Συντάκτης: L'apprendista

Το περιοδικό Πλανόδιον και οι συνεργάτες του

Μεταφρασμένοι άνθρωποι

*

του ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Ο δρ Μάικλ Παράσκος διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Κέντρο Γλωσσών, Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Imperial College στο Λονδίνο. Στις 5 Απριλίου 2022, παρουσίασε το βιβλίο Giorgos Christodoulides: Selected Poems 1996-2021 (Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή, Εκδόσεις Αρμίδα, 2021) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην αγγλική πρωτεύουσα. Γιος Κύπριου και Αγγλίδας, ο Μ. Paraskos αφουγκράζεται τον απόηχο της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη, στην αγγλική της μετάφραση, για «μεταφρασμένους ανθρώπους» σαν κι εκείνον. Με τρόπο αιφνίδιο, συναρπαστικό και ενίοτε αιρετικό, η εισήγηση του Παράσκου προτείνει συσχετισμούς ανάμεσα στην ποίηση του Χριστοδουλίδη και στους Άγγλους Ρομαντικούς ή στον πιο σύγχρονο Φίλιπ Λάρκιν, ενώ προβάλλει την πεποίθηση ότι η μεταφρασμένη ποίηση αποτελεί υβριδικό τεκμήριο συμφιλίωσης των μυριάδων θραυσμάτων που συναποτελούν τον κόσμο και τον εαυτό μας.

(περισσότερα…)

Το ημερολόγιο της Εύας Μπέη «Με τον Νίκο Καρούζο» και μια έκθεση ζωγραφικής

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ὅταν ὁ Νίκος Κουφάκης, ἐκδότης τῆς Loggia, προανήγγειλε τὴν κυκλοφορία τοῦ βιβλίου τῆς Εὔας Μπέη μὲ τὸν ἁπλὸ πλὴν ἐμφατικὸ τίτλο Μὲ τὸν Νίκο Καροῦζο. Ἡμερολόγιο, ὁ ἀναγνωστικὸς κόσμος συνῆψε μιὰ σιωπηρὴ συμφωνία ἀναμονῆς. Δὲν μπορῶ νὰ θυμηθῶ πάνω ἀπὸ 5 ἢ 6 βιβλία τῶν τελευταίων ἐτῶν ποὺ νὰ δημιούργησαν μιὰν ἀντίστοιχη προσμονὴ ὑποδοχῆς καὶ τελικὰ αὐτὴ ἡ προσμονὴ νὰ δικαιώθηκε ὅταν ἔφτασαν στὰ ράφια καὶ στοὺς πάγκους τῶν βιβλιοπωλείων.

Πέραν τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ Καρούζου στὸν τίτλο, ποὺ —κακὰ τὰ ψέματα— λειτουργεῖ —ἂς συγχωρεθεῖ ἡ διαφημιστικὴ διάλεκτος— ὡς “κράχτης”, (μιᾶς καὶ οἱ μετοχές του στὸ λογοτεχνικὸ καὶ τὸ ἀναγνωστικὸ πεδίο ἔχουν ἀνεβεῖ κατακόρυφα προϊόντος τοῦ χρόνου), καὶ φυσικὰ πέραν τοῦ ὀνόματος τῆς συγγραφέως ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σχέση της μὲ τὸν ποιητή, ἔχει μιὰ μακρὰ πορεία στὰ εἰκαστικὰ δρώμενα τοῦ τόπου μας, ἡ ἴδια ἡ εἰδολογικὴ συνθήκη τοῦ βιβλίου ποὺ συζητᾶμε σήμερα διανοίγει ἕναν ὁρίζοντα ἀναγνωστικῆς προσδοκίας ποὺ ἐκ προοιμίου καλεῖ τὸν ἀποδέκτη σὲ συμμετοχή. Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ ἡμερολόγιο ἀπὸ μόνο του ἐπιτρέπει ἕνα βλέμμα μέσα ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπα. Ἔτσι λοιπόν, ἡ ἐξελικτικὰ ἐπωφελὴς ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν περιέργεια δημιουργεῖ ἕνα θερμὸ ἐνδιαφέρον πρὸς τὸ εἶδος· ἂν δὲ τὸ βιβλίο εἶναι καλογραμμένο, τότε ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἐκρηκτικὸ κειμενικὸ μεῖγμα. Ὅ,τι δηλαδὴ συμβαίνει καὶ μὲ τὸ κατακόκκινο αὐτό, κοραλλὶ σὲ ὁρισμένες στιγμὲς τῆς ἡμέρας, καλαίσθητο ἀπὸ κάθε ἄποψη βιβλίο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζουν χάριτες σὲ συγγραφέα καὶ ἐκδότη. (περισσότερα…)

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

Στη ζωή μου κάποτε μού χαρίστηκε ένα ανοιξιάτικο χανάμι, στην Ιαπωνία· το μόνο. Μετά από χρόνια κάμποσα, βρέθηκα μια Πασχαλιά στο Τόκυο να κυνηγώ τα ίχνη από ένα άλλο χανάμι που αργόσβηνε, καθώς φθίναν τ’ άνθη της σακουρά, στης άνοιξης το γρήγορο το διάβα.

Έπαψ’ ο ρυθμός
από ναό σε ναό πέφτουν
τα κερασάνθια

Έτσι καθώς το θέλει τ’ όμορφο ετούτο χάϊκου, έσβηνε απαλά και σιγαλά, από περιοχή σε περιοχή, η μια μετά την άλλη η ανθοφορία των κερασιών στην Ιαπωνία ολάκερη, υπό τους ήχους των ρυθμικών χτύπων για τις τελετουργίες από ναό σε ναό.

Βράδιαζε πια σαν περάσαμε την πόρτα του ξενοδοχείου στο Τόκυο. Μεγαλοπαράσκεβο στην Ελλάδα, μα στην Ιαπωνία σκέφτηκα πως δεν σιγοπνέει κι ούτε ανασαίνει τ’ αεράκι του ανοιξιάτικου επιταφίου. Παρά την ίσως συγγενή κάπως αίσθηση που εξωτερικά αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στο χανάμι και τον επιτάφιο, νιώθω πως υπάρχει διαφορά βαθειά. Η ενατένιση των ανθών της σακουρά, το γιαπωνέζικο χανάμι, είναι η ενατένιση του εφήμερου, της κορύφωσης της ομορφιάς σε μια στιγμή μες στην αιώνια εναλλαγή και την φθορά των πάντων· του ενός ανασασμού που κρατάει της ζωής τ’ άνθισμα. Λέω ενατένιση, δεν ξέρω αν καν μπορώ να μιλήσω για θαυμασμό. Ο επιτάφιος, έξω από θρήνος, είναι ταυτόχρονα κι ελπίδα της Ανάστασης (τουλάχιστον για όσους χριστιανούς), ή της αναγέννησης κι αναζωογόννησης των πάντων με τον ερχομό της άνοιξης (για όσους θέλουν μέσα του να βλέπουν μόνον τις παγανιστικές επιβιώσεις που σοφιλιάστηκαν στον ενιαύσιο τελεστικό κύκλο της γιορτής· όσο για τις σικελιανικές και σεφερικές αναφορές στον Άδωνη μού μοιάζουν μάλλον με φιλολογικές ενημερώσεις –update– του ελληνικού ποιητικού τοπίου, ερανισμένες από τον Χρυσό κλώνο του Φρέϊζερ και τη Waste land του Έλιοτ. Στηρίζονται μεν στην κυκλική ροή του εορταστικού χρόνου και στην ελληνική συνέχεια, λησμονούν όμως τη Σταύρωση· ίσως όμως αυτή η, ενιαυσίως αναζωογονητική τής φύσης, ανοιξιάτικη αναγέννηση να φέρνει εγγύτερα στη μεσογειακή άνοιξη το γιαπωνέζικο χανάμι· ίσως…) (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (4/5)

*

(Συνέχεια από το τρίτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως έρωτας

Τα ψάρια και οι κατασκευές τους συνθέτουν πολυποίκιλες εκδοχές για να περιγράψουν την ερωτική επιθυμία σε όλες τις φάσεις της.

Στο «τραγούδι της λίμνης», που μελοποιήθηκε από την Ελένη Καραΐνδρου, η Αρλέτα ως στιχουργός εκφράζει το παράπονο της ερωτικής επιθυμίας και την αίσθηση αδυναμίας του ερωτευμένου, κινητοποιώντας το δίπολο του ψαρά και του ψαριού. Η αγαπημένη παραμένει απρόσιτη και φευγάτη, ενώ αυτός που την αγαπά δεν την πιάνει στα «δίχτυα» του.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.[1]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη επανέρχεται στην ψυχρότητα του αντρικού έρωτα, μιλώντας για τους ψυχρούς σαν ψάρια άντρες.[2]

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια
Τα μάτια τους χάντρες στο κενό
μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται

Ο Τάσος Λειβαδίτης[3] περιγράφει τον έρωτα ως μάχη και ματαιότητα. Στο ποίημα ο ποιητής επιδίδεται λεπτομερώς στην περιγραφή της έντονης αντιπαράθεσης που έχουν οι ταυτότητες των εραστών. Μάχη που περιλαμβάνει πάθος και παιχνίδια εξουσίας. Στο τέλος τα σώματα των εραστών ξεβράζονται σαν ψάρια στην όχθη του πρωινού.

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους, / δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε / σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, / βγάλανε μια κραυγή / σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. / Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σαν δυο μεγάλα ψάρια / ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου[4] περιγράφει τα χέρια του αγαπημένου σαν «δυο μικρά τρυφερά καβούρια» και το σώμα της σαν ακρογιάλι.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
(περισσότερα…)

Το έργο τέχνης ως χώρος αντίστασης: Η ζωγραφική της Παγώνας Ξενάκη

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

«Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;» αναρωτιόταν κάποτε ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Διαβάζοντας αυτό τον στίχο δημιουργοί και αναγνώστες ίσως να νιώθουν αμηχανία ‒ αμηχανία, μπορεί και κάποια ενοχή. Ο στίχος αποτελείται από ένα ρητορικό ερώτημα, και τα ρητορικά ερωτήματα έχουμε συνηθίσει να μην επιδέχονται απάντηση· εδώ, ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί, αφού το συγκεκριμένο ρητορικό ερώτημα φαίνεται ν’ αξιώνει μια απάντηση, ή, αν όχι μια απάντηση, σίγουρα όμως μια διερώτηση ‒ διερώτηση για ποιο πράγμα; Σε καιρούς χαλεπούς, «μικρόψυχους», που το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο και το παρόν αμφίβολο ‒ αλήθεια, τι ανάγκη έχουμε τους ποιητές, τι ανάγκη έχουμε τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές; Τι ανάγκη έχουμε τελικά την τέχνη; Θα μπορούσαμε να πούμε: δεν την έχουμε ανάγκη. Το λένε εξάλλου ωραία οι Αμερικανοί: «every day above ground is a good day», φράση που ειδικά σήμερα ―με όλη τη διακινδύνευση που αντηχεί αυτό το «σήμερα»― φέρει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Γιατί χωρίς νερό δεν ζούμε, χωρίς φαγητό επίσης, χωρίς την τέχνη όμως ζούμε ‒ ποτέ κανείς δεν πέθανε στερημένος από ποίηση, από έλλειψη ζωγραφικής, μουσικής και πάει λέγοντας. Άρα με μια πρώτη ματιά, η αμηχανία που δημιουργείται από τον στίχο του Χαίλντερλιν ίσως και να λύνεται: η τέχνη είναι πολυτέλεια, οι ποιητές δεν χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς, την τέχνη δεν την έχουμε ανάγκη ‒ ζούμε και χωρίς αυτήν. (περισσότερα…)

Μοναστηράκι-Ὁδός Μυλλέρου-Ἵππιος Κολωνός: Ἕνα «χειμωνιάτικο ταξίδι»

                       

*

τῶν ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ – ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ἔτσι βάφτισε ὁ Γιάννης τὸ «τάμα» ποὺ εἴχαμε κάνει, λίγο πρὶν ἐκδηλωθεῖ ὁ κορωνοϊός: Νὰ περπατήσουμε μαζὶ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου στὸ Μεταξουργεῖο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, κάθετα στὴν Πειραιῶς, στὸ ὕψος τῆς πλατείας Κουμουνδούρου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βρεφοκομείου, ὅπου σήμερα στεγάζεται ἡ πρώτη Δημοτικὴ Πινακοθήκη, μέχρι τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ὁδοῦ, ὣς τὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴ νότια εἴσοδο στὸν Κολωνό. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὸ τὸ «τάμα» εἶναι πολλοί. Θὰ τοὺς διαβάσετε στὸ συνοδευτικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μυλλέρου. Δὲν θὰ διαβάσετε ὅμως τοὺς ἄλλους, τοὺς πιὸ οὐσιαστικούς, ποὺ μᾶς τραβοῦσαν ἐκεῖ σὰν ὑπόθεσες ψυχικές. Εἶναι ἡ βαθειὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἑνώνει, σχεδὸν ἀνομολόγητη. Εἶναι ἡ καταγωγή μας, τὰ πρῶτα μας βήματα καὶ ἡ ἐφηβεία. Ὁ Γιάννης μεγάλωσε στὸν Κολωνό, ἐγὼ στὰ δυτικὰ ὑψώματα τοῦ Περιστερίου. Δυτικὰ τῆς δύσης. Ἡ γνωριμιά μας μετρᾶ δυστυχῶς λίγα χρόνια, ὅμως χρόνια μεστὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἔργα πού, ἂν ἀραδιαστοῦν, ὑπερβαίνουν ὅ,τι ὀνομάζουν οἱ νεολόγοι «προσδόκιμο ζωῆς». Θὰ εἰπωθοῦν ἀλλοῦ. Ὄχι ἐδῶ.

Ὁ Γιάννης ὅρισε μετεωρολογικῶς τὴν ἡμέρα: στὶς 25 Φεβρουαρίου, Παρασκευή, λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι. Μιὰ ἡλιόλουστη μέρα μέσα στὸν χειμώνα.

Κατέβηκα νωρίς, γιὰ τὸν μηνιαῖο ἀνεφοδιασμὸ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν ἐκδόσεων «Κουκκίδα», τοῦ φίλου Δημόπουλου. Ἀστόχαστη ἐπιλογή. Θὰ ἔπρεπε νὰ κουβαλῶ ἕνα βιβλικὸ βάρος δέκα τουλάχιστον κιλῶν. Βιάζομαι, ὡστόσο, νὰ πῶ ὅτι ἡ χαρὰ τῆς συνοδοιπορίας ἔκανε τὰ πράγματα ἀνάλαφρα. Σχεδὸν λησμόνησα τὸ ἄχθος. Ἕνα εἶδος σεισάχθειας. Πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση στὸν σταθμὸ Μοναστηρακίου (λέω καλὰ τὴ γενική;), εἶχα χρόνο, σκέφτηκα νὰ περπατήσω στὸν ἀρχαῖο Κεραμεικό. Μάλιστα, βρίσκω ἐδῶ τὴν εὐκαιρία νὰ προτείνω μιὰ συνάντηση ἐκεῖ, κυριακάτικη, μὲ πλανόδιους φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Θὰ ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλά. Λ.χ., ἡ Τασούλα Καραγεωργίου γνωρίζει τὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου σὰν τὴν παλάμη της. Τοὺς ἔχει ἀφιερώσει ποιήματα, ὡραίους ἀναπαίστους. Θὰ εἶναι καὶ ὁ Andreas Kelletat. Δὲν τὸν ξέρετε. Θὰ τὸν μάθετε σύντομα στὸ «Κοράλλι». Ἐπισκέπτης κι αὐτός τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ κυρία Στρόσεκ, τοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Κεραμεικὸ ἀπὸ τὸ 1993. Βρέθηκα, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ λόγους σχετικοὺς μὲ τὸ δρομολόγιο ποὺ θὰ κάναμε. Ἀπὸ τὸ Δίπυλο ξεκινοῦσε ὁ δρόμος γιὰ τὸν Κολωνό. Στὴ νοητὴ εὐθεία βρίσκεται ἡ πρώην ὁδὸς Κεραμεικοῦ ποὺ τὸ 1884, ὅπως θὰ διαβάσετε, μετονομάστηκε σὲ Μυλλέρου. Βρισκόμουν στὴν ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης πομπῆς ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ γιὰ τὴν Ἐλευσίνα οὔτε τὴν Παναθηναίων γιὰ τὸν Παρθενώνα. Σήμερα μόνο μὲ ἰσχυρὴ φαντασία καὶ θέληση μπορεῖς νὰ τὴν ἀναπαραστήσεις. Καὶ νὰ τὴν περπατήσεις. (περισσότερα…)

Ο Χάρτμουτ Ρόζα για την επιτάχυνση και την αλλοτρίωση στις σύγχρονες κοινωνίες

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Μετά την πρώτη τους έκδοση, οι εκδόσεις Πλήθος προσφέρουν στο ελληνικό κοινό μια ακόμη μετάφραση ενός έργου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Πρόκειται για το τολμηρό και ενδιαφέρον βιβλίο του Χάρτμουτ Ρόζα, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: για μια Κριτική θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα. Όπως μαρτυρεί ο υπότιτλος, ο συγγραφέας του βιβλίου επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας νέας κριτικής θεωρίας για το σήμερα. Η κριτική θεωρία του, ξεκαθαρίζει, στηρίζεται όχι σε κάποια κανονιστική σύλληψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά στην διαπιστωμένη αντίθεση ανάμεσα στους πόθους των υποκειμένων (συγκεκριμένα, στο νεωτερικό πρόταγμα της ικανοποίησης των φιλοδοξιών και επιθυμιών του αυτόνομου ατόμου) και στους θεσμούς και πρακτικές που εμποδίζουν αυτούς τους πόθους να υλοποιηθούν. Πρόκειται για αντίθεση που συμβαίνει με τρόπο ανεπίγνωστο για τους περισσότερους από εμάς και εδώ είναι που επανέρχεται η μαρξιστική θεώρηση περί ιδεολογίας και ψευδούς συνείδησης, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Σχολή της Φραγκφούρτης, εξηγεί. Επιδιώκοντας να αρθρώσει έναν κριτικό Αριστερό λόγο απέναντι στον σύγχρονο καπιταλισμό, στα χνάρια των Χορκχάιμερ, Μαρκούζε και Άξελ Χόνετ, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναζητά ένα βασικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της Νεωτερικότητας και των σύγχρονων κοινωνιών, το οποίο και βρίσκει στην έννοια της «επιτάχυνσης». Κάνοντας λόγο για Νεωτερικότητα, μια έννοια συχνά επαναλαμβανόμενη αλλά ασαφή, ο Ρόζα τη διαιρεί σε «πρώιμη» (ως το 1850), «κλασική» (~1850-1970) και για «ύστερη» (1970-…).

Αν και η Νεωτερικότητα έχει συλληφθεί και περιγραφεί κοινωνιολογικά με έμφαση σε διαφορετικές έννοιες, από τον εργασιακό καταμερισμό έως τον ατομικισμό και την εμπορευματοποίηση, όλες αυτές διατρέχει υπόρρητα ένα κύριο στοιχείο: η επιτάχυνση. Οι δυτικές κοινωνίες είναι κοινωνίες της επιτάχυνσης. Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό; Σύμφωνα με τον Ρόζα, υπάρχουν τρεις βασικές «όψεις» της επιτάχυνσης στη Δύση. Αρχικά, υπάρχει η τεχνολογική επιτάχυνση, που είναι ίσως και η πιο προφανής και αυτονόητη σε όλους μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταχύτητα επικοινωνίας και μεταφορών διαρκώς «συμπιέζει» τον χώρο, σε σημείο να τον συρρικνώνει υπέρ του χρόνου, καθότι οι πραγματικές τοποθεσίες (π.χ. ξενοδοχεία, τράπεζες, πανεπιστήμια) παίζουν πια όλο και μικρότερο ρόλο για τις ουσιαστικές κοινωνικές εξελίξεις. Έπειτα, υπάρχει η επιτάχυνση της κοινωνικής μεταβολή, η οποία συνίσταται στην επιτάχυνση όχι διαδικασιών εντός της κοινωνίας (όπως συμβαίνει με την τεχνολογική), αλλά επιτάχυνση της ίδιας της κοινωνίας καθαυτής. Σύμφωνα πάλι με τον Ρόζα:

[…] η κοινωνική επιτάχυνση ορίζεται από μια αύξηση των ρυθμών αποσύνθεσης της αξιοπιστίας των εμπειριών και των προσδοκιών και από τη συστολή των χρονικών διαστημάτων που μπορούν να οριστούν ως «παρόν» (σελ. 49). (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2] (περισσότερα…)