Συντάκτης: L'apprendista

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Advertisements

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (3/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το δεύτερο και το πρώτο μέρος)

ΙΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτική προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

557766f37f20cΗ καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

dome-of-mosque-at-dusk-700712709-5aa7ff240e23d9003705318eΗ βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.

Ανάλογα αντιπαραγωγικός αποδείχτηκε ο αραβικός κόσμος και σε πολιτικό επίπεδο. Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, δύο εισαγόμενα είδη, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Οποιοδήποτε δημοκρατικό σκίρτημα καταπνίγεται συνήθως εν τη γενέσει του. Είναι πάντως αυτονόητο πως τέτοιες γενικότητες αναφέρονται στο σύνολο και αποσιωπούν τις όποιες προσωπικές ικανότητες των κατοίκων, οι οποίες, όπως σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται κι εδώ στους νόμους της γενετικής διασποράς. Σε πολλά αραβικά κράτη πάντως η έκφραση προσωπικής άποψης θέτει το άτομο σε θανάσιμο κίνδυνο. Σ’ αυτόν τον κίνδυνο οφείλεται το γεγονός ότι οι καλύτεροι Άραβες επιστήμονες, τεχνικοί, συγγραφείς και πολιτικοί στοχαστές ζουν εξόριστοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό Brain Drain, ανάλογο μ’ εκείνο της εβραϊκής ελίτ στην Γερμανία της δεκαετίας του ’30.

Οι μέθοδοι καταπίεσης, κοινές στα αραβικά κράτη, αντλούν την καταγωγή τους από την ανατολική Δεσποτεία, με τους άπιστους δυτικούς να αποτελούν κι εδώ το βασικό πρότυπο. Αυτοί ανακάλυψαν και εξήγαν τα πάντα, από το περίστροφο ως τα τοξικά αέρια, χρήση των οποίων κάνει όλος ο αραβοϊσλαμικός κόσμος. Οι ηγέτες του έχουν ενστερνιστεί ακόμα και τις μεθόδους της GPU ή της Γκεστάμπο. Όμως ούτε η ισλαμιστική τρομοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τέτοια δάνεια. Όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιεί, από την δυναμίτιδα μέχρι το δορυφορικό τηλέφωνο, από το αεροπλάνο μέχρι την βιντεοκάμερα, είναι προϊόντα φτιαγμένα στη μισητή Δύση. Μια τόσο ευρεία εξάρτηση

398px-hizbollah_posters_2006

είναι προφανές πως δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο δύσκολα αποδεκτή. Ιδιαιτέρως η επαφή των μεταναστών με τον δυτικό πολιτισμό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, τους προκαλεί συνεχή πολιτισμικά σοκ. Ο πακτωλός των προϊόντων, οι διαφορετικές απόψεις, οι οικονομικές και σεξουαλικές επιλογές οδηγούν σ’ ένα Double Bind, κάτι ανάμεσα σε έλξη και απώθηση. Την ίδια ώρα η συνεχής συνειδητοποίηση της υστέρησης του δικού τους πολιτισμού γίνεται αβάσταχτη. Είναι αυτονόητη η επίδραση που έχει στην προσωπική τους αυτοεκτίμηση αυτή η συνειδητοποίηση καθώς εξηγεί τη τάση τους να επιστρατεύουν θεωρίες συνομωσίας για να δικαιολογήσουν το χάσμα. Δεδομένης της κατάστασης η ένταξη στους κόλπους των Ισλαμιστών αποτελεί για πολλούς έναν μεγάλο πειρασμό και μια ευκαιρία να τιμωρήσουν άλλους για τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Ο Ισλαμισμός δεν ενδιαφέρεται να προτείνει λύση στο δίλημμα τού αραβικού κόσμου αφού εξαντλείται στον αρνητισμό του. Πρόκειται για ένα αυστηρά απολιτικό κίνημα, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ή να μετασχηματιστεί σε κάτι πέρα απ’ αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, ως μόνο στόχο του έχει την κατάκτηση και εξολόθρευση των κατοίκων του πλανήτη, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από απίστους και αιρετικούς.

Αυτή η έντονη επιθυμία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η καταστροφική δύναμη των απόλυτα ηττημένων αρκεί, βεβαίως, για να σκοτώσει χιλιάδες, ίσως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και να φθείρει αδιάκοπα έναν πολιτισμό, στον οποίο έχει κηρύξει πόλεμο. Ένα στοιχείο για την επίδραση που μπορούν να έχουν οι λίγες δεκάδες άνθρωποι-ζωντανές βόμβες είναι οι συνηθισμένοι πια, καθημερινοί έλεγχοι ασφαλείας.

Αυτό είναι το λιγότερο απ’ όσα η τρομοκρατία μπορεί να κοστίσει στον πολιτισμό. Γιατί η τρομοκρατία είναι ικανή να δημιουργήσει ένα γενικότερο κλίμα φόβου προκαλώντας αντιδράσεις πανικού. Αυξάνει την δύναμη και την επιρροή της πολιτικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών, της εξοπλιστικής βιομηχανίας και των ιδιωτικών εταιριών προστασίας, οδηγεί στην ψήφιση όλο και πιο άγριων κατασταλτικών νόμων και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελευθεριών που έχουν κερδηθεί με αγώνες. Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε τις γνωστές θεωρίες συνομωσίας για να καταλάβουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που επιχαίρονται με όλα αυτά. Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν εξωτερικό εχθρό που να ενεργοποιεί τις δυνάμεις της παρακολούθησης και καταστολής. Η ρωσική εσωτερική πολιτική είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω ο Ισλαμισμός μπορεί να τα θεωρήσει ως επιτυχία του. Ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά στις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων. Ακόμα και το εντυπωσιακό χτύπημα στο Κέντρο Παγκόσμιου Εμπορίου δεν μπόρεσε να επηρεάσει την ηγετική θέση που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συνέχισε τις εργασίες του την Δευτέρα αμέσως μετά το χτύπημα. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που είχε στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν στην πραγματικότητα μηδαμινές.

salman-abedi-isis-616833Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.

Στόχος των απόλυτα ηττημένων, όπως βλέπουμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι να οργανώσει την αυτοκτονία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μια ευρεία εξάπλωση της λατρείας τους για τον θάνατο δεν μοιάζει, ωστόσο, πιθανή. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τόσο πιθανό να συμβούν όσο και τα καθημερινά, συνηθισμένα πια, δυστυχήματα στους δρόμους.

Ο πλανήτης είναι υποχρεωμένος να πορευτεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες του συνεχίζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερους ηττημένους.

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (2/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

ΙΙ. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο απόλυτα ηττημένος ξεπερνά την απομόνωσή του, κοινωνικοποιείται, αναζητάει μια πατρίδα της ήττας στην οποία δεν θα βρει μόνο κατανόηση αλλά και την αναγνώρισή του, μια κοινότητα ομοϊδεατών που θα τον καλωσορίσει, μια κοινότητα που τον χρειάζεται; Τότε είναι που ξυπνά μέσα του η καταστροφική ενέργεια, η αδίστακτη φύση, το αμάλγαμα την επιθυμίας για θάνατο και της μεγαλομανίας. Ένα καταστροφικό αίσθημα παντοδυναμίας είναι τότε που τον λυτρώνει από την αδυναμία του.

Παρ’ όλ’ αυτά είναι αναγκαία και μερικά ιδεολογικά «φυτίλια» για να τον πυροδοτήσουν κι όπως δείχνει η ιστορία ποτέ δεν έλειψαν ανάλογες αφορμές. Αδιάφορο αν πρόκειται για θρησκευτικά ή πολιτικά, για εθνικιστικά, κομμουνιστικά ή ρατσιστικά δόγματα: κάθε στενοκέφαλο είδος σεχταρισμού μπορεί να θέσει σε λειτουργία την υπνωμένη ενέργεια του απόλυτα ηττημένου ανθρώπου.

hans-magnus-enzensberger-e71f2384-f23f-4b4e-b695-126f8f314e3-resize-750Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη μάζα αλλά και για τον εκάστοτε μεμονωμένο υποκινητή. Ο υποκινητής ασκεί μια έλξη, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εμμονικά ηττημένος. Οι οπαδοί του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα χαρακτηριστικά εκείνα που προδίδουν την παραφροσύνη του. Δικαίως του προσάπτεται κυνισμός αφού ως καλός γνώστης τους είναι φυσικό να υποτιμά τους οπαδούς του γνωρίζοντας πως πρόκειται για ηττημένους, τους οποίους εν τέλει θεωρεί ανάξιους. Γι’ αυτό το λόγο ηδονίζεται με τη σκέψη, όπως σημείωσε ο Ελίας Κανέτι πριν από μισό αιώνα, πως πρέπει να οδηγήσει στο θάνατο όλους τους υπόλοιπους, ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του, πριν ή καεί κι ο ίδιος στο υπόγειο στρατηγείο του.

Σ’ αυτό το σημείο επανέρχεται, με τρόπο επιτακτικό, κοντά σε άλλα παραδείγματα από την ιστορία, η θύμηση της εθνικοσοσιαλιστικής πλατφόρμας. Περί τα τέλη τής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πολλά κομμάτια του πληθυσμού θεωρούσαν πως ανήκουν στην πλευρά των ηττημένων. Τα αδιάσειστα στοιχεία που έχουμε από την περίοδο μαρτυρούν πολλά. Όμως, ούτε η οικονομική κρίση αλλά ούτε και η ανεργία δεν θα αρκούσαν να ανεβάσουν τον Χίτλερ στην εξουσία. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία μια προπαγάνδα που θα ενεργοποιούσε τα ναρκισσιστικά ανακλαστικά μετά την ήττα του 1918 και τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι περισσότεροι Γερμανοί έριχναν το φταίξιμο στους άλλους. Οι τότε νικητές, «μια παγκόσμια συνομωσία καπιταλιστών και μπολσεβίκων», μα πριν απ’ όλους οι Εβραίοι, το αιώνιο μαύρο πρόβατο, έπρεπε να παραμείνουν στο επίκεντρο τής στόχευσης. Το βασανιστικό συναίσθημα της ήττας δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί παρά μόνο με μια φυγή προς τα μπρος, με μια φυγή προς την παραφροσύνη. Ήδη από το ξεκίνημα, στο μυαλό των εθνικοσοσιαλιστών γυρόφερνε το φάντασμα μιας παγκόσμιας κυριαρχίας. Απ’ αυτή την άποψη οι στόχοι τους δεν μπορούσαν ούτε να οριοθετηθούν ούτε να μεταβληθούν, δεν ήταν δηλαδή μόνο ανέφικτοι, αλλά και πέραν πάσης πολιτικής βάσεως. Ούτε μια ματιά στον παγκόσμιο χάρτη δεν θα έπειθε τον Χίτλερ και τους οπαδούς του για το άνισο του αγώνα μιας μικρής κεντροευρωπαϊκής χώρας ενάντια σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Το αντίθετο, μάλιστα. Δεν υπάρχει ούτε λύση, ούτε κάποιο συμβιβαστικό μοντέλο που θα έστρεφε τον απόλυτα ηττημένο άνθρωπο προς μιαν άλλη κατεύθυνση αλλά και θα κατεύναζε τα καταστροφικά του ένστικτα. Όσο πιο απονενοημένο είναι το εγχείρημά του τόσο πιο φανατικά γαντζώνεται στο στόχο του. Είναι αρκετά πιθανό ο Χίτλερ και οι οπαδοί του να μην επιθυμούσαν τη νίκη αλλά το πέρασμα στην ιστορία ως απόλυτα ηττημένες οντότητες. Αυτό βεβαίως δεν τους απέτρεψε απ’ το να ξεσπάσουν την συσσωρευμένη οργή τους απέναντι σε όσους θεώρησαν υπεύθυνους για τις δικές τους ήττες μ’ ένα εκκαθαριστικό πόλεμο χωρίς προηγούμενο. Αρχικός τους στόχος ήταν η εξαφάνιση των Εβραίων και των αντιπάλων τους ήδη από το 1919, χωρίς αυτό να σημαίνει πως σκόπευαν να χαριστούν στους συμπατριώτες τους. Ο πραγματικός σκοπός δεν ήταν η νίκη, αλλά η εξόντωση, η πτώση, μια συλλογική αυτοκτονία, ένα τρομερό τέλος. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση για το γεγονός ότι Γερμανοί πολέμησαν στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο προασπιζόμενοι ακόμα και το τελευταίο χάλασμα στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο Χίτλερ επιβεβαιώνει το σκεπτικό περί ήττας έχοντας δηλώσει πως ο γερμανικός λαός ήταν ανάξιος της επιβίωσης. Όντας υπεύθυνος για τις εκατόμβες των θυμάτων ο δικτάτορας κατάφερε εν τέλει να φτάσει εκεί που ήθελε: στην ήττα. Όμως οι λαοί που γύρευε να εξολοθρεύσει, Εβραίοι, Πολωνοί, Ρώσοι, Γερμανοί, υπάρχουν και σήμερα.

Ωστόσο ο ηττημένος άνθρωπος δεν εξαλείφθηκε αλλά συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας. Αναπόφευκτο: σ’ όλες τις ηπείρους υπάρχουν δυνάμεις έτοιμες να καλοσωρίσουν την παρουσία του. Η διαφορά είναι πως στην εποχή μας πολύ σπάνια οι δυνάμεις αυτές έχουν κρατική υπόσταση αφού ακόμα και σ’ αυτό τον τομέα η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει πάρει κεφάλι. Αν και οι κυβερνήσεις είναι αυτές που διαθέτουν τα μέσα μιας μαζικής εξόντωσης, εν τούτοις η κρατική εγκληματικότητα, έτσι όπως την γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες έχει υποχωρήσει αισθητά.

Στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, οι ενεργές κολλεκτίβες των ηττημένων είναι πλέον λίγες παρά το γεγονός πως συνεχίζουν να έχουν συναλλαγές με διεθνείς χρηματοδότες και εμπόρους όπλων. Αντιθέτως υπάρχει πληθώρα τοπικών ομάδων με επικεφαλής κάποιους οπλαρχηγούς ή συμμορίτες. Οι αυτόκλητες αυτές φρουρές και παραστρατιωτικές συμμορίες αρέσκονται να προσδίδουν ένα απελευθερωτικό, επαναστατικό χαρακτήρα στις ενέργειές τους. Την ίδια ώρα υπάρχουν ΜΜΕ που τους αποκαλούν αντάρτες, έναν κολακευτικό γι’ αυτούς ευφημισμό. Τα ονόματα και οι συντομογραφίες που επιλέγουν ποικίλουν: «Φωτεινό μονοπάτι», MLC, RCD, SPLA, ELA, LTTE, LRA, FNL, IRA, LIT, KACH, DHKP, FSLN, UVF, JKLF, ELN, FARC, PLF, GSPC, MILF, NPA, PKK, MODEL, JI, NPA, AUC, CPNML, UDA, GIA, RUF, LVF, SNM, ETA, NLA, PFLP, SPM, LET, ONLF, SSDF, PIJ, JEM, SLA, ANO, SPLMA, RAF, AUM, PGA, ADF, IBDA, ULFA, PLFM, ULFBV, ISYF, LURD, KLO, UPDS, NLFT, ATTF, αδιάφορο αν πρόκειται για «αριστερούς» ή «δεξιούς». Κάθε τέτοια ένοπλη αγέλη αυτοχαρακτηρίζεται «στρατός», επανδρώνεται με μαχητές και κομάντος, πασχίζει με διακηρύξεις και βαρύγδουπες προκηρύξεις να προσδώσει σοβαρότητα στο προφίλ της εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος κάποιων κοινοτήτων. Η ζωή των άλλων τούς είναι παντελώς αδιάφορη αφού ως απόλυτα ηττημένοι έχουν πειστεί για την απαξία της δικής του ζωής. Δεν δίνουν καμία σημασία στην επιβίωση, είτε αυτό αφορά σε αντιπάλους, σε οπαδούς ή σε απλούς άμαχους. Απάγουν και σκοτώνουν με ευχαρίστηση τους ανθρώπους που προσπαθούν να μετριάσουν τον πόνο στο πεδίο δράσης τους, πυροβολούν για παράδειγμα νοσηλευτές και γιατρούς, καίνε ακόμα και την τελευταία κλινική της περιοχής τους όπου μπορεί να μην έχει απομείνει παρά ένα κρεβάτι κι ένα νυστέρι. Δεν γνωρίζουν ουσιαστικά καμία διαφορά μεταξύ ακρωτηριασμού και αυτοακρωτηριασμού.

Καμιά απ’ αυτές τις αγέλες, ωστόσο, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης. Σε περιπτώσεις ιδεολογικής εκμετάλλευσης κρατικών και εθνικών συγκρούσεων κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσικό. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κι έπειτα οι ομάδες που ακολούθησαν την παράδοση του διεθνισμού έχασαν την στήριξη τους από τις υπερδυνάμεις τόσο σε επίπεδο προπαγάνδας όσο και σε καθαρά υλικό επίπεδο. Με το κεφάλαιο να επικρατεί παγκοσμίως αναγκάστηκαν να βάλουν στην άκρη τις βλέψεις τους για παγκόσμια επιβολή και περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των τοπικών εντολέων τους.

hamasΩς εκ τούτου έχει απομείνει μόνο ένα κίνημα που μπορεί να ενεργήσει βίαια αναπτύσσοντας παγκόσμια δράση κι αυτό δεν είναι άλλο από τον ισλαμισμό. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ισλαμισμός είναι να συγκεντρώσει την θρησκευτική ενέργεια ενός δόγματος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο με 1,2 δισεκατομμύρια οπαδών δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυναμικό αλλά εξαπλώνεται δημογραφικά σε όλες τις ηπείρους. Αν και αυτή η τεράστια ομάδα ανθρώπων είναι πολλαπλά διηρημένη και κατακερματισμένη από τις εθνικές και τις κοινωνικές συγκρούσεις, εν τούτοις η ιδεολογία τού ισλαμισμού αποτελεί το ιδανικό όχημα για την κινητοποίηση απόλυτα ηττημένων ανθρώπων. Για να την επιτύχει είναι σε θέση να επικαλεστεί ταυτόχρονα τόσο θρησκευτικούς και πολιτικούς όσο και κοινωνικούς λόγους.

Πολλές υποσχέσεις επιτυχίας δίνει και το μοντέλο οργάνωσης του ισλαμισμού έχοντας εγκαταλείψει τον αυστηρό συγκεντρωτισμό παλαιότερων ομάδων και αντικαταστήσει την αλάθητη και παντοδύναμη κεντρική διοίκηση μ’ ένα ευέλικτο δίκτυο. Πρόκειται για μια πρωτότυπη, σύγχρονη καινοτομία.

Κατά τα άλλα ακολουθείται η πεπατημένη των προκατόχων. Συχνά παραβλέπουμε πως η μοντέρνα τρομοκρατία είναι μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 19ου αιώνα. Οι σημαντικότεροι πρόγονοί της θα πρέπει να αναζητηθούν στην τσαρική Ρωσία, παρ’ όλο που στην δυτική Ευρώπη η παράδοση είναι εξίσου μακρά. Τα τελευταία χρόνια ο αριστερός ριζοσπαστικός τρόμος της δεκαετίας του ’70 έχει λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Σ’ αυτό τον τύπο τρομοκρατίας οφείλουν οι ισλαμιστές την περίσσεια συμβόλων και τεχνικών. Το ύφος των δηλώσεών τους, τα μαγνητοσκοπημένα βίντεο, η εμβληματική χρήση των Καλάσνικοφ, ακόμα και οι χειρονομίες, η γλώσσα του σώματος και ο τρόπος ντυσίματος δείχνουν πόσα έχουν διδαχθεί από τα δυτικά τους πρότυπα. Κραυγαλέες είναι και άλλες ομοιότητες όπως για παράδειγμα η προσκόλληση σε γραπτά θέσφατα. Το Κοράνι παίρνει τη θέση του Μαρξ και του Λένιν κι αντί για τον Γκράμσι ο όρκος δίνεται στον Σαγίντ Κούτμπ. Φορέας της επανάστασης δεν είναι πια το παγκόσμιο προλεταριάτο αλλά η κλειστή ομάδα τού δόγματος. Πρωτοπόρος και αυτόκλητος αντιπρόσωπος των μαζών δεν είναι πια το κόμμα αλλά το παγκοσμίως εξαπλωμένο δίκτυο των ισλαμιστών πολεμιστών. Αν και ο Ισλαμισμός φαίνεται να χρησιμοποιεί παλιές ρητορικές φόρμες και ο λόγος των ηγετών του να χαρακτηρίζεται από μεγαλοστομία και υψηλούς τόνους, εν τούτοις πολλές από τις βασικές του ιδέες τις οφείλει στον μισητό εχθρό του, τον κομμουνισμό. Και οι δύο συμφωνούν πως η ιστορία διέπεται από άκαμπτους νόμους, πως η νίκη είναι αδιαπραγμάτευτη και πως με κάθε ευκαιρία θα πρέπει να ξεσκεπάζονται αποστάτες και προδότες, οι οποίοι κατά την δοκιμασμένη λενινιστική μέθοδο θα πρέπει να επιπλήττονται τελετουργικά.

Καμία έκπληξη δεν υπάρχει ούτε στην λίστα των αγαπημένων εχθρών: εδώ βρίσκουμε την Αμερική, την παρηκμασμένη Δύση, το παγκόσμιο κεφάλαιο, τον Σιωνισμό. Σ’ όλους αυτούς προστίθενται και οι άπιστοι, τα 5,2 δισεκατομμύρια δηλαδή τού υπόλοιπου κόσμου. Τέλος οι σχισματικοί μουσουλμάνοι, Σιΐτες, Ιμπαντίτες, Αλεβίτες, Σεϊδίτες, Αχμαντίγια, Βαχαμπίτες, Δρούζοι, Σούφις, Χαριντσίντες, Ισμαϊλίτες αλλά και οπαδοί άλλων πίστεων.

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος εδω.)

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (1/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

~.~

Ι. ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον ηττημένο και ηλίθιο να τον αποσιωπήσεις. Ηλίθιο επειδή δεν υπάρχουν απόλυτοι νικητές κι επειδή σε όλους μας, τόσο στον επηρμένο μεγαλομανή όσο και στον τελευταίο επαίτη της Καλκούτας, επιφυλάσσεται το ίδιο ακριβώς τέλος. Δύσκολο επειδή εύκολα συμβιβαζόμαστε με τη κοινότοπη, μεταφυσική ανάγνωση του ζητήματος ήττας. Αν μείνουμε σε μια τέτοια παραδοχή χάνουμε ουσιαστικά την ένταση και την πολιτική πλευρά του.

Intellektuelle gegen Notstandsgesetze - EnzensbergerΑντί να μελετήσουν τα χιλιάδες πρόσωπα του ηττημένου, οι κοινωνιολόγοι μένουν άκαμπτοι στις στατιστικές τους μιλώντας για μέσους όρους, αποκλίσεις, κατανομές. Σπάνια τους περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα πως θα μπορούσαν και οι ίδιοι να ανήκουν στην κατηγορία των ηττημένων. Οι ορισμοί τους είναι σαν το ξύσιμο της πληγής: ο πόνος που επέρχεται με το ξύσιμο είναι μεγαλύτερος από τον αρχικό, ισχυρίζεται ο Σάμουελ Μπάτλερ. Έτσι όπως εξελίσσεται η ανθρωπότητα, ωστόσο, («καπιταλισμός», «ανταγωνισμός», «αυτοκρατορία», «παγκοσμιοποίηση» είναι εδώ οι επικρατούσες έννοιες) δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των ηττημένων μέρα με την ημέρα, αλλά πολύ γρήγορα –όπως πάντα συμβαίνει με τις μεγάλες μάζες- συντελούνται ομαδοποιήσεις. Μέσω μιας χαώδους και ακατανόητης διαδικασίας διαχωρίζονται μεταξύ τους οι ηττημένοι απ’ τους υποδεέστερους και τα θύματα. Ένας άνθρωπος που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων μπορεί να αποδέχεται την ήττα του και να παραιτείται, το θύμα μπορεί να απαιτεί ικανοποίηση και ο ηττημένος να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο. Ο απόλυτα ηττημένος όμως διαχωρίζει τη θέση του, καθίσταται αόρατος διαφυλάσσοντας την αφάνειά του, μαζεύει δυνάμεις και περιμένει τη σειρά του.

Όποιος αρκείται στα αντικειμενικά, υλικά κριτήρια, στα στοιχεία των οικονομολόγων και στα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων δεν θα αντιληφθεί την πραγματικά δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος. Τίποτα δεν είναι αρκετό για να τον παρακινήσει, ανεξάρτητα απ’ ότι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ανταγωνιστές, συνάδελφοι, ειδικοί ή γείτονες, συμμαθητές, αφεντικά, φίλοι κι εχθροί. Ο απόλυτα ηττημένος πρέπει να ρίξει ο ίδιος τον κύβο. Πρέπει ο ίδιος να ομολογήσει πως είναι ένας ηττημένος και τίποτα περισσότερο. Μπορεί βεβαίως να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, να είναι φτωχός ή αδύναμος, να έχει βιώσει την μιζέρια και την ήττα. Απόλυτα ηττημένος, όμως, γίνεται μόνον την στιγμή που αποδέχεται την ετυμηγορία εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους νικητή.

Κανείς δεν εκδηλώνει αυθόρμητο ενδιαφέρον για τον απόλυτα ηττημένο κι αυτό είναι ένα γεγονός που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Ο ηττημένος υπάρχει όσο βρίσκεται μόνος του και η αλήθεια είναι πως είναι πολύ μόνος του, όχι απλώς κλεισμένος στον εαυτό του. Μένει απαρατήρητος, βουβός, ένας άνθρωπος εν υπνώσει. Αν όμως παρ’ όλ’ αυτά κάνει αισθητή την παρουσία του και δράσει είναι ικανός να τρομοκρατήσει. Και μόνο η ύπαρξή του θυμίζει στους υπόλοιπους πόσο εύκολα θα μπορούσαν να περιπέσουν στην δική του κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση θα τον βοηθούσαν αν έπαιρνε επιτέλους την απόφαση να παραιτηθεί. Όμως αυτός δεν σκέφτεται κάτι τέτοιο ούτε και δείχνει να αρέσκεται στην βοήθεια των άλλων.

Ο ηττημένος αποτελεί αντικείμενο σπουδής και υπαρξιακό μοντέλο για μια σειρά επαγγελματιών. Κοινωνικοί ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εγκληματολόγοι, θεραπευτές και αρκετοί άλλοι που δεν ανήκουν στην τάξη των ηττημένων, θα έχαναν το μεροκάματό τους αν αυτός εξέλιπε. Ακόμα και αν επιδείξουν, όμως, τις καλύτερες προθέσεις προσπαθώντας να τον κατανοήσουν, ο ασθενής παραμένει στα μάτια τους δυσερμήνευτος. Τα ασφαλή, προκαθορισμένα όρια του επαγγέλματος δεν αφήνουν περιθώρια κατανόησης του ψυχικού του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση είναι γνώστες του γεγονότος ότι ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος είναι δυσπρόσιτος και σε τελική ανάλυση απρόβλεπτος. Αποδεικνύονται ανεπαρκείς ακόμα και να αναγνωρίσουν ανάμεσα στους εκατοντάδες που συναντούν στα γραφεία και στα ιατρεία τους εκείνον τον ένα που είναι προετοιμασμένος να φτάσει στα άκρα. Ίσως να ψυχανεμίζονται πως δεν πρόκειται για μια απ’ τις γνωστές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να διευθετηθούν μέσω της πεπατημένης. Ο ηττημένος ζυγίζει καλά τις καταστάσεις πριν πράξει. Σιωπά και περιμένει χωρίς να γίνεται αντιληπτός γι’ αυτό και προκαλεί τον φόβο. Ο φόβος αυτός δεν είναι καινοφανής, αλλά σε κάθε περίπτωση πιο δικαιολογημένος παρά ποτέ. Οποιοσδήποτε μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι μπορεί να αντιληφθεί το εύρος της καταστρεπτικής δύναμης που κρύβεται στον απόλυτα ηττημένο, μια δύναμη που δεν μπορεί να κατανικηθεί, όσα μέτρα κι αν λάβουμε.

41tefxhsqhl._sx298_bo1,204,203,200_Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Μέσω της έκρηξης βρίσκει την μοναδική λύση που θα μπορούσε να φανταστεί για το πρόβλημά του: την κλιμάκωση τού κακού που τον βασανίζει. Κάθε εβδομάδα διαβάζουμε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Είναι ο πατέρας που σκότωσε πρώτα την γυναίκα του κι ύστερα τα δυο μικρά παιδιά του πριν αυτοκτονήσει. Ο αποτροπιασμός είναι ασύλληπτος. Στα τοπικά ένθετα των εφημερίδων γίνεται λόγος για «οικογενειακή τραγωδία». Ή μαθαίνουμε για κάποιον που αμπαρώνεται ξάφνου στο διαμέρισμά του παίρνοντας όμηρο τον ενοικιαστή που απαίτησε το ενοίκιο. Όταν πια καταφθάνει η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί ανεξέλεγκτα. Την κατάσταση συνοψίζει η μαλαισιανή λέξη «αμόκ». Πριν πέσει νεκρός ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά προλαβαίνει να σκοτώσει έναν υπάλληλο. Παραμένει όμως ασαφές τι είναι ακριβώς αυτό που πυροδοτεί την έκρηξή του. Κάποια μουρμούρα της συζύγου ίσως, κάποια δυνατή μουσική απ’ το διπλανό διαμέρισμα, ένας καυγάς σε κάποιο εστιατόριο ή η απόρριψη του δανείου από την τράπεζα. Αρκεί μια υποτιμητική παρατήρηση του προϊσταμένου για να τον ανεβάσει σε κάποια ταράτσα με το όπλο στραμμένο σ’ όσους περνούν μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί το γεγονός πως μια τέτοια κίνηση επιταχύνει και το δικό του τέλος, αλλά είναι κάτι που το επιδιώκει. Από πού άραγε να έχει προμηθευτεί το πολυβόλο που κρατάει; Είναι η στιγμή που ο απόλυτα ηττημένος (ένας δεκαπεντάχρονος ίσως που υποφέρει από ακμή) γίνεται κύριος της ζωής των άλλων. «Όλα τελείωσαν με την αυτοκτονία του», θα πει ο εκφωνητής των ειδήσεων. Η ειδική υπηρεσία της αστυνομίας είναι ώρα να πιάσει δουλειά. Βρίσκουν μερικά βίντεο του δράστη, κάποιες ασαφείς σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο. Ούτε οι γονείς, ούτε οι γείτονες, ούτε οι δάσκαλοι είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Σε κάμποσα μαθήματα, βεβαίως, οι βαθμοί δεν ήταν καλοί. Σίγουρα τον χαρακτήριζε μια κάποια εσωστρέφεια, ήταν φειδωλός στα λόγια. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την πράξη του να πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Οι εμπειρογνώμονες παραδίδουν τις εκθέσεις τους. Η κοινωνιολογική κριτική καταθέτει τα βαρύγδουπα επιχειρήματά της. Όλοι εγείρουν την απαίτηση μιας επανεξέτασης του αξιακού συστήματος. Η έρευνα για τα αίτια μιας τέτοιας πράξης εγκαταλείπεται. Πολιτικοί εκφράζουν την συμπαράστασή τους. Όλοι τους πιστεύουν πως πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.

Αν δεχτούμε πως όλοι οι δράστες είναι άτομα απομονωμένα, άτομα που δεν έχουν καμία διέξοδο προς την ανθρώπινη κοινότητα, τότε η σκέψη αποδεικνύεται σωστή. Αν όμως παραδεχτούμε πως παρουσιάζονται ολοένα και περισσότερα τέτοια περιστατικά, τότε η πεποίθησή μας αποδεικνύεται λανθασμένη. Το γεγονός μάλιστα πως τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυξάνεται ολοένα ο αριθμός των απόλυτα ηττημένων, ως αποτέλεσμα που οφείλεται στις «επικρατούσες συνθήκες». Με τον όρο αυτό πιθανώς εννοούμε την παγκόσμια αγορά, ένα κανονισμό εξετάσεων ή μια ασφαλιστική εταιρία που δεν εννοεί να πληρώσει τα οφειλόμενα.

Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε τον απόλυτα ηττημένο θα χρειαστεί να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Παρ’ ότι η πρόοδος δεν εξαφάνισε την ανθρώπινη βάσανο, εν τούτοις την μετάλλαξε σημαντικά. Στη διάρκεια της τελευταίας διακοσαετίας οι πιο προηγμένες κοινωνίες πέτυχαν την θέσπιση νόμων, καλλιέργησαν νέες προσδοκίες και απαιτήσεις έχοντας ξεμπερδέψει με την άποψη πως ο κόσμος ορίζεται από κάποια αναπόδραστη μοίρα. Στην ημερήσια διάταξη μπήκαν θέματα όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προχώρησαν στην εκδημοκράτιση του αγώνα για αναγνώριση και καλλιέργησαν προσδοκίες για ισότητα, που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Την ίδια ώρα φρόντισαν ώστε οι κάτοικοι του πλανήτη να παρακολουθούν 24 ώρες το 24ωρο την υφιστάμενη ανισότητα των κατοίκων του από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απογοήτευση των ανθρώπων αυξανόταν όσο πλήθαιναν αντίστοιχα και τα βήματα προόδου.

«Εκεί όπου τα επιτεύγματα του πολιτισμού έχουν πράγματι δώσει καρπούς εξαλείφοντας τα δεινά, σπάνια παρατηρείται εκδήλωση ενθουσιασμού», παρατηρεί ο φιλόσοφος. «Τα επιτεύγματα εκλαμβάνονται ως δεδομένα ενώ η προσοχή εστιάζεται στα δεινά που συνεχίζουν να υφίστανται. Τότε αρχίζει να ισχύει ο νόμος της κλιμακούμενης έντασης: όσο περισσότερα αρνητικά στοιχεία εξαφανίζονται απ’ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα τόσο πιο εξοργιστικό καθίσταται ό,τι αρνητικό απομένει, ακριβώς επειδή είναι πια είδος εν ανεπαρκεία».

Ο Όντο Μάρκβαρντ είναι εξαιρετικά ήπιος στους χαρακτηρισμούς του. Στην περίπτωση του ηττημένου ανθρώπου δεν έχουμε να κάνουμε με οργή αλλά με φονικό πάθος. Αυτό που γυρίζει μανιωδώς στο μυαλό του είναι η σχέση του προς τους άλλους, μια σχέση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να κριθεί εις βάρος του. Η απεριόριστη ανάγκη του για αναγνώριση οδηγεί αναπόφευκτα στο χαμήλωμα του πήχυ. Όσα επιχειρεί γίνονται ολοένα και σκληρότερα. Η ευαισθησία του ηττημένου αυξάνεται με κάθε βελτίωση που παρατηρεί στους άλλους. Όσοι βρίσκονται σε δεινότερη θέση απ’ αυτόν δεν αποτελούν ποτέ μέτρο σύγκρισης. Στα μάτια του κανείς άλλος δεν πάσχει, δεν ταπεινώνεται και δεν εξευτελίζεται, παρά μόνο ο ίδιος, ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος.

Όσο σκέφτεται την κατάστασή του τόσο την επιδεινώνει, αφού έχει πεισθεί πως επ’ ουδενί ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτήν. Αδιανόητη σκέψη που καθιστά επιτακτική την αναζήτηση των υπαίτιων για την κατάντια του.

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι παντοδύναμοι, ανώνυμοι εχθροί; Η απάντηση ενός τόσο βασανιστικού ερωτήματος ξεπερνά τον μοναχικό εσωστρεφή. Κι όταν όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες αποτυγχάνουν να τον κατευθύνουν στα πλαίσια της κοινωνίας εκείνος αναζητά τον υπεύθυνο στο κοντινό του περιβάλλον στοχοποιώντας τον άδικο προϊστάμενο, την πεισματάρα σύζυγο, τον κακό γείτονα, τον δολοπλόκο συνάδελφο, τον ξεροκέφαλο υπάλληλο, τον γιατρό που του αρνείται το πιστοποιητικό.

Σε ποιές άλλες μηχανορραφίες θα μπορούσε, όμως, να επιδίδεται ο αόρατος αυτός, ανώνυμος εχθρός; Για να δώσει απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα ο ηττημένος δεν χρειάζεται να βασιστεί σε προσωπικές εμπειρίες. Μπορεί απλώς και μόνο να στηριχτεί σ’ ό,τι έχει ακούσει. Λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να εφεύρουν μόνοι τους ανεμόμυλους που χρειάζονται για το κυνήγι. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές ο ηττημένος στηρίζεται στο έτοιμο υλικό που του παρέχει η κοινωνία. Δεν είναι, άλλωστε, δύσκολο να εντοπισθούν οι απειλητικές δυνάμεις που τον έχουν στοχοποιήσει. Πρόκειται συνήθως για αλλοδαπούς, μυστικές υπηρεσίες, κομμουνιστές, Αμερικανούς, μεγάλους οργανισμούς, πολιτικούς, άπιστους. Από τη λίστα δεν λείπουν ποτέ οι Εβραίοι.

Μια τέτοια φαντασίωση μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά τον ηττημένο, όμως δεν μπορεί να τον καθησυχάσει πραγματικά. Δεν είναι εύκολο να αμύνεται συνεχώς ορθώνοντας απέναντί του έναν κόσμο εχθρικό, ενόσω τον καταδιώκει συνεχώς η υποψία πως η απάντηση στο πρόβλημά του είναι απλούστερη, πως δηλαδή για την κατάστασή του φταίει αποκλειστικά ο ίδιος, πως την αναγνώριση που αποζητά δεν την αξίζει στ’ αλήθεια ούτε κατ’ ελάχιστο και πως η ζωή του στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτή την διαδικασία «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Ποιος όμως είναι σε θέση να καταλάβει έναν τέτοιο όρο; Για τον ηττημένο δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν η δική του ζωή δεν έχει καμιά αξία πως θα μπορούσαν να τον απασχολούν οι ζωές των άλλων;

«Φέρω ακέραια την ευθύνη». «Φταίνε οι άλλοι». Οι δυο αυτές ομολογίες δεν αλληλοαποκλείονται. Απεναντίας η μια δυναμώνει την άλλη κατά το μοντέλο του circulus vitiosus. Ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποδράσει απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Κι απ’ αυτόν ακριβώς τον κύκλο είναι που αντλεί την αδιανόητη δύναμή του.

Μόνη διέξοδο από το δίλημμα αποτελεί ο συνδυασμός καταστροφής και αυτοκαταστροφής, η επίδειξη επιθετικότητας προς άλλους και προς τον εαυτό του. Από τη μια, την στιγμή της ανατίναξης, ο ηττημένος εμφορείται από ένα συναίσθημα μοναδικής κυριαρχίας. Η πράξη τού δίνει τη δυνατότητα να θριαμβεύσει επί των συνανθρώπων του καταστρέφοντάς τους. Από την άλλη, όμως, εμπεριέχεται στο συναίσθημα και η υποψία πως η ύπαρξη του είναι ανάξια αφού συνυπολογίζεται πως η πράξη σημαίνει ουσιαστικά και το προσωπικό του τέλος.

Ένα επιπλέον στοιχείο που αυξάνει το αίσθημα κυριαρχίας είναι το γεγονός ότι ο κόσμος που τον αγνοούσε παντελώς αρχίζει να στρέφει το βλέμμα πάνω του την στιγμή ακριβώς που εκείνος παίρνει το όπλο. Τα ΜΜΕ φροντίζουν να του χαρίσουν –έστω και για 24 ώρες– τεράστια δημοτικότητα. Η τηλεόραση προπαγανδίζει τις πράξεις του ενθαρρύνοντας έτσι πιθανούς μιμητές. Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κάτι τέτοιο συνιστά μεγάλο πειρασμό για τους ανήλικους.

Για το κοινό αίσθημα, το common sense, η λογική του απόλυτα ηττημένου είναι αδιανόητη. Ο ηττημένος επικαλείται την ορμή τής αυτοσυντήρησης ως κάτι αυτονόητο, αναμφισβήτητο και φυσικό. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια αίολη θέση χωρίς ιστορικό βάθος. Για αυτοσυντήρηση, βεβαίως, κάνουν λόγο, οι Έλληνες, ο Χομπς και ο Σπινόζα, χωρίς, όμως, επ’ ουδενί να την αντιμετωπίζουν ως καθαρά φυσική ορμή. Λίγο ως πολύ ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Καντ: «Το πρώτο χρέος του ανθρώπου προς τον εαυτό του», γράφει ο φιλόσοφος, «στην ζωϊκή του διάσταση είναι η αυτοσυντήρηση στην ζωϊκή του φύση». Μόλις τον 19ο αιώνα έπαψε η αυτοσυντήρηση να θεωρείται χρέος αλλά αναμφισβήτητο φυσικό γεγονός. Σύμφωνα με τον Νίτσε, οι φυσιολόγοι θα έπρεπε να μην «ορίσουν ως πρωταρχική ορμή ενός οργανικού όντος αυτήν τής αυτοσυντήρησης». Όμως η αντίρρηση που εξέφρασε ο φιλόσοφος δεν βρήκε ευήκοα ώτα σ’ εκείνους που ήταν υπέρ της επιβίωσης.

Πέρα από την ιστορία των ορισμών είναι προφανές πως η ανθρωπότητα ποτέ δεν θεώρησε την ζωή ως το υψηλότερο αγαθό. Αντιθέτως, όλες οι πρώιμες θρησκείες επαινούσαν την ανθρώπινη θυσία. Οι μάρτυρες βρέθηκαν γρήγορα σε περίοπτη θέση. (Κατά το μοιραίο αξίωμα του Μπλεζ Πασκάλ θα έπρεπε κανείς να πιστεύει «μόνο εκείνους τους μάρτυρες, που είναι αποφασισμένοι να θυσιαστούν»). Στους περισσότερους πολιτισμούς οι ήρωες απολάμβαναν τιμή και δόξα ακριβώς επειδή αψηφούσαν τον θάνατο. Ώσπου να μάθουν για το μακελειό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι μαθητές του γυμνασίου ήταν υποχρεωμένοι να αποστηθίσουν τον γνωστό στίχο του Οράτιου για την απόλαυση και την τιμή να πεθαίνεις για την πατρίδα. Άλλοι πίστευαν πως η περιπέτεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού είναι σημαντικότερη απ’ την ίδια τη ζωή. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου υπήρξαν άνθρωποι που φώναζαν το σύνθημα: «Καλύτερα βαθιά μέσα στα έγκατα της γης, παρά να γίνω κι εγώ κομμουνιστής». Και τι να πει κανείς, βεβαίως, όταν σε πολιτισμένες κοινωνίες υπάρχουν άνθρωποι που ισορροπούν σε τεντωμένα σχοινιά, αθλητές των extreme sports, οδηγοί φόρμουλας, εξερευνητές του βόρειου πόλου και άλλοι υποψήφιοι αυτόχειρες;

downloadΕίναι προφανές πως η ορμή της αυτοσυντήρησης είναι σχετικά καινοφανής. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η αξιοπρόσεκτη έλξη που ασκεί η αυτοκτονία στον άνθρωπο ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής. Κανένα ταμπού και καμία απειλή δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν απ’ το ν’ αφαιρεί την ζωή του. Ωστόσο δεν υφίσταται τρόπος ποσοτικής μέτρησης της συγκεκριμένης τάσης. Κάθε προσπάθεια να αποτυπωθεί στατιστικά αποτυγχάνει λόγω της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών.

Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα θεωρητικά με το να αναπτύξει –επί ασταθούς εμπειρικής βάσεως– το σχέδιο της ορμής προς θάνατον. Η υπόθεση που κάνει ο Φρόυντ εδράζεται καταφανώς στην παμπάλαιη αντίληψη περί της ύπαρξης καταστάσεων στις οποίες ο άνθρωπος προτιμά να έχει ένα τρομερό τέλος από έναν –πραγματικό ή φανταστικό– τρόμο χωρίς τέλος.

(Στις 05/02, το δεύτερο από τα τρία μέρη)

Θεώνη Κοτίνη, Επτά ποιήματα

800px-xiropotamou_panoramic

Επτά ποιήματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Αιγαίο

Αέρας στα άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη
όταν αρχίζει να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα
περνάει απ’ την καλαμωτή συριστική ησυχία
λασκάρει το παράθυρο του μπάνιου
φέρνοντας απ’ τη χαραμάδα
της ερημιάς τριγύρω αναρρίγηση
και μέσα τρυφερό ανέμου το δικράνι
σωριάζει στις γωνιές σαλιγκαρόσπιτα
ψίχουλα θέρους λίγη άμμο

Στη μάντρα η ξερολιθιά φυλάει το φίδι
στη στέρνα αντιφέγγισμα νερού
που λιγοστεύει
η σαύρα αφαιρείται στο αγκωνάρι
αγένειο χορτάρι δίπλα βράχος

Αποκαλόκαιρο λευκό στα άδεια σπίτια
ημερωμένα απ’ του Ιούλη την κατοίκηση
σανδάλια φυλαγμένα στην ντουλάπα
απόχη παιδική
βαμβακερή ζακέτα για το βράδυ
και πέρα βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας
αναρριπίζει στιγμιαία την κουρτίνα
στο πάτερο το σαμιαμίδι αλαφιάζοντας

Γύρω κανένας
μόνο η αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει
σαν άφιξη σχεδόν μα όλοι φευγάτοι
Μετά ησυχία

ένα γνοιάσιμο σιωπής
αποσκεπάζει
την πρόσκαιρη του ανθρώπου παρουσία

Το σπίτι ξανασμίγει με την πέτρα
αθέατη τη γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας
σκήτη του ανέμου
που όσο δύει το γαλάζιο σε περίσκεψη
υψώνεται ενθρονίζοντας
στο θηριώδη του Αιγαίου ουρανό
μοναστική πελάγους επικράτεια

~.~

Καλοκαίρι

Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι. Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.

Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.

Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.

Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.

Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.

Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.

Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.

Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.

Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.

Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.

Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.

Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.

Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.

Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.

Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.

Μια φέτα ψωμί με λάδι,  ρίγανη, τριμμένη ντομάτα,  αλάτι χοντρό.

Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει.  Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.

Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.

Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;

Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη.

Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.

Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.

Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.

Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.

Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.

Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.

Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.

Τέλος Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος, αγροίκος να γυρίζεις.

~.~

Σίφνος

Να φύγω
να φτάσω
να δω
ασβέστη χλωρό
το κορμί μου γυμνό
περιπλάνηση
κουβέντα
σιωπή
Να εγγράψω
μελτέμι
καλντερίμι
αλώνι
φωτογένεια σώματος
όταν θέλει
να λιαστεί
να πεινάσει
να χαϊδέψει
να πράξει
να ανήκει
να μοιάσει
στη λευκή
διαμπερή
δροσερή
οικειότητα
που είναι εκείνο το σπίτι
στο βράχο
στο κύμα προσήλιο
ψηλό σαν προσκύνημα
δοσμένος στην άφεση

~.~

Όταν

Όταν όλο και λιγότερο ξέρεις,
όταν ίδιο χνάρι χαράζεις
σ’ όποιο δρόμο κι αν πάρεις,
όταν απ’ όλα που υπάρχουν
για ένα δυο μόνο κλαις
και πεισμώνεις

είναι αυτό να παλιώνεις;

Όταν μόνος σου ψάχνεις
ό,τι χάνεις με άλλους,
όταν όλο πια μετανιώνεις
κι όλο πια περιμένεις,
όταν με τα δάχτυλα
αντί να αγγίζεις μετράς

είναι αυτό να γερνάς;

Όταν έξω ιδρύει το βράδυ
τρυφερή διακινδύνευση
κι όλα εδώ αρχίζουν ξανά
στρεβλά και ανθρώπινα
μα εσύ κουράστηκες πια
για να θέλεις

είναι αυτό να πεθαίνεις;

~.~

Είναι

αυτό που δεν σε πονά
μα σε κρύβει

Σε αφαιρεί
από το κάδρο της γιορτής
τη φωταψία των γενεθλίων

Ανήκεστο
μα όχι μοιραίο
αδιόρατο
σαν παλιά παιδική σου σκολίωση
το φέρεις σχεδόν
με ελαφρά συγκατάβαση

Γι’ αυτό δεν συντρίβει
σε φέρνει μονάχα
στα γνώριμα ξένο

Ακριβές
μα στη γλώσσα ατίθασο
μουγγό στο κορμί
δουλεύει
σιγανή παραμόρφωση

Ορίζεται δύσκολα
και μάλλον οξύμωρα:
όχι αυτό που δεν είναι
ακόμα ή πια
είναι αυτό που δεν είναι,
απλά.

Τότε δεν ήξερα
πόσο ύστερα
μετά από κάθε ακριβώς
περίσσευε

Τώρα γνωρίζω:
Όσο κρατάει μια ζωή.
Λίγο πιο λίγο

Αυτό το λίγο
πόσο θέριεψε
πόσους έθρεψε

Αυτό το ελάχιστο
του έρωτα
παρόν.

~.~

Σταγόνα

Καθώς αντλείς σε δοχείο το λάδι
μια σταγόνα πέφτει από ψηλά στο ντεπόζιτο
Μία μόνο
με βραδύτητα τόση με τόση συγκέντρωση
που όταν φτάνει στο υπόλοιπο σώμα
αντηχεί σπηλαιώδης σταλακτίτης ο ήχος της
σε αδρανές τριγύρω της τοίχωμα.
Ο καρπός ακριβούς γεγονότος
που πέφτει αργά στο κέντρο του χρόνου
δηλαδή στη μέση του νου.
Μια σταγόνα και γύρω σιωπή
όπως όταν βρίσκει το στόχο της
μια στιγμή ησυχίας στην απέραντη θάλασσα
όπως δυο που κοιτάζονται
για πρώτη φορά αλήθεια στα μάτια

Ένας ήχος
που γίνεται φώνημα μιας απόσταξης τέλειας
από σώμα μικρό μα ολόκληρο
σημαίνει την απόλυτη ώρα
ενός πράγματος τιποτένιου θα πεις
μα ευγενούς στην ακμή του
που πριν γίνει μαζί με όλα τα άλλα
σταγόνα στο πέλαγος
βυθίζει το κάλλος του
το βαρύ του αντίλαλο
όπως σούρουπο βραδινού ελαιώνα
βαθιά μες στο στήθος σου

~.~

Δεν είναι πια για να θυμώνεις
μα να λυπάσαι τώρα
ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας
η μάνα που ποτέ δεν κατανόησε
τα άνεργα χέρια αφημένα στην ποδιά
Δεν είναι πλέον να λυπάσαι
μα πια να συγχωρείς
ο τρόπος που αποζήσανε
κλειστοί σαν θυμωμένοι
τα λόγια που δεν ήξεραν να πουν,
η ανάγκη να ’ναι το φταίξιμο του ενός
για να υπάρχει ο άλλος
Δεν είναι πια να συγχωρείς
μα πλέον να ζεσταίνεις
στην αγκαλιά το ραγισμένο σώμα
ένα ζυμάρι αγάπης

Δεν είναι πια να τους μαλώνεις
όσο ανήλικους κι αν τους κατάντησε ο καιρός
είναι η στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου
ετούτη την τρεμάμενη καρδιά τους
όπως κρατάει παλάμη
φύλλο που έπεσε απ’ το δέντρο
φυσάει βοριάς το παίρνει ψίχουλο ψηλά πια δεν το βλέπεις

~.~

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Ανδρέας Πετρίδης, 10+1 ποιήματα

523202_516412635052255_1896050082_n.jpg

10+1 ποιήματα

του ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ

~.~

Η φύση μας

Με ρίζες να τρυπούν τη γη
και κλώνους προς τα ύψη,
με δέντρα μοιάζουμε όλοι –
στην πρόθεση αειθαλείς,
μα φύσει φυλλοβόλοι…

~.~

Η δύναμη των λέξεων

Οι λέξεις λεν αυτό που λένε
μ’ αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,
ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε
στης μνήμης μας την άκρη…

Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει
του οίστρου το έμπυρο αγκάθι –
μ’ άσπρα φτερά πάνε στα ύψη,
και με πανιά τραβούν στα βάθη…

~.~

Τα λιτά μας χρώματα

Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον
πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο…

Τόση αφθονία – του Βορρά καμώματα,
μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.

~.~

Φωτοπλημμύρα

Αίφνης πλημμύρα φωτερή
στα συννεφομαζώματα,
τη μαύρη τρύπα ν’ αναιρεί
με του φωτός τα χρώματα.

~.~

Αγωνία οδοιπόρου

Κι αυτός που ακόμα οδοιπορεί
προς το χλωμό λυκόφως,
ν’ αφήσει χνάρια αδημονεί
προτού πυκνώσει ο ζόφος!

~.~

Στενεύει ο χρόνος σου πολύ
και με κλεψύδρα μοιάζει;
δόσ’ του με Τέχνη διαστολή,
αιώνιος να φαντάζει!

~.~

 Ο τοκετός της αυγής

Σκιρτά το έμβρυο του φωτός
στης σκοτεινιάς τη μήτρα –
κι η αγρύπνια γίνεται τροφός
και της αυγής γεννήτρα!

~.~

 Πρόσω οδοιπορία

Από κορφή σ’ άλλη κορφή
στον δρόμο νύχτα-μέρα,
πίσω δεν έχει επιστροφή,
μ΄ άλλη κορφή πιο πέρα…

~.~

Αποκαθήλωση

Άλλο η ψυχή στο γήινο δεμένη δεν αντέχει,
τη ρίζα αποτάσσεται χωρίς αιδώ και τύψη –
επί πτερών αόρατων κι επί ανέμων τρέχει,
χορευτική ανάληψη που τόσο έχει λείψει…

~.~

Ιεροτελεστία της αυγής

Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει
σαν μουσική σχεδόν σταματημένη,
δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει –
μονόλεπτος σιγή στην Οικουμένη!

~.~

Ταυτότητα

Αν τύχει, ξένε, να περάσεις απ’ την Πάφο,
στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας,
ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας –
λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Ιθάκη και πιο πέρα

Th. Gericault, Le Radeau de la Meduse (1819).jpg

του ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ

Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη

 Πού πηγαίνουμε λοιπόν, ρωτάει ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν –ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νοβάλις– τη μυστηριώδη γυναικεία μορφή που του φανερώθηκε δίπλα στον πανάρχαιο βράχο του δάσους, πού κατευθύνεται η πορεία μας;

«Πάντα προς το σπίτι», του απαντά η κοπέλα, οδηγώντας τον σε ένα πλατύ, φωτεινό ξέφωτο. Το ημιτελές, ατελείωτο μυθιστόρημα Heinrich von Ofterdingen, που ο νεαρός Νοβάλις γράφει την περίοδο 1799-1800, στο κατώφλι του τόσο πρόωρου θανάτου του (1801), παραμένει το αριστούργημα όχι μόνο της γερμανικής μα και της ευρωπαϊκής ρομαντικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα μεγαλειώδη έργα όπου η ποίηση συνοψίζει συμβολικά την ουσία της ζωής και του πολιτισμού.

Μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού, που βρίθει φιλοσοφικής αλληγορίας και παθιασμένου λυρισμού, το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι μια μεταφορική οδύσσεια του ανθρώπινου πνεύματος, το ταξίδι του άνδρα που αφήνει το πατρικό σπίτι για να ριψοκινδυνεύσει στον κόσμο, για να εκτεθεί σε λάθη, παγίδες και πτώσεις, αλλά τελικά επιστρέφει στο σπίτι, όπως ο Οδυσσέας, ώριμος και μεγάλος πια, πλούσιος από όλες τις εμπειρίες καθώς και από τα βάσανα που αντιμετώπισε στη μεγάλη διαδρομή, τα οποία η ατομικότητά του ξεπέρασε, συγχώνευσε και έκανε δικά της.

Μαθητής του Σίλλερ στην Ιένα και φίλος του Σλέγκελ στη Λειψία, ο Νοβάλις γνώρισε και συναναστράφηκε τους Φίχτε, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Σέλλινγκ, Τηκ και τους άλλους πρωταγωνιστές της πρώτης ρομαντικής γενιάς που θεμελίωνε –με μιαν ανεπανάληπτη σύνθεση φιλοσοφίας και ποίησης, η οποία κορυφώθηκε στην ιδεαλιστική σκέψη– μια καθολική και οργανική σύλληψη του κόσμου.

Για τον Νοβάλις, ο σύνδεσμος που ενώνει τις άπειρες εμφανίσεις του πολλαπλού σε μιαν ολότητα, που τη διέπει ένας μοναδικός νόμος, είναι η ποίηση, εννοούμενη όχι ως έργο ή συγκεκριμένη άσκηση αλλά ως εμμενές ποιητικό πνεύμα, διάχυτο στο πραγματικό, ουσιαστικά όμοιο με την ίδια την αναπνοή της καθολικής ζωής, από την άνθιση και τον μαρασμό των φυτών μέχρι την άνοδο και την πτώση των αυτοκρατοριών και την κρυσταλλοποίηση των ορυκτών.

~.~

Ποιητής είναι όποιος εναρμονίζει τον λόγο του με τον ρυθμό του καθολικού ποιητικού πνεύματος, ταυτιζόμενος με αυτό και ακολουθώντας τη ροή του, η οποία τον οδηγεί στο μυστικό όλων των μορφών και του γίγνεσθαι, σε μακρινές άγνωστες χώρες και σε απόμακρες εποχές, στον σκοτεινό παλμό της ζωής των ζώων και των φυτών, στις χιλιετείς γεωλογικές διαστρωματώσεις στα έγκατα της γης.

novalis.jpgΜια ποίηση εννοούμενη με τέτοιο τρόπο, εκτείνεται πάντα προς το άπειρο, πέρα από τις διακρίσεις και τα όρια των ολοκληρωμένων μορφών, οι οποίες ακυρώνονται στην αδιαφοροποίητη ερωτική αγκαλιά της νύχτας. Σε αυτήν αφιερώνει ο Νοβάλις τη φημισμένη ποιητική του συλλογή Ύμνοι στη νύχτα (1797-1800). Το σύμβολο της ποίησης είναι το γαλάζιο, χρώμα της απρόσιτης απόστασης και της διάφανης νοσταλγίας· συνεπώς, είναι επίσης το χρώμα του έρωτα (το γαλάζιο άνθος που, στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, συμβολίζει την κορύφωση της ευτυχίας του Χάινριχ και της Ματίλντε) αλλά και του θανάτου, της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε προσωρινής ατομικής μορφής, που περιορίζει το άπειρο.

Αιθέριος ώς το σημείο να τον διακρίνει μια ανησυχητική εύθραυστη φύση, συγκρατημένη από μια εσωτερική πυρετική φωτιά, αντιμετωπίζοντας συνειδητά τον θάνατο και ζώντας με τη λατρεία της αγαπημένης Σοφί που χάθηκε σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ο Νοβάλις είναι ένας μεγαλειώδης ποιητής του θανάτου και της αρρώστιας, της ακατάλυτης και βασανιστικής συμβίωσης πνεύματος και σώματος, εσωτερικότητας και κοινωνίας, ιστορίας και φύσης, νόμου των πάντων και αναρχίας του ενός. Τα Αποσπάσματά του, όπως ορθά υπενθυμίζει ο γερμανιστής Τζόρτζιο Κουζατέλλι, είναι μια φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια άξια να τοποθετηθεί πλάι στον Χέγκελ.

Αυτή η εγκυκλοπαίδεια δεν μπορεί παρά να μείνει αποσπασματική, γιατί θέλει να αναπαραστήσει, με ρομαντικό τρόπο, το όλο και το άπειρο. Ακόμη και το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι κατ’ ανάγκην ημιτελές. Είναι η ιστορία ενός νέου, του Χάινριχ, που σχηματίζει και αναπτύσσει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του αντιμετωπίζοντας όλα όσα είναι διαφορετικά από αυτόν, την πολλαπλότητα της ζωής: φεύγει από τη γενέθλια πόλη, συναντά εμπόρους που του μιλούν για μακρινούς τόπους και αυλές φεουδαρχών, μέσα σε έναν ακαθόριστο και εκλεπτυσμένο Μεσαίωνα, μαθαίνει τα μυστικά των ορυκτών και της μυθικής Ανατολής, ανακαλύπτει τον έρωτα και τη μαγεία της ποίησης.

Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που απλώς σκιαγραφείται, όλα έπρεπε να ενοποιηθούν και να συμφιλιωθούν: Ανατολή και Δύση, κλασικισμός και παγανισμός, ζωή και θάνατος. Ο ίδιος ο χρόνος έπρεπε να καταργηθεί μέσα στο αιώνιο, στο σύγχρονο όλων των εποχών και του παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Οι ρομαντικοί αντέταξαν το πρότυπο του Χάινριχ –που θεμελιώνει την ανθρώπινη φύση του στην κεντρική αξία της ποίησης– στον Βίλχελμ Μάιστερ του Goethe, ο οποίος αντιθέτως φθάνει στην τέλεια ανθρώπινη φύση απαρνούμενος τα αχανή όνειρα της τέχνης και επιλέγοντας το όριο, την εργασία.

19575463920Ο Νοβάλις είναι βέβαια ένας από τους πατέρες της σύγχρονης λογοτεχνίας, και επειδή διαλύει τις μορφές: η ποίησή του είναι απόσπασμα και εγκυκλοπαίδεια, ενώνει την τάση για το απόλυτο με το ημιτελές, αναμιγνύει όχι μόνο όλα τα λογοτεχνικά είδη αλλά επίσης λογοτεχνία και επιστήμη, ποίηση και φιλοσοφία, λυρική ποίηση και πραγματεία, αγγελική αγνότητα και γοητεία του νοσηρού, τραγούδι τροβαδούρων και ορυκτολογία. Η δημιουργία του είναι πάντα ανοιχτή, εκτείνεται πέρα από κάθε κατακτημένο αποτέλεσμα, το οποίο δεν μπορεί παρά να την διαψεύσει σε σχέση με τον απρόσιτο σκοπό που αυτή προκαθορίζει.

Όμως, ο Νοβάλις είναι επίσης ο δημιουργός μιας ολότητας, ανθρώπινης και ποιητικής, την οποία μπορούμε μόνο να νοσταλγούμε, μα που δεν είναι πια δική μας. Στην αποσπασματική εγκυκλοπαίδειά του όλα είναι σωστά και όλα ταιριάζουν: στις ατελείωτες λεπτομέρειες του πολλαπλού το πνεύμα ξαναβρίσκει πάντα τον εαυτό του, το δημιουργικό εγώ αναγνωρίζει την αιώνια και αμετάβλητη ατομικότητά του, η οποία δημιουργεί μες στα σκόρπια θραύσματα το πραγματικό, που αυτό διευθετεί και συνθέτει.

Η φιλοσοφική σκέψη, γεννημένη από τον αθάνατο ωκεανό της φαντασίας, ξαναρέει μακαρίως –αφού εγκατέστησε τα ορθολογικά της σχίσματα ανάμεσα σε αυτήν και στον κόσμο– σε εκείνον τον αρχικό ποιητικό ωκεανό. Σε ένα παραμύθι του Νοβάλις, ο νεαρός Υάκινθος εγκαταλείπει την αγαπημένη του Ροδάνθη λόγω της ακατανίκητης ανάγκης να ανακαλύψει το μυστήριο της Ίσιδος, αλλά στο τέλος του μεγάλου οδοιπορικού του ανακαλύπτει ότι πίσω από το πέπλο της Ίσιδος υπάρχει ό,τι εγκατέλειψε, ο ανθός του ρόδου.

Ο Νοβάλις μάς αφηγείται όσα, με άλλη γλώσσα, μας αφηγήθηκε η δυτική σκέψη με τον Χέγκελ και τον Μαρξ: η διαλεκτική εξέλιξη τού εγώ που συναντά το άλλο για να το ξεπεράσει και να το ενσωματώσει μέσα του, η πορεία του υποκειμένου που μέσα από τις περιπέτειες γίνεται ακόμη πιο έντονα ο εαυτός του, πλούσιο από τις εμπειρίες και τις ετερότητες που έκανε δικές του. Στον Νοβάλις, όπως μετά από έναν αιώνα στον Μπλοχ, επιστρέφουμε στο σημείο προέλευσης, σε μια παιδική ηλικία εξαγνισμένη από τη συνείδηση του πνεύματος ή, για τον Μπλοχ, απελευθερωμένη και αυθεντική μέσω της επανάστασης.

Το πρόσωπο του ανθρώπου, όπως το πρόσωπο αυτής της παιδικής ηλικίας, είναι το πρόσωπο του αιώνια ανθρώπινου, του παντοτινού ανθρώπου. Ήδη ο Γκαίτε του δεύτερου Φάουστ βρίσκεται πέρα από αυτή την παρηγορητική καθολικότητα, γιατί στην παρωδιακή διάλυση των λογοτεχνικών μορφών προαισθάνεται το τέλος ή τη μεταμόρφωση του χιλιετούς ανθρώπινου προσώπου, την εξέλιξη μιας ανθρωπολογικής μετάλλαξης που μόνο ο Νίτσε θα διατυπώσει ανοιχτά.

~.~

Η οδύσσεια αυτού του νέου ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει φθάσει και δεν κατανοείται πια με ουμανιστικά μέτρα, γράφτηκε από έναν ποιητή που επικαλείται ρητά τον Νοβάλις, δηλαδή τον Μούζιλ, οι ήρωες του οποίου προχωρούν σε μια ευθύγραμμη οδύσσεια χωρίς τέλος και επιστροφή, σε διαρκή εξέταση και πειραματισμό του κόσμου, ώστε μετατρέπονται διαρκώς σε άλλους και διαφορετικούς από τον εαυτό τους. Στον Νοβάλις αντιλαμβανόμαστε τον γλυκό και καθησυχαστικό κύκλο της ζωής που γυρνά και επιστρέφει για να σώσει και να επαναλάβει την αμετάβλητη τάξη της ύπαρξης, ακόμη και στον Οδυσσέα του Τζόυς, ίσως τον τελευταίο μεγάλο φύλακα της ουμανιστικής παράδοσης και του χιλιετούς ατομικού υποκειμένου.

Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν υπάρχει μια καθολική ερωτική αντιστοιχία ανθρώπου και φύσης· υπάρχει σύνδεση και συνέχεια, υπάρχει η κυκλοφορία του ζωτικού χυμού, έτσι όπως στον Οδυσσέα υπάρχει η τρυφερή και βλεννώδης θαλπωρή της οιδιπόδειας επανάληψης, η συνέχεια της γέννησης και των απογόνων, της πατρικής και μητρικής αγάπης. Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν το ατομικό υποκείμενο, κατά την περιπλάνησή του, αντικατοπτρίζεται και βρίσκεται παντού και αδιάκοπα· βυθίζεται στη ροή των πραγμάτων, η οποία του ψιθυρίζει το τραγούδι της αέναης ταυτότητάς του που ανακάλυψε. Ακόμη και η Ανατολή, που θα έπρεπε να συμβολίζει τη ριζική ετερότητα, αφομοιώνεται από τον Χάινριχ, δηλαδή από το δυτικό ποιητικό εγώ.

Ίσως η δική μας οδύσσεια σήμερα είναι άλλη, είναι ο αιώνιος νομαδισμός του ήρωα του Musil που κινείται πάντα προς νέους αστερισμούς και ερμηνείες του όντος, ξεπετάγεται και προσχεδιάζεται μπροστά, μεταβάλλοντας τη φυσιογνωμία και τη φύση του, χωρίς να αφήνει πίσω του παιδιά ή κληρονόμους. Αντί για τον μεγάλο ενιαίο νόμο στα αποσπάσματα του Νοβάλις και στα τυχαία συμβάντα του Τζόυς –που από αυτόν τον νόμο παίρνουν νόημα και τάξη–, σήμερα εξαπλώνεται μια πραγματικά φυγόκεντρη πολλαπλότητα από ελεύθερα και ασύνδετα υποκείμενα, με άγριο τρόπο αυτόνομα από κάθε ιεραρχία, προορισμένα να αλληλοεξουδετερωθούν μέσω των αντίθετων ενεργειών τους, οι οποίες αγνοούν την καταστολή αλλά και το νόημα.

Η μεγάλη οδύσσεια του πνεύματος του Νοβάλις βρίσκεται μακριά μας, οδυνηρά μακριά. Ο Κάφκα, που ήξερε ότι και αυτός ανήκε σε μια οδύσσεια χωρίς Ιθάκη, ήταν δυστυχής. Πιθανόν να ήταν ευτυχής αν αναγνώριζε τον εαυτό του στο γαλάζιο άνθος όπως ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, αν μπορούσε να αποκοιμηθεί στο κρεβάτι του Μπλουμ, αν τον υποδέχονταν στον Πύργο.

Claudio-MagrisCLAUDIO MAGRIS


*Το δοκίμιο προέρχεται από το βιβλίο του Claudio Magris, Linfinito viaggiare, Mondadori, Milano 2008.

Βιωματικό υλικό, άνισο αποτέλεσμα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Λίνα Στεφάνου
Aequus Nox, Ίση Νύχτα
Μελάνι, 2018

0c984497-93d6-4644-b4e6-2e0acdc24f79Ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που πρόσφατα διάβασα είναι το Aequus Nox ή Ίση νύχτα της Λίνας Στεφάνου. Διπλωματικός ίσως ο χαρακτηρισμός είναι ενίοτε χρήσιμος, για να αποδώσει, έστω και διστακτικά, μια αναγνωστική εμπειρία που θα μπορούσε να είναι ανεπιφύλακτα θετική, αν το υλικό υπάκουε σε αυστηρότερη επιλογή και οικονομία. Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα καλά και ποιήματα μέτρια.

Το υλικό βιωματικό: ο έρωτας, ο γάμος, τα παιδιά, οι φίλοι, ο θάνατος, ο χρόνος και η μυθιστορία της γραφής. Υλικό αντλημένο από την προσωπική ιστορία του μέσου ανθρώπου, στα μισά της ζωής, στα μισά του χρόνου, όπως δηλοί και το τίτλος της συλλογής: aequus nox, ήτοι ισημερία, όταν «Ο Χρόνος στέκεται γυμνός / σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο / πάνω από νερό», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα που με αφορμή την εαρινή ισημερία στοχάζεται πάνω στο χρόνο-διάρκεια και χρόνο-στιγμή, στιγμή ακίνητη σαν απόφαση αμετάκλητη που όμως δεν λαμβάνεται ποτέ.

Στη συλλογή διακρίνω πέντε ενότητες, καθεμιά εκ των οποίων εστιάζει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση, σε ένα υποθέμα, υποδηλούμενο, στις τέσσερις τελευταίες, από αντίστοιχο μεσότιτλο. Η καλύτερη, κατ’ εμέ, είναι η πρώτη, άτιτλη ενότητα. Στα αρτιότερα ποιήματα υιοθετείται μια απατηλά σχολαστική αφήγηση ή περιγραφή, με διακριτό τον αφηγηματικό ιστό-πρόπλασμα της έμπνευσης, που εγκλωβίζει στο αυστηρό λεκτικό πλαίσιο το παράδοξο αναδεικνύοντας στην ήσυχη προφάνεια του στίχου το αναπάντεχο της οπτικής. Τέτοια είναι ποιήματα όπως «Τα μικρά παιδιά», «Προσωπική ιστορία», «Τα κρυμμένα κάπα στο γάμο», «Όλοι οι άνθρωποι είναι μετανάστες».

Μεσημέρι στο Σέσι

Πράσινο πάνω σε μπλε.

Επανάληψη:
πράσινο σκούρο του δάσους
ανοιχτό της ελιάς
αιχμηρό του πεύκου
πάνω σε μπλε.
Ξανά:
πράσινο καφέ
πράσινο γκρι
πράσινο μαύρο πάνω σε μπλε
-που απ’ το πολύ να είναι ο εαυτός του άρχισε να ασπρίζει.

Θαλασσοβούτες και βουτηχτάρια.

Νερό
–στασίδι σε εκκλησία–
πάνω σε πέτρινες πλάκες
Στους τοίχους των σπιτιών
το λευκό σαν κάτοπτρο
αχνίζει ήλιο
σαν λιβάνι που καίγεται.

Στις μύτες των ποδιών
η χώρα μου τεντώνεται
Με κάθε της ανάσα
     ξυπόλητα παιδιά γεννάει
               καινούρια καλοκαίρια.

Ίσως τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα είναι όσα εκπορεύονται από την προσωπική μυθολογία, όπως τα «Μικρά παιδιά», όπου το τρυφερό και θηριώδες της παιδικής ηλικίας συστοιχεί με μια τρυφερή και σκληρή αφήγηση ή η «Προσωπική ιστορία», όπου η καταγραφή της επικίνδυνης οικογενειακής ρουτίνας παρατάσσει, δήθεν αμέτοχα, τα καθημερινά αιχμηρά συμβάντα της ζωής, για να επικαλεστεί στο τέλος τα αιτούμενα ξεχασμένα θαύματα της ψυχής.

Η αρετή του στίχου δεν έγκειται στη λυρική του ποιότητα, αλλά στην καθαρότητα, στην πεζολογική ακρίβεια που όταν συνδυάζεται με την ελλειπτικότητα της περιγραφής ή την υπονομευτική λογικοφάνεια των αφηγούμενων παράγει ένα αισθητικά λειτουργικό αποτέλεσμα. Στα ποιήματα αυτού του τρόπου βρίσκω το διακριτό και αυθεντικό στίγμα της ποιητικής φωνής της Στεφάνου.

Χειμωνιάτικο νύχτα

Μικρό πουλί μέσα στο δέντρο
στη μέση της νύχτας
στη μέση της πόλης
]]]] στη Μέση

Φωτισμένα παράθυρα
ιστορίες πολεμικού νοσοκομείου
]]]] εξιστορείς
Ιστορίες για άντρες ευάλωτους
σε μαλακό επίδεσμο με αίμα τυλιγμένους

Βαδίζοντας κάτω από το τέλειο Δέντρο
του Δεκέμβρη
]]]] Μια νύχτα θαλασσινή
]]]]]]]] Σε άκουσα

                                                                          Ναυτικό Νοσοκομείο 2015

Προχωρώντας, ωστόσο, η συλλογή αυξάνουν τα αδύναμα ποιήματα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η συγκεκριμένη δουλειά θα κέρδιζε, αν τολμούσε πιο γενναία αυτό που κάθε δημιουργός διστάζει να κάνει: να θυσιάσει ποιήματα. Αλλιώς μαζί με το καίριο στοιχίζεται το αναμενόμενο, όπως π.χ. συμβαίνει σε αρκετά μικροποιήματα-αφοριστικά πλαισιώματα της συλλογής. Π.χ. το αδύναμο δίστιχο: «Στις σιωπές της Γυναίκας / αναπαύεται ο Άντρας Πολεμιστής» σε αναντίστοιχη συνύπαρξη με τον κομψό σαρκασμό του: «Αν η εναλλακτική του Θεού / είναι ο άνθρωπος / τότε ο Διάβολος / έχει κάθε λόγο να διασκεδάζει».

cebbceafcebdceb1-cf83cf84ceb5cf86ceaccebdcebfcf85Εξίσου αδρανή ποιητικά είναι και τα ποιήματα στοχασμού πάνω στην ποίηση. Αποτελεί μια από τις προσωπικές μου εμμονές η άποψη ότι η συστροφή της ποίησης στον εαυτό της μόνο κακό μπορεί να κάνει στο ποίημα. Ο αναστοχασμός πάνω στην πράξη της γραφής είναι επικίνδυνος, γιατί συνήθως οδεύει σε δυο εξίσου ολισθηρές ατραπούς: αφενός στην μυθοποίηση της ποιητικής λειτουργίας, αφετέρου στον αυτοοικτιρμό. Και το μεν πρώτο αναδίδει ξεθυμασμένο το άρωμα από εκείνη την παλιά κοσμοσωτήρια αυτοαντίληψη της τέχνης, το δε δεύτερο επαναλαμβάνει την κλισέ κατάρα του ποιητή που ανεπίληπτος και ανεπίδοτος επιμένει στην ηρωική του αντανάκλαση. Και τα δυο αποτελούν συμπτώματα λογοτεχνικού αυτισμού που δεν έχει καθόλου ανάγκη ο αναγνώστης ούτε και η λογοτεχνία. Το αποτέλεσμα επιβαρύνεται περαιτέρω, όταν συνδυάζονται με ποιητικά αμετουσίωτη εξομολογητικότητα. Μιλώ για τα ποιήματα «Μια απάντηση στον Β.Β.», «Είναι κανείς εδώ;», «Έξοδος». Γιατί εκεί χάνονται, συνθλιμμένα από την προσωπική εμπλοκή, τα δύο κύρια θέλγητρα της συλλογής: η ειρωνεία της ως στρατηγική αποστασιοποίησης από το φλέγον προσωπικό βίωμα –άρα αναγωγής του στο καθολικό– και η ήσυχη στοχαστικότητα της παρατήρησης.

Νομίζω ότι η ποιήτρια, αν εστιάσει σε αυτή τη φλέβα, θα παράγει πιο ισορροπημένα σύνολα, όπως αποδεικνύουν τα ήδη κατορθωμένα ποιήματα της συλλογής που διαθέτουν την αυθεντικότητα του προσωπικού στίγματος και της γνήσιας διακύβευσης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Ευχές!

ProtoxroniatikesEfhesPirotehnima.png

Ο Γαργαντούας strikes back

Joachim_Beuckelaer_-_Keukenscène_met_Christus_en_de_Emmaüsgangers.jpg

Ο Γαργαντούας strikes back

François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σσ. 321.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ 

~.~

Τέσσερα μεγάλα εκδοτικά γεγονότα έλαβαν χώρα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, όσον αφορά το μυθιστόρημα. Το πρώτο ήταν η αναμενόμενη από πολλού έκδοση του δεύτερου τόμου του Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα στην εξαιρετική νέα μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου, από τις εκδόσεις της Εστίας. Το δεύτερο ήταν η ολοκλήρωση της μνημειώδους έκδοσης του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, με την κυκλοφορία του έβδομου και τελευταίου τόμου, στη μετάφραση των Παύλου Ζάννα και Παναγιώτη Πούλου, και πάλι απ’ τις εκδόσεις της Εστίας. Το τρίτο ήταν η πλήρης έκδοση του υπέροχου Φάμπιαν του Έριχ Κέστνερ, σε μετάφραση Άντζης Σαλταμπάση, από τις εκδόσεις Πόλις. Το τέταρτο, τέλος, που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η επανέκδοση του Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ, σε μετάφραση του Φίλιππου Δρακονταειδή, απ’ τη διάσημη «Λευκή σειρά» του Εξάντα.

Το έργο του Φρανσουά Ραμπελαί, όπως τα έργα όλων των μεγάλων συγγραφέων της Αναγέννησης, όπως λόγου χάρη τα έργα του Θερβάντες ή του Σαίξπηρ, επιστρέφει διαρκώς και θα συνεχίσει να επιστρέφει. Και κάθε φορά οι αναγνώστες θα το απολαμβάνουν ξανά και θα βρίσκουν νέες ευκαιρίες χαράς και νέα νοήματα στην ανάγνωσή του. Ο Ραμπελαί έρχεται απ’ τα βάθη των αιώνων, με το ηχηρό γέλιο του και την επαναστατική του αισιοδοξία, έτοιμος να υπονομεύσει κάθε αυθεντία και να γκρεμίσει κάθε κατεστημένη γνώση. Και μας είναι ωφέλιμος και απαραίτητος, όχι μόνο για να ξεκαρδιζόμαστε με τις περιπέτειες των ηρώων του, αλλά και για να βλέπουμε τον κόσμο κριτικά και ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς παρωπίδες, χωρίς το σκοτάδι που απλώνουν οι αγέλαστοι προπαγανδιστές κάθε εξουσίας.

Ο Ραμπελαί ήταν ένας γιατρός που έβαζε τους ασθενείς να γελάνε με την αρρώστια τους· ένας παπάς που έκανε τους πιστούς να καγχάζουν με βλάσφημα ανέκδοτα· ένας πολιτικός που έσπρωχνε το λαό να χλευάζει τους ηγέτες του· ένας γελωτοποιός που ύμνησε το γέλιο ως τη σοβαρότερη δραστηριότητα του ανθρώπου. Χωρίς τον Ραμπελαί ο σύγχρονος κόσμος δε θα ’χε τη μορφή που έχει, όπως χωρίς τον Αριστοφάνη η αρχαιότητα δε θα ’ταν όπως την ξέρουμε. Το διονυσιακό γέλιο του Ραμπελαί, γεμάτο αγαθότητα αλλά και αφοβία, είναι θεμέλιο του πολιτισμού μας. Χάρη σ’ αυτόν και χάρη σ’ όλους τους μεγάλους κωμωδούς που τον ακολούθησαν, ο σύγχρονος Ευρωπαίος έχει κερδίσει το δικαίωμα να γελοιοποιεί κάθε κατεστημένη πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική και ιδεολογική εξουσία. Γιατί ο Ραμπελαί μάς δίδαξε ότι κάθε εξουσία μέλλει να πεθάνει και ν’ αντικατασταθεί από κάποια άλλη. Καμία εξουσία δεν είναι αιώνια. Αιώνια είναι μόνο η ανθρωπότητα. Σήμερα, μετά τις πιο απόλυτες εξουσίες που υπήρξαν ποτέ, μετά τη ναζιστική και τη σταλινική δικτατορία, οι οποίες κατέρρευσαν κι εξαφανίστηκαν και περιήλθαν στην οριστική λήθη, το μάθημα του Ραμπελαί παραμένει επίκαιρο. Καμία εξουσία αγέλαστων τυράννων δεν μπορεί να ζήσει αιώνια. Και αυτό ισχύει και για τη σκοταδιστική ισλαμιστική βία, για τα αυταρχικά και ανελεύθερα καθεστώτα της εποχής μας, ακόμα και για τη στενόμυαλη οικονομίστικη διαχείριση των δυτικών ελίτ. Και αυτές οι εξουσίες θα αφανιστούν κάποια μέρα, όπως αφανίστηκαν πολλοί χειρότεροι δικτάτορες. Ο Ραμπελαί όμως θα συνεχίσει να γελά, ηχηρά και καλόκαρδα, χλευάζοντας τη σιγουριά, την αγελαστία, τη μάταιη εξουσιολαγνεία τους.

Francois-Rabelais-4Στον Ραμπελαί βρίσκουμε συμπυκνωμένα τα ωραιότερα στοιχεία της αναγεννησιακής λογοτεχνίας: την οργιώδη φαντασία και τη βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο, για την ανθρωπότητα συνολικά και για τον κάθε άνθρωπο ειδικά. Ο Ραμπελαί δημιουργεί υπέροχους ουτοπικούς κόσμους και εγκαθιστά εκεί τον άνθρωπο, εν μέσω μιας επίγειας Εδέμ, όπου το σώμα και το πνεύμα συμφιλιώνονται και απολαμβάνουν χωρίς ενοχή. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να μη θαυμάσει κανείς μία από τις ωραιότερες ουτοπίες, έναν απ’ τους πιο εντυπωσιακούς επίγειους παραδείσους που συνέλαβε ποτέ ανθρώπινος νους: τη χώρα του Θελήματος (Pays de Thélème)! Εκεί, στο μοναστήρι που ίδρυσε ο Γαργαντούας για τον αδερφό Ιωάννη, τον αγαπημένο του σύντροφο, όρισαν να μην υπάρχουν ούτε τείχη που να περικλείουν το χώρο ούτε ρολόγια που να περιορίζουν το χρόνο, και να γίνονται όλοι δεκτοί, άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι να έρθουν και να φύγουν όποτε θελήσουν.

Όλη τους η ζωή ήταν καθορισμένη όχι από νόμους, καταστατικά ή κανονισμούς, αλλά σύμφωνα με τη θέληση και το αυτεξούσιό τους. Σηκώνονταν από το κρεβάτι όποτε τους άρεσε, έπιναν, έτρωγαν, εργάζονταν, κοιμούνταν, όταν τους ερχόταν η όρεξη. Κανείς δεν τους ξυπνούσε, κανείς δεν τους ζόριζε ούτε για να πιουν ούτε για να φάνε ούτε για να κάνουν οτιδήποτε άλλο. Έτσι το είχε καθιερώσει ο Γαργαντούας. Ο κανονισμός τους δεν ήταν άλλος από το ακόλουθο άρθρο:

ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΗΣΕΙΣ[1]

Ο Ραμπελαί είναι προφήτης και συνδημιουργός, μαζί με τους άλλους μεγάλους ουμανιστές, ενός πραγματικά νέου κόσμου, ενός κόσμου πιο ελεύθερου, πιο δημοκρατικού, πιο αισιόδοξου. Ο Ραμπελαί, ο Έρασμος, ο Σαίξπηρ, ο Μπος και ο Μπρέγκελ, όλοι οι λόγιοι και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, έφεραν το πνεύμα των Νέων Χρόνων και οδήγησαν την Ευρώπη σε μια κοσμογονική αλλαγή.

~.~

Η μετάφραση του Γαργαντούα απ’ τον Φίλιππο Δρακονταειδή, με πλούσια εισαγωγή και σημειώσεις, είχε κυκλοφορήσει αρχικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη το 1988. Στη συνέχεια, ο Δρακονταειδής μετέφρασε και τον Πανταγκρυέλ· και τα δύο βιβλία εκδόθηκαν μαζί απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1994. Τα δύο ραμπελικά βιβλία επανεκδόθηκαν το 2004 απ’ την Εστία, και σήμερα, αναθεωρημένα και εμπλουτισμένα, στην οριστική τους μορφή απ’ τον Εξάντα.

Για να εκτιμηθεί η τεράστια σημασία της μετάφρασης του Δρακονταειδή και ο κόπος που κατέβαλε για να γυρίσει στη γλώσσα μας τον Ραμπελαί, πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι ο μέγας Γάλλος μυθιστοριογράφος άργησε πάρα πολύ να βρει το δρόμο του προς τη γλώσσα και τη λογοτεχνία μας. Έπρεπε να περάσουν πάνω από τέσσερις αιώνες απ’ τη στιγμή που πρωτοείδε το φως ο Πανταγκρυέλ, ο βασιλιάς των Διψωδών (1532), προτού εμφανιστεί στα ελληνικά ένα ανθολόγιο μ’ επιλεγμένα αποσπάσματα, σε μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών 1950). Η μετάφραση του Σκιαδαρέση είναι ακριβής και ωραία γλωσσικά. Είναι όμως ελλιπής και λογοκριμένη, και παρουσιάζει συνεπώς διαστρεβλωμένο ένα βασικό στοιχείο της γραφής του Ραμπελαί: την απόλυτα ελεύθερη χρήση της γλώσσας, που δε διστάζει να περιγράψει με ανατομική ακρίβεια τη σεξουαλική ζωή των ηρώων του και απολαμβάνει ιδιαίτερα τις σκατολογικές λεπτομέρειες. Ο Δρακονταειδής, αντίθετα, όχι μόνο μεταφράζει με ακρίβεια και πληρότητα, αλλά διασώζει ακριβώς αυτή την ελευθεροστομία, που είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της απόλυτης πνευματικής αφοβίας του Ραμπελαί.

Τι ήταν αυτό που εμπόδισε τη μετάφραση και την υποδοχή του ραμπελαισιανού έργου στην Ελλάδα; Όπως έχει επισημάνει η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου σε παλιότερη ωραία βιβλιοκρισία της για τη μετάφραση του Δρακονταειδή, ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο ήταν σαφώς η γλώσσα,

το δυσνόητο και δυσμετάφραστο ραμπελαιικό ιδίωμα: αρχαϊκά γαλλικά σε αδιαφοροποίητη ακόμη, πρωτεϊκή μορφή […] ένα δύσκολο να περιγραφεί μάγμα λόγιας και δημώδους γλώσσας, κατάμεστο από ντοπιολαλιές, επαγγελματικά ιδιόλεκτα, λογοπαίγνια, νεολογισμούς, λατινισμούς, ελληνισμούς (ο Ραμπελαί προίκισε τα γαλλικά με πλήθος λέξεις ελληνικής προέλευσης, όπως olympiade, microcosme, encyclopedie, κτλ.) […][2]

Πιο σημαντικός λόγος όμως ήταν η αφοβία και η ανατρεπτικότητα του μυθιστορήματος του Ραμπελαί,

η άκρατη ελευθεριότητα αλλά και ελευθερία του ραμπελαιικού λόγου. H πιο χυμώδης αθυροστομία επιστρατεύεται, αφενός, για να αναδείξει με μπουφόνικη και ενθουσιώδη εμμονή τις πεζότερες σωματικές ανάγκες, για να εστιάσει με ασύστολη πληθωρικότητα στο φαγητό, στο πιοτό, στην πεολατρεία, στα κωλοσφούγγια, στην αποπάτηση […] H ίδια αδρή και συχνά βίαιη γλώσσα επιστρατεύεται, αφετέρου, για να στηλιτεύσει σατιρίζοντας τα κληροδοτήματα της «σκοτεινής εποχής των Γότθων», τους αρτηριοσκληρωτικούς θεσμούς, τον παπισμό της Ρώμης (αλλά και τον καλβινισμό της Γενεύης), τον λογιοτατισμό και την αμάθεια, τον σκοταδισμό, την απληστία, τη σεμνοτυφία· γλώσσα δριμεία εναντίον πάντων των «αγελάστων» (ας μην ξεχνάμε, εγγύτερα σ’ εμάς, την Πάπισσα Ιωάννα), εναντίον αυτών που ο Ραμπελαί αποκαλεί «θρησκομανείς, σαλιγκαρομανείς, υποκριτές, ψευδευλαβείς, πορνευλαβείς…» (Πανταγκρυέλ, κεφ. 34), εναντίον των «Σορβονάγρων» θεολόγων, πρωτίστως, που του ανταπέδωσαν τη φιλοφρόνηση καταδικάζοντας κατ’ επανάληψιν τα βιβλία του ως άσεμνα και αιρετικά. Αν λοιπόν τα έργα του Ραμπελαί παρέμειναν επί μακρόν αμετάφραστα, ήταν αναμφίβολα και λόγω της ανατρεπτικής τους σκέψης – ανατρεπτικής τότε, ανατρεπτικής ακόμη και σήμερα![3]

Η λογοτεχνία μας, για λόγους που πρέπει ν’ αναζητηθούν ίσως στην κοινωνιολογία ή την κοινωνική ιστορία του νέου ελληνισμού, παρέμεινε επί μακρόν, και μέχρι σήμερα σχεδόν, σοβαρή και σοβαροφανής. Το χαμηλό και λαϊκό, το καθαυτό κωμικό, δυσκολεύτηκε, και δυσκολεύεται ακόμα, να περάσει το κατώφλι της υψηλής λογοτεχνίας.

gargantoyas-kai-pantagkryel-9786185370152-200-1345818Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όσον αφορά τη μετάφραση του ραμπελαισιανού μυθιστορήματος, έχει η απόδοση των κυρίων ονομάτων. Ο Ραμπελαί εξαντλεί τη γλωσσοπλαστική του δεινότητα και το οργιαστικό χιούμορ του στη σύνθεσή τους. Έτσι, ο μεταφραστής καλείται να βρει λύσεις ώστε να διατηρηθεί αυτό το καταιγιστικό χιούμορ και ταυτόχρονα η σημασία των ονομάτων, που συνδέεται άμεσα με τα συμφραζόμενα της αφήγησης. Εδώ οι επιδόσεις του Δρακονταειδή, όπως επεσήμανε και η Μαργέλλου στην προαναφερθείσα βιβλιοκρισία της, είναι ιδιαίτερα υψηλές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ευφυέστατη απόδοση του Janotus de Bragmardo ως Ιωαννίκιου Κοντοπεοφόρου. Ο Ιωαννίκιος είναι εκπρόσωπος της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού και στο πρόσωπό του ο Ραμπελαί σατιρίζει την επηρμένη σοφία των καθηγητών, την οσφυοκαμψία τους μπροστά στην εξουσία και τη διαπλοκή τους μ’ αυτήν, όπως επίσης και την ανοησία και στενομυαλιά τους. Ο Ραμπελαί έχει εκλατινίσει το γαλλικό όνομα Jeannot de Braquemart, όπως εξηγεί ο Δρακονταειδής στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 353, σχόλιο 172). Braquemart ονομαζόταν ένα κοντό και φαρδύ ξίφος. Ταυτόχρονα όμως με αυτή τη λέξη υπονοούνταν ο άντρας που έχει μικρό πέος. Αναλογικά λοιπόν με το ξιφοφόρος, και το κοντοξιφοφόρος, όπως θα έπρεπε να ονομαστεί ο Ιωαννίκιος, ο Δρακονταειδής τον ονομάζει κοντοπεοφόρο. Έτσι, διατηρεί το αστείο του Ραμπελαί, που υποβιβάζει και διακωμωδεί την υψηλή θέση και το σεβασμό που υποτίθεται πως απολαμβάνει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής της θεολογίας.[4]

Άλλη ακριβής, και ταυτόχρονα πανέμορφη, απόδοση ονόματος είναι ο Frère Jean des Entommeures, που γίνεται, στη μετάφραση του Δρακονταειδή, αδελφός Ιωάννης ο Λιανιστής. Ο Σπύρος Σκιαδαρέσης το είχε αποδώσει ως Ιωάννης ο Πετσοκόφτης. Ο Δρακονταειδής, όπως εξηγεί στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 361, σχόλιο 237), προτιμά το «λιανιστής», ώστε να συσχετιστεί με τη λέξη entamures, δηλαδή «κάνω κομματάκια». Η συσχέτιση έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στον Ραμπελαί, και ειδικά στα επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί ο αδελφός Ιωάννης, συνδέονται η κουζίνα, τα κουζινικά σκεύη και η μαγειρική γενικά με τη μάχη, την εξόντωση και το κομμάτιασμα των αντιπάλων. Ο πολεμιστής σφάζει και κομματιάζει τους εχθρούς του, όπως ο μάγειρας κομματιάζει το κρέας για να το κάνει κιμά. Και όλα αυτά βέβαια συνδέονται με την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, την οποία ο Ραμπελαί, ως άνθρωπος της Αναγέννησης και ως γιατρός, πραγματικά λάτρευε. Σε όλο του το έργο υπάρχουν λεπτομερείς απαριθμήσεις των ανθρώπινων μελών και οργάνων, εξωτερικών και εσωτερικών. Στο κεφάλαιο 27 του Γαργαντούα μάλιστα, όπου ο αδερφός Ιωάννης κάνει την εντυπωσιακή του είσοδο στο μυθιστόρημα, επιτίθεται με αδάμαστη ορμή και κυριολεκτικά λιανίζει τους εισβολείς, που καταστρέφουν τον αμπελώνα του μοναστηριού και απειλούν να στερήσουν τους μοναχούς από τον απαραίτητο για τη θεία λειτουργία αλλά και για την κρασοκατάνυξη οίνο. Παρόμοια ισχύουν και για άλλα ονόματα: Songecreux – Κουφιόνειρας, Jousse Bandouille – Ιούσιος Καυλαρχίδης, Trepelu – Σκοροφαγωμένος, Touquedillon – Απαλαργαχτύπας, Raquedenare – Ξεστροδηνάριος, Engoulevent – Καταπιαέρας κ.ά.

Αξίζει να τονιστεί και να επαινεθεί, πάνω απ’ όλα, η λεπτή ισορροπία μεταξύ σεβασμού και ελευθερίας με την οποία αντιμετώπισε ο Δρακονταειδής το ραμπελαισιανό κείμενο. Μεταφράζει με ακρίβεια το γαλλικό πρωτότυπο, χωρίς να παραλείπει ή να διασκευάζει κανένα σημείο και χωρίς βέβαια να λογοκρίνει τον άφοβο βλάσφημο λόγο του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, δεν μένει προσκολλημένος στο γράμμα του κειμένου, αλλά κατορθώνει να αποδώσει το πνεύμα του και να δημιουργήσει ένα αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο στα νέα ελληνικά. Η μετάφραση του Δρακονταειδή διαβάζεται ευχάριστα και χωρίς προσκόμματα. Είναι μια πραγματική μετακένωση του γαλλικού αριστουργήματος στη γλώσσα υποδοχής του.

Οι Έλληνες λάτρεις της μυθιστοριογραφίας δεν μπορούμε παρά να υποδεχτούμε με γαργαντουική χαρά την επανέκδοση του ραμπελικού έργου στα ελληνικά και να συγχαρούμε τόσο τον μεταφραστή όσο και τις εκδόσεις Εξάντας για την προσφορά τους στα γράμματα. Και βέβαια να ευχηθούμε αυτή η σπουδαία προσπάθεια να συμπληρωθεί μελλοντικά με τη μετάφραση του Τρίτου, του Τέταρτου και του Πέμπτου Βιβλίου του μυθιστορήματος, ώστε να έχουμε επιτέλους στα ελληνικά όλον τον Ραμπελαί, καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο των πεντακοσίων χρόνων απ’ την πρώτη έκδοση του Πανταγκρυέλ. Ελάτε λοιπόν, όλοι οι λάτρεις του μυθιστορήματος, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι κι αποτυχημένοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, πόρνοι, περιγελαστές, δεύτε λάβετε τούτο το γελαστικό βάλσαμο, που θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σε. 321.

[2] Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, «Γιγαντογραφημένα πάθη», εφ. Το Βήμα, 21.11.2004.

[3] Ό.π.

[4] Ας αναφερθεί εδώ και η μεταφραστική επιλογή του Σκιαδαρέση, εξίσου επιτυχής κατά την άποψή μας: o Janotus de Bragmardo αποδίδεται ως Ιωαννίκιος Σπαθοβάζης. Το υπονοούμενο είναι λιγότερο προφανές, αλλά σαφές και ακούγεται ωραίο στα ελληνικά.