Συντάκτης: L'apprendista

Νάγια Οικονομοπούλου, Ο μάγος

*

O ΜΑΓΟΣ

Ο μάγος πέρασε κι απ’ την δική μας γειτονιά. Μαζωχτήκαν οι γυναίκες γύρω του σαν το μελίσσι. Μυρμηγκιά μαυροφορούσα, πρόσφυγες από την Μικρασία όλες, απ’ τα χωριά τής Προύσας εμείς.

Στάθηκε κείνος ανάμεσα στις γυναίκες, τις κοίταξε καλά-καλά, αναμετρήθηκε με τις συφορές τους, ζύγισε τα μάτια τους, τα φρύδια τους, που βάραιναν απ’ τις ρυτίδες τους στο μέτωπο.

Οι γριές οι μαντιλοδεμένες σκέπασαν το στόμα τους με την άκρια του τσεμπεριού που πέρσευε από το δέσιμο το χαλαρό κάτ’ από το σαγόνι.

Μια-δυο, πιο νέες, ήρθανε με τα χέρια τους βρεμένα, με τις ποδιές τους μουσκεμένες απ’ τα νερά τής σκάφης.

Η μάνα μου πήγ’ από τις πρώτες, τάχα να κοροϊδέψει, μα ήτανε τα μέσα της σφιγμένα, μπερδεμένα.

Οι γυναίκες άρχισαν σιγά-σιγά να στενεύουν γύρω του τον κύκλο. Τράβηξαν τα παιδιά τους πίσω, τα  ’διωξαν πέρα, να παν να παίξουν, τα ’σπρωχναν άγρια σαν να ‘ταν ξένα. (περισσότερα…)

Ο έρωτας αρχή και κατάληξη: Στον αστερισμό του Αντρέ Γκορζ

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Στον Μιχάλη Μαλανδράκη

Κλείνοντας σφιχτά στο αριστερό του χέρι την παλάμη της Ντορίν ―τόσο σφιχτά ώστε οι αρθρώσεις των κοκάλων καθαρά να διαγράφονται―, και περνώντας το δεξί του χέρι γύρω από τη μέση της ―κινήσεις σίγουρες, θαρραλέες, αποφασιστικές― ο Αντρέ μοιάζει να μην πολυπιστεύει ό,τι συμβαίνει γύρω του ― σαν να ζει υπό το κράτος άλλων νόμων, μιας άλλης, ολότελα άγνωστης σε ’μας δικαιοσύνης: το μόλις ορατό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα κλειστά, μαγκωμένα του χείλη, το όρθιο, σφιγμένο του σώμα, τα χτενισμένα με επιμέλεια προς τα πίσω μαλλιά μαρτυρούν επιφύλαξη, προδίδουν ανασφάλεια ― αισθήματα που εντείνονται αν παρατηρήσουμε την αντίθετη στάση της Ντορίν: η κόμη της, ανακατωμένη, μουσκεμένη από τον ιδρώτα ή από το ψιλόβροχο, πέφτει άναρχα στον ώμο, στο μέτωπό της διακρίνονται κολλημένες τούφες, ενώ το χαμόγελό της, πλατύ, ολόγιομο, αφήνει να δειχτούν τα πάλλευκά της δόντια, τα οποία σχεδόν αγγίζουν το πιγούνι του Αντρέ. Η Ντορίν παραδίδεται στη στιγμή, ενδίδει στο κάλεσμα, καταφάσκει στην επιθυμία, το σώμα της αυτό δείχνει· ο Αντρέ, αντίθετα, έχει στάση επιφυλακτική, δυσπιστεί, επώδυνα ερωτήματα τον βασανίζουν ― το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος απευθυνόμενος στη Ντορίν: «Τι ενδιαφέρον μπορεί να έβρισκες σε έναν απένταρο Austrian Jew;»[1] (περισσότερα…)

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο Ίδρυμα Θεοχαράκη: Εντυπώσεις από μια έκθεση

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες η αναδρομική έκθεση με ζωγραφικά έργα του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Το αφιέρωμα είχε μεγάλη πέραση: από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που παρευρέθηκε και μίλησε στα εγκαίνια, διάφοροι πολιτικοί, αλλά και εκπρόσωποι των τεχνών, ποιητές, ηθοποιοί, ζωγράφοι και μουσικοί, έκαναν την περατζάδα τους, φωτογραφήθηκαν και έβγαλαν selfies πλάι στα έργα του Εγγονόπουλου. Οι εντυπώσεις δεν διέφεραν και πολύ μεταξύ τους ‒ ό,τι διάβασα κι άκουσα συμπυκνώνεται στα εξής: «σπουδαία έκθεση», «αριστούργημα», «έκθεση-ωδή στον μεγάλο εικαστικό», «από τις ωραιότερες εκθέσεις της χρονιάς», «πολιτισμικό γεγονός υψηλής σημασίας», και τα λοιπά, και τα λοιπά…. Όχι ότι περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό ‒ η κριτική στην Ελλάδα πάει πλάι-πλάι με τον έπαινο, τον έπαινο τόσο του ίδιου του καλλιτέχνη, όσο και των διαφόρων θεσμών που καθιστούν εφικτά τέτοια events. Τα κίνητρα μιας τέτοιας στάσης είναι μια ωραία, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, την οποία θα πρέπει να βρεθεί επιτέλους κάποιος να την ξεκινήσει, να αναρωτηθεί ας πούμε τι στον διάολο συμβαίνει και άλλη κουβέντα δεν λέγεται πέρα από «σπουδαίο» και «αριστούργημα». Εγώ προσωπικά θα ήθελα πολύ είμαι αυτός ο «κάποιος», όχι μες το κατακαλόκαιρο όμως, έχει πολλή ζέστη, κι γράφοντας για τέτοια ζητήματα φουντώνεις ακόμα περισσότερο ‒ λέω να το αφήσω λοιπόν για άλλη φορά. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Ένας χρόνος

*

Μεγάλα σύννεφα, πελεκητά, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο του Γενάρη ανασκαλεύουν ανθρώπινες ψυχές για τον Καινούργιο Κόσμο. Ένα παράξενο τετραδιάστατο λουλούδι ανοιγοκλείνει τα πέταλα κάτω απ’ την σκιά της θούγιας. Γεια σας κοπάδια γνώριμα, σύντροφοι της ζωής μας, εδώ που διαστέλλονται οι τρεις σας διαστάσεις, ποια μαθηματικά θα αρνηθούν τη γλύκα του μελιού πάνω στο μυ της γλώσσας; Στο μήκος σας, στο πλάτος σας, στο ύψος της Αξίας, ας προστεθεί ισάξια το τέταρτό σας Κύμα όσο μικρό κι αν φαίνεται, όσο βαθύ κι αν είναι.

Κάθε Φλεβάρη ο κουτσός καταριέται τον ουρανό για το μισό του πόδι. Αναθεματίζει όποιον τον ακούει ψηλά και γελά υστερικά μπροστά στο πρόσωπό Του. Πιστεύει βέβαια, πως όλο και Κάποιος τον ακούει, αλλά δεν του δίνει την απαιτούμενη προσοχή που ζητά κι αυτό τον κάνει να λυσσάει ακόμη πιο πολύ. Ψηλά, Αυτός που τον ακούει κάνει υπομονή και δεν δίνει σημασία. Κι έτσι για καιρό καμιά απάντηση δεν δίνεται σε κάθε βρίσιμό του. Κάθε τέσσερα χρόνια φτάνει η τιμωρία. Τότε ο κουτσός, παρακαλεί τον ουρανό, εκλιπαρεί θα έλεγε κανείς, να του ξεριζώσει από ψηλά τούτη την μία μέρα. (περισσότερα…)

Κάθρην Μάνσφηλντ, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΟΔΑΡΙ

Ζοῦσε ἕνας ἄντρας ἐξαιρετικὰ κοντά μας·
εἶχε ἕνα ξύλινο ποδάρι καὶ σὲ πράσινο κλουβὶ μιὰ καρδερίνα.
Καὶ Φάρκυ Ἄντερσον ἤτανε τ’ ὄνομά του.
Εἶχε ἀπ’ τὸν πόλεμο τὸ πόδι του κομμένο
κι’ ἐμεῖς μιὰ θλίψη πάντα νιώθαμε γι’ αὐτόν,
γιατὶ εἶχε ἕνα ὄμορφο χαμόγελο στὰ χείλη.
Κι’ ἦταν πελώριος γιὰ τὸ μικρό του σπίτι.
Ὅταν στὸν δρόμο σεργιανοῦσε δὲν τὸν ἔνοιαζε
μὰ ὅταν στὸ σπίτι τὸ μικρό του περπατοῦσε
τὸ πόδι του ἔκανε ἕναν θόρυβο ἀπαίσιο.
Κι’ ὁ ἀδερφός μου ἔλεγε ὅτι κελαηδοῦσε,
ἀπ’ ὅλα τὰ πουλιὰ πιὸ δυνατὰ ἡ καρδερίνα,
ὥστε ἐκεῖνος τὸ καημένο του τὸ πόδι
νὰ μὴν ἀκούει καὶ νιώθει τόση στεναχώρια.

~.~ (περισσότερα…)

Ένα μυστικό και μουσικό συμβόλαιο με τη γλώσσα

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Στέλλα Βοσκαρίδου, μικρομηχανισμοί,
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2022

Η τρίτη και καλαίσθητη ποιητική κατάθεσή της Στέλλας Βοσκαρίδου μικρομηχανισμοί διακρίνεται εξαρχής για την πρωτότυπη γλώσσα και τον λαβύρινθο των εικόνων, όπου οι εσωτερικές ενότητες του λυρικού θέματος και του εξωτερικού ή της δομής είναι αλληλένδετες. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως παντού στη συλλογή, από το εναρκτήριο μότο (credo quia absurdum est > το πιστεύω, γιατί είναι παράλογο), ελλοχεύει το παράδοξο και το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης και γραφής· στοιχεία που αφ’ ενός ενεργοποιούν το αίσθημα του τραγικού, αλλά και του παιγνιώδους και του ειρωνικού/αυτοσαρκαστικού και αφ’ ετέρου θεματοποιούν μορφολογικά τη ρητορική του αποσπασματικού, καθώς τα ακαριαία ως επί το πλείστον ποιήματα της συλλογής σηματοδοτούν το βίαιο πέρασμα από τη μια μορφή στην άλλη και ξεχωρίζουν για τον νεωτερικό προσανατολισμό, το όραμα και τη δυναμική διαλεκτική τους. Μπορούμε, επομένως, να συναντήσουμε στο βιβλίο μια ποικιλία ποιητικών προσεγγίσεων, αφού ο ποιητικός λόγος αντλεί τόσο από τη λυρική παράδοση, τον σουρεαλισμό και τον ποιητικό πειραματισμό όσο κι από τη ρητορική τάση της ποίησης, γεγονός που καταδεικνύει τον δημιουργικό διάλογο της ποιήτριας με τις Στιγμές του Κώστα Μόντη.

(περισσότερα…)

«Παράγουμε ασταμάτητα παρελθόν. Είμαστε εργοστάσια παρελθόντος»

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Georgi Gospodinov, Χρονοκαταφύγιο
μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Ίκαρος, 2021
«Παράγουμε ασταμάτητα παρελθόν. Είμαστε εργοστάσια παρελθόντος […] Δεν πρέπει να υπάρχουν κάπου εργοστάσια ανακύκλωσης του παρελθόντος; Μήπως να ανακυκλώνεται ανάποδα προς κάποιο μέλλον, έστω και σε δεύτερη χρήση; Πάρε να ’χεις ερωτήσεις» (σ. 141)

Στο Χρονοκαταφύγιο ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ συνομιλεί με το έργο του Ζέμπαλντ, επαναθέτοντας κριτικά ερωτήματα για τη μνήμη και την ιστορία, καθώς και τα όρια των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων στις προσλήψεις του έθνους και των μνημονικών κατασκευών. Τα μυθοπλαστικά χαρακτηριστικά του βιβλίου οδηγούν στη διαρκή διατύπωση καυστικών πολιτικών σχολίων για την έννοια της προόδου, της ζωής και του θανάτου. Ο συγγραφέας διαφοροποιείται παράλληλα από τον Ζέμπαλντ στις αφηγηματικές τεχνικές του ή —για να είμαστε πιο ακριβείς— εξελίσσει αυτές τις αφηγηματικές πρακτικές, αξιοποιώντας και επικαιροποιώντας συνθετικά ό,τι θα μπορούσε να οριστεί ως μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, απαλλαγμένο όμως από τις αρνητικές νοηματοδοτήσεις του όρου. Το φιλοσοφικό δοκίμιο συναντά την κριτική θεωρία, το μυθιστόρημα την ποίηση, η αποσπασματική ή άλλοτε αποφθεγματική μορφή την έννοια του αρχείου, ο ρεαλισμός την κριτική ιστοριογραφία της Ευρώπης του 20ού και 21ου αι., καθώς και μπορχεσιανά μοτίβα.

Επιπλέον, πολυφωνικά στο βιβλίο εναλλάσσονται διαφορετικές αφηγήσεις για το παρελθόν, οι οποίες επιτονίζουν την υποκειμενική ερμηνεία των αφηγητών, φέρνοντας στο προσκήνιο διαφορετικές στιγμές από τα ιστορικά δρώμενα του 20ού αιώνα. Με όλους αυτούς τους τρόπους ο συγγραφέας πολυσυλλεκτικά “δοκιμάζει” τα όρια της γραφής και επομένως και της αναγνωστικής πρόσληψης, διατηρώντας, όπως γίνεται σε κάθε βιβλίο του, τα ερωτήματα και τις προοπτικές για το μέλλον των ανθρώπινων συμβάντων σε ανοιχτή διαπραγμάτευση. Όπως δηλώνεται εξαρχής ως αρχικό μότο μόνο τα επινοημένα πρόσωπα στο μυθιστόρημα είναι αληθινά. Έτσι στη λογοτεχνική μυθοπλασία προκαλούνται ταλαντώσεις από τον συγγραφέα στο δίπολο αληθινό-ψεύτικο. (περισσότερα…)

Εθνικολαϊκισμός: Ενοχλητική “αλογόμυγα” της φιλελεύθερης δημοκρατίας ή κάτι άλλο;

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Roger Eatwell & Matthew Goodwin, Εθνικολαϊκισμός
Μετάφραση Ηρακλής Οικονόμου, Επίκεντρο, Αθήνα 2021
[…] ο αστικός φιλελευθερισμός έπασχε από μια βασική αντίφαση: από τη φύση του ήταν ολιγαρχικός, συνάμα όμως ήταν υποχρεωμένος να εκδιπλωθεί πολιτικά σε μια (σχηματιζόμενη) μαζική κοινωνία, η οποία αποτελούσε την conditio sine qua non της ίδιας του της ύπαρξης. Όμως η μαζική κοινωνία τραβούσε προς τη μαζική δημοκρατία, κι αυτό έκανε την αντίφαση ακόμα εντονότερη». […] Στον βαθμό που ο φιλελευθερισμός μεθερμηνεύεται υπό μαζικοδημοκρατική έννοια, ό,τι απομένει από τη συγκεκριμένη ιστορική σημασία του χαρακτηρίζεται ως “συντηρητισμός” και καταδικάζεται με αντίστοιχη ζέση από τους υπερασπιστές της μαζικής δημοκρατίας.
Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού: από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, (Αθήνα: εκδόσεις Θεμέλιο, 2007), σ. 214-215.

Στην τηλεοπτική σατιρική κωμωδία «Ο υπηρέτης του λαού», που άρχισε πρόσφατα να προβάλλεται στην ελληνική τηλεόραση, με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Βολοντίμιρ Ζελένσκι, βλέπουμε έναν σχολικό καθηγητή ιστορίας, τον απλό καθημερινό άνθρωπο Βασίλι Χολομπορόντκο, κυριολεκτικά από τη μια μέρα στην άλλη, να αποφασίζει να αναμειχθεί με τα κοινά, έχοντας αυθεντική αγάπη για τον λαό (ο οποίος τον στηρίζει) και συνάμα αγανάκτηση για τη διαφθορά των ηγετών του. Φυσικά, σε κάθε επεισόδιο προκύπτουν διαρκώς νέα ευτράπελα, καθώς ο άπειρος Βασίλι έρχεται σ’ επαφή με την πλουτοκρατία και το διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο, το οποίο προσπαθεί να εξυγιάνει. Είναι εντυπωσιακό ότι, τρία χρόνια αργότερα, το όνομα της σειράς χρησιμοποιήθηκε για το πολιτικό κόμμα του Ζελένσκι, ο οποίος είναι ο νυν πρόεδρος του Ουκρανίας. Η δημοφιλία και η ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο που κλήθηκε να ενσαρκώσει, είναι μια σταθερή τάση στη σύγχρονη εποχή, όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι της τέχνης και του θεάματος κερδίζουν τη λαϊκή υποστήριξη και έπειτα πολιτεύονται, ακριβώς διότι πλήθος ανθρώπων μπαίνει στον πειρασμό να τους δει ως άτομα που είναι “όπως αυτοί” και που, επομένως, δεν πρόκειται να τους προδώσουν σαν τους επαγγελματίες της πολιτικής ελίτ[1]. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)

Ο σπαραγμός της γυναικείας γραφής και ταυτότητας

Έρινα Χαραλάμπους, ΤΑΥ, Εικοσιοκτώ ριπές
και ένα πολεμικό ανακοινωθέν,
 Θράκα, 2022

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή που τιτλοφορείται ευφυώς ΤΑΥ, η Έρινα Χαραλάμπους διασταυρώνεται πιο τολμηρά και δυναμικά —σε σχέση πάντα με την πρώτη της συλλογή Πλεκτάνη (Θράκα 2020)— με την εναγώνια διεκδίκηση της έμφυλής της ταυτότητας, του νοήματος της ιστορίας, του διαλόγου με τη λογοτεχνική παράδοση (Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα, Τζένη Μαστοράκη, Ζωή Καρέλλη, Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κάρολ Αν Ντάφυ κ.ά.) και, κυρίως, του βασανιστικού ερωτήματος: πώς ποιητικοποιείται η οντολογική ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα (α) της ασφυκτικής καταπίεσης της γυναικείας ύπαρξης και του γυναικείου ερωτισμού από μια αντρική μηχανή-κοινωνία, (β) της αυξάνουσας σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, (γ) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου και (δ) της ποιητικής/σωματικής δυστοκίας/υπογονιμότητας συνδεδεμένης με μια τραυματική, αλλά και αναγεννητική για το γυναικείο σώμα και πνεύμα εμπειρία της γέννας, συνυπάρχουν αντιθετικά με ένα έντονο αίσθημα ερωτισμού και αιωνιότητας, καταδεικνύοντας έτσι μια ποίηση που γράφει μια γυναίκα, η οποία αντιστέκεται συνειδητά στις ανδροκρατούμενες συμβάσεις και έχει διαμορφώσει τη γραφή της όχι πάνω στις αρχές της εξομοίωσης με τον άνδρα, αλλά πάνω στη συνειδητοποίηση της διαφοράς της με αυτόν: «Είμαι γυναίκα. Γράφω με αυτό που είμαι» δηλώνει με παρρησία η Luce Irigaray· μιας γυναίκας που αρνείται πλέον µια δηµιουργία σιωπηλή ή ιδιωτική, και επιδιώκει να επαναδιατυπώσει από την οπτική του φύλου της τη σχέση μεταξύ κοινωνίας, καλλιτεχνικής δημιουργίας και κόσμου. (περισσότερα…)