Συντάκτης: L'apprendista

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Γενεαλογία των παθητικών ηρώων

zoom-backgrounds-00012

Γενεαλογία των παθητικών ηρώων

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Το σύγχρονο storytelling δείχνει μια προτίμηση στους «δυναμικούς» και «ενεργητικούς» αφηγηματικούς ήρωες. Το Γιανγκ στοιχείο που αποκρυσταλλώνεται μέσα τους, ευνοεί την εξέλιξη, τη σύγκρουση, την αλλαγή, την ανατροπή, πράγματα δηλαδή που δίνουν φόρα σε μια ιστορία. Όμως μια αφήγηση μπορεί να κινηθεί εξίσου αποτελεσματικά με άλλες ταχύτητες και διαφορετικές κατευθύνσεις. Η παγκόσμια μόδα του autofiction, ήτοι η μυθοπλαστική ανάπλαση βιογραφικών δεδομένων των ίδιων των συγγραφέων που γράφουν κάθε βιβλίο, φέρνει στο φως σωρεία αφηγηματικών ηρώων που μόνο ενεργητικοί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα στο Περίγραμμα της Rachel Cusk.

Όμως υπάρχει και ένα άλλο ρεύμα που βασίζεται σε μια τυπολογία των παθητικών ηρώων. Στην ελληνική λογοτεχνία εκφράζεται από βιβλία όπως τo Ζιγκ Ζαγκ στις Κερασιές της Έρσης Σωτηροπούλου, το Λοστρέ του Λένου Χρηστίδη, το Πως τελειώνει ο κόσμος της Μαρίας Ξυλούρη, το Εκεί που Ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη και πολλά άλλα. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα παρατηρούνται μεγάλες αντιστοιχίες δομικών υλικών που χρησιμοποιούνται στο χτίσιμο των βασικών χαρακτήρων.

Τί ενώνει τους συγκεκριμένους ήρωες; Πρώτα από όλα ένα φίλτρο αδιαφορίας που έχουν απέναντι στα πράγματα, το οποίο αγγίζει συχνά και τα όρια του κυνισμού. Η ζωή μοιάζει να τους συνθλίβει και η μόνη τους αντίδραση είναι η καταφυγή στην ειρωνεία. Δεν είναι ηττοπαθείς αλλά δεν έχουν καμία διάθεση να αγωνιστούν. Δεν ξέρουν για ποιο πράγμα να αγωνιστούν. Δεν έχουν πυξίδα στη ζωή τους. Δεν πηγαίνουν κάπου. Οι στόχοι τους είναι θολοί. Τα πάθη τους αναιμικά. Τα προβλήματα που τους απασχολούν, αν τα δούμε εκ του μακρόθεν, είναι υποτυπώδη, επουσιώδη, ισχνά, ωστόσο οι ίδιοι τα αντιμετωπίζουν σαν κολοσσιαία εμπόδια. Ταλανίζονται από υπαρξιακά ζητήματα κάποιες φορές, και από ψυχολογικά-συναισθηματικά ως επί το πλείστον. Σοβαρά βιοτικά προβλήματα οι περισσότεροι δεν έχουν. Είτε δουλεύουν είτε όχι, είναι παρίες της μεσαίας τάξης, που ακόμα και με την απότομη πτώχευσή της στα χρόνια της κρίσης, δεν βρεθήκαν στον δρόμο.

Κυνικοί και είρωνες καθώς είναι, δεν μπορούν να κρύψουν και ένα δεδομένο που κρύβεται συχνά πίσω από τον κυνισμό και την ειρωνεία: τον υψηλό δείκτη ευφυΐας τους. Είναι κατά κανόνα έξυπνοι, αισθητά πάνω από τον μέσο όρο. Ειδικά ο ήρωας του Κυθρεώτη με τα συχνά ευφυολογήματά του, τον αναλυτικό τρόπο που ερμηνεύει την πραγματικότητα, την οξεία παρατηρητικότητά του δείχνει ένα IQ τόσο υψηλό που, εν τέλει, του δημιουργεί προβλήματα στη ζωή του. Οι παθητικοί ήρωες δεν θέτουν την εξυπνάδα τους στην υπηρεσία του βίου τους. Δεν λύνουν πρακτικά προβλήματα. Ίσα ίσα μοιάζουν ακουσίως παγιδευμένοι μέσα σε αυτά. Η εξίσωση του κυνισμού προκύπτει από δύο συντελεστές: ευφυΐα και τραύμα. Η ειρωνεία είναι η πανοπλία, η θωράκιση μιας πολύ ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης. Οι παθητικοί ήρωες χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη και πληγωμένη ευαισθησία.

Στους παθητικούς ήρωες τα θέλω θρυμματίζονται. Οι προθέσεις είναι λιποβαρείς. Σύμφωνα με το γνωστό απόφθεγμα του Βόνεγκαρτ, ακόμα και οι πιο διανοούμενοι μυθοπλαστικοί ήρωες κάποιες στιγμές πρέπει να «θέλουν» κάτι, έστω ένα ποτήρι νερό (το θέλω εδώ μπαίνει ως κινητήριος δύναμη της πλοκής). Όμως, στις περιπτώσεις για τις οποίες μιλάμε, καθώς δεν υπάρχουν σαφείς διαδρομές της επιθυμίας, καθώς δεν υπάρχουν ξεκάθαροι στόχοι, τα θέλω σύντομα σβήνουν ή αλλάζουν κατεύθυνση, ενώ η ικανοποίησή τους έχει ελάχιστη επίδραση στην ψυχολογία των ηρώων και στην εξέλιξη της πλοκής.

Οι παθητικοί ήρωες δεν γίνονται ποτέ καταλύτες της πλοκής. Άγονται και φέρονται από τους ανέμους της δράσης και από την αλληλουχία των γεγονότων. Είναι παρατηρητές. Σχολιάζουν, αναλύουν, ερμηνεύουν. Δεν λαμβάνουν αποφάσεις. Η αμλετική τους φύση τούς απομονώνει. Τους αποξενώνει από τους άλλους. Κανείς δεν τους καταλαβαίνει. Έχουν ελάχιστους φίλους και ανύπαρκτη κοινωνική ζωή.

Η αγάπη φυσικά δεν αποτελεί λύση στο ψυχρό σύμπαν τους. Ούτε και το σεξ. Γενικώς δεν υπάρχει λύση. Μα έτσι δεν είναι και η ζωή; μοιάζουν να αναρωτιούνται οι συγγραφείς τους. Ο παθητικός ήρωας είναι κληροδότημα του μοντερνισμού και βρίσκει την ολοκλήρωσή του συχνά στη μετανεωτερικότητα. Ο άνθρωπος στέκεται σαστισμένος απέναντι στη ζωή του. Τα διλήμματά του είναι σαθρά. Ξέρει ότι όποιον δρόμο και να ακολουθήσει δεν υπάρχει σωτηρία, δεν θα βρει λύτρωση. Διότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Κάθε επιλογή έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Ο άνθρωπος δεν καλύπτεται συναισθηματικά. Περιφέρει παντού, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, το κενό του.

Πέρα από την τυπολογία για την οποία μιλάμε, ένα άλλο στοιχείο που συνέχει τις συγκεκριμένες αφηγήσεις και εκπορεύεται εν πολλοίς από τους ίδιους τους χαρακτήρες, είναι ο κυρίαρχος τόνος, η μελαγχολική ατμόσφαιρα που τις διέπει. Σε συνδυασμό με την απουσία δράσης, ή καλύτερα με τη δυσκαμψία της δράσης που συναντάμε στο σύνολο τους, παρατηρούμε μια γιγάντωση, μια υπερτροφία της ατμόσφαιρας. Η περιρρέουσα διάθεση γίνεται κομβικό δραματουργικό στοιχείο της αφήγησης. Οι αφηγήσεις εδώ δεν είναι character-driven ή plot-driven, αλλά σχεδόν αποκλειστικά mood-driven.

Πάντως η γενεαλογία των παθητικών ηρώων στη λογοτεχνία μας κρατάει από αρκετά παλαιότερα. Σίγουρα ο μοντερνισμός που είδε τον χαρακτήρα ως «ροή συνείδησης» τον απογύμνωσε από το ψυχολογικό του βάθος αλλά και από τη σημασία του κοινωνικού του ρόλου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δημήτρης Τζιόβας: «Για μοντερνιστές πεζογράφους όπως ο Τζόυς, η Γουλφ, ο Λώρενς ή ο Φώκνερ, τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος δεν θεωρούνται ως συνεκτικές, προσδιορίσιμες και καλά δομημένες οντότητες, αλλά ένα ψυχικό πεδίο μάχης, ένα άλυτο αίνιγμα ή η αφορμή για τη ροή παραστάσεων και εντυπώσεων». Και συνεχίζει: «Αυτή η τάση να διαλύεται το μυθιστορηματικό πρόσωπο σε μια σειρά ατομικοποιημένων εμπειριών καταλήγει στην επιφανειακή περιγραφή του και την απομόνωσή του από κάθε ψυχικό βάθος». Έτσι αν και ο μοντερνισμός διακατέχεται από μια ιδιαίτερη ανάγκη να εκφράσει το εσωτερικό, καταλήγει να φέρνει στην επιφάνεια ένα χάος αντίρροπων δυνάμεων που δεν μας βοηθούν να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για τον χαρακτήρα.

Ο Μπέκετ υποστηρίζει ότι η δραστηριότητα του καλλιτέχνη είναι αρνητική μονάχα. Ο καλλιτέχνης απεχθάνεται την ασημότητα των περιφερειακών φαινομένων και έλκεται από το ίδιο το κέντρο του στροβίλου. Τί υπάρχει στο κέντρο του στροβίλου; Ο μοντερνιστής συγγραφέας προσπαθεί να το προσεγγίσει με τη ροή της συνείδησης. Ο μεταμοντέρνος βλέπει εκεί μόνο λέξεις. Άδεια κελύφη σημείων. Και τα αντιμετωπίζει με πικρόχολη ειρωνεία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη καταγωγική αφετηρία των παθητικών ηρώων που εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, τελευταία, στην ελληνική πεζογραφία. Στο συμβολιστικό μυθιστόρημα Φθινόπωρο του Κων/νου Χατζόπουλου που εκδόθηκε το 1917 βλέπουμε την εμφάνιση και εδραίωση της εν λόγω τυπολογίας.

Οι εκφάνσεις της αβουλίας των χαρακτήρων εντοπίζονται παντού στο Φθινόπωρο. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Πολυχρονάκης στην άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη του Η Ώρα των Ποιητών: Το Φθινόπωρο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και η Φθινοπωρινή Αισθητική του Συμβολισμού: «Τα μεγάλα, τα σημαντικά γεγονότα καταλαμβάνουν μικρή έκταση στο σύνολο του έργου, έτσι ώστε να επισκιάζονται από πλήθος ασήμαντων γεγονότων και περιστατικών». Το έργο συντίθεται ουσιαστικά από μια σωρεία ασήμαντων πραγμάτων που δεν έχουν επιπτώσεις στην πλοκή ούτε στους χαρακτήρες. Η επιλογή αυτή το καθιστά αφηγηματικά βραδυκίνητο. Αλλά του προσδίδει επίσης και πρωτοτυπία, βάθος και ένταση στην ατμόσφαιρα.

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to Grow a Novel επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα στα Γιν και στα Γιανγκ αφηγηματικά στοιχεία. Κάποια αφηγηματικά μέσα όπως η περιγραφή για παράδειγμα ανήκει στην πρώτη κατηγορία, ενώ ο διάλογος στη δεύτερη. Κατά την ίδια λογική θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τους παθητικούς χαρακτήρες με το Γιν στοιχείο. Υποτίθεται ότι το σύγχρονο storytelling έχει μια έκδηλα Γιανγκ κατεύθυνση. Η ιστορία τείνει να προχωράει μπροστά με τη βοήθεια «αρσενικών» στοιχείων: δράση, επιθετικότητα, σύγκρουση, κίνηση, ανάπτυξη χαρακτήρα, θέλω του ήρωα, εμπόδια, ανατροπές κτλ. Η αφήγηση όμως μπορεί να στηρίζεται μια χαρά και στα ακριβώς αντίθετα στοιχεία: παθητικότητα, έλλειψη κίνησης, στατικότητα, διάθεση αναστοχασμού και ενδοσκόπησης, ανυπαρξία επιλογών και αδυναμία αλλαγής. Η ποικιλία, οι εναλλαγές ανάμεσα στα δύο και η δοσολογία που προκρίνεται από τον κάθε συγγραφέα, πλουτίζουν τη μυθοπλασία.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

Ο αθάνατος αναγνώστης

The location of the Earth encircled by the celestial circles, 1661 via Wikimedia Commons

Ο αθάνατος αναγνώστης

του ΑΛΕΞΗ ΒΟΥΤΟΥΡΗ

Στη μουσική, αλλά και ευρύτερα στην τέχνη, διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες καλλιτεχνών, τους συνθέτες και τους ερμηνευτές. Οι πρώτοι ποιούν το καλλιτεχνικό έργο, και οι δεύτεροι το επεξεργάζονται και το παρουσιάζουν στο κοινό. Φυσικά, ένας καλλιτέχνης μπορεί να επιτελεί και τους δύο ρόλους, συνθέτοντας και ερμηνεύοντας τη μουσική του ο ίδιος, εξακολουθούμε όμως να μιλάμε για δύο διακριτές δημιουργικές διαδικασίες. Ενώ όμως ο ρόλος της σύνθεσης θεωρείται σε γενικές γραμμές αυτονόητος (είναι προφανές ότι χωρίς μουσική σύνθεση δεν υπάρχει μουσική), η θέση και η λειτουργία της ερμηνείας γίνεται συχνά αντικείμενο αμφισβήτησης. Στο ακόλουθο απόσπασμα, ο πιανίστας Leon Fleisher συμβουλεύει τους μαθητές του σχετικά με την ορθή προσέγγιση του μουσικού κειμένου, στο πλαίσιο σεμιναρίου που παρέδωσε στο Carnegie Hall το 2015 (η μετάφραση δική μου) :

Πρωταγωνιστής της μουσικής εκτέλεσης δεν είναι ο ερμηνευτής· η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ερμηνευτής είναι το δοχείο, ο ερμηνευτής είναι το κανάλι, μέσω του οποίου η μουσική περνά σαν πρίσμα και φτάνει στον ακροατή. Είμαστε απαραίτητοι, χωρίς εμάς δεν υπάρχει μουσική. ‘Ωσπου να φτάσει εκείνη η ώρα που οι άνθρωποι θα μπαίνουν στο Κάρνεγκι Χωλ, και αντί για τυπωμένο πρόγραμμα θα τους δίνεται μια παρτιτούρα, και θα παίρνουν την παρτιτούρα στις θέσεις τους και θα κάθονται και θα ανοίγουν την παρτιτούρα και θα διαβάζουν την παρτιτούρα με όλη την ικανοποίηση και την ευτυχία που θα έδινε η ακρόασή της, όπως θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ένας μουσικός, ώσπου να φτάσει εκείνη η ώρα είμαστε απαραίτητοι, αλλά δεν είμαστε οι πρωταγωνιστές.

Ο Φλάϊσερ παρουσιάζει εδώ τον μουσικό ερμηνευτή ως έναν επιβεβλημένο μεσάζοντα, μια αναγκαία παρουσία μεταξύ του συνθέτη και του ακροατή, μέχρι την υποθετική στιγμή όπου ο τελευταίος θα εξελιχθεί από ακροατή σε αναγνώστη, και θα είναι σε θέση να προσλαμβάνει το πρωτότυπο έργο απευθείας. Αν επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη στο χώρο της λογοτεχνίας, θα αναγνωρίσουμε ότι ο μέσος λογοτεχνικός αναγνώστης βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο πρόσληψης από τον μέσο μουσικό ακροατή, αφού είναι ικανός να διαβάσει ένα βιβλίο ακόμα και αν αυτό δεν είναι σε μορφή audiobook. Ωστόσο, με μια δεύτερη ματιά θα εντοπίσουμε και εδώ παρασιτούντες ερμηνευτές: οι μεταφραστές στέκονται ανάμεσα στον αναγνώστη και στο πρωτότυπο κείμενο βασιζόμενοι στη γλωσσική του άγνοια, ενώ οι ηθοποιοί απαλλάσσουν τον αναγνώστη από τη δυσκολία της άμεσης αναμέτρησής του με το θεατρικό έργο, παρουσιάζοντας τη δική τους επαγγελματική, οπτικοακουστική ερμηνεία. Συνεπώς, αν στον ιδανικό καλλιτεχνικό κόσμο του Φλάϊσερ ο φιλόμουσος θα μπαίνει στο Κάρνεγκι Χωλ για να διαβάσει το έργο και όχι για να το ακούσει, τότε ο λογοτεχνικός αναγνώστης θα πρέπει να κατέχει όλες τις λογοτεχνικές γλώσσες, ώστε να μην χρειάζεται τους μεταφραστές, και να είναι οπλισμένος με αρκετά πολύχρωμη φαντασία και οξυμένη (υπο)κριτική ικανότητα, ώστε να μην έχει ανάγκη τους ηθοποιούς.

Οι καλές τέχνες, με δεδομένο ότι κανείς δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στο έργο και τον παραλήπτη του, παρακάμπτουν το πρόβλημα. Επιπλέον, η πρόσληψή τους πραγματοποιείται εξ ορισμού άμεσα και ακαριαία· αντιθέτως, η υποχρεωτική στη λογοτεχνία γλωσσική κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση του νοήματος συνιστά οπωσδήποτε μεγαλύτερη παρέκβαση από την ευθεία επικοινωνία. Ένας ακόμα καλλιτεχνικός δρόμος μέσω του οποίου αποφεύγεται η διάθλαση του νοήματος είναι ο μουσικος αυτοσχεδιασμός, όπου ο ακροατής γίνεται μάρτυρας της σύνθεσης και της ερμηνείας ταυτόχρονα, αλλά μόνο επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένο προϋπάρχον νόημα προς επικοινωνία.

Το προηγούμενο σενάριο, κατά το οποίο η τέχνη απαλλάσσεται από τις παράπλευρες συνέπειες της ανεπάρκειάς μας ως καλλιτεχνικών δεκτών, φαίνεται σε κάθε περίπτωση να οδηγεί στην απογύμνωση παρά στον εμπλουτισμό της. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χόρχε Λουίς μπόρχες, Οι [αγγλικές] μεταφράσσεις του Ομήρου:

Ο Δον Κιχώτης, εξαιτίας και της εκ γενετής γνώσης μου της ισπανικής γλώσσας, αποτελεί για μένα ένα συμπαγές μνημείο, και οι μόνες παραλλαγές που επιδέχεται είναι αυτές που μπορεί να επιφέρουν ο εκδότης, ο βιβλιοδέτης και ο στοιχειοθέτης· ενώ η Οδύσσεια, χάρη στην πρόσφορη άγνοιά μου των ελληνικών, είναι ένα διεθνές βιβλιοπωλείο πεζογραφικών και ποιητικών έργων – από τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα του Τσάπμαν ώς την “Authorized Version” του Άντριου Λανγκ, το κλασικό γαλλικό δράμα του Μπεράρ, το σφριγηλό σάγκα του Μόρρις ή το ειρωνικό αστικό μυθιστόρημα του Σάμιουελ Μπάτλερ1.

Στις γοητευτικές προεκτάσεις της μεταφραστικής τέχνης μπορούν να προστεθούν και αυτές του θεάτρου και του κινηματογράφου με όλους τους επιμέρους κλάδους τους, και σε ό,τι αφορά τη μουσική μπορεί να γίνει λόγος για την ποικιλία των διαφορετικών εκτελέσεων ενός μόνο έργου, καθώς και για τη συλλογική μέθεξη που προσφέρουν οι συναυλίες. Η άγνοια αποδεικνύεται περισσότερο πολυπρισματική και συναρπαστική από τη γνώση, με την προϋπόθεση ότι είμαστε διατεθειμένοι να την εξερευνήσουμε, γνωρίζοντας μεν όλο και λιγότερα, αλλά για όλο και περισσότερα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Φλάϊσερ δεν παρουσιάζει τον ιδανικό μουσικό δέκτη ως αυτόν που αναπαράγει ο ίδιος τη σύνθεση, παίζοντάς την για παράδειγμα στο πιάνο του, αλλά αυτόν που δεν την αναπαράγει καθόλου. Εφόσον έχει αφομοιώσει όλους τους δυνατούς μουσικούς ήχους, οποιαδήποτε εξωτερίκευση, ακόμα και η δική του, λειτουργεί ως περισπασμός. Ο λογοτεχνικός αναγνώστης σπάνια διαβάζει το κείμενο φωναχτά εκτός αν το επικοινωνεί σε άλλους, οπότε μετατρέπεται και ο ίδιος σε αχρείαστο μεσολαβητή. Όσο ο καλλιτεχνικός δέκτης προσεγγίζει αυτό το ανώτερο επίπεδο αφομοίωσης στρέφεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, στην ολοένα διανθιζόμενη εσωτερική φωνή του, ώστε κάθε εξωστρεφής δραστηριότητα, αυτόφωτη ή ετερόφωτη, καθίσταται περιττή.

Αν συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αυτή την υπερφυσική πλέον εξέλιξη του αναγνώστη, θα διαπιστώσουμε ότι αρχίζει να απορρίπτει και την ίδια την πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία. Όποιος εμπεδώνει όλους τους δυνατούς ήχους, εικόνες, ιδέες, σκέψεις, τεχνικές, εμπεδώνει την ίδια στιγμή και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ αυτών των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα κάθε εξωγενής δημιουργική πρόταση, όπως και κάθε πιθανή υλοποίησή της, να περιέχεται δυνητικά εντός του. Εδώ, η αλήθεια είναι, εισερχόμαστε πια στη χώρα του φανταστικού, και ειδικότερα στην Πολιτεία των Αθανάτων του Μπόρχες, οι οποίοι «έχοντας συνειδητοποιήσει το μάταιον κάθε δραστηριότητας, αποφάσισαν να ζήσουν μες στην σκέψη, μέσα στον καθαρό στοχασμό. Ανήγειραν το οίκημα, το ξέχασαν και πήγαν να ζήσουν στις σπηλιές. Απορροφημένοι στις σκέψεις τους, σχεδόν δεν αντιλαμβάνονταν καν τον φυσικό κόσμο»2. Ο ιδανικός αναγνώστης γίνεται τελικά αυτός που αρνείται την τέχνη στο σύνολό της, γιατί τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει.

Στη δική μας πραγματικότητα, αθάνατοι αναγνώστες ευτυχώς δεν υπάρχουν. Αυτό που συμβατικά ονομάζουμε διαχρονική πολιτισμική μνήμη δεν είναι κάποιο υπερβατικό ον ικανό να ακυρώσει το λόγο ύπαρξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά τίποτα παραπάνω από το άθροισμα των μερών της, το απρόσωπο σύνολο των ατομικών εντυπώσεων. Όσοι απαρτίζουν αυτήν τη συλλογικότητα τείνουν να προκρίνουν τα έργα εκείνα που ερεθίζουν αποτελεσματικότερα την άγνοιά τους. Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας ο οποίος, λειτουργώντας υπό την ψευδαίσθηση ότι απευθύνεται στον αθάνατο αναγνώστη, εστιάζει στη βεβαιότητα έναντι της αμφιβολίας, στην απόφανση έναντι της πολυσημίας, καταδικάζει το έργο του στη λήθη.

Το βάρος της αναζήτησης της αθανασίας πέφτει τελικά στον μεμονωμένο αναγνώστη, που δεν κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με το αδιέξοδο της αιωνιότητας. Σε αντίθεση με τον συγγραφέα, που διεκδικώντας την υστεροφημία αγκαλιάζει τη θνητότητα, ο αναγνώστης προσεγγίζει άφοβα την τέχνη ως δυνητικά αθάνατος, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι διαβάζει με αντίπαλο τον χρόνο.

ΑΛΕΞΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ


1 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Οι [αγγλικές] μεταφράσεις του Ομήρου», Δοκίμια [1], μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Πατάκης, 2015, σελ: 112-120: 113-114.

 

2 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο αθάνατος», Άπαντα πεζά, μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ: 229-243: 238.

Δημήτρης Μακούσης, Δύο πεζά ποιήματα

012090

| Μπάαταρ |

Στον Μαραθώνα και την Ισσό, στην Μπριτάννια και στης Μογγολίας τις στέπες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την Ιερουσαλήμ, στα σκωτσέζικα υψίπεδα και της Λατινικής Αμερικής τις ζούγκλες, στην Μπογιάκα, την Λίμνη Ατιτλάν, στον Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, στην Καλλίπολη και το Βερντέν, το Στάλινγκραντ, το Βερολίνο, σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού, στο Βιετνάμ και την Κορέα, στην Μαντζουρία και το Μογκαντίσου, την Ιωνία, την Κριμαία, στο Τόκιο και την Κούβα, την Μπιάφρα και το Κουρσκ, κομμάτια απ’ την σάρκα μου σκόρπισα παντού∙ όνειρα και σπίτια ανατίναξα, σχολεία, στρατώνες, τανκς και δάση τεντωμένα. ένας εχθρός περιδιάβαινε το βλέμμα μου και μού ‘γνεφε πάντα την πιο κρίσιμη στιγμή: πότε την σφαίρα να γλιτώσω, πότε τον όλμο, την ρουκέτα, πότε το μαχαίρι που γυάλιζε στο φως του ήλιου ή στου φεγγαριού την καμπύλη λάμψη. πόσες φορές δεν στέγνωσαν το στόμα μου και η ψυχή, πόσες φορές δεν έμπηξα την μπαγιονέτα βαθιά μέσα στα κρέατα και πόσες δεν με ‘κόψαν, ακόμα κι όταν ήμουν άοπλος, αιχμάλωτος της γης τους;

πόσες φορές τον ουρανό δεν κοίταξα, συγχώρεση και δύναμη να πάρω απ’ τον Θεό, απ’ τους θεούς, από τα πνεύματα, την Φύση, τους νεκρούς κι απ’ όλους όσους θάρθουν; στον ωκεανό πόσες φορές δεν βούτηξα την πίστη —τον πάνω και τον κάτω— να βρω να την αποκαθάρω κάποιον τρόπο, μέσα ξανά για να την νιώσω, να την φορέσω σαν πρώτα αγαθή με κείνο το χαμόγελο το διαμαντένιο των μωρών; πόσες φορές, στο στήθος έχοντας καρφιά φωτογραφίες των γονιών μου, των παιδιών, της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης, στην πρώτη δεν ξεχύθηκα γραμμή; πόσες φορές το φυλακτό που μούχαν φτιάξει, στα χέρια ή τον λαιμό δεν το κρεμούσα, δεν τόχα στην στολή ραμμένο, στις τσέπες του παντελονιού; πόσες φορές δεν λύγισα στον θάνατο μπροστά, στα μάτια μου αντίκρυ φέρνοντάς τους; το χώμα της πατρίδας πόσες δεν το υπερασπίστηκα φορές και πόσες με σάρκα δεν γάνωσα δικιά μου τις ιδέες; για μιαν ιδέα, αλήθεια, και μιαν ανάσα λευτεριάς, πόσες φορές δεν έδειξα υπακοή στον όλεθρο, στης μάχης την κλαγγή, σ’ ενός ηγέτη τις διαταγές ή ενός δειλού ξεμωραμένου; πόσες φορές την νιότη μου κατάματα δεν κοίταξα για να της πω αντίο;

υπήρξα σαν τον άνεμο πουλί, ταξιδευτής στης γης κάθε γωνιά, ιδεαλιστής και αφελής, έξυπνος και πλανεμένος, νικημένος και νικητής. πάντοτε μόνος μου, μέσα βαθιά, με τους μονάχους μου συντρόφους, για αξίες ν’ αγωνιζόμαστε και ιδανικά, για του κόσμου την αλλαγή και το δίκιο των ανθρώπων, για της κατάκτησης την έξαψη, την δύναμη, το πιότερο ψωμί, για τα λουλούδια και τις πέτρες που μας μάγεψαν μικρά, τους δρόμους στους οποίους ερωτευτήκαμε και για τα σπίτια που στην κοιλιά τους κρύβανε παιχνίδια παιδικά και αναμνήσεις των παλιών καιρών μας. αγνός υπήρξα και σκύλος λυσσασμένος πάνω στης φωτιάς την ένταση και την δίψα του μολυβιού, πάνω στης λεπίδας την παγωνιά και του μίσους το βλέμμα. δεν υποχώρησα ποτέ, δεν λιγοψύχησα. πάντοτε κράτησα την θέση μου σαν άξιος στρατιώτης, αγωνιστής κι επαναστάτης. μόνο που κάποιες φορές αναρωτιόμουν, λίγο πριν η αυλαία πέσει και μες στην γκρίζα άγνοιά μου, πώς θα ήταν η ζωή αλλιώς, δίχως τον βρυχηθμό του τέρατος, δίχως του ανθρώπου την σκληράδα και την καθαρότητα του αναγκεμού, χωρίς θυσίες και βλαστερά οράματα.

ο πόλεμος με έθρεψε και μ’ άφησε φορές χιλιάδες νηστικό∙ δύο μεριές κι αυτός σαν την ζωή μας έχει. μα πάντοτε στο τέλος, του πηχτού αίματος η γεύση μένει η πικρή και το μαύρο δέρμα στο χρώμα. τα πάντα σέρνουν το κολοσσιαίο τίμημά τους. κι εγώ γεννιέμαι μπάαταρ. σαν τέτοιος κάθε φορά πεθαίνω στο αιώνιο γκάστρωμα των εποχών, που τα χαρτιά σε όλους άνισα μοιράζει: δεν ζητάς, δεν παίρνεις, δίνεις μοναχά. κι ο καθένας χάνει καθετί ανάλογα το βιος του. η παρτίδα ας αρχινίσει πάλι —όποιος σαν κι εμένα είναι ξέρει καλά πως τίποτε δεν θα την αποτρέψει. τα ψέματα κι οι αυταπάτες απ’ το δικό μας δεν ξεδιψούν παγούρι. στης νυχτός τον ποταμό το πρόσωπο αντιφεγγίζει, κι έτσι κανείς τις συστροφές και τους παράδρομους μπορεί να δει, τις διακλαδώσεις και τα μονοπάτια που ολόγιομος ο κόσμος περπατάει. μοίρα και τύχη στο ίδιο στέκουν κεφαλόσκαλο κι εμείς στον οίκο μας απλώς προσκεκλημένοι. απόψε δεν θα βλαστημήσω ήττα μήτε νίκη θα χαρώ. θα καρτερώ βαστώντας τ’ όπλο και μέσα μου θα ψάχνω για ν’ αγγίξω την στιγμή, στα χέρια σου πούχε κυλήσει, το βράδυ προτού να ξαναφύγω —ετούτο το λυχνάρι θα ψέλνει την φωνή σου και τα βήματά μου θα φωτίζει, μέσα στου σκότους την σιβηρική αυλακιά και της δόξας το αχόρταγο πάθος, ελπίζοντας για μια φορά ότι δεν θα χαθώ και πάλι.


zoom-backgrounds-00020

| Timeo Danaos et dona ferentes |

Είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος που με ταχύτητα τρέχει φωτός. ανοίγουμε την αγκαλιά στο τέρας, το έγκλημα μ’ έπαρση εφηβική καλωσορίζουμε, τον «άνθρωπο» διαστρέφουμε σε όχημα διαφυγής, σ’ υπεκφυγή μεταλλαγμένη, σε παρά φύσιν δίλημμα και πτώση κατά φύσιν —ριπή εξ επαφής. και τι άραγε «άνθρωπος» θα πει; ποια γενίκευση εκμαυλισμένη ορίζει τον ρυθμό του; ποια ερμηνεία, τάχα, ενδογενής τα σπλάχνα του συστήνει; στης αυταρέσκειας την επικράτεια και την δουλοπρεπή υπόκλιση στον πάτρωνα καθρέφτη, κίνδυνος είναι κατάματα κανείς του να κοιτάζει: μπορεί πάλι ν’ αρχινίσει την όψη του να βλέπει∙ κι είναι βαθιά ο εχθρός στις ρίζες μπηγμένος του κορμιού. τον όλεθρο υπηρετούμε μίας ζαλάδας εποχής, σε τραπεζών λογαριασμούς μηδενικά καλλίπυγα, που μ’ αναίσχυντη μας δένουν ρητορεία, πορτοφολάδων με ορθάνοιχτα μυαλά∙ και χύνοντ’ έξω τα δικά μας από πάθη κι απόναν αυθάδη μαστροπό ανθρωπισμό∙ αλίμονο: τούτος μπορεί θαρρώ κι ο μελλοθάνατος νάναι αντικατοπτρισμός των ύστερων σάρκινων μελών μας.

το κεφάλι θα σκύβουμε στο τέρας μονομιάς κι εκείνο θα μας κατατρώει ενδοτοιχώς. πως οι άρχοντες θ’ αυταπατόμαστε είμαστ’ εμείς∙ ορατών τε πάντων και αοράτων, αυτουργοί ηθικοί και δολοφόνοι ευθύς. κι όταν το ένστικτο θ’ αρχίσει να κραυγάζει —αν κάτι στα χέρια θα βαστά του ναρκοληπτικού το ηλεκτροσόκ— νους πια δεν θα υπάρχει να συνδέσει τις κουκκίδες. στάχτη μονότονα σπαραχτική θα κείται, κάποιες παλιές θολές εικόνες εορτών και συνεδρίων φέιγ βολάν, πολύχρωμα πανό, μπαλόνια ψυχαναγκαστικών, με τις φυλακές μαζί της αυτοκρατορίας ν’ ανοίγουνε ολόθερμη αγκαλιά. αυτή μεγάθυμη, απ’ τα μέγαρα τα στιλβωμένα και τα πεζοδρόμιά της, θα μας σφουγγίζει με βραβεία, στα φιλάνθρωπα μπράτσα της θα μας ζουλάει, στο χείλος θα μας σπρώχνει του κόκκινου νυχιού της, έναν-έναν για να μας γκρεμίσει με μιαν έσχατη κλωτσιά. είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος με τα ξεπαστρεμένα μάτια, πούχει τα χέρια στα πόδια του δεμένα, χωρίς πατρίδα, δίχως οικογένεια και παιδιά στην γειτονιά να παίζουν, χωρίς αγάπη για τον εαυτό μας, χωρίς αγάπη στ’ αλήθεια για κανέναν. είμαστε δήμιοι θλιβεροί, οι πιο υποτακτικοί ένοχοι, συνηρημένοι αυτόχειρες σε μία πρόστυχα ξεκοιλιασμένη γλώσσα. είμαστε πρόσφυγες δίχως πια γη για να προστρέξουμε, αφού άλλη λεύτερη δεν έμεινε καμμία.    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |59. Δημήτριος Δημητριάδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, Milano si sente N.Y.

Γιάννης Πατίλης

Milano si sente N.Y.

μνήμη Σέρζιο Μπάσι
Ἰταλοῦ ρὸκ τραγουδιστῆ, θύμα τοῦ covid-19
Κρέμα τῆς Λομβαρδίας, 16.03.20

Νέα Ὑόρκη τότε ὅλα θυμίζαν,
καὶ στὸ δικό σου, Σέργιε, τὸ Μιλάνο,
στὸ ἔδικτο ὅπως τῶν Μεδιολάνων,
νέας Γενιᾶς τὰ ὄνειρα ἀνθίζαν,

ἐνῶ τῆς Μαντουνίνας σου χρυσίζαν
φιλιὰ ψηλὰ ἀπ’ τὸ Ντουόμο ἀπάνω
ποὺ ἀπὸ τῆς καρδιᾶς τ’ ἀνεμοπλάνο
σκόρπιζε στοὺς φτωχοὺς τοὺς δίχως ρίζα.

Καὶ τώρα ποὺ λυθήκανε οἱ ὅρκοι,
σὲ σύνορα κλειστά, σπίτι μαράζι,
μὲ θάνατο ποὺ παίρνει μαῦρα μέτρα

φέρετρα ἀπὸ τοῦ κόβιντ τὴ φαρέτρα,
ἡ μοίρα τῆς Γενιᾶς μας, Σέργιε, μοιάζει
ἀκόμη πιὸ πολὺ στὴ Νέα Ὑόρκη.

[ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας]

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |58. Θωμάς Ιωάννου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Β΄)

[Συνέχεια από το α΄ μέρος της Εισαγωγής]

Καθεστώς τρόμου

6.La prensaΑυτό όμως που καθιστά πραγματικά αβίωτη τη ζωή στη σημερινή Νικαράγουα είναι το καθεστώς απόλυτου τρόμου, με το οποίο έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος ο λαός της. Αν, στους τόσους μήνες της εξέγερσης, ο Ορτέγα δεν χρειάστηκε να κινητοποιήσει το στρατό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάνει μια χαρά τη δουλειά του με την αστυνομία, τη Νεολαία του κόμματος του, κυρίως όμως με τις ανώνυμες και απρόσωπες παρακρατικές ομάδες των κουκουλοφόρων, οι οποίοι εισβάλλουν οπλισμένοι ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε και, αφού σκοτώσουν, βασανίσουν και λεηλατήσουν, αναζητούν ατιμώρητοι κι ανενόχλητοι τους επόμενους αντιρρησίες. Προετοιμάζοντας το παρόν αφιέρωμα, διαβάσαμε κι ακούσαμε για το πλήθος πολιτών που έχει χάσει εδώ και μήνες τον ύπνο του και είδαμε συνομιλητές μας να τινάζονται όρθιοι με τον παραμικρό ήχο στο περιβάλλοντα χώρο, περιμένοντας τους…‘“βατράχους”[1] (βλ. τραγούδι «Ο βάλτος»). (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Α΄)

Μια (επ)ανά(σ)ταση εν προόδω

1

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τον Απρίλη του 2018, όταν η κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στην Νικαράγουα εξελίχθηκε στην αιματηρότερη διαμάχη στην ιστορία της χώρας από την εποχή της Επανάστασης. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που ο ξεσηκωμός των «ολίγιστων», όπως τους αποκάλεσε η σύζυγος του Προέδρου, Πρώτη Κυρία και Αντιπρόεδρος της Νικαράγουας, Ροζάριο Μουρίγιο, είχε ως συνέπεια τη δολοφονία 325 ατόμων (με υπολογισμούς που ανεβάζουν τους νεκρούς σε 568), τον τραυματισμό 2.000, τη φυλάκιση άλλων 2.000 ως πολιτικών κρατουμένων και την αναζήτηση ασύλου, ήτοι την εξόριση, άλλων 60.000-100.000. Πώς αλλιώς, αφού αυτοί οι «ολίγιστοι» είναι το 75% του λαού της Νικαράγουας, ο οποίος έκτοτε ζει υπό το καθεστώς απόλυτου τρόμου, στο έλεος παραστρατιωτικών και οπλισμένων παρακρατικών ομάδων και ενός ζεύγους που παραμένει λυσσασμένα στην εξουσία. Μπροστά όμως στους 50.000 νεκρούς Νικαραγουανούς του εμφυλίου το 1980, πώς να μη φανούν στην Μουρίγιο τα παραπάνω “νούμερα” πταίσμα; Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. (περισσότερα…)