Συντάκτης: L'apprendista

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

Θανάσης Παπαθανασόπουλος (1937-2021)

Γεννημένος στὴν Περίστα Ναυπακτίας στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1937, ὁ Θανάσης Παπαθανασόπουλος σπούδασε στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν καὶ θήτευσε στὸν δικαστικὸ κλάδο ὡς ἐφέτης ἀπὸ τὸ 1969. Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ἔδειξε τὴν κλίση του στὰ γράμματα διατηρῶντας στενὴ σχέση μὲ τοὺς Γεώργιο Ἀθάνα καὶ Γ. Θ. Βαφόπουλο. Παράλληλα, τίμησε τὸν τόπο του ὑπογράφοντας ποικίλες συλλογὲς καὶ ἀπανθίσματα δημοτικῶν τραγουδιῶν, λαογραφικῶν καταγραφῶν καὶ μελετῶν, διατηρῶντας προσωπικὸ ἀρχεῖο κειμηλίων τῆς γενέτειράς του.

Ὁ λογοτέχνης Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ὀγκώδες καὶ πολυποίκιλο ἔργο. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ δέκα τόμους ποιημάτων, πεζογραφήματα, δράματα, μελέτες, νομικοῦ, λαογραφικοῦ, λογοτεχνικοῦ καὶ εὐρύτερα πολιτιστικοῦ περιεχομένου δοκίμια, μεταφράσεις καὶ ὑβριδικὰ κείμενα ‒ ἀκόμα κι’ ἕνα ἔπος (Διγενῆς Ἀκρίτης, 25.000 δεκαπεντασύλλαβοι) γιὰ τὸ ὁποῖο τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Στὰ μελετήματά του ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Καζαντζάκη, τὸν Ἀθάνα, τὸν Βαφόπουλο, τὸν Πάουντ, καθὼς ἐπίσης ἀνέδειξε ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴ γλώσσα, τὸν δημοτικισμό, τὴ λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ποίηση τοῦ Παπαθανασόπουλου ὑπῆρξε κατὰ κύριο λόγο ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ τὸν Μεσοπόλεμο, ὡστόσο ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου του ὑπακούει τόσο τεχνοτροπικὰ ὅσο καὶ περιεχομενολογικὰ στὰ νεωτερικὰ προτάγματα τῆς ποίησης τοῦ καιροῦ του.

Παρὰ τὴν εὐρεία ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του, ὁ Παπαθανασόπουλος οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν προβολή του, ἐπιλέγοντας νὰ δημοσιεύει τὰ ἔργα του κατὰ μόνας κυρίως μέσῳ τῶν ἐκδόσεων Μελέαγρος. Ἂν καὶ ἡ στάση του αὐτὴ ὁδήγησε τὸ ἔργο του μοιραῖα καὶ σταδιακὰ στὴ σκιά, τὸ φαινόμενο-Παπαθανασόπουλος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ τραβᾶ τὰ βλέμματα, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ὄγκο του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πολύχρωμο περιεχόμενό του ποὺ συνιστᾶ —ἂν τὸ ἐξερευνήσει κανεὶς ἐνδελεχῶς— ἕναν διαρκῆ πειραματισμὸ πάνω σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς δυνατότητες τοῦ λόγου. Δολιχοδρομῶντας ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ θέματα καὶ τὶς μορφές της, στὸ μοντέρνο καὶ τὶς ἔκκεντρες ἐξακτινώσεις του, ὁ Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ἔργο ποὺ —ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ὀρυχεῖο— ἀναμένει ἐκείνους ποὺ θὰ σκάψουν ἐπίμοχθα γιὰ νὰ φέρουν στὸ φῶς τὰ πολύτιμα πετρώματα ποὺ κρύβει στὸν πυρήνα του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

(περισσότερα…)

Ο Λεβινάς, ο ρατσισμός και η πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας σήμερα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στο περίφημο θεατρικό μονόπρακτο του Σαρτρ με τον τίτλο Κεκλεισμένων των θυρών (1944), πρωταγωνιστές είναι τρεις άνθρωποι: ο λιποτάκτης Ζοζέφ Γκαρσέν, η ομοφυλόφιλη Ινέζ Σεράνο και η αριστοκράτισσα Εστέλ Ριζώ, μέσα σε ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο, το οποίο φαίνεται να είναι η μεταθανάτια κόλαση. Καθώς αναπτύσσεται μια δυναμική ανάμεσα σε αυτά τα τρία πρόσωπα και αποκαλύπτεται το έγκλημα ή αμάρτημα που έκανε ο καθένας τους, ο Γκαρσέν καταλήγει στο συμπέρασμα πως η κόλαση δεν είναι ούτε οι φλόγες, ούτε οι δαίμονες, ούτε τα όργανα βασανισμού. Η κόλαση είναι οι άλλοι («L’ enfer, c’ est les autres»). Αυτή είναι η περίφημη σαρτρική ρήση, με την οποία ο Γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος ήθελε να δείξει, μέσα από το παράλογο, το πώς η ελευθερία των ανθρώπων τους οδηγεί στη σύγκρουση. Θεμελιώδης ιδέα στη σκέψη του Εμμανυέλ Λεβινάς (1906-1995) είναι η σχέση του Εγώ (δηλ. του ανθρώπινου υποκειμένου) με τον Άλλο (άνθρωπο), ο οποίος είναι μοναδικός και εντελώς διαφορετικός σε σχέση με το ίδιο (το εγώ), οπότε αδυνατεί να τον κατανοήσει. Ολόκληρη η σκέψη του Λεβινάς στηρίζεται στο θεμελιώδες ερώτημα του πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον άλλο χωρίς να απαλείψουμε τη διαφορετικότητά του. Η σκέψη του Λεβινάς έχει διπλή αφόρμηση: στηρίζεται τόσο στη σκέψη άλλων φιλοσόφων (Πλάτων, Ντεκάρτ, Χούσερλ, Χάιντεγκερ), όσο και στα θρησκευτικά κείμενα (Αγία Γραφή). Μια ακόμη ισχυρή επιρροή στη φιλοσοφία του ήταν η πρώιμη επαφή με το λογοτεχνικό έργο του Ντοστογιέφσκι. Πραγματικά, η ιδέα που εκφράζεται στους Αδελφούς Καραμάζοβ ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όλους τους άλλους άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη σκέψη του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ίσως ρόλο στη διαμόρφωσή του, έπαιξε η αιχμαλωσία του, ως Εβραίου, σε γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Άλλου (ανθρώπου), δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον ανάγει στο εγώ που προσπαθεί αν τον γνωρίσει. Όσο και αν προσπαθώ, δε μπορώ να γνωρίσω πλήρως τον άλλο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σχετιστώ μαζί του. Μονάχα όταν σχετίζομαι με τον άλλο, εμφανίζεται μια διέξοδος από τον περιορισμό του εαυτού μου. Κύριο χαρακτηριστικό κάθε απόπειρα συσχετισμού με τον Άλλο, είναι η ευθύνη που ως άνθρωπος αισθάνομαι απέναντί του. Η ευθύνη αυτή, που για το Λεβινάς είναι άπειρη, δεν είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών, αλλά αντίθετα κάθε ηθική διδασκαλία έχει εκείνη ως αφετηρία της. Στη σχέση μου με τον Άλλο ενδέχεται να προσπαθήσω να υποτάξω την ετερότητά του σε αυτό που είμαι εγώ ο ίδιος. Αυτό το κάνω ασκώντας βία. Το πιο ακραίο παράδειγμα τέτοιας βίας είναι ο φόνος, κατά τον οποίο αφαιρώ κάθε ετερότητα από το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο, παραδεχόμενος ότι μου είναι αδύνατο να τον οικειοποιηθώ όπως θέλω. Πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα στη δική μου ελευθερία και την ελευθερία του άλλου, μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είναι η βάση κάθε πολεμικής σύρραξης. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε ελευθερία τείνει διαλεκτικά να ξεπεράσει τα όρια του προσώπου που την κατέχει και να καταστεί τυραννική περιορίζοντας την ελευθερία των άλλων. Για να επιβιώσουν λοιπόν οι κοινωνίες, συνεχίζει, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει γραπτούς νόμους που δεσμεύουν τους ανθρώπους σε αμοιβαίο περιορισμό ελευθεριών. Για να είναι όμως ελεύθεροι οι πολίτες, οφείλουν να υπακούν τους νόμους συνειδητά, δηλαδή μόνο εφόσον βλέπουν τη δική τους βούληση να αντικατοπτρίζεται σε αυτούς. Κάθε γνήσια υπακοή προϋποθέτει ελευθερία και αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, πρόκειται για καθεστώς ανελευθερίας. Ο πραγματικά ανελεύθερος άνθρωπος παραδίδεται από ευκολία στη βούληση των άλλων. Με αυτή την έννοια, ο ανελεύθερος άνθρωπος, λέει ο Λεβινάς, είναι αυτός που δε μπορεί να υπακούσει. Πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις των ανθρώπων, ο Λεβινάς ξεκινά από την επαφή με τον άλλο για να καταλήξει σε μια άλλου είδους σχέση: τη σχέση με το Θεό. Ο μόνος τρόπος να φτάσουμε προς το Θεό είναι μέσα από την επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Γίνεται φανερό βέβαια ότι ο Λιθουανός στοχαστής έχει ως κύριο παράδειγμα σχέσης την ερωτική σχέση, που από τη φύση της τείνει να κυμαίνεται ανάμεσα στα ακραία όρια της υποταγής και της κυριαρχίας. Με βάση την ερωτική σχέση, ο Λεβινάς προσδιορίζει θεμελιωδώς το περιεχόμενο κάθε ανθρώπινης σχέσης. Ενώ λοιπόν το Εγώ, για τους θεωρητικούς της ισχύος, προσπαθεί πρωτίστως να κυριαρχήσει έναντι των άλλων, σε μια συνεχή διαμάχη, για τον Λεβινάς είναι πιο θεμελιώδης η αναφορικότητά του, η ανάγκη του να σχετιστεί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Η σκέψη του Λεβινάς επηρέασε αρκετά, και πέραν του χώρου της φιλοσοφίας.

Στο βιβλίο του Ο Άλλος, ο Πολωνός πολεμικός ανταποκριτής που ταξίδευε διεθνώς από το 1956, Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007), εκφράζει τις ιδέες του για την πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου κόσμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία των διαφορετικών πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκεκριμένα, η επικοινωνία των ανθρώπων γνώρισε τρία στάδια: αυτό της εμπορικής επικοινωνίας, αυτό της αποικιοκρατίας και τέλος, εκείνο της ανεκτικότητας. Αυτό το τελευταίο στάδιο επικοινωνίας, στο οποίο βρισκόμαστε μέχρι σήμερα, είχε τρεις σημαντικούς σταθμούς: τον Γαλλικό Διαφωτισμό, τη φιλοσοφία του Ιμάνουελ Λεβινάς και τη, δεδομένη πλέον στις μέρες μας, πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας. O Καπισίνσκι τονίζει ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί ήταν που ταξίδεψαν και εξερεύνησαν ολόκληρη τη γη, αυτή τους όμως η πρωτοπορία ενείχε πάντα τον κίνδυνο του ευρωκεντρισμού, δηλαδή της περιφρόνησης για ό,τι δεν ανήκε στην επικράτεια του Δυτικού πολιτισμού. Στην καταπολέμηση του ευρωκεντρισμού κύριο ρόλο έπαιξαν οι ανακαλύψεις του Μαλινόφσκι στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για την επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Με τη σειρά του, ο Κλοντ Λεβί-Στρως (1908-2009), από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της επιστήμης της κοινωνικής ανθρωπολογίας επιχειρεί ν’ αναδείξει γλαφυρά την ετερογένεια των αμέτρητων πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκρουόμενος με ορισμένες βαθύτατα παγιωμένες προκαταλήψεις, ο Λεβί-Στρως δείχνει εδώ με συναρπαστικά παραδείγματα τις θεμελιώδεις ασυμμετρότητες στην πληθώρα των ανθρώπινων πολιτισμών, τονίζοντας συνάμα την εγγενή προδιάθεσή μας να παρατηρούμε τα άλλα πολιτισμικά συστήματα μέσα από το δικό μας (πχ έτσι εξηγείται ο ευρωκεντρισμός και το αρχαιοελληνικό ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος»), όπως ο παρατηρητής μέσα στο κινούμενο τρένο, κατά το νοητικό πείραμα της Σχετικότητας του Αϊνστάιν: η σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους διέπεται από τη δική της «σχετικότητα», μας λέει ο Λεβί-Στρως. Σύμφωνα με τον Λεβί-Στρως, η ποικιλία των ανθρωπίνων πολιτισμών υπάρχει, στο παρόν και στο παρελθόν, πιο μεγάλη και πιο πλούσια απ’ ό,τι πρόκειται να μάθουμε ποτέ σχετικά με αυτή.

Οι πολιτισμοί της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής είχαν μείνει εντελώς απομονωμένοι από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο για μια περίοδο που κυμαίνεται μεταξύ δέκα και είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και οι σημερινές σχετικά απομονωμένες φυλές που θεωρούμε «πρωτόγονες», έχουν μεταβληθεί σημαντικά στη δομή τους, σε σχέση με αυτό που ήταν στα πολύ παλιότερα χρόνια. Οι διαφορές των πολιτισμών εξηγούνται συχνά από τις σχέσεις οι οποίες τους συνδέουν: πράγματι, ένας πολιτισμός υιοθετούσε πολλές φορές έθιμα και παραδόσεις όχι λόγω βαθιάς εσωτερικής ανάγκης αλλά μάλλον με κύριο στόχο να μη μείνει καθυστερημένος συγκριτικά με έναν άλλο, γειτονικό σε αυτόν, πολιτισμό ή κοινωνία. Ωστόσο, παρά την αυξημένη επαφή των διαφορετικών πολιτισμών σήμερα, ακόμη ο κίνδυνος της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, ο οποίος εκδηλώνεται είτε με την εκούσια απομόνωση ενός λαού, είτε με έναν πόλεμο και μαζικές εκτελέσεις. Είναι γεγονός, υποστηρίζει και πάλι ο Καπισίνσκι, ότι η εποχή που ζούμε είναι πολυπολιτισμική, καθώς η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη κατέστησε δυνατή την πύκνωση της επικοινωνίας και την υπέρβαση των αποστάσεων με εφευρέσεις όπως η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Είναι λοιπόν στη διάθεσή μας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα του Άλλου και να συνάψουμε μια σχέση μαζί του, μέσα σε κλίμα ανεκτικότητας και ειλικρίνειας ή διαφορετικά, να στραφούμε εναντίον του χτίζοντας συρματοπλέγματα ή και διεξάγοντας μάχη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Άλλος είναι μοναδικός και όπως έλεγε και ο Λεβινάς, η ευθύνη μας απέναντί του είναι πάντα άπειρη.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Πωλ Γκότφριντ, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

του ΠΩΛ ΓΚΟΤΦΡΙΝΤ

(Μτφρ.: Γιώργος Καλογερόπουλος)

(περισσότερα…)

Κυκλοφόρησε!

Ἀφιέρωμα: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Πολιτικὴ καὶ Φιλοσοφία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, [Οἱ θεοὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ ἠθική]
(ἀνέκδοτο σημείωμα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα, μεταγραφή – ἐπιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης)
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, Φίλιππου Ἠλιοῦ ἐγκώμιον (τὸ τελευταῖο, ἀθησαύριστο στὶς κονδυλικὲς ἐκδόσεις, ἑλληνικὸ ἄρθρο τοῦ συγγραφέα)
‒ Μανώλης Μπουζάκης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα
‒ Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ ὑπεροψία
‒ Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτικὴ παραδοσιολατρεία καὶ εὐρωφιλικὸς παρασιτισμός: Ἡ παρακμὴ ὡς ἐθνικὴ ἑνότητα
‒ Κώστας Ι. Μελᾶς, Ἡ οἰκονομία στὴν προβληματικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: Ἡ περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης
‒ Ἰωάννα Τσιβάκου, Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στὸν Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Κώστας Κουτσουρέλης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ὁ 21ος αιώνας
‒ Παναγιώτα Βάσση, Στοχασμοὶ γιὰ τὴ μαζικὴ δημοκρατία στὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν Κώστα Παπαϊωάννου
‒ Σωτήρης Γουνελᾶς, Ὁ Μάρξ, ὁ Κονδύλης καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα
‒ Γιῶργος Ξηροπαΐδης, Εἶναι πρὸς θάνατο: Κονδύλης καὶ Χάϊντεγγερ, μιὰ κριτικὴ θεώρηση
‒ π. Εὐάγγελος Γκανᾶς, Κράτος καὶ Ἐκκλησία, ἱστορία καὶ προοπτικὲς μιᾶς περίπλοκης σχέσης: Σχόλια ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Πέτρος Πολυμένης, Διαθλάσεις τοῦ ἡδονισμοῦ

Ἐπίσης:

Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α

‒ Γιάννης Πατίλης, Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας
‒ W. H. Auden, Τέχνη ἡ συγγραφική [μτφρ. Ἕλενα Σταγκουράκη]
‒ Μαρίνος Πουργούρης, Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἀλμπὲρ Καμὺ στὴ διαμόρφωση τῆς θεωρίας τῶν ἀναλογιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη
‒ Δημήτρης Καρακίτσος, Ἀγριόχηνες
‒ Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Ἑπτὰ ποιήματα καὶ ἕνα θραῦσμα [μτφρ. Γιῶργος Ἀποσκίτης]
‒ Θωμᾶς Ἰωάννου, Δύο ποιήματα
‒ Δήμητρα Δημητρίου, Τὸ τραγούδι τῆς πράσινης ἰτιᾶς
‒ Αὐγὴ Λίλλη, Πέντε ποιήματα
‒ Λάμπρος Λαρέλης, Λιμερίκια μπινελίκια
~.~
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
‒ Στιχάκιας, Δελτίο τύπου
‒ Φώτης Δοῦσος, Τὸ συγγραφικὸ ἀδιέξοδο τοῦ Στρατῆ Τσίρκα
‒ Μύρων Ζαχαράκης, Ὁ Λίππμαν, ὁ Μπέρνεϋς καὶ ἡ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης στὶς σύγχρονες δημοκρατίες
‒ Εὐσταθία Δήμου, Ποιητικὴ περιπλάνηση σὲ ἀν(οίκειους) τόπους [Ζωῆς Σαμαρᾶ, Ἐν ξένῃ γῇ. Ἐπιλεγμένα ποιήματα]
‒ Θεώνη Κοτίνη, Ἀτέλειωτος πόλεμος [Φώτη Σταθόπουλου, Χάνονται στὸ χιόνι]
‒ Κωστούλα Μάκη, Γιὰ μιὰ λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας [Νικήτα Σινιόσογλου, Λεωφόρος Νάτο]
‒ Κωστούλα Μάκη, Μιὰ ἰσορροπημένη πληθωρικὴ βιογραφία [Nick Henck, Subcomandante MarcosΒιογραφία]
‒ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Τὸ πληγωμένο πρόσωπο τῆς Μήδειας [Δήμητρας Κουβάτα, Καθαρὸ οἰνόπνευμα]
‒ Θανάσης Γαλανάκης, Εἰκοσικάτηδες-σακάτηδες μὲ μνημηγγίτιδα
‒ Στέφανος Γιονᾶς, Ἡ νύστα τοῦ Μαραμπού
~.~
Στοὺς Τ Ε Ν Ε Κ Ε Δ Ε Ν Ι Ο Υ Σ  Σ Ι Δ Η Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ Σ, ὁ Ἠλίας Μαλεβίτης γράφει γιὰ τοὺς Κυκλῶνες τοῦ Καββαδία καὶ κάποιες ἄλλες, παλιὲς περιδινήσεις.

Οἱ διορθώσεις τοῦ τεύχους ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Πάνο Γιαλελῆ καὶ Ἠλία Μαλεβίτη.

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Raphael Irmer, Μια περίληψη των κεφαλαίων του παλαμικού Δωδεκάλογου

www.kar.org.gr_2016-04-08_18-48-39_screenshot_86

Πρόσφατα λάβαμε μιὰ συνεργασία ποὺ ἕνεκα τοῦ παλαμικοῦ της χαρακτήρα, ἀλλὰ καί τῆς προέλευσής της, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ δημοσιευθεῖ. Ὁ Ραφαὴλ Ἴρμερ εἶναι Γερμανὸς μὲ ἑλληνικὲς ρίζες. Ἔχει σπουδάσει Νεοελληνικὰ (μεταπτυχιακό δίπλωμα) στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἁμβούργου. Τὸ παρακάτω κείμενο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πτυχιακή του ἐργασία μὲ τίτλο «Der «Dodekalogos» und Zarathustra: Kreative Nietzsche-Rezeption bei Kostis Palamas» (Ὁ Δωδεκάλογος και ο Ζαρατούστρα: δημιουργική πρόσληψη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ), καὶ περιλαμβάνει περιλήψεις τῶν κεφαλαίων τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ καὶ πάντα ἐπίκαιρου ἔργου τοῦ Παλαμᾶ. Ἐνῷ τμήματα κλασικῶν σπουδῶν κλείνουν ἀνὰ τὸν κόσμο, εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐλπιδοφόρο νὰ βλέπουμε ὅτι ἀκόμα ἐπιβιώνουν τὰ τμήματα νεοελληνικῶν σπουδῶν.

ΝΠ

~.~ (περισσότερα…)