Συντάκτης: L'apprendista

Νικολέτα Κούτη, Νεκροταφείο

68

Νεκροταφείο

Ξαπλωμένη στο μάρμαρο του πατέρα
Με ρουφάει ο ήλιος.
Με μισόκλειστα βλέφαρα
τον κάνω εικόνες μισοσβησμένες στα σύννεφα.
Πατέρα πού είσαι;
Εδώ στα κάτω χώματα, ή εκεί στον επάνω κόσμο;
Εσύ λες πως θα απαντήσουν τα κυκλάμινα.
Εγώ πάλι λέω τα γεράνια αντέχουν πιο πολύ
Και ίσως ξέρουν περισσότερα περί φθοράς.
Σου αφήνω ένα να συνομιλήσετε,
Με το λουλούδι του έλληνα ποιητή.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |27. Παναγιώτης Νικολαΐδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Παναγιώτης Νικολαΐδης
396543_465301093501245_230522515_n

(Παραλογή, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015)

Παραλογή Α

Ι
Μὲς στὸν πόλεμον
ἡ μάνα μου ἐβάσταν με σφιχτὰ
μὲς στ’ ἀγκαλια της τζι ἐβούραν
Ὲν εἶσεν νερὸν
Ἂμαν τζι ἐγίνην τὸ κακὸν
τζι ὁ τόπος ἐμοιράστηκεν
ἐστράφηκεν μὲ τὸ καλὸν ὁ τζύρης μου
τζι ἐγύρεψεν νὰ μὲ πιάσει
Ὲν τὸν ἐκατάλαβα
Ἐθώρουν λαλεῖ ἡ μάνα μου
μὲς στὰ μμάθκια του
τὸν φονιὰν
τζι ἔκλαια

~.~

Παραλογὴ Β

Παιδὶ κυνηγοῦσα πουλιὰ
Τ’ ἄλλα παιδιὰ ἐπεριπαίζαν με
Ρὲ ἦρτεν ὁ ἀτζαμὴς
ἔτσι ἐλαλοῦσαν με τζι ἐχαχανίζασιν
Μιὰν μέραν ἐνευρίασα
Ἐτέντωσα τὸ λάστιχον
τζι ἔσυρα μιὰν στὸν οὐρανὸν
μὲ οὗλλον μου τὸ γαίμαν
Ἔππεσεν ἕναν ἄτυχον πουλλὶν
τζι ἐνόμισα πὼς ἄνοιξεν ἡ τύχη μου
Πρώτην φορὰν εἶδα σελιόνιν
νὰ μὲ θωρεῖ μὲς στὰ μμάθκια
ὁλογαίματον
Ἔπια το μὲς στὰ σέρκα μου
τζι ἐβούρησαν κλάμοντα ἔσσω

Ἴντα ‘σεις πουλλίν μου τζι κλαίεις
ρωτᾶ με ἡ μάνα μου

~.~

Τοῦ δέντρου

Ι
Ποιός εἶδε πεῦκο στὸ βουνὸ
τζαὶ τερατσιὰν στὸν κάμπο
ποιὸς εἶδε δέντρον ἔμορφον
στὸ μέσο τῆς αὐλῆς του
Ἐγὼ εἶδα κόρη εὔμορφη
γλυκειὰν Ἀμαδρυάδα
νὰ θλίβεται νὰ δέρνεται
νὰ κιτρινοφυλλιάζει
Μουσκολοῶ τζαὶ σαίρουνται
τοῦ φεγγαρκοῦ τὰ σέιλη
τζαι τὰ πουλλούθκια τσιμπουροῦν
ψιχούθκια μὲ τὸ μέλιν
Μὰ ‘ρτεν ὁ κόσμος πούκουπα
στὸ στῆθος μέγας λίθος
τζι εἶδα πηλὸν εἶδα φωθκιὰν
τζαὶ τὰ πουλιὰ νὰ φεύκουν
Ὡς τρέμει ἡ καρδούλα μου
ἂς τρέμει τὸ γεφύρι
ὡς πέφτουνε τὰ φύλλα μου
νὰ πέφτουν οἱ διαβάτες

~.~

379370_591198270895508_172190301_n

(Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019)

θ’

Βρεγμένοι βγήκαμε πάνω στὸ βουνὸ
ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς μηχανὲς
τῶν δέντρων.
Ἔτσι φτάσαμε γρήγορα στὴ μονή.
Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις
ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο
τραυματισμένων στρατιωτῶν.
Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο
(μὲ εἴσοδο παρακαλῶ)
καθὼς ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία
προκηρύξεις.
Ἐδῶ ἀγόρασε σπίτι
κι ὁ ποιητὴς τῶν Bitter lemons,
εἶπε μὲ ὕφος ὁ Ἀλέξανδρος.
Κι ὅμως, βλέποντας
ὅλο τοῦτο τὸ βαμβάκι τῆς ἀκτογραμμῆς
ἔμεινε μόνο στὸ κάδρο
τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων.
Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε.
Ἔτσι συμβαίνει.
Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά.
Ἕνα πουλὶ ὡστόσο
μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε
περίεργα.

~.~

ια΄

στὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας μου

Ἄνοιξε δρόμο
ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα.
Λευκὰ λεπτά.
Ἀόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ὕστερα λέξεις ξένες
αἰχμηρὲς
μαῦρο σπαθί,
κι ἡ πόρτα κλείνει ἀδιάφορη
καὶ παγωμένη.

Φεύγοντας τοῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά:
«Μὲν φύεις.
Μεῖνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη».

~.~

ιβ΄

Διάστικτοι ἀπὸ ξένη σήμανση
προχωρᾶμε ὅπως αἰσθάνεται κανεὶς
ὅταν πιαστεῖ σὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο
μὲ ἀσπίδες ἠχηρές.
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κῶμα τοῦ Γιαλοῦ,
πέρκι φανεῖ ὁ δρόμος μας ξανὰ
κάτω ἀπ’ τὸν χρόνο.
Σὰν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικὰ στὸ Ριζοκάρπασο.
Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκαν οἱ φίλοι μας
μὲ γέλια καὶ φωνὲς
ψουμὶν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζαὶ ἐλιὲς
λαλλέδες καὶ κυκλάμινα
μὲς στὴν αὐλὴ τοῦ Γυμνασίου.
Κι ὅπως ὁ χρόνος τῶν παιδιῶν περνᾶ γρήγορα
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπηθήκαμε στὸ φῶς.
Σὲ κάθε θάνατο, μᾶς εἶπαν,
πεθαίνει ἕνας ἄπειρος ἀριθμὸς
πραγμάτων καὶ μορφῶν.
Κι ὅμως, ἐμεῖς ἐδῶ σηκώνουμε
τὶς πιὸ μεγάλες πέτρες
τῆς ἱστορίας.

~.~

ιστ΄

τῆς Ἀργυρῶς

Ἦτουν νὰ παντρευτῶ Κυριακήν.
Παρασκευὴν ἐφέραν μου τὸ νυφικόν.
Ἐφόρησά το μόνον μιὰν φοράν
(ἄμπα τζαι λερωθεῖ)
τζι ὕστερις
ἄννοια τὸ ἐρμάριν μου κρυφὰ
τζι ἐθώρουν του.
Σάββατον ξημερώματα ἐγίνην ἡ εἰσβολή.
Τὸ νυφικὸν ἔμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στὴν Περιστερωνοπηγήν.
Ἐικοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη
Κυριακὴν
ἐσταμάτησαν οὕλλα τὰ πουλιὰ

στὸν ἀέραν.


Ὁ Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1974. Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Ἡ πρώτη του συλλογὴ Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009) τιμήθηκε μὲ τὸ κρατικὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Κύπρου. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές του: Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (2009), Ξενιτεύομαι μ’ ἕνα φωνῆεν (2012), Οἰνοποίηση, 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησιν (2014), Παραλογή (2015) καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη (2019).

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

Alex-Katz-Red-Roses-with-Blue-2001-detail-via-Sothebyscom.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.
Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;
Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να
ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.
Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.
Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.
Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου».
«Όχι, μη, θα το κάνω εγώ», φώναξε βιαστικά η γυναίκα μου, με φωνή ακατανόητη, σα να μάσαγε τη γλώσσα της.
«Να πας στο νοσοκομείο, συνεννοηθήκαμε; Να πας σ’ ένα δερματολόγο. Όχι, καλύτερα σε μια γενική κλινική». Ένευσε καταφατικά, χωρίς να μιλήσει. «Το ξέρεις πως δεν έχω το χρόνο να σε συνοδέψω. Το ξέρεις πως το σώμα σου σου ανήκει, άρα πρέπει και να το φροντίζεις, έτσι δεν είναι;» Ένευσε ξανά. «Άκουσέ με. Πάρε τη μητέρα σου τηλέφωνο». Η γυναίκα μου εξακολούθησε να νεύει συγκαταβατικά με τα χείλη σφραγισμένα. Ήταν αυτό σημάδι πως άκουγε; Το πιο πιθανό είναι πως τα λόγια
μου έμπαιναν απ’ το ένα αυτί κι έβγαιναν απ’ το άλλο. Τα άκουγα να πέφτουν στο πάτωμα του σαλονιού, να θρυμματίζονται, όπως ένα μπισκότο, σε ψίχουλα.

6

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν κροταλίζοντας. Διέσχισα τον σκοτεινό διάδρομο κουβαλώντας τον βαρύ μου χαρτοφύλακα και χτύπησα το κουδούνι. Καμία απάντηση.
Κόλλησα το αυτί μου στο παγωμένο μέταλλο της πόρτας. Επέμεινα, χτύπησα ξανά το κουδούνι μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές, για να βεβαιωθώ ότι όντως δουλεύει. Το άκουγα να χτυπά μέσα στο διαμέρισμα, αν και η πόρτα το έκανε να ακούγεται σαν μακρινή ηχώ. Ακούμπησα τον χαρτοφύλακά στην πόρτα και κοίταξα το ρολόι μου. Οκτώ το απόγευμα. Το ήξερα πως η γυναίκα μου κοιμάται βαριά, αλλά δεν μπορεί να μην άκουγε το κουδούνι.
Ήμουν εξαντλημένος. Ούτε είχα φάει. Ήθελα τόσο, αυτή τη φορά ειδικά, να μπω χωρίς να πρέπει να ξεθάψω το κλειδί απ’ τον χαρτοφύλακά μου.
Ίσως η γυναίκα μου να είχε τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να είχε πάει στο νοσοκομείο, όπως την είχα προτρέψει, ή μπορεί να είχε πάει να μείνει στους συγγενείς της στην εξοχή. Όμως όχι – μόλις μπήκα στο διαμέρισμα, έπεσα πάνω στον γνώριμο σωρό που σχημάτιζαν οι παντόφλες, τα αθλητικά και τα καλά της παπούτσια.
Έβγαλα με ανακούφιση τα δικά μου παπούτσια και φόρεσα τις παντόφλες μου, συλλογιζόμενος ασυνείδητα τη συνηθισμένη ψύχρα του διαμερίσματος. Δεν είχα κάνει μερικά βήματα όμως, όταν αντιλήφθηκα μια αηδιαστική οσμή. Άνοιξα το ψυγείο, στο εσωτερικό του οποίου τα αγγούρια και τα κολοκύθια είχαν συρρικνωθεί σε βρωμερούς, μουχλιασμένους σβόλους.
Ένα κατσαρολάκι με ρύζι είχε μείνει πάνω στο μάτι της κουζίνας. Προφανώς ήταν εκεί για μέρες, γιατί είχε ξεραθεί και είχε κολλήσει στο κατσαρολάκι για τα καλά. Όταν άνοιξα το καπάκι, η χαρακτηριστική μυρωδιά του μπαγιάτικου ρυζιού χτύπησε τα ρουθούνια μου, μαζί με την υγρασία του ατμού που είχε εγκλωβιστεί εκεί. Στο νεροχύτη σωρός άπλυτα πιάτα και πάνω στο πλυντήριο η πλαστική λεκάνη, όπου η μπουγάδα επέπλεε μέσα σ’ ένα γκρι μείγμα νερού και απορρυπαντικού, αναδύοντας μια μυρωδιά μούχλας.
Η γυναίκα μου δεν ήταν στην κρεβατοκάμαρα, ούτε στο μπάνιο, ούτε στο έξτρα δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαμε για διάφορα πράγματα. Τη φώναξα. Καμία απάντηση. Στο σαλόνι, η πρωινή εφημερίδα ήταν απλωμένη στο τραπέζι ακριβώς όπως την είχα αφήσει πριν μια βδομάδα. Ένα άδειο καρτόνι γάλα. Ένα ποτήρι διάστικτο με κηλίδες ξεραμένο γάλα. Μία από τις άσπρες κάλτσες της γυναίκας μου, γυρισμένη το μέσα-έξω. Κι ένα κόκκινο πορτοφόλι από δερματίνη. Όλα σκόρπια εδώ κι εκεί.
Ο βρυχηθμός των αυτοκινήτων καθώς έτρεχαν στη λεωφόρο έκοβε σα νυστέρι τη στεγανή μάζα της μοναξιάς που γέμιζε το διαμέρισμα.
Είτε επειδή ήμουν κουρασμένος και νηστικός, είτε επειδή τα πιάτα μούχλιαζαν στη λεκάνη του νεροχύτη κι ούτε ένα καθαρό κουτάλι δεν υπήρχε για να φάω λίγο ρύζι, ένιωσα μοναξιά. Επειδή είχα γυρίσει σ’ ένα άδειο σπίτι μετά από ένα τόσο μακρινό ταξίδι, επειδή ήθελα να μιλήσω σε κάποιον για όλα αυτά τα βαρετά που συμβαίνουν σε μια υπερπόντια πτήση, για όλα τα τοπία που πέρασαν στιγμιαία απ’ τα παράθυρα τραίνων άλλων χωρών, επειδή δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσει «Είσαι κουρασμένος;», ώστε να ‘χω την ευκαιρία να επιδείξω την αντοχή μου μ’ ένα στωικό «Καλά είμαι», ένιωσα μοναξιά. Και η μοναξιά έγινε θυμός. Γιατί ένιωθα το σώμα μου σαν ένα ασήμαντο νήμα αυτού του κόσμου, και την ψύχρα να διαπερνά τα – άξαφνα – τόσο λεπτά ρούχα μου, και τη σκέψη πως όλα όσα είχα καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τώρα δεν ήταν παρά για να εξαπατήσω τον εαυτό μου πως τάχα αξίζω μιας κάποιας εκτίμησης… κι έτσι ένιωθα θυμό. Μόνος μου, και δίχως κανέναν να μ’ αγαπά, η ύπαρξή μου ίσως και να ‘χε ήδη εξαλειφθεί.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, άκουσα μια αδύναμη φωνή.
Στράφηκα προς τα εκεί απ’ όπου ακούστηκε ο ήχος. Ήταν η φωνή της γυναίκας μου. Ένα αμυδρό μουρμουρητό που ερχόταν από το μπαλκόνι, ακατάληπτο.
Αμέσως, εκείνη η έντονη μοναξιά μεταμορφώθηκε σ’ ένα αίσθημα ανακούφισης, κι όπως έτρεξα στο μπαλκόνι ένιωσα μια έκρηξη εκνευρισμού ν’ ανεβαίνει σαν πίδακας ως την άκρη της γλώσσας μου. «Γιατί δεν απαντούσες αφού ήσουν εδώ όλη αυτή την ώρα;» Βρόντηξα τη μπαλκονόπορτα και βγήκα. «Έτσι κρατιέται ένα σπίτι; Τι στο καλό έτρωγες; Πώς ζούσες εδώ μέσα;»
Κι ύστερα είδα το γυμνό σώμα της γυναίκας μου και πάγωσα.
Η γυναίκα μου, γονατιστή, κοίταζε προς τις γρίλιες κατά μήκος της μπαλκονόπορτας, με τα δυο της χέρια τεντωμένα στον αέρα σα να πανηγύριζε. Ολόκληρο το σώμα της ήταν σκούρο πράσινο. Το μέχρι πρότινος σκιώδες πρόσωπό της τώρα έλαμπε σαν γυαλιστερό, αειθαλές φύλλο. Τα αχυρένια, ξερά μαλλιά της τώρα ήταν στιλπνά σαν βλαστάρια άγριων βοτάνων.
Τα δυο της μάτια άστραφταν θαμπά μες στο πράσινο πρόσωπό της. Καθώς πισωπάτησα σαστισμένος, γύρισε προς το μέρος μου κι έκανε να σηκωθεί. Αντί γι’ αυτό όμως, τα πόδια της κυριεύτηκαν από σπασμούς: μάταια προσπαθούσε. Φαινόταν ανήμπορη να σταθεί ή να περπατήσει.
Η εύκαμπτη μέση της λύγισε επώδυνα. Η ατροφική γλώσσα της κρεμόταν σαν φύλλο κισσού ανάμεσα στα μπλαβιά της χείλη. Δεν υπήρχε ίχνος απ’ τα δόντια της.
Μια μικρή κραυγή μόνο, κάτι παραπάνω από μουγκρητό, βγήκε από εκείνα τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλια.
«…νερό».
Έτρεξα στο νεροχύτη, άνοιξα τη βρύση τέρμα και γέμισα ένα πλαστικό μπωλ μέχρι που ξεχείλισε. Σε κάθε βήμα μου, το νερό χυνόταν στο πάτωμα του σαλονιού, καθώς έτρεχα βιαστικά πίσω στο μπαλκόνι. Μόλις έχυσα το νερό στο στήθος της γυναίκας μου, ολόκληρο το σώμα της τρεμούλιασε σαν να ανάπνευσε ξανά, αναζωογονήθηκε σαν να ήταν φύλλο ενός τεράστιου φυτού. Ξαναγέμισα το μπωλ στο νεροχύτη και γύρισα ξανά στο μπαλκόνι για να χύσω το νερό στο κεφάλι της γυναίκας μου. Τα
μαλλιά της ορθώθηκαν, σα να έφυγε από πάνω τους ένα αόρατο βάρος. Την κοίταζα καθώς το λαμπερό, καταπράσινο σώμα της άνθισε ξανά μ’ αυτό μου το βάφτισμα. Ένιωσα ζάλη.
Η γυναίκα μου ποτέ δεν ήταν τόσο όμορφη.

7

Μητέρα.
Δεν μπορώ πια να σου γράφω γράμματα. Ή να φοράω το πουλόβερ που άφησες εδώ. Εκείνο το πλεκτό, πορτοκαλί πουλόβερ, που ξέχασες εδώ πέρισυ το καλοκαίρι, όταν είχες έρθει να μας δεις.
Το φορούσα την επόμενη της μέρας που έφυγε για το επαγγελματικό του ταξίδι. Ξέρεις πόσο έντονα νιώθω το κρύο.
Ήταν άπλυτο, κι έτσι είχε ακόμα τη μυρωδιά μπαγιάτικου φαγητού και τη μυρωδιά του δέρματός σου. Ίσως αν ήταν μια άλλη μέρα να το είχα πλύνει, αλλά έκανε πολύ κρύο, κι έπειτα, ήθελα να μπορώ να αναπνέω αυτή τη μυρωδιά, κι έτσι το φόρεσα, κι αποκοιμήθηκα μ’ αυτό. Το επόμενο πρωί η παγωνιά δεν είχε καταλαγιάσει, κι ίσως ήταν επειδή πεινούσα και κρύωνα τόσο πολύ που, όταν το πρώτο φως του ήλιου έλαμψε απ’ το παράθυρο της κάμαρας, ξέσπασε από μέσα μου μια πνιγμένη κραυγή: μητέρα. Θέλησα να τυλιχτώ σ’ αυτό το ζεστό φως, βγήκα στο μπαλκόνι κι έβγαλα τα ρούχα μου. Οι αχτίδες του ήλιου που διαπέρασαν τη γυμνή σάρκα μου έμοιαζαν τόσο με τη μυρωδιά σου, γονάτισα εκεί και φώναξα μητέρα, μητέρα. Καμία άλλη λέξη.
Αναρωτιέμαι πόσος καιρός πέρασε. Μέρες, βδομάδες, μήνες; Πρόσεξα πως ο αέρας δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός, και το μόνο που θυμάμαι ύστερα από αυτό είναι μια αμυδρή άνοδος της θερμοκρασίας κι έπειτα μία αντίστοιχη πτώση.
Από στιγμή σε στιγμή, τα παράθυρα των διαμερισμάτων πέρα μακριά, πάνω απ’ τον ποταμό Τσάγκναγκ, θα λάμψουν μ’ ένα πορτοκαλί φως.
Μπορούν να με δουν οι άνθρωποι που ζουν εκεί; Οι οδηγοί που τρέχουν στη λεωφόρο, με το φως να ξεχύνεται απ’ τους προβολείς των αυτοκινήτων τους; Με τί μοιάζω, πώς φαίνομαι αυτή τη στιγμή;

*
Είναι τόσο καλός μαζί μου. Αγόρασε μια τεράστια γλάστρα και με φύτεψε μέσα της. Τις Κυριακές, περνά όλο το πρωί στο μπαλκόνι καθαρίζοντάς με από τη μελίγκρα.
Εκείνος, που ήταν πάντοτε τόσο κουρασμένος, ανεβαίνει κάθε μέρα τον λόφο πίσω από την πολυκατοικία μας κι επιστρέφει κουβαλώντας έναν κουβά μεταλλικό νερό για να ποτίσει τα πόδια μου (θυμόταν πως δεν μου άρεσε το νερό της βρύσης). Πριν λίγο καιρό άδειασε τη γλάστρα μου κι άλλαξε το χώμα μου με μπόλικο φρέσκο, γόνιμο χώμα. Όταν βρέχει μες στο βράδυ κι η σκόνη της βροχής κατακάθεται στο μπαλκόνι, βρώμικη απ’ το μολυσμένο αέρα της πόλης, εκείνος ανοίγει το πρωί διάπλατα τα παράθυρα και την κύρια είσοδο για να κυκλοφορεί ο φρέσκος αέρας.

*

Είναι παράξενο, μητέρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μπορώ να μυρίσω ή να γευτώ, μα όλα είναι πιο φρέσκα, πιο ζωντανά. Αισθάνομαι την αδρή τριβή των ελαστικών των αυτοκινήτων καθώς ξύνουν την άσφαλτο, τον ανεπαίσθητο απόηχο των βημάτων του καθώς ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος κι έρχεται κοντά μου, το νοτισμένο από την βροχή αέρα, γεμάτο προσοδοφόρα όνειρα, το γκρίζο ημίφως της αυγής.
Νιώθω μπουμπούκια να βλασταίνουν και πέταλα να ξετυλίγονται σε μέρη κοντινά και μακρινά, κάμπιες να ξεπροβάλουν από χρυσαλλίδες, σκύλους και γάτες να γεννούν τα μικρά τους, τον τρεμουλιαστό σφυγμό του γέρου άντρα στο διπλανό κτήριο, το σπανάκι να τσιτσιρίζει σ’ ένα τηγάνι στην κουζίνα του πάνω ορόφου, ένα μπουκέτο κομμένα χρυσάνθεμα να μπαίνουν σ’ ένα βάζο πλάι στο γραμμόφωνο στο κάτω διαμέρισμα. Μέρα ή νύχτα, τ’ αστέρια διαγράφουν μια ήρεμη παραβολή, και κάθε που βγαίνει ο ήλιος οι κορμοί των πλατάνων κατά μήκος της λεωφόρου γέρνουν τα γεμάτα λαχτάρα κλαδιά τους προς την ανατολή. Και το δικό μου σώμα αντιδρά κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Μπορείς να καταλάβεις; Σύντομα, το ξέρω, δεν θα μπορώ πια ούτε να σκέφτομαι, μα είμαι εντάξει. Το έχω ονειρευτεί αυτό, να μπορώ να ζω μονάχα με αέρα, φως και νερό, το ονειρευόμουν πολύ καιρό τώρα.

*

Σκέψεις από όταν ήμουν μικρή: όταν έτρεχα μες στην κουζίνα κι έθαβα το πρόσωπό μου μέσα στη φούστα σου, εκείνη η τόσο απολαυστική μυρωδιά – μυρωδιά σησαμελαίου, καβουρδισμένων σπόρων σησαμιού. Πάντα είχα τα χέρια μου μέσα στη γη, το ξέρεις. Τα λερωμένα με χώμα χέρια μου, που βρώμιζαν τον ποδόγυρο της φούστας σου.
Πόσων χρόνων να ήμουν; Εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα, τη μουσκεμένη με ψιλόβροχο, ο πατέρας να με σηκώνει ψηλά πάνω στο αγροτικό και να μας οδηγεί κάτω στην ακτή. Τα ανέμελα γέλια των μεγάλων, με τα αδιάβροχά τους, τα παιδιά με τα βρεγμένα μαλλιά κολλημένα στο μέτωπό τους, να χοροπηδούν τριγύρω και να χαιρετούν, τα πρόσωπά τους να γυρνούν, να ξεθωριάζουν.
Εκείνο το φτωχό ψαροχώρι πλάι στο κύμα ήταν ολάκερος ο κόσμος σου. Γεννήθηκες εκεί και μεγάλωσες εκεί. Γέννησες εκεί, δούλεψες εκεί, γέρασες εκεί.
Κάποια στιγμή, θα αναπαυτείς εκεί, στις παρυφές της ταφικής γης των προγόνων σου, πλάι στον πατέρα.
Ήταν ο φόβος μου μην γίνω σαν εσένα, μητέρα, που μ’ έκανε να πάρω τόση απόσταση απ’ το σπίτι μου. Θυμάμαι ακόμη πώς άφησα το σπίτι στα δεκαεφτά, τις πόλεις, Μπουσάν, Νταεγκού, Κανγκούνγκ, όπου περιπλανήθηκα άσκοπα για πάνω από ένα μήνα. Πώς είπα ψέματα για την ηλικία μου σ’ ένα γιαπωνέζικο εστιατόριο, έτρεχα σε εξωτερικές δουλειές ολομόναχη, και τ’ απογεύματα τυλιγόμουν σε στάση εμβρυική μέσα στο αναγνωστήριο – μου άρεσε εκείνο το μέρος. Τα εκτυφλωτικά φώτα των αστικών συνοικιών, η απαστράπτουσα λάμψη των αστών.
Δεν ξέρω πότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως θα κατέληγα γριά και κατεστραμμένη, τριγυρνώντας σ’ αυτούς τους δρόμους τους γεμάτους με ξένους ανθρώπους. Ήμουν δυστυχισμένη στο σπίτι κι εξίσου δυστυχισμένη οπουδήποτε, οπότε πες μου, πού θα έπρεπε να έχω πάει;
Ποτέ δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Ίσως κουβαλώ στην πλάτη μου κάποια καταραμένη ψυχή που μ’ έχει στοιχειώσει παντοτινά, αγκιστρωμένη από το λαιμό, από τα μέλη μου. Το μόνο που ήθελα πάντα ήταν να τρέξω μακριά, ήταν για μένα σαν ενστικτώδης παρόρμηση, σαν τον πόνο που προκαλεί μια κραυγή, σαν το τσίμπημα που γεννά μια στριγγλιά. Καθόμουν στο πίσω μέρος του λεωφορείου με τα γόνατα σηκωμένα, φαινόμουν ακίνδυνη, θα ‘λεγε κανείς πως δεν θα μπορούσα να πειράξω ούτε μύγα, κι όμως ποθούσα όλη εκείνη την ώρα να σπάσω το τζάμι με τη γροθιά μου. Ήθελα να γλείψω άπληστα το αίμα που θα κύλαγε στην παλάμη μου, όπως μια γάτα γλείφει το γάλα. Τί ήταν αυτό απ’ το οποίο πάλευα να ξεφύγω, τί ήταν αυτό που με βασάνιζε τόσο, ώστε λαχταρούσα να τρέξω στην άλλη πλευρά του κόσμου; Τί ήταν αυτό που με κράταγε πίσω, που με περδίκλωνε, που με σακάτευε; Τι ήταν αυτές οι αλυσίδες που με γονάτιζαν, που μ’ εμπόδιζαν να κάνω το άλμα που θα καθάριζε το άρρωστο αίμα μου;

*
Ο γηραιός γιατρός χτυπούσε με τα δάχτυλά του το στηθοσκόπιο ξανά και ξανά, μουρμουρίζοντας πως τα σωθικά μου ήταν σιωπηλά σαν τάφος. Πως ο μόνος ήχος ήταν η ηχώ των ριπών ενός μακρινού ανέμου. Ακούμπησε το στηθοσκόπιο πάνω στο τραπέζι κι άναψε την οθόνη του υπερηχογράφου. Ξάπλωσα ακίνητη, καθώς άπλωσε ένα κολλώδες τζελ πάνω στο στομάχι μου κι ύστερα έτριψε το κρύο, μακρουλό εργαλείο πάνω στη σάρκα μου, μετακινώντας το μεθοδικά στην κοιλιά μου, από πάνω προς τα κάτω.
Φαινόταν πως μέσα απ’ αυτό το εργαλείο, μια ασπρόμαυρη εικόνα των σωθικών μου μεταφερόταν στην οθόνη.
«Όλα φυσιολογικά», μουρμούριζε, κροταλίζοντας τη γλώσσα του. «Εδώ βλέπουμε τα έντερά σου… τίποτα το ανησυχητικό εκεί».
Όλα διαγνώστηκαν «φυσιολογικά».
«Στομάχι, συκώτι, μήτρα, νεφρά, όλα μια χαρά».
Γιατί δεν μπορούσε να δει πως αυτά τα όργανα σιγά-σιγά ατροφούσαν; Πως σύντομα δεν θα υπήρχαν πια; Σκούπισα όσο τζελ μπορούσα με μια χούφτα χαρτομάντηλα,
αλλά μόλις πήγα να σηκωθώ μου είπε να ξαπλώσω ξανά. Πίεσε το στομάχι μου εδώ κι εκεί. Δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνο. Αγριοκοίταξα το πρόσωπό του, μ’ αυτά τα γιατρουδίστικα γυαλιά, καθώς μου πέταγε τις συνηθισμένες ερωτήσεις του τύπου «Πονάει εδώ;», κι ένευα συνεχώς.
«Τί νιώθεις εδώ;»
«Πονάει εδώ;»
«Μήπως εδώ;»
«Δεν πονάει».
Μου έκανε μία ένεση και στον δρόμο για το σπίτι έκανα ξανά εμετό.
Κουλουριάστηκα μέσα στο σταθμό του μετρό, με την πλάτη στα πλακάκια του τοίχου. Μετρούσα, ένα, δύο, τρία …, καθώς περίμενα να υποχωρήσει ο πόνος. Ο γιατρός μου είπε να χαλαρώσω, βλέπεις, να κάνω ευχάριστες, γαλήνιες σκέψεις. Όλα είναι στο μυαλό είπε, εμφατικά, λες και ήταν κανένας Ινδός γκουρού. Γαλήνιες σκέψεις, ευχάριστες σκέψεις, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, αδιατάρακτη γαλήνη, μετρούσα προσπαθώντας να μην ξεράσω … ο πόνος έφερνε δάκρυα στα μάτια μου, συσπάσεις με κυρίευσαν καθώς ξέρναγα, ξανά και ξανά, στομαχικά υγρά, ώσπου στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα να βγάλω και μπόρεσα ν’ αφεθώ, να γλιστρήσω στο πάτωμα. Περίμενα, να σταματήσει να κουνιέται το αναθεματισμένο πάτωμα, απλά να σταματήσει.
Πόση ώρα είχε περάσει από τότε;

*
Μητέρα, εξακολουθώ να βλέπω το ίδιο όνειρο. Ονειρεύομαι πως ψηλώνω σα να ‘μαι λεύκα. Τρυπάω το σκέπαστρο του μπαλκονιού, και αυτό του πάνω ορόφου, του δέκατου πέμπτου, του δέκατου έκτου ορόφου, εκτινάσσομαι μέσα απ’ το τσιμέντο και τους αρμούς ώσπου ξεπηδώ στην κορυφή, μέσα απ’ τη σκεπή του τελευταίου πατώματος. Λουλούδια σαν λευκές κάμπιες ξετυλίγουν τους ανθούς τους στις πιο ψηλές μου απολήξεις. Η τραχεία μου ρουφά γάργαρο νερό, κι είναι τόσο τεντωμένη
που λες θα σπάσει, το στήθος μου εκτινάσσεται προς τον ουρανό και προσπαθώ με κόπο να τεντώσω κάθε μου διχαλωτό μέλος. Κι έτσι δραπετεύω από αυτό το διαμέρισμα. Κάθε νύχτα, μητέρα, κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο.

*
Κάνει ολοένα και περισσότερο κρύο. Και σήμερα, αυτός ο κόσμος θα έχει ήδη δει τόσα φύλλα να πέφτουν στο έδαφος, τόσα φίδια να αποβάλλουν το δέρμα τους, τόσα έντομα να χάνουν τις μικροσκοπικές ζωές τους, και τόσα βατράχια να πέφτουν στη χειμέρια νάρκη τους, κάπως πρόωρα.
Σκέφτομαι συνεχώς το πουλόβερ σου. Η ανάμνηση της μυρωδιάς σου δεν είναι πια τόσο ξεκάθαρη. Θέλω να του ζητήσω να το τυλίξει γύρω μου, μα έχω χάσει τη φωνή μου. Τι μπορώ να κάνω; Κλαίει βλέποντάς με να ατονώ, και θυμώνει, επίσης. Όπως ξέρεις, ήμουν η μόνη οικογένεια που είχε. Μπορώ να νιώσω τα ζεστά του δάκρυα να πέφτουν πάνω μου μαζί με το μεταλλικό νερό που μου ρίχνει. Μπορώ να νιώσω τα μόρια του αέρα να κλυδωνίζονται, τη σφιγμένη γροθιά του να χτυπά στο κενό, χωρίς στόχο.
*
Φοβάμαι, Μητέρα. Τα μέλη μου πρέπει να πέσουν. Αυτή η γλάστρα είναι πολύ μικρή, και τα τοιχώματά της πολύ στενά. Πόνοι διαπερνούν τις άκρες των ριζών μου. Μητέρα, θα πεθάνω πριν να έρθει ο χειμώνας.
Και αμφιβάλλω πως θ’ ανθίσω ξανά, σ’ αυτόν τον κόσμο.

8

Αργότερα εκείνη τη νύχτα που γύρισα απ’ το επαγγελματικό μου ταξίδι, αφού πότισα τη γυναίκα μου, αδειάζοντας πάνω της τρία γεμάτα μπωλ με νερό, εκείνη εξέμεσε μεγάλη ποσότητα κίτρινων, στομαχικών οξέων.
Είδα τα χείλη της να σουφρώνουν και να κλείνουν ερμητικά στη στιγμή, σάρκα πάνω στη σάρκα, μπροστά στα μάτια μου. Καθώς τα τρεμάμενα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν αυτά τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλη, άκουσα επιτέλους μια ανεπαίσθητη φωνή, τόσο αμυδρή, που δεν καταλάβαινα τι να ήταν αυτό που έλεγε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της γυναίκας μου. Ύστερα από αυτό, δεν ξανάκουσα από κείνη ούτε έναν στεναγμό.
Παχιές, λευκές ρίζες ξεπετάχτηκαν από το εσωτερικό των μηρών της. Βυσσινιά λουλούδια άνθισαν το στήθος της. Δίδυμοι στήμονες, λευκοί στις άκρες τους, κιτρινωποί και χοντροί στις ρίζες, ξεπρόβαλλαν απ’ τις ρώγες της. Όταν τα υψωμένα στον αέρα χέρια της έδειξαν ικανά να ασκήσουν την παραμικρή πίεση, η γυναίκα μου προσπάθησε να μ’ αγκαλιάσει απ’ το λαιμό. Κοιτάζοντας εκείνα τα μάτια, μέσα στα οποία αχνοφαινόταν ακόμα ένα ισχνό φως, έσκυψα κι άφησα εκείνα τα χέρια που ήταν πια πέταλα καμέλιας, να μ’ αγκαλιάσουν. «Είσαι καλά;» τη ρώτησα. Τα μάτια της, δυο ώριμα σταφύλια. Η σκιά ενός χαμόγελου στραφτάλιζε στη γυαλιστερή τους επιφάνεια.
Καθώς προχωρούσε το φθινόπωρο, ένα διαυγές πορτοκαλί φως διαπότιζε σταδιακά το σώμα της γυναίκας μου. Κάθε που άνοιγα το παράθυρο, τα τεντωμένα προς τα πάνω χέρια της ταλαντευόντουσαν πολύ απαλά, στη φορά του ανέμου.
Προς το τέλος του φθινοπώρου, τα φύλλα της άρχισαν να πέφτουν, δυο-δυο, τρία-τρία. Το σώμα της από πορτοκαλί πήρε σιγά-σιγά ένα μουντό, καφετί χρώμα.
Σκέφτηκα την τελευταία φορά που είχα κοιμηθεί με τη γυναίκα μου.
Αντί για την έντονη αψάδα σωματικών υγρών, μια μυρωδιά σχεδόν γλυκιά ερχόταν από το κάτω μέρος του σώματος της γυναίκας μου. Τότε, απλώς υπέθεσα πως μπορεί να άλλαξε το σαπούνι που χρησιμοποιούσε, ή πως είχε ελεύθερο χρόνο και αποφάσισε να τον περάσει ρίχνοντας μερικές σταγόνες άρωμα εκεί κάτω. Πόσος καιρός είχε περάσει από όλα αυτά;
Τώρα, η μορφή της δεν έχει ούτε ίχνος από το δίποδο πλάσμα που ήταν κάποτε. Οι κόρες των ματιών της, που είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι που έμοιαζε με γυαλιστερά, στρογγυλά σταφύλια, σταδιακά θάβονται μέσα σε καφέ στήμονες. Η γυναίκα μου δεν μπορεί να δει πια. Δεν μπορεί καν να κουνήσει τις απολήξεις των στημόνων της. Κι όμως, όταν βγαίνω στο μπαλκόνι νιώθω μια απροσδιόριστη αίσθηση που νικά τη
γλώσσα, σαν μια απειροελάχιστη ηλεκτρική εκκένωση που πάλλεται από το δικό της σώμα και περνά στο δικό μου. Όταν όμως τα φύλλα που ήταν τα χέρια και τα μαλλιά της γυναίκας μου έπεσαν όλα, και το σημείο όπου τα χείλη της είχαν κλείσει σουφρωμένα άνοιξε, απελευθερώνοντας ένα μάτσο καρπούς, αυτή η αίσθηση χάθηκε, σα μια λεπτή κλωστή που σπάει.
Οι μικροί καρποί είχαν εκραγεί προς τα έξω ομαδικά, σαν σπόροι ροδιού. Τους μάζεψα στις χούφτες μου και κάθισα κάτω, στο κατώφλι που συνέδεε το μπαλκόνι με το σαλόνι. Αυτοί οι καρποί, που δεν είχα ξαναδεί, ήταν κιτρινοπράσινοι. Κι ήταν σκληροί, σαν τους λιόσπορους που σερβίρουν μαζί με πόπκορν, ως συνοδευτικό, όταν παραγγέλνει κανείς μια μπύρα.
Ξεχώρισα έναν και τον έβαλα στο στόμα μου. Το λείο περίβλημα δεν είχε καμία γεύση ή μυρωδιά. Το μάσησα ώσπου άνοιξε. Ο καρπός της μοναδικής γυναίκας που είχα ποτέ σ’ αυτή τη γη. Το πρώτο πράγμα που ένιωσα στον ουρανίσκο μου ήταν μια όξινη, σχεδόν καυτερή γεύση, κι ο χυμός που κύλησε στη βάση της γλώσσας μου άφησε μια πικρή επίγευση.
Την επόμενη μέρα αγόρασα μια ντουζίνα μικρές, στρογγυλές γλάστρες, κι αφού τις γέμισα γόνιμο χώμα, φύτεψα μέσα τους καρπούς. Τις τοποθέτησα στη σειρά, πλάι στη γλάστρα της μαραμένης μου γυναίκας, κι άνοιξα το παράθυρο. Ακούμπησα στο περβάζι και κάπνισα ένα τσιγάρο, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά φρέσκου γρασιδιού που ξαφνικά αναδύθηκε από το κάτω μέρος της γυναίκας μου. Ο κρύος αέρας των τελευταίων ημερών του φθινοπώρου ανακάτωσε τον καπνό του τσιγάρου μου, τα μακριά μαλλιά μου.
Όταν θα έμπαινε η άνοιξη, θα βλάσταινε ξανά η γυναίκα μου; Θα άνθιζαν, κόκκινα, τα λουλούδια της; Δεν μπορούσα να ξέρω.

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ


Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου, στη Νότια Κορέα, και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη. Σπούδασε Κορεάτικη Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά τηςΗ Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα Αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε τον πρόδρομο τηςΧορτοφάγου. Άλλα έργα της:Έργα Ανθρώπων (2016, εκδ. Portobello), «Το Λευκό Βιβλίο» (2017, εκδ. Portobello). Ζει στη Σεούλ.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |26. Βαγγέλης Κούτσης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βαγγέλης Κούτσης

(Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι, Ἀθήνα, Προμετωπίδα, 2013)

Ὁ πρέπων ἀποχαιρετισμός

Δὲ σὲ περιέλαβαν
τοῦ Πάμπλο τὰ πινέλα
δὲ βρέθηκε ἕνας σύντροφος
γιὰ σένα νὰ κραυγάσει
μόνο ὑβρισμένος ἔφυγες
χωρὶς αὐγὴ καὶ κλάμα.
Γιὰ σένα συμφωνήσανε
κι οἱ φίλοι κι οἱ ἐχθροί σου
ἔτσι νογᾶν οἱ Ἕλληνες
ποὺ σὲ συκοφαντοῦσαν
καθεὶς κι ὁ ἑαυτούλης του
καὶ τὰ συμφέροντά του.
Μὰ ἐσύ, Νικόλα, μίσεψες
μόνος καὶ πικραμένος
κρατώντας πάντοτε ψηλὰ
βλέμμα κι ἱδανικά σου.
Δάσκαλε ἡ θυσία σου
γιὰ τὶς καρδιές μας ὕδωρ
τροφὴ  στοῦ λιόντα τὸ μυαλὸ
κι ἂς ἀγνοοῦν οἱ ἀχρεῖοι
πὼς γιὰ τὸ φίλο ξόδεψες
τὰ λίγα αὐτὰ ὁπού ’χες
πὼς μὲς στῆς σμέρνας τὴ φωλιὰ
διαγούμισες τὸν πόθο
γιὰ ἀνιδιοτέλεια
καὶ γιὰ δικαιοσύνη.

Χαῖρε, Νίκο Πλουμπίδη!


Ὁ Βαγγέλης Κούτσης γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1983, μεγάλωσε στὴν περιοχὴ τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ σπούδασε οἰκονομικὰ στὴν ΑΣΟΕΕ. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Κυκλοφορεῖ ἡ μοναδική του ἕως τώρα ποιητική του συλλογή: Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι (2013).

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ

Οι καρποί της γυναίκας μου

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |25. Χρήστος Μαρτίνης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χρῆστος Μαρτίνης

Gustav Dore Charon

(Τὸ ξένο φῶς, Θεσσαλονίκη, Ὑποκείμενο, 2017)
 

στὸν φάνη

ἀποβραδὺς κατάχαμα μέσα στὴ μαύρη ἐλάτη ἐστρατοπέδεψε
στρατὸς τριάντα σπαθαρέοι ὅλοι χορεύουν τραγουδοῦν κι ἕνας
μιλιὰ δὲ βγάζει μονάχα τὸ τουφέκι του βαστᾶ καὶ συγυρίζει
πάνω στὸ γιαταγάνι του περνᾶ τὴν ἄσπρη πέτρα γιατί μωρὲ
πολεμιστὴ κουβέντα δὲν ξανοίγεις ἔχει μερόνυχτα πολλὰ ποὺ
βγήκαμε στὴ στράτα κι ὅσα χωριὰ κι ἂν κάψαμε σὺ καίγεις
ἄλλα τόσα κι ὅσα κεφάλια πήραμε δὲ βγαίνουν στὰ δικά
σου κι ἔδωκε τὴν ἀπόκριση χωρὶς νὰ τοὺς κοιτάζει μονάχα ἡ
σπάθα ν’ ἄστραφτε ἀπ’ τὶς πυρὲς μπροστά του «ἂφῆστε ‘μένα
νὰ κρατῶ τὴ λάμα τροχισμένη κι ἅμα θὰ βρίσκω χριστιανὸ
εὒτὺς νὰ τὸν θερίζω κι ἅμα θὰ μπαίνω σὲ αὐλὴ τὴ φλόγα νὰ
φυτεύω γιατὶ ὀχτροὶ περνούσανε κι ἀπ’ τὰ δικά μας μέρη ὅταν
τοὺς εἶδε τὸ χωριὸ μαντάλωσε τὶς πόρτες αὐτοὶ κινοῦσαν κι
ἔκαιγαν πετροχτισμένες στάνες μὲ τ’ ἄλογα ξεπάτωναν τὸν
φυτεμένο κάμπο ὕστερα στεῖλαν μπιστικὸ νὰ δώσει τὸ μαντάτο (περισσότερα…)

Έλενα Σταγκουράκη, Πέντε ποιήματα

22 (5).jpg

Σε κατάσταση «έκτακτου συναγερμού»!

Στην πόρτα μου ένας κομάντο,
αγέλαστος, με πολυβόλο.
Σιγά μη μου κάνει κουμάντο
το σιδερικό του όλο κι όλο!

Ο δρόμος μου αποκλεισμένος
και σκέφτομαι  «πάει!, αλί μου!,
κανένας θα είναι ζωσμένος
με βόμβες· γιατί βρε Αλή μου;»    

Κοιτάζω καλά και το πιάνω
πως σήμερα δεν είναι η μέρα
που εν τέλει κι εγώ θα πεθάνω·
φροντίζει η καλή Πλατυτέρα.

‘Επίσημο’ έχουμε, βγαίνει·
για πού το ‘χει βάλει δε λένε.
Μουστάκι αν έχει ή γένι
δεν ξέρω, τα μάτια δεν φταίνε.

Γιατί να μου φταίξουνε που ‘ναι
φιμέ της Μερσέντες το τζάμι
και μάλιστα αυτό το συνδράμει
αστυνομολόι; Θωρούνε!

Αρκεί που τη γλίτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα!

Βρυξέλλες, 10/2/2016 (περισσότερα…)

Σχεδόν «αγγελικό και μαύρο φως»

Triggia.jpg

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Μιχάλης Μακρόπουλος
Μαύρο νερό (νουβέλα)
Εκδ. Κίχλη, 2019

Διάβασα το Μαύρο νερό του Μιχάλη Μακρόπουλου άγρια χαράματα, προτού ακόμα φέξει, την ώρα που τ’ αγρίμια των βουνών βγαίνουν να μεταλάβουν την πρώτη τροφή, να πιουν το πρώτο νερό, της μέρας. Χωρίς να το θέλω, ήδη το εκδοτικό σημείωμα μου έφερε στον νου τον Δρόμο του ΜακΚάρθυ: «Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, παλεύουν να επιβιώσουν σ’ ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή· το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα». Και λέω καλώς εκ των υστέρων· μ’ όλες τις διαφορές τους και μ’ όλες τις κοινές θεάσεις τους σε μια επερχόμενη δυστοπία. Καλώς, παρότι αθέλητα, γιατί έτσι ξεχώρισαν καθαρότερα μέσα μου οι καταγωγικές ρίζες  αλλά κι οι απολήξεις καθενός.

Ο τόπος ακόμα και μολεμένος –ίσως οριστικά πια κι αμετάκλητα– για τους ανθρώπους είναι ο τόπος τους, εδώ κυριολεκτείται στο ακέραιο η κοινοτοπία πως ο τόπος κατοικείται από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι μέρος του τόπου, υπάρχουνε μαζί του, ο τόπος είν’ οι άνθρωποι, κι οι άνθρωποι είν’ ο τόπος. Ζυμωμένοι μαζί χρόνια τώρα, αιώνες, έχουνε γίνει μια αξεδιάλυτη υπόσταση. Και μέσα στο θανατικό, βλέπεις πως η ενότητα της φύσης και του ανθρώπου, που απλώνει εδώ σε μας ρίζες από πολύ βαθιά, βλασταίνει και δένει ανθούς τουλάχιστον μέχρι τον Παπαδιαμάντη, φανερώνεται εδώ αδιατάραχτη. Όχι για όλους όχι παντού πια είν’ αλήθεια, η εισβολή της μηχανικής νεωτερικότητας που φέρνει η άσβεστη δίψα για κέρδος φαίνεται πως στεγνώσανε τη γη και την μολύναν ανεπανόρθωτα. Ακόμα όμως και με το δηλητήριο που ποτίζει η γη τα πλάσματά της, ποτέ δεν αντιμετωπίζεται εχθρικά. Κατηγορία κι επίκριση δεν ακούγεται καμμία. Εδώ και μόνον εδώ μπορούν να ανασαίνουν οι άνθρωποι· για όσο μπορέσουν ακόμα. Πέρα από εδώ, στην υγεία και την άνεση, (εκεί που θέλει να τους μεταφέρει το κράτος) όχι, δεν υπάρχει ζωή για τους ανθρώπους μας, οι άνθρωποι δεν σχετίζονται με τίποτα, όσο καλό κι αν είναι. Η μόνη τους ζωή είναι ο –ακόμα και μολυσμένος– τόπος τους. Κι ο Χριστόφορος, ο ανάπηρος γιος, εκεί μόνον μπορεί να υπάρξει ανθρωπινά, δηλαδή να ζήσει, νέτα-σκέτα κατά τα λόγια του, και πουθενά αλλού.

Θραύσματα ανθρώπινων ζωών, θραύσματα σχέσεων, ξέφτια μιας διασπασμένης πια ενότητας, απ’ την οποία απογυμνώνονται διαρκώς (και τιμωρητικά απ’ το κράτος συν τοις άλλοις), κρατώντας σχεδόν πεισματικά κι επίμονα το ζω(τ)ικό τους δέσιμο με τον τόπο. Ο Πατέρας όμως κι ο γιος, που συγκρατούνται με τα δεσμά της αγάπης πιο στέρεα και πιο σφιχτά απ’ τους άλλους, που δένονται αξεδιάλυτα αναμεταξύ τους και με τον τόπο, παλεύουν να κρατάνε ζωντανό τον σύνδεσμο που την συνέχει ετούτη την αγάπη, που τηνε λειτουργεί.

Είχαν κι οι τρεις εκείνη την κλειστή και άδεια όψη, σαν των σπιτιών. Τα μάτια τους στέκονταν για πολλή ώρα σ’ ένα σημείο δίχως να το βλέπουν. Τα χέρια τους είχαν μια αφύσικη ακινησία· ήταν βουβά χέρια, που είχαν χάσει τη γλώσσα των νοημάτων, όπως είχαν χαθεί από τη λαλιά τους οι πιο πολλές λέξεις, γιατί ήταν άχρηστες και σ’ αχρησία. Αυτός όμως διέφερε, γιατί ’χε τον Χριστόφορο να μιλά, και γιατί του Φόρη του άρεσαν τα βιβλία· έτσι στο σπιτικό τους οι λέξεις παρέμειναν ζωντανές.  

Οι λέξεις (η γλώσσα) είναι αυτές που ‘λειτουργούν’ τον τόπο, τους ανθρώπους, τις σχέσεις τους με τους ζωντανούς και τους πεθαμένους, ακόμα και στην βουβαμάρα ή και στον παρα-λο(γ)ϊσμό:

Η Αθηνά του Κοτσίνη… όλη μέρα γύρναγε στους άδειους δρόμους του χωριού και μιλούσε. Ανάλογα με το πού βρισκόταν, συναντούσε και κάποιο χωριανό και του έλεγε ό,τι ταίριαζε στην περίσταση και στον άνθρωπο… Πολύ περισσότερο από τον Πατέρα, κι απ’ τον Χριστόφορο ακόμα, η Αθηνά του Κοτσίνη είχε γίνει ένα μ’ αυτόν τον τόπο, βάζοντάς τον μέσα της και μιλώντας με τα φαντάσματά του. Αν πέθαινε, όπως ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαινε σύντομα, ο θάνατός της δεν θα ’ταν τόσο ένα τέλος όσο μια συνάντηση, και το μολυσμένο χώμα θα τη δεχόταν στη σκοτεινή και νοτερή του αγκαλιά σαν ξενιτεμένη που παλιννόστησε.

Υπάρχει μια φράση που τη ζήλεψα· τη ζήλεψα πολύ:

όταν απόλυσε η αλειτούργητη εκκλησία.

Με θάμπωσε με την εκτυφλωτική της ακρίβεια! Σχεδόν «αγγελικό και μαύρο φως».

Σ’ αυτή την φράση μέσα βρίσκονται όλα, νιώθω πως όλα είναι ειπωμένα μέσα εκεί. Η ‘αλειτούργητη’ εκκλησία φανερώνει του λαού το έργο –τέτοιος ο λαός τέτοια η λειτουργία του–, χωρίς να λειτουργεί, αλειτούργητη. Αλειτούργητη όχι μόνο γιατί λείπει ο παπάς, αλλά ούτε καν άνθρωποι υπάρχουν (αν μπορείς να πεις ετούτη την δράκα –την ξεμοναχιασμένη στ’ απόμακρα βουνά– ανθρώπους), αλειτούργητη γιατί οι άνθρωποι είναι βουβοί κι η λειτουργία είναι το ελάχιστο που συγκρατεί ακόμη τον λόγο (μέσα από τις γραφές, τις φυλλάδες ή τις ψαλμωδίες), τον λόγο τον αμετάδοτο, τον ακοινώνητο μεταξύ των μοναξιασμένων και βουβών καθημερινά ανθρώπων. Αλλά και γιατί εκεί είναι μοναχά σχεδόν που κοινωνούνε μεταξύ τους τις ελάχιστες, τις στοιχειώδεις  ακόμα λέξεις που τους κρατάνε σε ανθρώπινη κοινωνία (σκέψεων, αισθημάτων, επιθυμιών, μνήμης και λογισμών). Κι όταν απολύει, λύνεται θαρρείς ετούτο το ελάχιστο των λέξεων που τους κρατάνε ακόμη σ’ επαφή ζωντανή μεταξύ τους κι όλο μικραίνει. Παρά την απουσία του παπά, παρά το απείκασμα, τη σκιά της λειτουργίας, συνεχίζουν και ζουν –όσοι– με τις σκιές και τα φαντάσματα· η ανθρώπινη ‘λειτουργία’ συνεχίζει να τελείται (‘απόλυσε’) ατέλεστη (‘αλειτούργητη’).

7f14ed0e-6cfa-49d9-b984-f3579b79ede3_1Γι’ αυτό επιμένει ο Πατέρας πεισματικά θυσιάζοντας ακόμα και το τελευταίο και πενιχρό κομπόδεμα να αγοράσει λέξεις (βιβλία) αντί για τροφή για να έχει να διαβάζει στον Φόρη, να συνεχίσει να ζει, να συνεχίσουν να ζουν, σαν άνθρωποι, κοινωνώντας την ζωή στην όποια πληρότητα τους απομένει, αλλά κι ανεπίγνωστα διανοίγοντάς την σ’ ένα –ελάχιστο ίσως κι ανέλπιστο– αύριο. Γι’ αυτό παίρνει σβάρνα τις εκκλησίες και τα ξωκκλήσια στις γιορτές τους, ένα με τον ανάπηρο γιο στην πλάτη, να διαβάζει τις λέξεις των γραφών –ακόμα και τις ακατανόητες– στους άδειους τοίχους, στον αέρα· έτσι μονάχες τους, έτσι ξεκάρφωτες, έτσι ανερμήνευτες, να συνεχίσουν οι λέξεις να κατοικούν τον κόσμο των ανθρώπων και του τόπου. Λες κι υπάρχει μια ενδόμυχη φοβία πως τα πάντα θα σταματήσουν, όχι επειδή μολεύτηκε θανατερά η γη αλλά επειδή οι άνθρωποι χάνουνε τις λέξεις, μένουν βουβοί από λέξεις, ακοινώνητοι απ’ τον λόγο.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 24. Πέτρος Σκυθιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Πέτρος Σκυθιώτης

Medieval-Inventions-that-Changed-the-World

(Συνθήκη Ἰσορροπίας, Λάρισα, Θράκα, 2015)

6.

Ἐκεῖ ποὺ πᾶς καὶ πίνεις
καὶ βρίσκεις τὸν Γιῶργο
καὶ τὰ λέτε
σ’ ἔχω δεῖ πολλὲς φορὲς ποὺ ἔρχεσαι στὸ κέφι
καὶ φτιάχνεις μὲ τὰ χέρια σου
κάτι ὄνειρα θεόρατα πνιγμένα
ἀλλὰ καθόλου θολὰ μὲς στὸ μυαλό σου
μιὰ κι ἐσὺ ξέρεις καλύτερα ἀπ’ τὸν καθένα
ποῦ θὲς νὰ φτάσεις ὄχι ὅμως κι ὁ Γιῶργος
ποὺ πάντα ἐκείνη τὴ στιγμὴ
συμφωνεῖ
καὶ σὲ κοιτάει μὲ θαυμασμὸ κι ἀπορία
λέγοντας:
πὲς ὅτι ἔγινε καὶ μετὰ τί;

~.~

525993_384099778341403_2055190526_n.jpg
(Οἱ ἀκαδημαϊκὲς σημειώσεις τοῦ Ἴαν Μάρκεζιτς, Ἀθήνα, Θράκα, 2018)

Γι’ αὐτὸ ἦταν Ἀμερικανός

Ἤμασταν στὴν ἀνάλυση τῆς δεύτερης κούπας καφὲ τοῦ Ἀλ-
μπέρτο ὅταν τοῦ εἶπα πὼς πείνασα. Ἐπανέλαβε πὼς ἡ τροφὴ
εἶναι κοινωνικὴ κατασκευὴ τῶν ἄθεων, ἀλλὰ ἐγὼ ἐπέμεινα ν’
ἀνάψει τὴν κουζίνα.
Σηκώθηκε καὶ πάτησε τὸ κουμπὶ τῆς τηλεόρασης. Ἀμέσως
ἄνοιξε μιὰ ὑποδοχὴ κάτω ἀπ’ τὴν ὀθόνη γεμάτη ἀστρόσκονη.
Τὴ μάζεψε καὶ τὴν ἔριξε στὸν καφέ μου.
Τί μὲ κοιτᾶς, εἶπε, δὲν ὑπάρχει τίποτα θρεπτικότερο.
Γι’ αὐτὸ πάτησε ὁ ἄνθρωπος στὸ φεγγάρι.

Γιάννης Καρπούζης, Η ζωή του Όσβαλντ (και δύο φωτογραφίες)

karp.jpg

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΣΒΑΛΝΤ

και εκείνη τη μέρα θυμάσαι,
αρχιπέλαγος[1] στους -14

Η μηχανή δούλευε καίγοντας χρόνο˙
ώσπου ο χρόνος τέλειωσε.

Το ξέρει καλά ο Όσβαλντ,
είναι κενό αέρος το σπίτι
Και που να αρχειοθετείς
ονόματα ανθρώπων
πάλι απ’ την αρχή

ξάγρυπνος απόμεινε στη στεριά
να βλέπει τα χρώματα της αυγής,
την τηλεόραση να εκπέμπει πανικούς

ίσως να φταίει που καμιά φορά θυμάται

κυάνιο η θάλασσα κι απόψε, Όσβαλντ
μέσα στα χαρακώματα τούτη η ζωή

τότε

θυμάται

που φώναζε στην Ίνγκριντ
να γεμίσουν
τις τρύπες με αλατόνερο,
καθαρή τρικυμία χωρίς φύκια,
κι εκείνη ένα χαμόγελο του κάρφωνε στο τραπέζι
πόσο μικροί, μικροί ήτανε η Άννα και ο Γιόχαν
μέσα στην παλάμη του χωρούσαν
και στους ώμους του κατοικούσαν
δεν έκρυβε τότε παγάκια μέσα στο στόμα
ο καιρός ήταν καλός στο αρχιπέλαγος
ένας ήλιος φλεγόμενος έκαιγε
στη μέση της νύχτας.

μη ρωτάς που είναι ο ήλιος Όσβαλντ
για τον πάγο μόνο ρώτα που πιάσανε τα μαλλιά σου

(εδώ πέρα κάπου, πέρασαν τα χρόνια)

και η καλημέρα έγινε πηχτή στο στόμα
η Άννα και ο Γιόχαν σπάνια τηλεφωνούνε
στο σπίτι τα γνωστά
(κενό αέρος)

τόσο μόνος έμεινε ο Όσβαλντ
που μια μέρα φαντάστηκε
– εκεί έπεσε πολύ πλάκα από κάτι φίλους –
πως τα νησάκια κουνιούνται μέσα στο
αρχιπέλαγος,
στα μάτια τρίζουν οι φλέβες
στα χέρια κλειδώσανε
σμήνη οι κατακλυσμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΗΣ


[1] Ως «αρχιπέλαγος» εννοείται το αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης.

karp2.jpg