χαρτιά χωρίς καν να ξέρουν αν ποτέ κανείς θα τους διάβαζε και θα γνώριζε τις σκέψεις και τα αισθήματά τους;

Γιατί άραγε ο Καβάφης –που κληρονόμησε από τη μητέρα του λίγες εκατοντάδες ελληνικές λέξεις– πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του να μελετάει, μακριά από την Ελλάδα, αυτή τη γλώσσα, επιλέγοντάς την ως εργαλείο του έργου του, ωσότου γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της ελληνικής λογοτεχνίας όλων των εποχών;

Και γιατί ο Καζαντζάκης πέρασε χρόνια από τη ζωή του να γυρνάει στα χωριά της Κρήτης και στα νησιά του Αιγαίου και να καταγράφει, μ’ ένα μολύβι κι ένα σημειωματάριο, χιλιάδες λέξεις που άκουγε από το στόμα αγροτών, βοσκών, ψαράδων, φτωχών και αναλφάβητων ανθρώπων, ώστε να δώσει σ’ αυτές νέα ζωή ενσωματώνοντάς τες στα μυθιστορήματά του και προπαντός στην Οδύσεια, μεταμορφώνοντας αυτό το θαυμάσιο ποίημα σ’ ένα είδος γλωσσικής κιβωτού του Νώε, η οποία θα μετέφερε στο όρος Αραράτ του μέλλοντος μια κληρονομιά που διαφορετικά προοριζόταν να χαθεί παντοτινά; Πολλοί αναγνώστες, και κυρίως κριτικοί λογοτεχνίας, καταδίκασαν (ή πιο πιθανόν δεν κατάλαβαν) αυτό το εγχείρημα, παραπονούμενοι ότι τα χιλιάδες αθησαύριστα λήμματα «είναι δύσκολα ή ακατανόητα». Προτού σπεύσουν να τα θεωρήσουν δύσκολα ή ακατανόητα, δεν αναλογίστηκαν ότι πρόκειται για λέξεις της ελληνικής γλώσσας και ότι το να τις μάθει κανείς, δεν θα έπρεπε να είναι χάσιμο χρόνου παρά εμπλουτισμός. Ενδεχομένως, μπορεί κανείς να παραπονεθεί (εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα) για την έλλειψη ενός καζαντζακικού λεξικού ή μιας σχολιασμένης έκδοσης της Οδύσσειας.

Τέλος, γιατί άνθρωποι όλων των εποχών και όλων των χωρών, οι οποίοι πέρασαν και περνούν μέχρι και σήμερα, υπό άθλιες συνθήκες, χρόνια εξορίας ή φυλακής σε στρατόπεδα για τις πολιτικές τους ιδέες (από τη Ρωσία ως τη Νότια Αμερική, από την Κίνα ως την Αφρική, και ασφαλώς στην Ελλάδα), είχαν ως μοναδική παρηγοριά και λύτρωση τη γραφή και την αγάπη για τη γλώσσας τους;

Και γιατί λεγεώνες μεταφραστών αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για να μεταφράσουν σε μιαν άλλη γλώσσα εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια λέξεις ποιητών και συγγραφέων από την Ελλάδα και άλλες χώρες, συχνά με γελοία οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος;

Ίσως, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε, για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ένας καλλιτέχνης περνάει τη ζωή ζωγραφίζοντας πορτρέτα του αγαπημένου του προσώπου, δίχως να ξέρει αν οι πίνακές του θα κρεμαστούν ποτέ στους τοίχους ενός μουσείου, με τη μόνη ελπίδα, σχεδόν πάντα μάταιη, να δει να του ανταποδίδεται η αγάπη – διότι καμιά μεγάλη αγάπη δεν ανταποδόθηκε ποτέ με την ίδια ένταση όποιου τη νιώθει.

Πράγματι, όλα αυτά γίνονται για έναν μοναδικό λόγο: από αγάπη.

Είμαι πεπεισμένος πως οποιοσδήποτε ξένος, ο οποίος έχει το προνόμιο να γνωρίζει το θαύμα της ελληνικής γλώσσας, ποίησης και λογοτεχνίας, έχει επίσης το καθήκον να μοιράζεται με τους υπόλοιπους αυτό το μεγάλο προνόμιο. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που κι εγώ αφιέρωσα όλη μου τη ζωή για να κάνω γνωστή την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία στην Ιταλία, σχεδόν πάντα χωρίς οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος. Από αγάπη.

Λόγω αυτής της αγάπης έχω εκδώσει, είτε στα βιβλία μου είτε στο περιοδικό Poesia –το οποίο εδώ και τριάντα-δύο χρόνια για το είδος του έχει τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ευρώπη–, περισσότερους από τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές και πάνω από τριάντα-έξι χιλιάδες ποιήματα από τριάντα-οκτώ γλώσσες. Οι εκατό από τους τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές είναι Έλληνες.

Ως μεταφραστής μετέφρασα από τα ελληνικά στα ιταλικά δεκάδες ποιητές: από τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο ώς τη Γενιά του Εβδομήντα, μέχρι πολλούς άλλους που δεν είχαν μεταφραστεί ποτέ πριν στα ιταλικά. Συνολικά, περισσότερους από εκατό χιλιάδες στίχους και δεκάδες χιλιάδες σελίδες πεζογραφίας.

Μια αγάπη, που στην περίπτωσή μου όπως και στις άλλες, ανταποδόθηκε ελάχιστα ή άσχημα.

Δεν έχει σημασία. Η αγάπη για την ποίηση τροφοδοτείται από μόνη της και βρίσκει ανταμοιβή στην ίδια την ποίηση.

Αυτή η ξεχωριστή εμπειρία μ’ έκανε όμως να γνωρίσω και ν’ αγαπήσω εκατοντάδες ποιητές, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, οι οποίοι συχνά μου χάρισαν την εκτίμηση και τη φιλία τους: μια ικανοποίηση πολύ ανώτερη από οποιαδήποτε οικονομική ανταμοιβή.

Την ίδια ικανοποίηση και την ίδια τιμή που μου προσφέρετε εσείς, εδώ, σήμερα. Ευχαριστώ.

ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ


Ομιλία που εκφώνησε χθες, 11 Δεκεμβρίου 2019, ο Νικόλα Κροτσέττι κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α.

~.~

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |42. Χάρης Ψαρράς (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρρᾶς (ΙΙ)

Γκότα

(Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008)

Ἡ Κίρκη Πηνελόπη

Θαλάσσης μάτια, κόμη ἐβένου
νηχθημερὸν στὸ φῶς. Τριζόνια
σὰν κάνεις σὲξ τοὺς ἤχους κρένουν.
Πυρφόρα,ὁλόφωτα λαμπιόνια

φέγγουν καὶ βλέπουν οἱ ἐκλεκτοί σου
τὰ κάλλη σου καὶ τὴν ἀγκάλη.
Σὲ πῆρα ἐγὼ γιὰ προσκεφάλι
κι ἂς μ’ ἀρρωσταίνει ἡ λογική σου

νὰ δίνεσαι σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Φιλώντας γεύομαι τὸν δυόσμο
στὸ στῆθος σου ποὺ ἀναστατώνει

τὸ πράο μου βλέμμα. Ξημερώνει
κι ἐγὼ σὲ πῆρα στὸ κατόπι,
Κίρκη, γλυκιά μου Πηνελόπη.

~.~

Ἡ ἐπιστροφή

Ραμφίζει ὁ γλάρος στὰ παράλια τὰ σκουπίδια.
Ὁ αὐγερινὸς φωτίζει τῆς τρελῆς
γριᾶς τὸ σπίτι. Οἱ ἀστοὶ κι οἱ εὐγενεῖς
λένε πὼς εἶναι μάγισσα. Τὰ ἴδια

μοῦ λέει γιὰ κείνη τοῦ τσαγκάρη ὁ παραγιός:
«Ἀπ’ τὸ σοκάκι της νὰ μὴν περνᾶς. Ρουφῆχτρες
μὲ μάγια στήνει στοῦ δρόμου τὴ μέση.
Τὴ συνοδεύουν μάγισσες καὶ χαρτορίχτρες

ποὺ σὰν λιμάρικα σκυλιὰ σοῦ τρῶν τὸ βιός».
Ὅμως ἐμένα ἡ αὐλίτσα της μ’ ἀρέσει
σὰν τὴ φωτίζει γελαστὸς ὁ αὐγερινὸς

κι ὁλοταχῶς τρέχει ἡ γριὰ στὸ ἀκρογιάλι
τὸν γλάρο νὰ ταΐσει, νηστικὸς
μὴ φύγει ἀπὸ τὰ μέρη μας, γιὰ νὰ ξανάρθει πάλι.

~.~

Ρεβεγιόν (Ἀγρυπνία)

Εὐχὲς στὴ φιέστα ἀνταλλάσσουμε καὶ πᾶμε
μιὰ ὥρα ἀρχύτερα εὐτυχεῖς νὰ κοιμηθοῦμε.
Ναί, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον! «Πεινᾶμε»
φωνάζουν οἱ φτωχοὶ κι ἐμεῖς ἀκοῦμε

τὶς οἰμωγὲς ρακένδυτων λιμάρηδων
ἀστέγων καθημένων στὴν Κλαυθμῶνος.
Καθὼς χαράζει ἡ πρώτη μέρα τοῦ αἰῶνος
οἱ ἰαχὲς ἀμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα καὶ λοιπῶν μᾶς κατακλύζουν.
Πὼς θά ‘κανα τὸ ρεβεγιὸν στὸν δρόμο δὲν τὸ πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονὴ διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ἕνα παγκάκι στὴ Σταδίου. Μᾶς ὁρίζουν

καὶ οἱ κλοσὰρ καὶ ἡ πὸπ καὶ ἡ κουλτούρα.
Δές, ξημερώνει ἡ πρώτη πρώτου δυὸ χιλιάδες
μὲ ὅλα της τὰ συμπράγκαλα. Κατούρα
στοῦ μέλλοντος κι ἐσὺ τὶς συμπληγᾶδες!

~.~

Στὴν Γκότα

Ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυσε
στὸ πιὸ φτηνὸ κατέλυσα
πανδοχεῖο τῆς Γκότα.

Μὲς στοὺς πολλοὺς
ποὺ συνωστίζονταν ἐκεῖ
γνώρισα ἕναν λυπημένο.
«Σὰν καὶ πρῶτα

ἂν ἦταν οἱ καιροί, θά ‘ταν καλά
ὅμως δὲν εἶναι πιά».
Σιγοψιθύριζε ἐτοῦτο
τὸ τραγούδι.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθα
μονάχος πέθανε κι αὐτός.
Στὸν τάφο του ἕνα
λουλούδι

δὲν ἄφησε κανείς, ὡς λένε, ἀλλὰ
αἴφνης γιὰ χάρη του ὁ Θεὸς
χαμήλωσε τὰ φῶτα
καὶ στὸ σκοτάδι βύθισε
τὴν Γκότα.

~.~

Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη (Ι)

Χαιρετισμὸ στερνὸ ἀπόψε σοῦ ἀπευθύνω,
Ποιητὴ τῶν Ὅλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Τοῦ ἔργου σου τὸ μεγαλεῖο δὲν θὰ κρίνω.
Μπροστά σου ἄφωνος θὰ στέκω ὥσπου τὸ χέρι

ἑνὸς ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους σου νὰ ‘ρθεῖ νὰ μ’ εὐλογήσει.
Θυμᾶμαι ἕναν λουθηρανὸ πάστορα
ποὺ ἔλεγε μὲ περίσκεψη πὼς σὰν ὁ ἥλιος δύσει
στοῦ πλήρους σκότους ἀποσύρεται τὰ μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα
κι ὅμως ήχοῦν πολύτιμα τώρα ποὺ ξεμακραίνω
κι ἐγὼ ἀπ’ τὴ ζωή. Στοῦ βίου μου τὴν αἰώρα
κούρνιαζα πρὶν μ’ ἀπαρνηθεῖ ἡ θνητή μου φύση.

Τοῦ Ἅδη τὴ θύρα τώρα ἀργοδιαβαίνω
μὲς στῶν νεκρῶν ψυχῶν τὴν κατηφόρα.
«Ἄρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιός ὅμως;
Ὁ θάνατος ποὺ εἶν’ τῆς ζωῆς ἡ διχοτόμος.

Στὰ δυὸ τὴν κόβει ἐν τάχει κι ἔπειτα ἀφανίζεται.
Στὴ θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι ὀδύρεται
γιατὶ πιὸ πέρα κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς ἀναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ὅταν γείρει ὁ ἥλιος βγαίνει
πίσω ἀπ’ τοῦ ἡσυχαστηρίου τὰ κυπαρίσσια.

~.~

αρχείο λήψης

(Τὰ ὄντως ὄντα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012)

Χιόνι καὶ νερό

Στὸν αὐχένα τῆς νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες, ἔκθαμβες, λευκές,
ἀπ’ τὸ καλέμι ἑνὸς
ἀγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.

Ἂν δοκιμάσεις νὰ τὶς κλείσεις
στὰ χέρια σου, θὰ λιώσουνε μεμιᾶς.
Στὴ θέση τους ἀστράφτει μιᾶ σταγόνα
φρέσκου νεροῦ, αὐτὴ
δὲν εἶναι παρὰ ἡ σκόνη
ποὺ ἀπόμεινε ἀπ’ τὴ χειραψία σου
μὲ τὸν ἄγνωστο γλύπτη,

μ’ Ἐκεῖνον ποὺ μειδίαεκαὶ σφράγισε γερὰ
τὴν τέχνη Του ὁλόκληρη σ’ ἕνα ἔργο
ἕτοιμο ν’ ἀφανισθεῖ,
μόλις θνητὸς τ’ ἀγγίξει.


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα

Θανάσης Γαλανάκης

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα: Η Νύφη του Ιούλη του Παναγιώτη Νικολαΐδη κι η πορεία προς μια νέα πολιτική ποίηση

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

1. Εἶναι βιβλία ποὺ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκδίδονται, ἤγουν διανοίγονται στὸ κοινό, παραμένουν κλεισμένα στὸν ἑαυτό τους. Ἄλλα ἕνεκα τῆς ἐγγενοῦς ἐρμητικότητάς τους, ἄλλα ἕνεκα τῆς φυσιογνωμίας τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἐξωθεῖ τὴν πλειονότητα τῶν συγγραφέων στὸν αὐτοεγκλωβισμὸ ἑνὸς στείρου ὑποκειμενισμοῦ – σὲ μιὰ λυρικὴ ἀναδίπλωση αἰσθητικὰ ἄτερπνη καὶ ἀντιπαραγωγική. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως, εἶναι καὶ κάτι ἄλλα βιβλία, ποὺ ἐπιλέγουν μὲ περίσσιο θάρρος νὰ ριχτοῦν στὸ πεδίο τῆς πάλης μὲ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ τὴν Ἱστορία, θεματοποιώντας τὰ μείζονα προβλήματα τῆς συγχρονίας τους καὶ διατηρώντας τὴ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ τῆς ἀτομικῆς/ὑποκειμενικῆς διάστασης τοῦ δημιουργοῦ τους καὶ τῆς δημόσιας/ἀντικειμενικῆς –δηλαδή, τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια– διάστασης τῆς ἐποχῆς τους. Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη τοῦ Παναγιώτη Νικολαΐδη γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα.

2. Δηλώνοντας τὶς προθέσεις του ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο, ὁ Νικολαΐδης ὁρίζει τὸ πεδίο ἀναφορᾶς τῆς συλλογῆς: ἡ Κύπρος, τὸ καλοκαίρι τῆς εἰσβολῆς (20.7.1974), ἡ ἀλγεινὴ ἐμπειρία τῆς κατοχῆς τοῦ βόρειου τμήματος, τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ συλλογικὸ τραῦμα. Πρόκειται –θ’ ἀναρωτηθεῖ κανείς– γιὰ μιὰ ποίηση στενὰ ἐθνικὴπατριωτική; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀναφανδὸν «ὄχι»! Κι αὐτό, διότι ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ἐκείνη ἡ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ προσωπικῆς ἐμβίωσης καὶ δημόσιου χώρου ποὺ κάνει τοὺς περιοριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ πατριωτικοῦ ἢ τοῦ ἐθνικοῦ νὰ παρέλκουν, χαιρετίζοντας ὡς καταλληλότερο χαρακτηρισμὸ ἐκεῖνον τῆς πολιτικῆς ποίησης. Εἶναι, ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Νικολαΐδη μιὰ ποίηση πολιτική μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια, ἀποτελώντας τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ μιὰ πρόταση: ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν πάλαι ποτὲ ἐκδοχὴ μιᾶς ποίησης δογματικῆς καὶ στρατευμένης σ’ ἕναν σκοπό (φτάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ἐκφυλίζεται τὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ κάλλος τῆς ποιητικῆς πράξης πρὸς τέρψιν τῆς ἰδεολογικῆς θέσης), ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕνα ἔργο ποὺ ἐνῶ ἀποτελεῖ προσωπικὸ ὁδοιπορικὸ στὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος, καταφέρνει νὰ ἀφορᾶ τοὺς πάντες, ἁπλούστατα ἐπειδὴ δὲν περιορίζεται στὴν ὑποκειμενικὴ μόνωση ἢ στὴ δημόσια στράτευση τοῦ δημιουργοῦ του.

3. Περνώντας στὸ ἴδιο τὸ βιβλίο ὁ ἀναγνώστης ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἄξονες τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Στὴ λεπτὴ ἀντιμετώπιση τῆς θεματικῆς συνθήκης, ὁ Νικολαΐδης ἐπιστρατεύει μ’ ἔντεχνο τρόπο ποικίλες ρητορικὲς στρατηγικὲς καὶ ἐκφορές, ἐνῶ παράλληλα ἀπεγκλωβίζεται ἀπ’ τὴ μονοσημαντικότητα τῆς πρόθεσης τοῦ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Ἰούλη τῆς εἰσβολῆς ἐπεκτείνοντας τὸ πεδίο τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ποιητικῶν του σημάνσεων καὶ διατηρώντας ἕνα σφιχτοδεμένο ὀργανικὸ σύνολο.

4. Ὁ χῶρος κι ὁ χρόνος διαπλέκονται συνιστώντας τὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Ἀσφαλῶς, ὅμως, ἡ κάθε διάσταση καταλαμβάνει τὸ δικό της ξεχωριστὸ μερίδιο μὲς στὸ βιβλίο.

Ὁ χῶρος, λοιπόν, εἶναι ἡ Κύπρος, ποὺ a priori λογίζεται ὡς διχοτομημένη καὶ τραυματισμένη, καὶ τὸ νοερό –ἅμα τε καὶ πραγματικό– ὁδοιπορικὸ τοῦ Νικολαΐδη στὰ κατεχόμενα ἐδάφη. Δὲν εἶναι λίγες, βέβαια, οἱ στιγμὲς ποὺ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοποθετεῖται στὴν ἐλεύθερη Λευκωσία, ὡστόσο ἡ δράση τῆς συλλογῆς λαμβάνει χώρα στὸ κατεχόμενο τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία ἐν προκειμένῳ κατὰ βάση, ἀφορᾶ κυρίως στὸ προαναφερθὲν γεγονὸς τοῦ ἀπριορισμοῦ.

Ἡ Κύπρος εἶναι διχοτομημένη κι αὐτὸ λογίζεται ὡς κάτι τὸ δεδομένο· κι εἶναι δεδομένο σὲ τέτοιον βαθμὸ ποὺ τὸ ἅλγος τῆς συνειδητοποίησης φτάνει τελικὰ νὰ εἶναι μὴ ἐπικοινωνήσιμο. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Ὁ χῶρος ἀναπαρίσταται πάντοτε μὲ βαθιὰ ὑπαινικτικότητα, μιὰ πολὺ συχνὴ ρητορικὴ στρατηγικὴ τοῦ Νικολαΐδη, ἡ ὁποία γεννᾶ ὁρισμένες ἀπ’ τὶς δυνατότερες στιγμὲς τοῦ βιβλίου: ἔτσι, ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Λευκωσία τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀντικρίζει ἕνα «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης / σὰν γάζα» ποὺ «σκέπασε τὴν πληγὴ στὸ βουνὸ / κι ὕστερα περιτύλιξε τρυφερὰ / τὴ μοιρασμένη / πόλη» («ε΄»· ἂς προσέξει κανεὶς τὸν ἐμφατικὸ διασκελισμὸ στὴ «μοιρασμένη / πόλη»…), ἐνῶ φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μπελαπάις, κι ἐνῶ «ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία / προκηρύξεις», ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ἡ εὐδαιμονικὴ ἐλπίδα ὅτι ἴσως κάποτε ξαναρθεῖ τὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ ἀπὸ τὴν κατοχὴ πλευρὰ τῆς νήσου, ἡ συντροφιὰ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴ μνήμη τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ τὸ τραῦμα. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοῦ «θ΄» μᾶς λέει ὅλο νόημα (καὶ θὰ έπιστρέψουμε σ’ αὐτὸ εὐθὺς παρακάτω), ὅτι «Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά», «Ἕνα πουλὶ ὡστόσο / μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε / περίεργα». Τὸ πουλί, λοιπόν, κομμάτι τοῦ τοπίου, τοῦ χώρου, συνηθισμένο πλέον στὴν ξένη λαλιά, ἀκούει τὰ ἑλληνικὰ καὶ κοντοστέκεται· ξενίζεται προφανῶς ἀπὸ τὸ ἀλλότριο ἄκουσμα, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως σὰν κάτι ἀπὸ μέσα του νὰ τοῦ ἀνακαλεῖ τοὺς νόμιμους κατόχους τῆς ἐπικράτειάς του· σὰν κάτι νὰ τοῦ θυμίζει μιὰ λαλιὰ ποὺ συνήθιζε φυσιολογικὰ ν’ ἀκούει.

Ὁ χῶρος καὶ ὅ,τι τὸν συναποτελεῖ ἀποκτοῦν μιὰ μεταφυσικὴ διάσταση, καθοριστικὴ γιὰ τὴ στοχοθεσία τοῦ Νικολαΐδη. Τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο γίνεται χῶρος καὶ ἀντικρίζοντας τὴν «πόρνη» Κερύνεια φτάνει νὰ ὑψώσει τὸ σπαρακτικό: «Ἄχ, νἄμουν φτιαγμένος / ἀπὸ μέταλλο ἢ πλαστικό, / κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε / μὲ λίγο τρίψιμο καὶ μπόλικο νερὸ / νὰ καθαρίσει» («η΄»). Ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας του καὶ περνώντας τὰ ὁδοφράγματα καὶ τὶς ἀπαγορεύσεις (ποὺ μετωνυμικὰ γίνονται κομμάτι τοῦ φυσικοῦ τοπίου: «Ἄνοιξε δρόμο / ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα»), «[…] [τ]οῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά: / “Μὲν φύεις. / Μείνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη”». Καταιγισμὸς ὑπαινικτικῶν εἰκόνων δηλώνουν ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ διαφορετικά: ὁ ἐξορκισμὸς τοῦ ξένου στοιχείου ἐν χώρῳ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, πηγαίνοντας στὸ Ριζοκάρπασο: «Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο / μὲ ἀσπίδες ἠχηρές» («ιβ΄») μᾶς ἐνημερώνει τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἐνῶ στὴν κατεχόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία στολίζει ἀλγεινὰ «[…] τὸ φίδι» ποὺ «στὴν ἐξορία τοῦ πλίνθου ζεσταίνεται» («ιγ΄»), ἐπιλέγει νὰ ὀνομάσει τὸ τοπίο μὲ τὶς κυπριακές του ὀνομάσίες ἐπανεμβαπτίζοντας καί, οὐσιαστικά, ἀποκαθαίροντάς το: «μολόχες τζόχοι ἀβρόσσιλλα / στρουθκιά χωστές αναθρηκές» (ibid.)

Φυσικά, ὁ χῶρος, κι ἡ τραυματικὴ ἐμπειρία ποὺ αὐτὸς κουβαλᾶ, δὲν εἶναι ἕνας ἐξωϊστορικὸς τόπος, φανταστικός, θαυμαστός, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον, ἡ πραγματικότητα. Ἐνίστορα, λοιπόν, ἐξελίσσεται κι αὐτὸς μαζί της, διὰ τοῦτο κι ὁ χρόνος γίνεται μαζὶ μὲ τὸν χῶρο τὸ ἄρμα τοῦ τραύματος, ὁδηγώντας τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο νὰ ἀναφωνήσει: «[…] Θεέ μου, / κάμε νὰ σπάσει τὸ δόντι τοῦ χρόνου» («ιγ΄»). Χῶρος καὶ χρόνος, ἐν ταυτῷ, συνιστοῦν τὸ χρονοτοπικὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς κατοπινῆς κατοχῆς, ὅμως ὁ ποιητὴς ἐπιλέγει τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιώπησης γιὰ νὰ ἐκμηδενίσει τὸ γεγονός, ἀποστερώντας του τὴν ὕπαρξη – ὄχι φυσικὰ σὲ μιὰ προσπάθεια ἐθελοτυφλίας ἢ ἄρνησης τῆς ἀλήθειας, ὅσο περιφρόνησης τῆς ὕπαρξής του. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος ἀδρανοῦν μπροστὰ στὸ τραῦμα: «Εἰκοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη / Κυριακήν / ἐσταματῆσαν οὕλλα τὰ πουλιά // στὸν ἀέραν» («ιστ΄»), ὅπως ἀκριβῶς κι ἐμπρὸς στὸ ἀπόκοσμο θέαμα τῆς Ἀμμοχώστου· μιᾶς πόλης ἐξωχρονικῆς· μιᾶς μη-πόλης πόλης. Ὁ «ἀθερινόψυχος χρόνος» ποὺ σὰν τὸ σμάρι τοῦ ψιλοῦ ψαριοῦ συμπυκνώνει σὲ μιὰν ἑνιαία κίνηση μνῆμες καὶ τραύματα ποὺ κινοῦνται σὰν αὐτόματα ὅλα μαζὶ, μοιάζει «Σὰν κόκορας ποὺ περπατᾶ ἀκέφαλος / τινάζοντας παντοῦ αἷμα» («ιζ΄»). Στὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ ἄχθους δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς δέρματος ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀπεκδυθεῖ – κάτι ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει διὰ τῆς γραφῆς: «Θεέ μου, / δίδαξέ ν’ ἀποβάλω τὸ δέρμα. / Εἶμαι μονάχα ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο […]» (ibid.).

5. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἀποσιώπησης, τοῦ ὑπαινιγμοῦ, τῆς μη κατονομασίας τοῦ τραύματος, ἀποτελεῖ ἕνα ἔντεχνο ρητορικὸ τέχνασμα τοῦ Νικολαΐδη, ἀφενὸς δηλωτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ βιβλίου του καὶ ἀφετέρου εἰσιτήριο γιὰ τὴν νέα συνθήκη τῆς πολιτικῆς ποιητικῆς διάστασης ποὺ ὑπαινιχθήκαμε παραπάνω. Ἔτσι, οἱ ἀναφορὲς στὴν «πληγὴ στὸ βουνό», στὴν «ξένη γλώσσα» στὴν ὁποία «σπᾶνε γλώσσα καὶ ρυθμό[ς]», στὶς «λέξεις ξένες / αἰχμηρές / μαῦρο σπαθί» ἀποτελοῦν ἐνδεῖκτες τῆς ἀνεπιθύμητης ἑτερότητας, τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν κατονομάζεται παρὰ μόνον ὑπονοεῖται, κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ κατονομασία του συνεπάγεται τὴν ἐθελούσια νομιμοποίησή του! Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμβολὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Νικολαΐδη, ὅσον ἀφορᾶ στὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς του στοχοθεσίας. Ἡ καταβύθιση στὸ παρελθὸν τῆς εἰσβολῆς, στοὺς χαμένους τόπους καὶ στὸν σταματημένο χρόνο ποὺ ἀνακαλεῖται ἐμπαθῶς, δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ προβάλλεται στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον, ὑψώνοντας μιὰ σαφῆ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ὄχι σπάνια, λοιπόν, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παίρνει ξεκάθαρη θέση ἀπέναντι σὲ πάσης φύσεως συμβιβασμοὺς καὶ ὑπαναχωρήσεις. Μὲ πολὺ νόημα, λοιπόν, ὁμολογεῖ ὅτι «Ὅσο κι ἀν ὀνειρεύομαι ὅμως / πολυτελῆ ἀμάξια / μιὰ στέπα στὸ δημόσιο / ἢ ἕνα ὀβὰλ γραφεῖο / ὅλο νυχτώνει στὸ λευκό», ἢ ἀλλοῦ κατονομάζει τὴ γενιά του ὡς «Τὰ παιδιὰ τῶν νεκρῶν. / Ἕνα[ν] πλανόδιο πεπτικὸ σωλήνα». Παράλληλα, τίθεται ξεκάθαρα ἀπέναντι στὴν συμβιβαστικὴ λογικὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ συλλογικὴ διάσταση τῆς διαχείρισης τοῦ τραύματος, ποὺ ὑπονοεῖται σὲ στίχους ὅπως «Πρέπει νὰ συνηθίσουμε νὰ ζοῦμε / καὶ μ’ αὐτό, λένε οἱ εἰδικοί,» ἢ «Οἱ στάχτες ποὺ αἰωροῦνται / θυμίζουν ἄλλη ἐποχή / ἀλλὰ θὰ τὸ ξεχάσουμε» ἢ «Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα / ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε. / Ἔτσι συμβαίνει. / Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά».

picture-063.jpgΠέρα ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικολαΐδης κλιμακώνοντας τὴν ἐμπλοκή του στὸ πεδίο τῆς πάλης, στὴ διάνοιξη τοῦ ποιητῆ στὴ δημόσια σφαίρα, στέκεται –ἐπιστρατεύοντας τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν ὑπαινιγμό– ἀπέναντι καὶ στὴν ἐπίσημη πολιτικὴ τῆδε κακεῖσε στὴ νῆσο. Θίγεται ἔτσι ἡ ἀνίερη ἐκμετάλλευση τῶν εἰσβολέων («Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις / ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο / τραυματισμένων στρατιωτῶν. / Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο / (μὲ εἴσοδο παρακαλῶ) […]), ἀλλὰ καί ἡ ἀπουσία μιᾶς νουνεχοῦς ἐθνικῆς –καὶ συνάμα προσωπικῆς/ἀτομικῆς (ἕνεκα τῆς ἐξ ἄνωθεν ἀλλοτρίωσης)– στρατηγικῆς («Κι ὅλο φυσᾶ χωρὶς γραμματική»). Ἀπὸ τὸ στόχαστρο δὲν λείπει οὔτε ἡ ἔμμεση ἀναφορὰ στὸ ἀποικιοκρατικὸ παρελθόν (βλ. νύξη στὸν «ποιητὴ τῶν Bitter lemons», ἐννοώντας τὸν L. Durrell καὶ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του). Ὕστατο σημεῖο ἐλέγχου καὶ κριτικῆς, ἡ ὅλο νόημα καταληκτήρια διακήρυξη τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος κειμένου.

6. Ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ πόνου καταφέρνει νὰ χαλιναγωγηθεῖ διὰ τῆς ποιήσεως. Ἡ ποιητικὴ πράξη per se ἀποτελεῖ ἕνα ἐνέργημα ποὺ συντείνει στὴν περιγραφή, τὴν ἐξήγηση κι ἐν τέλει τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ricœur–, κι ὁ Νικολαΐδης τὸ γνωρίζει αὐτό: «Ἀπὸ τὴ λέξη στὸ χέρι λοιπὸν / κι ἀπὸ τὸ χέρι στὸ μυαλό.». Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αἰσθάνεται σὰν «[…] ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο», προστρέχει στην τέχνη τῆς ποιήσεως –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ἀλεξανδρινό–, κι ἔτσι γράφοντας γιὰ τὴν Ἀμμόχωστο, μιὰν ἐμπειρία ποὺ φαίνεται νὰ ξεπερνᾶ τὴν ἀντιληπτική του δυνατότητα, φτάνει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι «Ἀγαπημένη, / αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι νάρθηκας / γιὰ τὰ σπασμένα μου / δάχτυλα».

Κι εἶναι γενικότερα ἡ διαχείριση τῶν ποιητικῶν τρόπων (τῆς εἰρωνείας, τῆς διφωνικότητας, τῆς ὑπαινικτικότητας, τῆς ἀποσιώπησης), ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομίας τῆς συλλογῆς ποὺ συντείνουν πρὸς μιὰ κατεύθυνση ἀνάδειξης τῆς συνολικῆς ποιητικῆς/αἰσθητικῆς διάστασης, ἡ ὁποία συγκερνᾶ τὸ λυρικό/δραματικὸ στοιχεῖο μὲ ἐκεῖνο τῆς κριτικῆς/πολιτικῆς πράξης. Ἀπὸ τὴν πρόταξη δύο σχετικῶν μὲ τὴν παρούσα θεματικὴ ποιημάτων ἀπὸ τὴν συλλογή Παραλογή τοῦ 2016 ἕως τὸ ἀποσυμφορητικό –θά ’λεγε κανείς– «ιδ΄» μὲ τὸ ἐνσταντανὲ ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἰντερμέδιο «γιὰ ν’ ἀδειάσουν οἱ πέτρες» (ὅπως λέει ἀλλοῦ), κι ἀπὸ τὴν ἔντεχνη χρήση τοῦ διασκελισμοῦ (βλ. ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ παραπάνω) ἕως τὸ διόλου τυχαῖο κόμμα στὸ «γ΄» (ὅπου σχεδιάζοντας μελλοντικὰ ἀνδραγαθήματα, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τ’ ἀπαριθμεῖ: «Νὰ περισώσω σπάνια εἴδη / δάση τροπικά / τὰ πεινασμένα παιδιὰ τῆς Ἀφρικῆς, / νὰ λευτερώσω τὴν πατρίδα μου»), ὁ Νικολαΐδης φαίνεται νὰ ἐπενδύει στὸν τερπνὸ χαρακτήρα τῆς ποίησης, θεραπεύοντας ἐξίσου μορφὴ καὶ περιεχόμενο, καταστρώνοντας ἕνα ὑπόδειγμα γι’ αὐτὴ τὴ νέα πολιτικὴ ποίηση, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγo, κι ἡ ὁποία μιλᾶ γιὰ τὴν συγχρονία και τὴν ἐποχή της, μεταχειριζόμενη τρόπους καὶ στρατηγικὲς ποὺ δὲν τῆς στεροῦν τὴν αἰσθητικὴ διάσταση.

7. Κι ἡ Νύφη; Ποῦ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτά; Ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φασματικὴ αὐτὴ παρουσία ποὺ πέρα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο καὶ τὸν τίτλο, ἐντοπίζεται καὶ στὸ ποίημα «ιστ΄», λειτουργεῖ ὡς μιὰ μετωνυμία τῆς μνήμης, τοῦ ζωντανοῦ τραύματος ποὺ διαπνέει ὅλο τὸ βιβλίο. Ἄλλοτε ὡς θάλασσα κι ἀφρός, ἄλλοτε ὡς τὸ καύκαλο τῆς Ἀμμοχώστου, πάντοτε μέσ’ ἀπ’ τὴν παρουσία τοῦ λευκοῦ (ποὺ ἱστορεῖ κατὰ βάση τὰ ποιήματα, πλάι στὸ ἀναπόφευκτο καὶ διαλεκτικὸ πορφυρὸ τοῦ αἵματος), ἡ νύφη ἐνδύει μὲ τὸ ἀφόρετο νυφικό της τὴ συλλογή, ἀφήνοντας ἀνοικτὴ μιὰ ρωγμὴ γιὰ ν’ ἀνασαίνει –καίτοι ἀσθματικά– ἡ ἐλπίδα. Καταλήγει νὰ εἶναι μιὰ ἀπόκοσμη εἰκόνα τοῦ ἀνεπίδοτου, τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ ἀτελοῦς, ποὺ σὰν ἀνολοκλήρωτος χορὸς τοῦ Ἠσαΐα ἀφήνει τὰ πάντα ἀνοικτὰ στὴν ἀπειρία τῶν δυνατοτήτων τους.

Ὁ ποιητὴς στέκει μπροστὰ στὸ ἀφόρετο κρεμασμένο νυφικὸ κι ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση ποὺ πρέπει νὰ λάβει ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀγγίζει τὴ βαθύτερη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζοντας καλὰ ὅτι ἡ ποίηση δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ἐξωραΐζει, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν κακότητα μέσα σ’ ἕναν κόσμο κλιμακούμενων ἀλλαγῶν, ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση της τέχνης του μὲ τοὺς παρακάτω ἐξαιρετικοὺς στίχους: «Σὲ τί χρησιμεύει λοιπόν ἡ ποίηση / ὅταν ὁ θάνατος σερβίρεται μὲ μουσικὴ / κι ὅταν μπορεῖς μονάχα μ’ ἕνα κλὶκ / νὰ δεῖς ἕνα κομμένο κεφάλι / νὰ κυλιέται στὸ χαλί σου;». Ἀναλογιζόμενος τὸ ἐρώτημα αὐτό, δίνει τὴν ἀπάντηση ἀπὸ μόνος του, ὁλοκληρώνοντας τὸ βιβλίο μ’ ἕνα σαφὲς «κατηγορῶ» κόντρα στὴν νεότευκτη ἀλλαγὴ τῶν νοημάτων (ἡ «εἰσβολή» ὡς «φτερούγισμα», ἡ «κατοχή» ὡς «οὐρανός», οἱ «νεκροί» ὡς «πλεονάζοντες σὲ κακὸ καιρό»), ὑπενθυμίζοντας ὅτι κάθε ἐνδιάμεση κατάσταση, κάθε χωροχρονικὸ μεταξύ, κάθε ἀφόρετο νυφικὸ καὶ κάθε «Ἠσαΐα χόρευε…» ποὺ διακόπτεται ἀπ’ τὰ θανατηφόρα βόλια τῆς Ἱστορίας, ἔχει πάντοτε κι ὁπωσδήποτε γιὰ πρωταγωνιστές του –εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε ὄχι– θύτες καὶ θύματα, δράστες καὶ ἀθώους «“πλεονάζοντες”», οἱ ὁποῖοι μοιράζονται –ἡρακλείτεια; ἑγελιανά;· ἀδιάφορο!– τὴν ἀναπόδραστη κοινὴ μοίρα τοῦ χαμοῦ, τὸ μερτικό τους ἀπὸ θάνατο κι ἀπὸ «αἷμα [ποὺ ὅπως ὑπέροχα μᾶς λέει κι ὁ ποιητής] θά ’ναι γιὰ πάντα / τὸ τελευταῖο βερνίκι τῆς ἀνθρωπότητος».

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς ΒιβλίουΑθήνα) την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

 

Λεωνίδας Γαλάζης

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1Η νέα ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, υπό τον τίτλο Η νύφη του Ιούλη, εντάσσεται, κατά την άποψή μας, στην ευδιάκριτη πρόσφατη τάση για επάνοδο της λογοτεχνίας μας στη θεματική του συλλογικού τραύματος του 1974, που, όπως έχει διαπιστωθεί από τον Π. Παπαπολυβίου, εντοπίζεται και στους τομείς της ιστοριογραφίας και στα συναφή είδη της μαρτυρίας, του χρονικού, του απομνημονεύματος, των μελετών για κατεχόμενες κοινότητες κ.ά., που «αποτελούν το καθένα», όπως σημειώνει ο μελετητής, «πέρα από τη σημασία τους για την καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του ημικατεχόμενου νησιού μας, πολύτιμη συμβολή για τη διάσωση της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Πάντοτε, μέσα από μια επώδυνη διαδικασία για τον αφηγητή / συγγραφέα: όσο οδυνηρή είναι η ανάξεση ενός ανοικτού τραύματος εδώ και 45 χρόνια».[1] Στην περίπτωση ενός λογοτεχνήματος, όπως είναι η Νύφη του Ιούλη, χωρίς να θεωρούμε αμελητέο τον διάλογο λογοτεχνίας και ιστορίας και τη σημασία του για τη συλλογική συνείδηση, επικεντρωνόμαστε στο κείμενο όχι ως ιστορική πηγή ή μαρτυρία για το συλλογικό τραύμα, αλλά ως ποιητική αποτύπωσή του.

Αυτή, λοιπόν, η πέμπτη ποιητική συλλογή του Π. Νικολαΐδη, παρά τη βιωματική της αφορμή και την επίκαιρη διαθεματική της αφόρμηση, δεν εγκλωβίζεται στα στεγανά της επικαιρικής ποίησης, που δύσκολα αρτιώνεται αισθητικά. Αντίθετα, και σε αυτό το βιβλίο εντοπίζονται τα οικεία στον αναγνώστη γνωρίσματα της ποίησης του Νικολαΐδη, όπως επισημάνθηκαν από την κριτική:[2] η λειτουργική αίσθηση της γλώσσας και η επίμονη γλωσσική επεξεργασία, η χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε σε ολόκληρα ποιήματα είτε σε μικρό ή μεγάλο μέρος τους, η συγκρατημένα αισιόδοξη ενατένιση της ζωής σε συνδυασμό με μια θυμοσοφική διάθεση, η ποιητική ενάργεια (σε αντίθεση με τη συνήθη στη νεωτερική ποίηση ερμητικότητα και σκοτεινότητα), η ειρωνεία, ως τεχνική αποστασιοποίησης από ό,τι ενοχλεί την ποιητική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, και ο ερωτισμός σε ποικίλες εκφάνσεις. Η ποίηση του Νικολαΐδη μετεωρίζεται ανάμεσα στο βίωμα και στην αναζήτηση του νοήματος της τέχνης χωρίς να προδίδει κανένα από τα δύο. (περισσότερα…)

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019.

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει. (περισσότερα…)

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ανδρέας Πετρίδης

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.

Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.

Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.

Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.

Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.

Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:

Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν,
τζι έκλαια.

Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.

Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.

Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης
σαν γάζα
σκέπασε την πληγή στο βουνό –
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά
τη μοιρασμένη πόλη.

 Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.

Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του
πέρα δώθε
στο χάος.

 Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:

Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:

Έτσι συμβαίνει.
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.
Ένα πουλί ωστόσο
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,
περίεργα.

Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.

Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:

Κυρίες και κύριοι
την παρούσα επιστολή
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.
Οι στάχτες που αιωρούνται
θυμίζουν άλλη εποχή
αλλά θα το ξεχάσουμε.
Κι αυτό γιατί
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.

 Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.

Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.

Διάστικτοι από ξένη σήμανση
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο
με ασπίδες ηχηρές:
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κώμα του Γιαλού…


Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:

Σαν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.

Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:

Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.

 Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».

Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:

Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:

Θεέ μου,
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.
Είμαι μονάχα ένα σώμα
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο
σαν στρεβλωμένος
παφλασμός
από φως.

Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Πάφου την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |41. Χάρης Ψαρράς

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρράς

3e2fa0375ab5a464c8218c96b17eae28-700

(Σπίρτα χειρός, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2002)

Στὴν Ἀθήνα

Σὲ παρακμιακὸ ἐργαζότανε café
ὅπου συχνάζανε οἱ γέροι γιὰ τὸ τάβλι
καὶ ἀνυπόφοροι ἀλλοδαποὶ ὅταν σχολοῦσαν.
Δὲν ἦταν τῆς Κοινότητας
στὸ πρόσωπό της ἔβλεπες
τὴν ἐπιβεβλημένη τιμιότητα τοῦ ξένου
ποὺ ξέρει πὼς δουλεύει γιὰ νὰ ζεῖ.
Ἀλκοολοῦχα σέρβιρε ποτά
τὶς στάχτες ἄδειαζε προσεκτικά
κρατοῦσε τὸ ταμεῖο
καὶ φρόντιζε νὰ δείχνει ἀξιοπρεπής.
Κορίτσι ξένο σὲ μητρόπολη στενή
κορίτσι πράμα σ’ ἕνα μαῦρο μαγαζὶ
πλήττει καὶ δυσανασχετεῖ
καὶ βαριαναστενάζει θά ‘λεγες
ὅμως τὴν ὀμορφιά της ἤξερε
τὴν πλήξη νὰ ἀποφεύγει
καὶ τὴν κούραση
καθὼς παραγγελίες ἔπαιρνε
καὶ ἔσκυβε ν’ ἀκούσει
ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ πουκάμισο
στὸ στῆθος της περνοῦσαν
στὸ στῆθος της γλυκιές ματιές
πολλοὶ τοῦ ἔρωτα οἱ παλμοὶ
ποὺ ἔνιωθαν οἱ θαμῶνες γιὰ ὅσα ἐκείνη
ἀρνιότανε πεισματικὰ νὰ τοὺς σερβίρει.

~.~

Τραγούδι στάσιμο

Πηδάλιο  μηχανῆς  κοπέλα
φάσμα  ὁδοῦ  περαστικό
τὸ  κράνος  προστατεύει  ἀπ’  τὸ  κακὸ
ὅμως  ἡ  σέλα

στοὺς  ἀναβάτες  της  ἐπιφυλάσσει
τῆς  πτώσεως  αἰφνίδιο  συμβάν
οἱ  φίλοι  κοιμωμένη  θὰ  σὲ  πᾶν
θὰ  ἔχουν  χάσει

τῆς  ἱππασίας  σου  τὴν  ὑπὸ  προσθεσμία  αὔρα
ἀνυποψίαστη  καθὼς  κρατοῦσες  τὸ  τιμόνι
θρηνοῦν  μιὰ  μηχανόβια  ἀνεμώνη
μὲ  γκάζια  μαῦρα.

~.~

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος δὲ χωρᾶ ἄλλους πιά.
Ἄστατο, κατσουφιασμένο, ξάστερο
μὲς  στὴ θλιβερὴ φυλλωσιά του
ἀποσύρεται σὲ μιὰ γωνίτσα.

Ἔτσι παράμερα ποὺ κουλουριάζεται
μόνο του καίει καὶ μόνο τσουρουφλίζεται.
Ψάχνει σπίρτα δὲ βρίσκει
καὶ χρησιμοποιεῖ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ὀργανικά του ἔλατα
τὰ πυρπολεῖ.
Οἱ μέσα θάμνοι του ἀνάβουν σβήνουν ξανὰ καὶ ξανά.
Ἐδῶ ποὺ ἔφτασα κι ἀπομακρύνθηκα, λέει τὸ δάσος
ὥρα εἶναι πιὰ ν’ ἀρχίσω τὸν ἑαυτό μου νὰ μασῶ.

Μᾶς δίνει χαρτογραφημένη τώρα
πράσινη ἀνατομία
τὸ δάσος ποὺ ἦταν ἀλλοῦ
καὶ χήρεψε καὶ εἶναι ἐσωστρεφές.

~.~

Ὁ λαμπτήρας

Ὁ λαμπτήρας δὲν ἔχει βράγχια
δὲν ἀνασαίνει ὁ λαμπτήρας
μονάχα φῶς παρέχει
φῶς δοῦναι καὶ λαβεῖν.

Δὲν ἔχει μάτια ὁ λαμπτήρας
νὰ δεῖ τουλάχιστον πόσο σπινθηροβόλος εἶναι
μόνο φορέας εὐκαιριακοῦ ἠλεκτρισμοῦ
καὶ λάμψεις πότε-πότε.

Δὲν ἔχει δάχτυλα ὁ λαμπτήρας
γιὰ νὰ τὰ βάλει μὲ διακόπτες καὶ καλώδια
ἕνα ἐξάρτημα ὁ λαμπτήρας
κι ὅταν σβήνω τὸ φῶς
πάει ὁ λαμπτήρας
ὁ μύθος του τὸ ἦθος του
τὸ λίγο του τὸ πρὶν πάει

~.~

starry-sky-artmarketjapan

(Gloria in exclesis, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017)

Belvedere

Ξενοδοχεῖο πολυτελείας. Αὔγουστος μήνας.
Ἄνθη εὐωδιαστὰ κι ἡ διαύγεια τῆς πισίνας.

Μπάτλερ΄ἐξυπηρετικοί, ὅποτε κι ὅπως θές.
Κατοπτρικὰ πατώματα. Ἀστραφτερὲς σκεπές.

Παλαιῶν ἐπαύλεων κῆποι – μιὰ τρυφηλὴ ἐνατένιση.
Πελάτες ποὺ ὑπακοῦνε στῶν γούστων τους τὴ θέληση.

Χρωμάτων κρυσταλλώσεις καὶ βλέμματα ἀπλανῆ.
Έξωτικὰ ἐνυδρεῖα. Μπουφὲς μὲ μοὺς καὶ ραβανί.

Ἀτμόσφαιρα χεορυβική. Κομψότητα καὶ τάξη.
Στρώματα πουπουλένια. Σεντόνια ἀπὸ μετάξι.

Στὸ τέρμα τῶν διαδρόμων εἰσοδοι δωματίων.
Ἀξιοζήλευτες φωλιὲς κυριῶν καὶ ἁβρῶν κυρίων.

Φόδρες φθαρτές, φαντάσματα τοῦ ἀριστοκράτη νοῦ.
Ἀϋπνίες. Χάπια. Θρόμβοι στὶς φλέβες τ’ οὐρανοῦ.

~.~

Scientia Naturalis

Κι ὅσο μακραίνουμε ἀπ’ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ,
δὲν μᾶς σκοτίζουν τῶν ἀγγέλων τὰ ἐρουρὲμ
ποὺ προκαλοῦνε στοὺς πιστοὺς μιὰ νοσταλγία καὶ θλίψη.
Φροντίζει ὁ κόσμος ὁ φθαρτὸς χαρὰ νὰ μὴν μᾶς λείψει.

Κι ἀπ’ τὴν πολλὴ χαρὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει
βλέπουμε σ’ ὅραμα γυμνὴ τὴν Εὔα
νὰ λέει στὸν Νεύτωνα: «Φωλιά μου οἱ κλῶνοι

τῆς θρυλικῆς μηλιᾶς. Ἀνέβα
νὰ δεῖς πὼς παραμένουν ἀήττητα
τὰ στήθη μου ἀπ’ τὴ βαρύτητα».


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ηλίας Μαλεβίτης, Τίγρις τ’ ἠνεμόεις…

Ηλίας Μαλεβίτης

Τίγρις τ’ ἠνεμόεις…

του Θανάση, για το ακατάβλητο σθένος

Ῥητέον δέ τοι καὶ περὶ τίγριδος,
ἣν ἡ φύσις ἐμοὶ δοκεῖν ἐν ζώοις ἐμόρφωσεν
ἄγαλμα καὶ κόσμον θηρῶν
προηγάγετο[1]

76720836_1041896966154246_7866736380812984320_nΤον τίγρη τον πρωτοείδα όχι στου Μπόρχες τις περιπλανήσεις μήτε και στου τσίρκου τ’ αμμουδερό τ’ αλώνι. Η πρώτη εικόνα του ήταν στην εταζιέρα του αυτοκινήτου ενός θειού μου: λούτρινο ζώο ξαπλωτό που το κεφάλι του, σαν ξεκομμένο από το πυρίφλογο κορμί, σάλευε πέρα δώθε τοξωτά, ίδια ημισέληνη αιώρα, με την παραμικρή κίνηση του αμαξιού, καταπώς νεύει ένας Ινδός την κεφαλή του, μαζί σου συμφωνώντας· εικόνα –τώρα που το σκέφτομαι– αλλόκοτη, σαν υπνωτιστική ταλάντωση ενός εκκρεμούς μεταξύ μιας παραίσθησης ζωντάνιας και ενός γκροτέσκου αστείου. Αυτά ήταν όμως τα γούστα της δεκαετίας του ’70. Μετά –πέρα από της φωτογραφίας τις αποτυπώσεις– ήρθε ο τίγρης ο πραγματικός κι αυτός της φαντασίας, απ’ τα όνειρα πλασμένος· κλεισμένον σε κλουβιά να τον κοιτάζω, σιδερένια, πίσω από κάθετα κάγκελα, ή, μέσα από τις οριζόντια αραδιασμένες ραβδώσεις τα μαύρα στίγματα πάνω στο λευκό χαρτί, να προσπαθώ να τονε ξεδιακρίνω αλαφροπάτητο να πλησιάζει. Έτσι άρχισε σιγά σιγά, πυρίφλογος μες απ’ τα δάση της νυκτός να ξεπροβάλλει για να κατασπαράξει τα όνειρά μου. Πάντα έρχεται διστακτικά αχνοπατώντας, σαν ελαφρό ψιθύρισμα του αέρα, μ’ όλη την τρυφερότητα του αμνού στο βλέμμα. Πάντα έρχεται, έρχεται ασταμάτητα, με μάτια πύρινα κι υγρά, μες απ’ τις λόχμες φωτεινός κι αστραποβόλος. Γιατί, όπως έλεγε κι ο Τσέστερτον, ακόμα κι αν τον ελευθερώσεις  απ’ τις ράβδους που τον κρατούν φυλακισμένο, να τον ελευθερώσεις δεν μπορείς από τις πυρόμαυρες ραβδώσεις του κορμιού του. Ο Αργεντίνος όμως είναι αυτός που συδαύλισε ξανά και ξανά τη βαθιά λαχτάρα που προκαλεί η σκέψη κι η θωριά τούτου του ζωντανού: Dreamtigers, Η άλλη τίγρη, Ο τίγρης, Γαλάζιες τίγρεις, Το χρυσάφι των τίγρεων (εξόν τις σκόρπιες μνείες)· τον πόθο να πλέχουν θωπευτικά το βλέμμα και τα χέρια μες στο φλογόμορφο στραφτάλισμα του κορμιού της:

…Α, δειλινά, τίγρεις και λάμψεις
του μύθου και του έπους,
α, το πιο πολύτιμο χρυσάφι, η χαίτη σου
που λαχταρούν ετούτα εδώ τα χέρια.

(Χ. Λ. Μπόρχες, Το χρυσάφι των τίγρεων, μετ. Δημήτρης Καλοκύρης).

Στο σύμπαν της μπορχεσιανής γραφής, όπου κάθε σημείο του είναι ταυτόχρονα και κέντρο του, η τίγρη είναι ένας από τους πλανήτες με τις ιδιό-τροπες και πολύ-τροπες τροχιές τους, όπως ο λαβύρινθος, οι καθρέπτες, ο χρονοποταμός, τα μαχαίρια, η βιβλιοθήκη, ο όνειρος κι ο ύπνος… Εμμονή που πηγάζει από τα μικράτα του (όπως κι οι καθρέπτες), η τίγρη ξεχωρίζει απ’ όλα τα εμβληματικά σύμβολα του Μπόρχες, όχι μόνο από τη συχνότητα της παρουσίας της. Σύμβολο της άγριας, φυσικής ζωής αλλά και ενός αρχέτυπου κι ενστικτώδικου, αγνού Κακού (όπως ήδη εκφράστηκε στο περίφημο ποίημα του Μπλέηκ), συνδέεται πιο άμεσα με κάτι καταλυτικά βαθιά ζωϊκό αλλά κι αντιδιαστέλλεται ως τέτοιο με τον ίδιο τον συγγραφέα· ο τίγρης, με την αγνότητα της βίας του, ζει μέσα στα πυκνά δάση ενώ ο συγγραφέας, αμέτοχος μιας τέτοιας παρθενικά βίαιης αθωότητας, ενδιαιτάται στα πυκνά, χαρτοκαμωμένα, δάση των βιβλίων της βιβλιοθήκης.[2] Εξ ου και το συχνό πηγαινέλα ανάμεσα στην τίγρη την αληθινή κι αυτήν της φαντασίας, που παρατηρείται στις περισσότερες από τις αναφορές του για τον τίγρη, κι ας προσπαθεί ματαίως να αρθεί στη σύλληψη μιας άλλης τίγρης που να συναίρει αλήθεια και ποίηση σε μία άλλη, υψηλότερη μορφή ― της καθαρής φαντασίας πάλι. Γράφει λοιπόν στην άλλη τίγρη, για την ακατόρθωτη και παράλογη αυτή αναζήτηση:

Να ψάξουμε λοιπόν μια τρίτη τίγρη.
Κι αυτή, όπως κι οι άλλες, θα είναι μια μορφή
του ονείρου μου, ένα σύστημα του ανθρώπινου λόγου
κι όχι η σπονδυλωτή τίγρη που,
πέρα από τις μυθολογίες, πατάει στο χώμα.
Το ξέρω καλά, όμως είναι κάτι
που με αναγκάζει να μπω σ’ αυτό τον άγνωστο
παράλογο και πανάρχαιο χορό
και συνεχίζω να ψάχνω όλο το βράδυ
την άλλη τίγρη,
που μες στο ποίημά μου να ζήσει δεν μπορεί.
(μετ. Δημ. Καλοκύρης)

Βέβαια ο Μπόρχες, πίσω απ’ την τίγρη της Βεγγάλης αλλά και τον άλλο τίγρη, τον άπιαστο (τον πάντα διαφεύγοντα) της περιπλανώμενης φαντασίας, ιχνηλατεί συχνά της τίγρης του Μπλέηκ και του Σιρ Χαν του Κίπλινγκ τ’ αχνάρια, μ’ όλες τις αντιρρήσεις του προς τον συμβολικό τους χαρακτήρα. Πριν όμως προχωρήσουμε στον Μπλέηκ, ας σταθούμε για λίγο να δούμε πως χύμηξε καταπάνω στη φαντασία –των Βρετανών πρωτίστως και κυρίως– με νέα ορμή ο ασιάτης τίγρης.

Η τίγρη, ζώο ιθαγενές της Ινδίας ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, δεν βρήκε τη δέουσα αναγνώριση στη λογοτεχνία και την τέχνη, μ’ όλο που ο Σίβας ντύνεται –ή κάθεται πάνω από– το δέρμα της (όπως κι ο παράλληλός του Έλληνοθρακιώτης Διόνυσος φορά τη λεοπάρδαλη, αλλά κι ένας μεταγενέστερος ιππότης του Καυκάσου). Μεγάλες δόξες ο ινδός τίγρης άρχισε να γνωρίζει απ’ όταν ανέβηκαν στον θρόνο οι δυναστείες των Μογγόλων μουσουλμάνων. Τότε ξεκινούν τα βασιλικά και πριγκηπικά κυνήγια που αποτυπώνονται και στις μινιατούρες του 16ου αιώνα. Με τον ερχομό των Βρετανών το κυνήγι της τίγρης από εκδήλωση αθλητική κι επίδειξη δεξιοτεχνίας εν πολλοίς, όπως ήταν για τη βασιλική αυλή και τους πρίγκηπές της, καθώς απαιτούσε την προσωπική εμπλοκή εκ του σύνεγγυς με ξίφος ή ακόντιο, καταλήγει στη στοχευμένη εξολόθρευση του ζώου με κυνηγετικά όπλα από ασφαλή απόσταση. Αυτή η μανία θέριεψε, αφού πρώτα το βρετανικό φαντασιακό συναντήθηκε με –αλλά κι ερμήνευσε εχθρικά και φοβικά– τη ζούγκλα, γινόμενη χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου του Ρατζ. Σκοτώνοντας από καθαρή απόλαυση τις τίγρεις μέχρι σχεδόν αφανισμού, ταυτόχρονα εφούντωνε στη φαντασία τους η πεποίθηση ότι το ξένο αυτό ζώο ήταν η επιτομή του κακού, ο ορισμός της πανουργίας και της απειλής, του κινδύνου. Αυτή η αντίληψη άρχισε να διαπνέει και την αγγλική λογοτεχνία της εποχής, σε πλήρη αντίθεση με τα όσα διαλαμβάνονταν στην ινδική λογοτεχνία και πραγματικότητα.[3] Κι έτσι παρουσιάζεται το παράδοξο του Κίπλινγκ, που ενώ δε συμμερίζεται πολλές από τις συνήθεις αποικιοκρατικές αντιλήψεις και παραδοχές, δημιούργησε τον Σιρ Χαν ως το πλέον πανούργο και πονηρό ζώο της ζούγκλας, επικίνδυνο, ύπουλο και μοχθηρό· το μόνο απ’ το οποίο απειλείται και υπονομεύεται η κυριαρχία του Μόγλη εντός της (στo Jungle Book, 1894).

75557432_438781613718237_8030193674933501952_n

Με τις διαδρομές του τίγρη στους σκοτεινούς λαβύρινθους της διαπλεκόμενης φαντασίας και ιστορίας Ινδών και Βρετανών θέλησε η μοίρα ειρωνικά να συνδεθεί κι ένα –μουσικό– παιγνίδι, που βρίσκεται στο V&A του Λονδίνου, η τίγρη του σουλτάνου Τίπου. Όταν το 1799, οι Βρετανοί της διαβόητης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών κατανικούσαν και σκότωναν τον σημαντικότερο εχθρό και ισχυρότερο αντίπαλό τους στην Ινδία, τον σουλτάνο Τίπου, τον τίγρη της Μυσόρης, κυρίευσαν και το παλάτι του και πολλά από τα αντικείμενα που επήραν, τα μετέφεραν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών ήταν κι ένα μουσικό κουτί, που είχε παραγγείλει ο σουλτάνος μόλις τέσσερα χρόνια πριν, και που παριστά μια τίγρη να κατασπαράζει έναν Ευρωπαίο αποικιοκράτη. Ο βρετανικός λέων κατίσχυσε της ινδικής τίγρης, η διαρκής όμως έκθεση του μουσικού ‘παιγνιδιού’ από την άλλη θυμίζει πάντοτε πώς τον ‘βλέπει’ κι η τίγρις. Δε παίζουν έτσι ατιμώρητα με τον τίγρη.

Γυρίζοντας έναν αιώνα πίσω στον Ουΐλλιαμ Μπλέηκ, θα δούμε πως εκεί η εικόνα του τίγρη ως ενσάρκωση του απόλυτου Κακού συνυπάρχει με την εκθαμβωτική ομορφιά που προκαλεί συγχρόνως το δέος και τον θαυμασμό, θυμίζοντας αναπόφευκτα σήμερα την «αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης» του Καρούζου (Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας, Ποιήματα, τ. Β΄).

74504116_552724085552680_1150137455265972224_nΤίγρη

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;

Σε τι βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τι φτερά αποζητάει;
Τι χέρι φλόγες αρπάει;

Και τι ώμος, και τι τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζέχνει;
Και, σαν η καρδιά δουλεύει,
τι άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τι σφυρί, τι αλυσίδα;
ποιο τ’ αμόνι, ποια τσιμπίδα
– ποιο του νου σου το καμίνι; –
τολμά και δεσμά σού δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη γη ακοντίζουν
και τους ουρανούς ποτίζουν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκαμε του αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιού η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;        (μετ. Μάριος Βύρων Ραΐζης)

Δεν ξέρω αν στο ξακουστό τούτο ποίημα από τα Τραγούδια της Πείρας (1794), ο Μπλέηκ μιλά για μια αιώνια τίγρη κι έναν αιώνιο αμνό, όπως ισχυρίζεται ο Τσέστερτον, σίγουρα όμως θα συμφωνήσω με τον Τσέστερτον (όπως κι ο Μπόρχες εν προκειμένω)[4] για το ότι η τίγρη για τον Μπλέηκ σημαίνει την τρομερή, γεμάτη δέος, κομψότητα («For him the tiger means an awful elegance»).[5] Αναρωτιέται ο Μπλέηκ για τον κοινό πλάστη της τίγρης και του αμνού, θέλοντας να καταδείξει την άφευκτη κι αναγκαία συνύπαρξη των αντιθετικών ζευγαριών του καλού και του κακού. Και μάλιστα η τρομερή και απαρόμοιαστη θεϊκή ομορφιά της τίγρης καταφάσκει την αναγκαιότητα συνύπαρξης της καταστροφικής και βίαιης δύναμής της στη ζωή παράλληλα με τη δύναμη της αθωότητας και της καλωσύνης. Σχετικά με αυτή την ιδιαίτερη και προσωπική όψη της πνευματικότητας και της αισθητικής του Μπλέηκ, την ηθική του διάκριση μεταξύ καλού και κακού, θα ήθελα να παραπέμψω σε ένα κείμενο του Καμπερίδη όπου διαβάζει αυτές τις αντιθέσεις μέσα και από την κατανόηση του Μπλέηκ από τον Γέητς αλλά και τη μετάφραση του Μπλέηκ από τον Λορεντζάτο. «Ο διάλογος μεταξύ σκιάς και φωτός, η ύπαρξη του καλού και του κακού, του Ουρανού και της Κόλασης, της αγάπης και του μίσους, συνιστούν τα αντίθετα που συνέχουν τη ζωή, όπως τα αντίθετα συγκροτούσαν τους ανελισσόμενους γύρους του Yeats. “Δίχως τα Αντίθετα δεν υπάρχει κίνηση προς τα εμπρός (progression). Έλξη και Απώθηση, Λογική και Ενέργεια, Αγάπη και Μίσος, είναι απαραίτητα για την Ανθρώπινη ύπαρξη. Από τα Αντίθετα βγαίνουνε αυτά που οι θρήσκοι λένε Καλό και Κακό”… Σε αυτό το δυναμικό σχήμα εντάσσεται η θεωρία του περί καλού και κακού, που ελευθερώνεται από τα δεσμά του ηθικού κώδικα  όπου την είχαν φυλακίσει, και ντύνεται και αυτή αντίθετο νόημα από αυτό που της είχαν αποδώσει».[6] Αφού επισημάνω ότι η μορφή του Σίβα στον Ινδουϊσμό αυτήν ακριβώς τη σύμπηξη των αντιθέτων δυνάμεων της καταστροφής και της αναδημιουργίας δηλώνει, θα ήθελα να σταθώ και σε μια-δυο δικές μας περιπτώσεις που γνωρίζω, στη νεοελληνική ποίηση, και παρουσιάζουν ξέχωρο ενδιαφέρον. [O τίγρης του πελάγου (l’irrazionale forza monstruosa) που άξαφνα όρμησε στον όμορφο ξένο και καλό, ως μεταφορική μετάβαση σ’ άλλο γένος, θ’ αφεθεί καταμόναχος[7] να πλέχει στο βάθος το τρανό της σολωμικής θάλασσας.] Κάτι παρόμοιο λοιπόν φαίνεται να δηλώνει κι ο Παλαμάς όταν θέλει να μιλήσει για την ομορφιά της Αγέλαστης σε μια στροφή του, από τον Δωδεκάλογο του γύφτου:

Κι είταν όμορφη ως ο τίγρης
κι όμορφη ως η αστραπή,
κι είταν όμορφη ως η θάλασσα
και σαν όλα που πνοή τους
η καταστροφή.

(Λόγος ΙΑ΄, Το παραμύθι του Αδάκρυτου, τ. 3, σ. 430)

Εκείνο όμως που νιώθω ότι συναιρεί όλη αυτή την επιφανειακή αντίθεση που εκφράζει ο Τίγρης και ο Αμνός και τη στροβιλίζει περίτεχνα, ανελίσσοντάς την σε μιαν άλλη ενότητα εσωτερική, στον ένα και μόνον Τίγρη που βρίσκει τον Τίγρη μόνον μέσα στον Αμνό, είναι το έξοχο ποίημα Panthera tigris του Θεοδόση Βολκώφ, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο.

PANTHERA TIGRIS

Πώς ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά –
τις ώρες που έκτοπα φαντάζουνε
και γίνονται
τα δόντια και τα νύχια·
τις ώρες που ανατέλλει η μέσα νύχτα
και αναθυμάται σάρκες και αίματα
λαιμούς τού τρυφερού που σπάραξε και ήπιε
οστά λευκά που σύνθλιψε
το μάτι της δορκάδος που έχει σβήσει – φορές πόσες·
ξανά και πάλι ο ίδιος κύκλος άτεγκτα κλειστός
μια θήρα αέναη δίχως θύρα
το μάτι της δορκάδος που ξεγράφεται
μετά το ακαριαίο τού δήγματος αργά-αργά
κι ενώ της κλέβει τη φωνή την ύστατη ώρα
ώστε τον ίδιο της χαμό να μην μπορεί
στο ελάχιστο ν’ αρθρώσει να ιστορήσει.

 

Πώς κάποτε εκεί και πουθενά
δεν βρίσκει τον Εαυτό του
πώς λέει στη σύμπασα Ζωή –
«Μου μοιάζεις και σου μοιάζω
κι όμως κι Εσύ κι Εσύ
στο τόσο σου άπλωμα
στις αναρίθμητες μορφές
Εσύ Εγώ δεν είσαι
και δεν θ’ αρκέσει δεν αρκεί
ο Χρόνος όλος για να γίνεις».

Προβάλλει ο Τίγρης δυο φορές
την ώρα που το δόντι και το νύχι του διψά
αυτό που του ασφαλίζει τη ζωή και τον συνθέτει
τώρα που μόνη απάντηση
που μόνη λύση μένει το αίμα
προβάλλει ως Τίγρης δυο φορές
ορμή και κίνηση και τίναγμα
μυώνες και ραβδώσεις
παντού και πάντοτε ενώπιον πάντων Τίγρης.

Όμως αυτός την απουσία του μετρά –
«Δεν είμαι», λέει, «Εγώ στη σάρκα που σπαράσσω
στο αίμα που διψώ και που δεν χόρτασα ποτέ μου
στου θηρευτή την επικράτεια όλη
στα συνθλιμμένα σας οστά δεν είμαι δεν
ας κυνηγώ
όμως εδώ και πουθενά
και τώρα και ποτέ μου δεν με βρίσκω».
Ο Τίγρης Τίγρης δυο φορές
μα πού μα πού
και ποιος του Τίγρη ο Τίγρης.

Και ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά
το βλέμμα που δεν λέει τον θάνατο
και τον σκυμμένο προς τη Γη πιστόν αυχένα·
Εκείνον που το αίμα ίσως δεν ρώτησε ποτέ
μα βρίσκει το νερό παντού διαυγές
τον τόπο πάντα χλοερό
στα μέτρα του το άπειρο
και αγαθές πανάγαθες τις ανοιχτές αμέτρητες εκτάσεις·
Αυτός κρατά την κόρη και τον γιο πριν γεννηθούν
βρίσκει τις μέλλουσες γενιές αλάθευτος και τις εκτρέφει
διάρκεια και συνέχεια και διατήρηση
το άξιο και το εμμένον
και η δυσεπίτευκτη παντού γενναία ειρήνη·
και ιδού δεν είναι έρημος και βάραθρα
δεν είναι λύση ασυνέχεια διακοπή
δεν είναι βία των κόσμων
και στις μυλόπετρες τού γίγνεσθαι
που ηχούν και τρίζουν μες στον νου
δεν είναι το δεν είναι.

«Κοίτα με, Αμνέ», εκλιπαρεί,
«μες απ’ τους τόσους βρυχηθμούς σού ψιθυρίζω
μην αποστρέφεις απ’ τον Τίγρη Πάνθηρα το βλέμμα·
κοίτα με, Αμνέ», εκλιπαρεί,
«δεν έχω άλλον τόσο κι έτσι αγαπήσει·
θέλω τα μάτια σου το βλέμμα σου το ευθύ
θέλω να γίνω ο χόρτος που σε τρέφει
κι αφού δεν δύναμαι
τα μάτια σου τα μάτια μου να γίνουν
δώσε τον κόσμο να κοιτώ μες στα δικά σου».

Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
το βλέμμα ψάχνει την απόκριση στο βλέμμα
και βλέπει στον γαλήνιο οφθαλμό
όλο το κόκκινο – την πυρκαγιά και το αίμα.
Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
γυρεύει κάποια Εδέμ η αρσενικότατη ύβρις
και ξαναβρίσκει όλη τη Γη στον Ουρανό
και βρίσκει στον Αμνό τον Τίγρη ο Τίγρης.

Το σώμα είναι πληγή.
Κι ο Εαυτός
ανέγνωρος και ασύλληπτος
το Αναπόφευκτο είναι.

Ψυχή
Ψυχή του Τίγρη
το τρυφερό
το τρυφερότερο ζαρκάδι
σε σπαράσσει.

(από την συλλογή Versus)[8]

Σκαλίζοντας στη μνήμη την απέραντη του Σαίξπηρ (που, ας μην λησμονούμε παρομοιάστηκε με του Θεού), θα δούμε πως κι εκεί έχει κι η τίγρη βρει μια θέση, και μάλιστα αρκετά συχνή. Κάποτε παρουσιάζεται σε παροιμιώδεις εκφράσεις, τυχαία λες σχεδόν παρμένη από έναν ανενεργό και προ πολλού αδρανή Φυσιολόγο («από πότε της τίγρης τα μικρά διδάσκουν την μητέρα;», Τίτος Ανδρόνικος, Πρ. Β΄, Σκ. 3), ή και σαν μακρινός απόηχος μιας –θαμπής πια και μισοσβησμένης– φυσικής αγριότητας, μα και συναθροιζόμενη με άλλα άγρια θηρία αντάμα:

«…τίγρεις, λύκους, δράκοντες, αρκούδες»
(Τίμων ο Αθηναίος, Πρ. Δ΄, Σκ. 3)

~.~

Παμφάγε Χρόνε, αχρήστευσε του λιονταριού τα πόδια,
Και τα γλυκά της τα παιδιά τη γη να τρώει άσε·
Ξερίζωσε απ’ της τίγρης τα σαγόνια τ’ άγρια δόντια
Και τον μακρόβιο φοίνικα στο αίμα του μέσα κάψε».
(Σονέτο 19, μετ. Λένια Ζαφειροπούλου)

Υπάρχουν όμως κι ελάχιστες φορές που η αψιά αγριάδα ξεχύνεται ορμητικά:

«…Τι κάματε; Όχι κόρες, τίγρες,
σαν τι τολμήσατε;»
(Βασιλιάς Ληρ, Πρ. Δ΄, Σκ. 2, μετ. Βασ. Ρώτα)

Σε αυτές τις λίγες μα σημαντικές στιγμές, ποια άραγε τίγρη μνημονεύει ο Σαίξπηρ, ποια τίγρη αναθυμάται ονομαστικά και πούθε την ανακαλεί;

[Ο Δούκας του Γιορκ απευθύνεται στην Βασίλισσα Μαργαρίτα:]
«Ω, τίγρης καρδιά σε γυναικός δορά μέσα κλεισμένη…
Μα πιο απάνθρωπη και πιο αδιάλλακτη είσαι
–δέκα φορές περσότερο– από της Υρκανίας τις τίγρεις».
(Ερρίκος Στ’, 3ο μέρος, Πρ. Β΄, Σκ. 4)

~.~

«Ό,τι κι αν ο άνθρωπος τολμά, κι εγώ τολμώ!
Πλησίασε σαν την τραχιά ρώσικη αρκούδα,
τον πάνοπλο ρινόκερο ή την Υρκάνια τίγρη…»
(Μάκβεθ, Πρ. Γ΄, Σκ. 4)

~.~

«Ο σκληρόψυχος ο Πύρρος, το υρκανικό θηρίο».
(Άμλετ, Πρ. Β΄, Σκ. 2, μετ. Ιάκ. Πολυλάς)

Ο Σαίξπηρ της Αλβιώνος, ξεσηκώνει απ’ τα λατινικά του διαβάσματα τα υρκανικά θεριά και τις υρκάνιες τίγρεις και, 1500 τόσα χρόνια μετά, του Βιργίλιου ακολουθεί τις παροιμιώδεις διατυπώσεις για τον τίγρη ως συνώνυμο της σκληροκαρδίας.

Στην Αινειάδα λοιπόν, ο Αινείας, υπακούοντας του Διός την προσταγή, ετοιμάζεται να φύγει κρυφά από την Καρχηδόνα και να εγκαταλείψει τη Διδώ. Η Διδώ με κλάμματα και παρακάλια προσπαθεί να τον κρατήσει  κοντά της· κάποια στιγμή ξεσπάει στον άκαρδο Αινεία:

Nec tibi diva parens generis nec Dardanus auctor,
perfide, sed duris genuit te cautibus horrens
Caucasus Hyrcanaeque admorunt ubera tigres.

Ούτε θεά είναι η μάνα σου κι ούτε κι ο Δάρδανος γεννήτοράς σου,
σέν’ άπιστ’ ο σκληρός εγέννησεν ο Καύκασος με τα φριχτά γκρεμνά του
κι οι υρκανικές οι τίγρεις σού ’δωσαν μαστούς για να βυζάξεις.
(Αιν., IV.365-7)

Kαι στις Eclogae  (5.29-30) πάλι μιλά για Αρμένιες τίγρεις (Armeniae tigres).

Τον Βιργίλιο ακολουθούν κι οι Λατίνοι ποιητές, πολύ πριν από τον Σαίξπηρ, και μιλούν για τις υρκανικές κι αρμένιες τίγρεις ως μετωνυμία του άγριου και του θηριώδους, ο Οβίδιος, ο Προπέρτιος, ο Λύγδαμης:

non genetrix Europa tibi ea, sed inhospita Syrtis,
Armeniae tigres austroque agitata Charybdis.

Οὐκ ἄρα σοι μήτηρ Εὐρώπη, ἀλλ’ ἡ ἄξενος Σύρτις καὶ Ἀρμένιαι τίγρεις, καὶ ἡ νότῳ τινασσομένη Χάρυβδις.
(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 8, 121, στη μετάφραση του Μάξιμου Πλανούδη)

~.~

At quibus ingenium est inmansuetumque ferumque,
Armeniae tigres iracundique leones.

Οἷς δὲ φύσις ἀγρία τε καὶ ἀνήμερος, ὡς Ἀρμένιαι τίγρεις καὶ ὀργίλοι λέοντες
(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 15, 86, στη μετάφραση του Μάξιμου Πλανούδη)

Η Υρκανία, στο νοτιοανατολικό άκρο της Κασπίας στην Περσία, παρά τη στέρεη γνώση για την περιοχή που κληροδότησε το πέρασμα του Μ. Αλεξάνδρου, συνέχισε να θεωρείται ως αφιλόξενος και άγριος τόπος, στα όρια του πολιτισμένου –ρωμαϊκού– κόσμου με τους βαρβάρους, κατοικούμενη από άγρια κι επικίνδυνα θηρία.  Και το πλέον χαρακτηριστικό ιθαγενές της ζώο, η τίγρις, θεωρήθηκε οιονεί φυσικό συνώνυμο της αγριότητας και της βαρβαρότητας, την οποία ανακινούσε στο φαντασιακό των Λατίνων ήδη η αναφορά του τόπου. Ο τίγρις στη λατινική λογοτεχνία[9] προέρχεται πάντα από αυτή την περιοχή και τα επίθετα που τον συνοδεύουν είναι δηλωτικά αυτών των τραχιών, βάρβαρων κι άγριων τόπων: επιπλέον του Υρκάνιου, χρησιμοποιείται ο Κάσπιος, ο Αρμένιος, ο Καυκάσιος, περιοχές της ανείπωτης αγριότητας, της απευκταίας βαρβαρότητας, ονόματα που στο άκουσμά της το κορμί αναριγά με τρόμο. Έτσι λοιπόν η  σκληροκαρδία της τίγρης συμπλέκεται άρρηκτα με τον άγριο τόπο καταγωγής της, την Υρκανία. Η δε φράση του Βιργίλιου σύντομα κατέστη παροιμιώδης μεταφορά για την ψυχική σκληρότητα και την αναλγησία, κι από αυτόν, διαμέσου των Λατίνων ποιητών, πέρασε στη δυτική ποίηση, συναντάται στον Τάσσο, μέχρι να φτάσει και στις ακτές της Αλβιώνος και να την βάλει κι ο Σαίξπηρ στα έργα του.[10]

73497906_2376026369394619_2480801663112183808_n.jpg

Τούτα τα εθνικά επίθετα, που εναλλάξ χειρίζεται η ποιητική γλώσσα των Λατίνων, ταυτόχρονα ρίχνουν φως και προς την προέλευση, την ετυμολογία του τίγρη, σύμφωνα με όσα είχαν φτάσει στ’ αυτιά των ποιητών (αργότερα έμαθαν και για τον ινδικό τίγρη). Διότι ναι μεν μπορεί οι Λατίνοι ποιητές να ακολουθούν τον Βιργίλιο, κι ο ίδιος όμως τον Βάρρωνα ακολουθεί πιστά, καθώς τίγρεις δεν φάνηκαν στη Ρώμη πριν το 11 π.Χ. (τρεις αιώνες μετά την τίγρη –δώρο του Σέλευκου Α΄ στην πόλη τους– που είδαν οι Αθηναίοι) κι έτσι κανείς τους δεν τις είχε αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια.[11] Ο Βάρρων λοιπόν στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του για τη λατινική γλώσσα γράφει πως: «η τίγρις, η οποία είναι σαν λιοντάρι με λωρίδες, και την οποία ακόμη δεν έχει γίνει εφικτό να την πιάσουν ζωντανή, παίρνει το όνομά της από την αρμενική γλώσσα: γιατί εκεί [στην Αρμενία] και το βέλος κι ένα γοργότατο ποτάμι αποκαλούνται Τίγρις».[12]

74529516_845274032536274_5970268853727395840_nΌχι, η λέξη δεν είναι αρμένικη, αλλά περσική. Για την ακρίβεια φαίνεται πως η λέξη τίγρις προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει αιχμηρός, μυτερός και βέλος στην αβεστική και στην παλαιοπερσική, και σύντομα κατέληξε να δηλώνει τη γρηγοράδα και την ορμητικότητα. Γι’ αυτό και σήμανε τόσο τον τίγρη όσο και τον ομώνυμο γοργοπόταμο: «Τίγρης· ποταμὸς Περσῶν. καὶ ὁ τοῦ ποταμοῦ ῥοῖζος. καὶ ζῶον [… παρὰ δὲ Ἕλλησι] τίγρις”, γράφει ο Ησύχιος στο Λεξικόν  του. Κι εδώ κάπου θαρρώ πως συναντιέται ο τίγρης που με στοιχειώνει, και με την πνοή του ανέμου με κυνηγάει στα όνειρά μου, με τον τίγρη του μύθου. Αυτή η ερμηνεία για την ταχύτητα του τίγρη διαμόρφωσε μια ελληνική μετακλασσική παράδοση που τον αρμόζει με τους γοργούς ανέμους. Σε μια καταφανή αναντιστοιχία της νοητικής με τη λεκτική αντίληψη του ζώου, η εναλλασσόμενη διγενής του υπόσταση εξαλείφεται από τον χώρο της ζωϊκής ύπαρξης και μένει μόνο στη γραμματική του διατύπωση, η τίγρη παρουσιάζεται μόνον ως θηλυκή. Τον μύθο για την ανυπαρξία αρσενικού τίγρη, που τη θέση του έχει καταλάβει ο Ζέφυρος, παραδίδει πρώτος ο Οππιανός στα Κυνηγετικά του, προς τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στην εξάπλωση αυτού του μύθου συνέβαλε το γεγονός πως η μητέρα παρέμενε κοντά στους σκύμνους της όταν την κυνηγούσαν ενώ ο γεννήτοράς τους έφευγε μακρυά.

«ὠκυτέρη τελέθει δὲ θοῶν πανυπείροχα θηρῶν·
αὐτῷ γάρ τε θέειν ἰκέλη Ζεφύρῳ γενετῆρι·
οὔτι γε μὴν γενετῆρι· τίς ἂν τάδε πιστώσαιτο,
θῆρες ὅτι δμηθεῖεν ὑπ’ ἠέρι νυμφευτῆρι;
ἔπλετο γὰρ κείνη κενεὴ φάτις, ὡς τόδε φῦλον
θῆλυ πρόπαν τελέθει καὶ ἀδέμνιον ἄρσενός ἐστι».

Γοργότερη τρέχει ξεπερνώντας τα πιο γρήγορα θηρία
μοιάζοντας στο τρέξιμο με τον πατέρα της τον Ζέφυρο
που βέβαια δεν είν΄ πατέρας της· ποιος άραγε θα πίστευε
ότι τα θηρία δαμάζονται σε γάμο απ’ τον αέρα ως γαμπρό;
υπήρχε αυτή η κούφια φήμη, ότι αυτό το ζώο είναι εντελώς
και μόνον θηλυκό, χωρίς να παντρευτεί μ’ αρσενικό.
(Οππιανός, Κυνηγετικά 3, 343-363)

Φευ όμως! Όπως πανέμνοστα παραφράζει κι ο Ευτέκνιος τον Οππιανό, πού ακούστηκε ποτέ είτε παράνυφος είτε γαμπρός να είν’ ο αγέρας;

«οὐ γὰρ ἄν ποτε οὔτε ἀὴρ νυμφοστόλος οὔτε νύμφιος ἄνεμος γένοιτο» (Ευτέκνιος, Παράφρασις εἰς τὰ τοῦ Ὀππιανοῦ κυνηγητικά, 35, 10-11).

Η ορμητική ταχύτητα της τίγρης τη σύζευξε διόλου τυχαία με τους γοργόφτερους ανέμους, κάνοντάς την κι αυτήν εξίσου άπιαστη κι ονειρική (μήπως και καταστροφική;) όσο κι οι υποτιθέμενοι αόρατοι σύζυγοί της.  Κι όσο ψεύτικος κι αν ακουγόταν ο μύθος ήδη στην εποχή του Οππιανού, ήταν τέτοια η γοητεία της ταύτισης της τίγρης με τη γοργόφτερη κι αόρατη πνοή του ανέμου που ο βίος αλλά κι η φήμη του παρατάθηκαν επί μακρόν. Ο συγκαιρινός του Οππιανού Φιλόστρατος, ο εξηγητής του Απολλώνιου του Τυανέα, γράφοντας για τους γρύπες, λέει πως μόνον τις τίγρεις δεν μπορούσαν να πιάσουν τα μεγαλόφτερα και φοβερά εκείνα όρνια, γιατί η γοργάδα τους τις κάνει ένα με τους ανέμους: «τὴν τίγριν δὲ αὐτοῖς ἀνάλωτον εἶναι μόνην, ἐπειδὴ τὸ τάχος αὐτὴν ἐσποιεῖ τοῖς ἀνέμοις» (Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον 3, 47.2-48.15). Από εκεί αυτή η φήμη φτερούγισε μέχρι την ποιητική ψυχή του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού που, ξεπερνώντας πια τον μύθο, τον συνάρμοσε στην τίγρη μονολεκτικά μ’ ένα λαμπρό επίθετο: τίγρις ἠνεμόεις,[13] ανεμόεσσα, κυρά του ανέμου η τίγρη πια (απ’ όπου επήρε και την εμπνοή της τούτη η καταγραφή).

Ο μύθος βέβαια συνέχισε να ζει τουλάχιστον μέχρι τον Τιμόθεο τον Γαζαίο, στις αρχές του 6ου αιώνα: «…ἡ τίγρις, ἥτις συλλαμβάνουσα τίκτει ἐξ ἀνέμου. ὅτι δυσχερῶς ζῶσά ποτε συλλαμβάνεται ἢ ἡμεροῦται, σφόδρα ταχυτάτη οὖσα ὡς ἐξ ἀνέμου γεννωμένη» ((Τιμόθεος, Excerpta ex libris de animalibus, 9, 1-14) και μαζί με αυτόν και η πυρόφλογη ομορφιά στο δέρμα της τίγρης αλλά κι η αστραφτερή στιλβηδόνα της φλογόμορφης ματιάς της (Οππιανός & Ευτέκνιος). Και όχι μόνο. Πέρα από αυτή την ελληνική παράδοση, πορευόταν παράλληλα και μια άλλη, εξίσου παλαιά, με ρίζες λατινικές.

76913593_401451527398960_3040072951274668032_n.jpg

Στην Πιάτσα Αρμερίνα, σχεδόν στην καρδιά της Σικελίας, λίγο έξω από την πόλη, βρίσκεται η βίλα Καζάλε, μια ρωμαϊκή βίλα διάσημη για τα πολύαριθμα ψηφιδωτά της, με πιο γνωστά ίσως τα ‘Κορίτσια με μπικίνι’. Τριγυρίζοντας στη βίλα και περιεργαζόμενος τον πλούτο των ψηφιδωτών δαπέδων της, κάθε φορά η ματιά μου σκάλωνε σε μια παράσταση που αδυνατούσα να κατανοήσω κι ερμηνεύσω. Σ’ ένα τεράστιο ψηφιδωτό, το ‘Μεγάλο κυνήγι’, κυνηγοί συλλαμβάνουν και μεταφέρουν σε πλοία διάφορα άγρια ζώα και θηρία· ανάμεσά τους είναι και τρεις τίγρεις. Η μια από αυτές παρατηρεί απορροφημένη μα κι απορημένη ένα κυκλικό αντικείμενο με κάτι σαν μικρογραφία της μέσα του, ενώ ένας καβαλάρης έχοντας μες στον κόρφο του δυο τιγράκια σαλτάρει με το άλογό του στο πλοίο. Ε λοιπόν, αυτή η ψηφιδωτή εικόνα την άλλη παράδοση που μόλις προανέφερα αναπαριστά κι εικονογραφεί. Γράφει ο Πλίνιος (ακολουθώντας τον Πομπώνιο Μέλα) πως όταν κυνηγούν να συλλάβουν τους σκύμνους της τίγρης, έχουν στη διάθεσή τους ένα γοργό άτι και μόλις αιχμαλωτίσουν τα τιγράκια καβαλάνε σ’ ένα άλλο ξεκούραστο και δυνατό άλογο για να φύγουν όσο το δυνατόν μακρύτερα απ’ τη μάνα τίγρη. Μα σαν αυτή τους πλησιάσει της ρίχνουν ένα από τα μικρά της ώστε να απασχοληθεί για λίγο κι έτσι να μπορέσουν να ξεμακρύνουν μέχρι να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Προϊόντος του χρόνου η Πλίνεια παρουσίαση του κυνηγιού των μικρών τίγρεων εμπλουτίστηκε με τη χρήση γυάλινων αγγείων. Πρώτος ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (στην Εξαήμερο) κάνει λόγο για μια γυάλινη σφαίρα που ρίχνουν στην τίγρη κι αυτή ξεγελιέται μπερδεύοντας το καθρεφτιζόμενο πρόσωπό της για το μικρό τιγράκι της. Φαντάζομαι εδώ το ελαφρύ μειδίαμα του τυφλού Μπόρχες από το αντίπερα σκοτάδι· να που εντέλει κάπου συμπλέκονται κι οι δυο παιδικές εμμονές του, μες στους λαβύρινθους του χρόνου. Σε χρόνους κατοπινούς, και σε μεταγενέστερες αφηγήσεις, στα γυάλινα αγγεία μέσα έκλειναν τα μικρά τιγρόπουλα: «τοὺς σκύμνους αὐτῆς ἀπούσης ἁρπάζοντες οἱ θηρευταὶ βάλλουσιν ἐν ὑαλίνοις ἀγγείοις, καὶ ὅταν καταληφθῶσιν ὑπὸ τῆς μητρὸς ταχυτάτης οὔσης, ῥίπτουσιν ἀγγεῖον ἕν, καὶ περὶ τοῦτο αὐτῆς ἀπησχολημένης καὶ ὑπὸ τῆς τοῦ τέκνου ἐν τῷ ὑελίῳ μορφῆς ἀπατωμένης οἱ ἱππεῖς τὴν ἄλλην ἔχοντες θήραν διαφεύγουσιν», μας πληροφορεί πάλι ο Τιμόθεος (ό.π.). Κι η οπτική αφήγηση του κυνηγιού της τίγρης γρήγορα πέρασε από τους προγόνους του ελληνόγλωσσου και λατινόγλωσσου Φυσιολόγου στα ψηφιδωτά αλλά και στα αγγλικά και γαλλικά bestiaria των Μέσων Χρόνων, τα οποία διαστίζονται με αντίστοιχες, αν και φανταστικές σ’ ό,τι αφορά την απεικόνιση της τίγρης, μινιατούρες.

Λύθηκε λοιπόν η απορία μου· μου φανερώθηκε όμως και μια άλλη όψη της τίγρης, που πόρρω απέχει από την αγριότητα και τη σκληροκαρδία, που της φόρτωσε η λατινική ποιητική φαντασία.

Από τις όχθες του Ινδού ποταμού, μιλάει ο Απολλώνιος του Φιλοστράτου: «καὶ τὴν τίγριν δὲ χαλεπωτάτην οὖσάν φασιν ἐν τῇδε τῇ χώρᾳ καὶ περὶ τὴν θάλατταν τὴν Ἐρυθρὰν ἐπὶ τὰς ναῦς ἵεσθαι, τοὺς σκύμνους ἀπαιτοῦσαν, καὶ ἀπολαβοῦσαν μὲν ἀπιέναι χαίρουσαν, εἰ δὲ ἀποπλεύσαιεν, ὠρύεσθαι αὐτὴν πρὸς τῇ θαλάττῃ καὶ ἀποθνήσκειν ἐνίοτε» (Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον 2,14.43).

76747501_545307652933311_2353172217375752192_n

Ώστε ὠρύεσθαι αὐτὴν πρὸς τῇ θαλάττῃ καὶ ἀποθνήσκειν ἐνίοτε… Και πώς να είναι άραγε το βογγητό και το θρηνητικό της ουρλιαχτό λίγο πριν ξεψυχήσει, μια μάνα τίγρη που της κλέβουν τα μικρά της; Ούτε η φαντασία να τ’ ακούσει δεν αντέχει. Στις ακτές του μακρινού Ινδού ή της μυθικής Ερυθράς θαλάσσης σβήνει ο απόηχος της σκληροκαρδίας της τίγρης. Μένει το ανείπωτο ουρλιαχτό προς τη θάλασσα, στερνή και μάταιη επίκληση της τίγρης που ξεψυχάει στην ακροθαλασσιά. Η μάνα τίγρη, η τίγρις μετωνυμία της τρυφερότητας και της στοργής, της στοργής έως σπαραγμού, έως διασπαραγμού εσώτατου και ολοσχερούς.

Από αφορμή τον Δυτικό Κανόνα του Μπλουμ και τις δυσκολίες που παρουσιάζει η διδασκαλία της λογοτεχνίας στο παγκοσμιοποιημένο παρόν, κατέκλειε ο Έκο ένα άρθρο του στην Espresso, ως εξής: «Μπορούμε να φτάσουμε πραγματικά σε μια εκπαίδευση κατάλληλη για τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, όταν 99 τοις εκατό των καλλιεργημένων Ευρωπαίων αγνοούν το γεγονός ότι για τους Γεωργιανούς ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα σε όλη τη λογοτεχνική ιστορία ήταν αυτό του Ρουσταβέλι, Ο ιππότης με το δέρμα πάνθηρα, κι ενώ δεν συμφωνούμε καν (ελέγξτε στο Διαδίκτυο) εάν αυτή η γλώσσα με το δυσανάγνωστο αλφάβητο μιλά για δέρμα πάνθηρα κι όχι μάλλον τίγρης ή λεοπάρδαλης; Ή θα συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε “Ρουσταβέλι, ποιος ήταν αυτός;”»[14] Αναρωτιέμαι κι εγώ με τη σειρά μου, μήπως και η σύγχυση που επισημαίνει ο Έκο σχετικά με το λαμπρό ποίημα του Ρουσταβέλι δεν ανιχνεύεται άραγε και στην ίδια την επιστημονική ονομασία που επιδαψίλευσε στην τίγρη η Δύση; Panthera tigris να υπενθυμίσω την καλεί η επιστημονική κοινότητα, συμπλέκοντας κι εμπερικλείοντας ήδη μέσα σε αυτή τη σύμμειξη των λέξεων ένα βαρύ φορτίο αιώνων από αντιφατικές, μυθικές, φανταστικές και αληθινές κατανοήσεις κι αντιλήψεις για τα αιλουροειδή και την τίγρη. Αλλά ας εκτραπώ για λίγο προς τον Καύκασο όπου μας καλεί το διάσημο ποίημα του γεωργιανού. Ο σχεδόν άγνωστος Σότα Ρουσταβέλι έγραψε το λαμπρό του ποίημα κατά τα τέλη του 12ου αιώνα υπό μορφήν 1661 παραδοσιακών έμμετρων (δεκαεξασύλλαβων) τετράστιχων. Μέσα εκεί αφηγείται τη φιλία του Αβταντίλ με τον θλιμμένο ιππότη Ταριέλ, ο οποίος θρηνεί την αγάπη που έχασε και με την οποία καταφέρνει ο Αβταντίλ να τον ενώσει στο τέλος του έργου. Ως επί το πλείστον η όλη υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από τις αφηγήσεις των δυο κεντρικών ηρώων. Το έργο, που αποτελεί την κορύφωση της ποιητικής και φιλοσοφικής ανάπτυξης της Γεωργίας του χρυσού αιώνα, έχει μεταφραστεί σε πάμπολλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά από τον Εμμανουήλ Μηταφίδη.[15] H αμφισημία του τίτλου που επισήμανε ο Έκο[16] εξακολουθεί να υπάρχει για τους μελετητές, παρά το γεγονός πως στα σύγχρονα γεωργιανά ο τίτλος δηλώνει δέρμα τίγρης, με αποτέλεσμα η διχογνωμία να εξακολουθεί να εμφανίζεται στους μεταφρασμένους τίτλους από γλώσσα σε γλώσσα. Στην έμμετρη –αλλ’ όχι υψηλών ποιητικών απαιτήσεων, παρά τη γενναία προσπάθεια– μετάφραση του Μηταφίδη, προτιμάται η τίγρη έναντι του πάνθηρα σε αντίθεση με την κομψότερη, έμμετρη κι αυτή, αγγλική μετάφραση της Lyn Coffin που έχω υπ’ όψιν μου. Μέσα στο έργο κάνει συχνές εμφανίσεις η τίγρη (ή ο πάνθηρας, αν προτιμάτε). Κι οι εμφανίσεις αυτές ούτως ή άλλως μιλούν για ένα ζώο θηλυκού γένους. Σ’ ένα τετράστιχο ο Ταριέλ (ο ιππότης με το δέρμα τίγρης, ή panthera tigris εντέλει) εξηγεί γιατί ενδύεται του ζώου τη δορά (μετ. Μηταφίδη):

70988185_423122625039327_5639057172181549056_n

«Για να δείξω πως ο τίγρης την καλή μου μου θυμίζει,
η καλή Ασμάτ μου ράβει, ενώ το μάτι της δακρύζει,
το κορμί μου να σκεπάζω φόρεμ’ από τίγρη δέρμα
και στην άχαρη ζωή μου δεν τολμώ να βάλω τέρμα».

Επανερχόμενος στην προαναθερθείσα σύγχυση, και κλείνοντας την περιπλάνηση αυτή, θα ακολουθήσω την ανάστροφη πορεία που θα μας οδηγήσει από την Ύστερη Αρχαιότητα πάλι πίσω στον Μπόρχες και την αγγλική ποίηση απ’ όπου ξεκινήσαμε. Ο βυζαντινός Φυσιολόγος, διαμορφώθηκε μεταξύ του 2ου και 4ου χριστιανικού αιώνα στην Αλεξάνδρεια, από τη συμπαράθεση διαφόρων παραδόσεων και κειμένων (ελληνικής, ρωμαϊκής, ινδικής ή και εβραϊκής προέλευσης) από την εποχή του Αλεξάνδρου. Πολύ νωρίς μεταφέρθηκε σε Ανατολή και Δύση, κι επέδρασε μάλιστα καταλυτικά σε αντίστοιχες λογοτεχνίες. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως, ενώ από όλες τις εκδοχές του Φυσιολόγου απουσιάζει παντελώς η τίγρη, η αρμένικη πιστή και ενωρίτατη μεταφορά του αποτελεί το μοναδικό δείγμα του έργου που τη συμπεριλαμβάνει (μαζί με άλλες δύο προσθήκες). Με τη διαμεσολάβηση λατινικών παραδόσεων αλλά και την καίρια συνδρομή του Ισιδώρου Σεβίλλης, ταξίδεψε σε όλες σχεδόν τις ντοπιολαλιές της Ευρώπης, μεταμορφωμένος σε bestiarium, κι έγινε το κατ’ εξοχήν μεσαιωνικό αφήγημα αλληγορικής ερμηνείας της φύσης και των πλασμάτων της. Άρδευσε έτσι γονιμοποιώς επί χίλια χρόνια την ποιητική φαντασία και τον αλληγορικό συμβολισμό της θρησκευτικής τέχνης στη Δύση. Σε ένα από τα κεφάλαια του Φυσιολόγου, υπάρχει και η περιγραφή του πάνθηρα. Αντιγράφω από το μεταγενέστερο κείμενο του 15ου αι. που εξέδωσε ο Émile Legrand (Le Physiologus. Poeme sur la nature des animaux en grec vulgaire et en vers politiques, Παρίσι 1873).

«Ποικίλον ζῶον γὰρ ἐστίν, καὶ ἥσυχον, καὶ πρᾷον,
ὡραῖόν τε καὶ ἔμμορφον ὁ πάνθηρος ὁ μέγας·
ἐχθρὸς μόνον τοῦ δράκοντος ὑπάρχει ὁ πανθήρης,
καὶ, ὅταν φᾷ καὶ κορεστῇ, κοιμᾶται τρεῖς ἡμέρας·
χωνεύουσιν τὰ βρώματα ἀπέσω στὴν κοιλιάν του,
ἐβγάλλει ξένην μυρωδιὰν ἐκ τὴν κοιλιά του μέσα,
βάλλει φωνὰς μεγάλας τε ὅσον νὰ ἠμπορήσῃ,
ἡ εὐωδία τρέχει δὲ ἀπάνω τε καὶ κάτω,
ἐβγαίνει ἀπὸ τὸ στόμαν του μετὰ [τὰς] τρεῖς ἡμέρας
καί, παίρνοντες τὴν μυρωδιάν, ἔρχονται τὰ θηρία,
καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ τὰ μακράν, καὶ παίζουν μετ’ ἐκείνην.
Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἡμῶν τριήμερος ἀνέστη,
τὴν εὐωδίαν γὰρ αὐτοῦ προσήγαγεν τοῖς πᾶσιν,
καὶ τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς τὴν εἰρήνην πληρώσας,
τὸ εὐαγγέλιον αὐτοῦ τὸ ποικίλον διδάξας,
τὴν πίστιν, τὴν ἐγκράτειαν, ὁμοῦ τὴν παρθενίαν·
τοῦτα γὰρ κτῆσαι, ἄνθρωπε, τὰ τοῦ εὐαγγελίου,
ἵνα ἐχθρὸς ἀναφανῇς τοῦ νοητοῦ θηρίου».

Είναι σαφές ότι ο πάνθηρας του Φυσιολόγου δεν έχει καμμία μα καμμία απολύτως σχέση με τον πάνθηρα, και πρόκειται για φανταστικό ον, που ως τέτοιο μνημονεύεται ήδη στο bestiarium των φανταστικών όντων της μπορχεσιανής βιβλιοθήκης. Αυτός ο φανταστικός βυζαντινός πάνθηρας, εμπλουτισμένος έχει μεταφερθεί στα αγγλικά bestiaria, τα οποία εξηγούν ότι ο συσχετισμός του με τον Χριστό οφείλεται στην προφητική ρήση του Ωσηέ: «διότι ἐγώ εἰμι ὡς πανθὴρ τῷ ᾿Εφραὶμ καὶ ὡς λέων τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα» (Ωσηέ, 5, 14). Η δε αριστοτελική προέλευση της ευώδους μυρωδιάς του συνταιριάστηκε με το γραφικό «ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις» (Β΄ Κορ. 2,15). Η συμπερίληψη του φανταστικού πάνθηρα στην αναζήτηση του τίγρη γίνεται αφενός για να καταδειχθεί το φαντασιακό υπόβαθρο της νεώτερης αγγλικής ποιητικής φαντασίας για τα αιλουροειδή αλλά κυρίως ως ένα αχνό κι αδιόρατο σκαλί για τη μετάβαση στον τίγρη του Μπλέηκ και πολύ περισσότερο στον τίγρη Χριστό του Έλιοτ.

75588093_566410604191636_1614345204314144768_n.jpg

Αρκετοί έχουν πλειστάκις σχολιάσει, χωρίς οριστική και κοινά αποδεκτή ερμηνευτική ισχύ, το πλέον εμβληματικό σύμβολο που εμφανίζεται στο ποίημα Γερόντιον (1920) του Έλιοτ, αυτό του Χριστού τίγρη.

«In the juvescence of the year
Came Christ the tiger…
The tiger springs in the new year. Us he devours.

στην άνοιξη του χρόνου
ήρθ’ ο Χριστός ο τίγρης…
Ο τίγρης ορμάει στον νέο χρόνο. Εμάς καταβροχθίζει».

Έχει ειπωθεί πως οι λέξεις που εισάγουν τις δύο εμφανίσεις του τίγρη Χριστού παραπέμπουν αντίστοιχα στην σάρκωσή του και στον τελικό  του ερχομό. Την πρώτη φορά έρχεται απλά στην παρθενική νεότητα του χρόνου ενώ την δεύτερη φορά ορμά ως τελικός κριτής να μας κατασπαράξει, στο άνοιγμα του νέου χρόνου που εγκαινιάζει η Δευτέρα Παρουσία του («ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται», Αποκ. 10,6). Από την Παλαιά Διαθήκη ήδη ο Μεσσίας συχνότατα παρομοιάζεται με λέοντα ή με σκύμνο κι έτσι η ταύτιση του Χριστού με αιλουροειδές δεν ακούγεται κατ’ αρχήν ως κάτι ξένο και παράταιρο· αν συνυπολογιστεί δε και η αναφορά προς τον πάνθηρα του Ωσηέ και η αλληγορικός συσχετισμός του με τον αίλουρο των φυσιολόγων, φανερώνει μια εξοικειωμένη  μάλλον με το θέμα φαντασία. Παράλληλα βέβαια προαναγγέλεται από τις προφητείες αλλά και από τον Ιωάννη στην Καινή Διαθήκη και ως αμνός του Θεού αλλά παρουσιάζεται και ως αρνίον στην Αποκάλυψη. Αν υποθέσουμε ότι μια τέτοια αντιθετική εικόνα ενυπάρχει στην ποιητική αποτύπωση του Έλιοτ, τότε σίγουρα αυτή μας οδηγεί προς τα αντιθετικά ζεύγη της ποίησης του Μπλέηκ, και μάλιστα στην τίγρη (Tyger) του, που αναρωτιόταν αν πλάστηκε από τον ίδιο δημιουργό που έπλασε τον αμνό. Η δε χρήση της λέξης devours ανακαλεί το Devouring (αυτό που καρβροχθίζει) των Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης του Μπλέηκ ως αντίθεση στο Prolific (αυτό που γεννά).[17] Ίσως για μια τέτοια υπόθεση συνηγορεί η σύγχρονη τότε ενασχόλησή του και με το έργο του Μπλέηκ, όπως φανερώνει η εντός του ίδιου χρόνου (1920) έκδοση του ποιήματος Γερόντιον αλλά και του δοκιμίου του για τον Μπλέηκ. Αν αυτή η υπόθεση έχει κάποια βάση, τότε θαρρώ πως ο Έλιοτ στον τίγρη Χριστό δεν βλέπει μόνον τον εσχατολογικό Κριτή Χριστό αλλά ενοποιώντας τις δυο αναφορές του στον τίγρη Χριστό (έρχεται & ορμά) απαντά στο δίλημμα που έθετε ο Μπλέηκ στο ποίημά του για τον τίγρη. Αυτή η ενότητα των πριν διεστώτων ήδη υπεμφαίνεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, «ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα, ἡ ῥίζα Δαυίδ, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας αὐτοῦ. Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον» (Αποκ. 5,5-6). Ο αμνός κι ο τίγρης είναι ένας κι ο αυτός, αυτός που καταβροχθίζουμε στην Ευχαριστία και θα μας καταβροχθίσει ολοκληρωτικά. Προς τα εκεί καταδεικνύει άλλωστε και η μεταμφιεσμένη εικόνα μιας παραμορφωμένης μετάληψης, από άθρησκους πια ανθρώπους, που ακολουθεί στο ποίημα τον ερχομό του τίγρη Χριστού:

«In depraved May, dogwood and chestnut, flowering judas,
To be eaten, to be divided, to be drunk
Among whispers

Στον διεφθαρμένο Μάη, κρανιά και κάστανο,
ανθισμένη κουτσουπιά,
να φαγωθούν, να μοιραστούν, να πιωθούν
ανάμεσα σε ψιθύρους».

Πώς όμως και γιατί να μας καταβροχθίσει ο τίγρης Χριστός; Αν ο τίγρης Χριστός είναι μόνον ο τελικός κριτής σίγουρα ο κατασπαραγμός μας είναι κι η τελική καταδίκη και κατάλυσή μας, αν όμως είναι ο τίγρης Χριστός εν ταυτώ κι ο μυστικός Αμνός σίγουρα ο διασπαραγμός είναι η ατέρμονη ενότητα. Κρίνω πως ίσως ετούτο το ορμητικό τιγρίσιο άλμα του Έλιοτ να έχει κάποια κρυφή και μυστική αντιστοιχία με το παύλειο «νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ» (Γαλ. 4,9). Η θεοφαγία, από μυητική, αναμνηστική, τελετουργική πράξη μερικής ή και συμβολικής ένωσης και κατάληψης του Θεού, μπορεί να τελεστεί ως πλήρης κι ουσιαστική γνώση κι ένωση μαζί του μόνον όταν αφεθεί ο πεπερασμένος άνθρωπος στην κατάληψη, την γνώση κι εντέλει τον διασπαραγμό του από τον ίδιο τον Θεό.  Ποιος ξέρει; Ίσως πάλι και να κρίνω λάθος και να παρασύρθηκα σε μονοπάτια αδιέξοδα. Εξάλλου μόνο όποιος βρέθηκε στα δόντια του τίγρη, θα μπορούσε να μας πει.

68945173_2505458859685676_2006095442034556928_nΌπως κι αν έχει, για τον Έλιοτ ο τίγρης ταυτίζεται με τον Χριστό, τον έγχρονο και σαρκωμένο, αλλά και τον άχρονο, τον αείποτε, σηματοδοτώντας πάντα –ας μην ξεχνάμε!– την διάνοιξη ενός νέου χρόνου, εκεί που για τον Μπόρχες ο τίγρης είναι ο πεπερασμένος ενδοκοσμικός χρόνος-εαυτός: «Ο χρόνος είναι η ουσία απ’ την οποία είμαι φτιαγμένος. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι· είναι ένας τίγρης που με κατασπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης…» (Νέα ανασκευή του χρόνου, Διερευνήσεις, μετ. Αχ. Κυριακίδη).

Όσο για την δική μου τίγρη, που από παιδί ονειρεύομαι, σίγουρα υπάρχει και μες στον τίγρη που ονειρεύτηκαν πολύ πριν από μένα οι μύθοι, η φαντασία, η ποίηση κι η πίστη των ανθρώπων κι όσο και αν τονε ψάχνω στης φαντασίας μου τους σκοτεινούς λαβύρινθους, ξέρω πως θα ’ρχεται μόνο όταν αυτός θελήσει σαν την πνοή του ανέμου αλαφροπάτητος, μαρμαίροντας πυρφόρος, μ’ όλη την ανείπωτη τρυφερότητα του (δια)σπαραγμού στο βλέμμα.

ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ


[1] Ευτέκνιος, Παράφρασις εἰς τὰ τοῦ Ὀππιανοῦ κυνηγητικά, 35, 1-2.

[2] Βλ. και Rodriguez-Monegal Emir, “Symbols in Borges Work”, Modern Fiction Studies, v. 19, no. 3 (1973), 339-340, ο οποίος, προχωρώντας βαθύτερα, συσχετίζει αξιοπρόσεκτα την αφοσίωση του Μπόρχες στην τίγρη με την αφοσίωσή του στους νεκρούς προγόνους, στους πολεμιστές, τους γκάουτσο, τους πειρατές και τους δολοφόνους, δια της νοσταλγίας της δράσης, του αίματος, της βίας και της φωτιάς που απουσιάζει από την ζωή του Μπόρχες· αυτή η αξιομνημόνευτη παρατήρησή του όμως θα μας ξεστράτιζε τώρα.

[3] Mukherjee, Sujit, Tigers in Fiction: An Aspect of the Colonial Encounter, Kunapipi, 9 (1), 1987. Προσβάσιμο εδώ: http://ro.uow.edu.au/kunapipi/vol9/iss1/3

[4] Γράφει ο Μπόρχες: «Μια περίφημη σελίδα του Μπλέικ θέλει την τίγρη “φλόγας λάμψη” κι ένα αιώνιο αρχέτυπο του Κακού· εγώ προτιμώ εκείνη τη φράση του Τσέστερτον, που τη χαρακτηρίζει σύμβολο τρομερής κομψότητας», Μπόρχες, “Γαλάζιες τίγρεις”, Άπαντα τα πεζά, σ. 511 (μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Δες και την επόμενη σημείωση.

[5] Η φράση αυτή περιέχεται στη βιογραφία του Μπλέηκ από τον Τσέστερτον, και σε αυτήν παραπέμπει ο Αργεντίνος στις Γαλάζιες τίγρεις. Επειδή δεν έχει καταπώς φαίνεται εντοπιστεί από τον εξαιρετικό μεταφραστή Κυριακίδη, δεν έχει καταχωριστεί και στις πληθωρικές και σχολαστικές Σημειώσεις του. Chesterton G. K., William Blake, London 1910, σ. 155.

[6] Καμπερίδης Λάμπρος, “Οι γάμοι του ουρανού και της γης”, Αντί χρυσέων, Αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, 1995, σ. 183 (Η φράση στα ανωφερή εισαγωγικά είναι του Μπλέηκ, από τους Γάμους του Ουρανού και της κόλασης).

[7] Παρά τη διπλά μεταφορική και περιπαιχτική του επανεμφάνιση στην Παρτούζα του Νίκου Φωκά, αντάμα με τον καρχαρία.

[8] Η τίγρις, καθώς κι ο λύκος, αλλά και τα αιλουροειδή, συχνοπερπατούν στην ποίηση του Βολκώφ.

[9] Σε γένος θηλυκό στην ποίηση, μα και σε αρσενικό στην πεζογραφία, φαίνεται πως η τίγρη κατανοήθηκε στη θηλυκή της ύπαρξη από τη ρωμαϊκή κοσμοαντίληψη, όπως παραθέτει η Hawtree L., Wild Animals in Roman Epic, (PhD Thesis), University of Exeter, September 2011, σ. 105-106. Προσβάσιμο εδώ: https://ore.exeter.ac.uk/repository/bitstream/handle/10036/3469/HawtreeL.pdf?sequence=1

[10] Τη φράση αυτή, καθώς και την (ομηρική) καταγωγή της, συζητά δια μακρών ο Pease στα σχόλιά του στο 4ο βιβλίο της Αινειάδας, δες Pease A. S. (ed.), Publi Vergili Maronis Aeneidos Liber Quartus, Harvard University Press 1935, σ. 315-318.

[11] Για τις εμφανίσεις του ζώου στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, παραμένει κλασικό το έργο της Toynbee Jocelyn, Animals in Roman Life and Art, Thames & Hudson, London 1973· δες και Hawtree L., Wild Animals in Roman Epic, (PhD Thesis), University of Exeter, September 2011, σ. 100-121.

[12] Varro, On the Latin language, V, 20.100 (The Loeb Classical Library).

[13] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Περὶ τῆς τοῦ ἐκτὸς ἀνθρώπου εὐτελείας (Migne, Patrologia Graeca, τ. 37, στ. 767).

[14] http://espresso.repubblica.it/opinioni/la-bustina-di-minerva/2010/11/26/news/rustaveli-chi-era-costui-1.26172?refresh_ce

[15] Η μετάφραση ξεκίνησε το 1966 εν όψει των εορτασμών για τα 800 χρόνια του Ρουσταβέλι στην ΕΣΣΔ, ως μέρος μιας προσπάθειας να μεταφραστεί το έργο σε όλες τις γλώσσες της Σοβιετικής Ένωσης. Ολοκληρώθηκε το 1974, οπότε και πέθανε ο Μηταφίδης, και κυκλοφόρησε μόλις το 2016, σε ιδιωτική έκδοση περιορισμένων αντιτύπων.

[16] Μια αμφισημία που επεκτείνεται και στο πρώτο μισό του τίτλου: ο ιππότης αναφέρεται μάλλον απλά ως άνδρας.

[17] Δες Michael O’Neill στο T. S. Eliot in Context (Jason Harding, ed., Cambridge 2011), σ. 201.