Συντάκτης: L'apprendista

«Μια ζωή σκεπασμένη με χώμα»: Κώστας I. Κουκής (1903-1929)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κάποιοι ποιητές, δεν ανήκουν στη χορεία των θορυβοποιών· είναι τρυφερά ολιγοσέλιδοι, είναι οι της μελαγχολικής εγκαρτέρησης, οι της λησμονιάς γραμμένοι, οι μονίμως θλιμμένοι, οι έχοντες σχεδόν καταραμένου τύχη —τύχη φυματικού—, και πέρασαν από το σινάφι, μα κυρίως από τη ζωή, σαν σιγανή, ψιλή βροχούλα. Μια λυρική φωνή, που δεν πρόλαβε να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητές της, ήταν και ο Κώστας Κουκής.

Στα μυστικά της μοίρας μου, που κρύβουν η σελίδες η σφραγιστές ακόμα
νάναι γραμμένο αληθινές να βγούνε η ελπίδες,
που τρέφω, πριν και μένανε να με σκεπάση χώμα;
Ή μη και τούτες, σαν κι αυτές που έθρεψα ως τώρα,
μια μέρα θα σβυστούνε;
Ω! τι γλυκός ο θάνατος για μάτια που,
ως την ώρα εκείνη,
δεν αντίκρυσαν ελπίδες των να ζούνε!

Γεννήθηκε το 1903 στους Καλημεριάνους Ευβοίας. Ήταν το μοναχοπαίδι του Ιωάννη Κουκή και της Αθηνάς, το γένος Κόκκινη. Το 1909 γράφτηκε στο Δημοτικό Σχολείο και αποφοίτησε τέσσερα χρόνια αργότερα όταν και έμεινε ορφανός από πατέρα. Συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Κύμης απ’ όπου αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1922.

Σ’ όλα αν τη λήθη απλόχερα σκορπά ο χρόνος σαν περνά
μονάχα σας αξέχαστα, μικρά μου χρόνι’ αφήνει
κι η θύμηση μου πάντοτε νοσταλγικά σε σας γυρνά
και θα γυρνά ως τη στιγμή που η ζήση μου θα σβύνει
Τον πόνο δεν εγνώριζα· κάθε βραδειά και κάθε αυγή
κοιμώμουνα και ξύπναγα χωρίς φροντίδα κι έννοια
χαρές και γέλια ‒ νάματα, ’πο μιαν αστείρευτη πηγή
αχόρταστα τα έπινα, καθάρια, κρουσταλλένια.

*

*

Έναν χρόνο νωρίτερα, τύπωσε στη Χαλκίδα μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Κυμαϊκές Ιστορίες-Πηνελόπη, από το τυπογραφείο του Ευθυμίου Αθανασιάδη σε 15 σελίδες (4 χωρίς αρίθμηση και 11 με αρίθμηση) με τον υπότιτλο: «Ευλογία πατρός στηρίζει… μητρός εκριζοί αυτά». (περισσότερα…)

Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς. (περισσότερα…)

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας

της ΝΟΠΗΣ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λίχνος
Οι αχθοφόροι (διηγήματα)
Υψικάμινος, 2025
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «Oι Μοιραίοι»

Στο γνωστό έργο του Ιστορία και αλήθεια ο Άνταμ Σαφ[1] παρουσιάζοντας τους δύο τρόπους προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας από τον μέσο άνθρωπο, τον εμπειρισμό και τον παροντισμό, εντοπίζει προβλήματα που ανάγονται στον τρόπο θέασης του παρελθόντος: εκτός από την κριτική που ασκεί στην απόλυτα θετικιστική προσέγγιση της ιστορίας, στη δυνατότητα πλήρους αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, στην προβολή, συνειδητή ή μη, αξιών και σκεπτικών του παρόντος στο παρελθόν, επικεντρώνεται στην παρουσίαση των γεγονότων που συνιστούν το παρελθόν ως σύνολο στοιχείων ομοιογενών που συνιστούν στην τελική τους αποτίμηση μια ευθεία γραμμή. Ο Σαφ αποδίδει τα παραπάνω στην προσπάθεια που καταβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα, όργανα της οποίας είναι και οι ιστορικοί, να περιγράψει τα γεγονότα αποδίδοντας μια ερμηνεία που στηρίζει την οπτική αλλά και τα συμφέροντά της, εξασφαλίζοντας έτσι τόσο τη διάσωσή της όσο κυρίως τη συνέχιση της επικυριαρχίας της επί των κυριαρχούμενων. Παράλληλα, τα τελευταία είκοσι τουλάχιστον χρόνια αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για μια άλλη οπτική και αντιμετώπιση της ιστορίας, η οποία απορρίπτει την ομοιογένεια ως όρο της διαμόρφωσής της, ενώ προτάσσει και άλλες μορφές αποτύπωσής της: έτσι, εκτός από την επίσημη γραπτή μορφή της, προβάλλεται η προφορική ή η δημόσια ιστορία, ως οπτική έκφρασης της βίωσης του παρελθόντος μέσω της μαρτυρίας.[2]

Σημαντική επίσης αλλαγή έχει εντοπιστεί στην εστίαση των φορέων του ιστορικού λόγου: από την οπτική των κυρίαρχων η έρευνα, τόσο η στενά ιστορική όσο και η ευρύτερη επιστημονική, στρέφεται πλέον στην προσπάθεια απόδοσης της οπτικής των κυριαρχούμενων,[3] των ιδεών τους, των διαφοροποιήσεών τους σε σχέση με τους επικρατούντες, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί πληρέστερα το παρελθόν, να αποφευχθεί η μονομέρεια, ώστε η επαφή μας με αυτό να είναι ουσιαστικότερη και ποιοτικότερη. Από τα παραπάνω επηρεάστηκε σαφώς και η λογοτεχνία και η κριτική. Η « Δομή της αίσθησης» (structure of feeling) είναι ο όρος που επινόησε ο Βρετανός θεωρητικός της κουλτούρας Ρέυμοντ Ουίλλιαμς για να περιγράψει τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, η οποία δεν εξαντλείται στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά λαμβάνει υπόψιν της τις λογοτεχνικές συμβάσεις προκειμένου να αποδώσει το παρελθόν.[4] Δεν γνωρίζω αν ο συγγραφέας είχε υπόψιν του αυτές τις παραμέτρους που έχουν τεθεί από την επιστήμη (ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, θεωρία της κουλτούρας), το έργο του πάντως φαίνεται να ακολουθεί τα στοιχεία που έχουν επισημανθεί ως σημαντικά ιδιαίτερα στο θέμα της απόδοσης του παρελθόντος αλλά και της προσπάθειας της κατανόησής του. (περισσότερα…)

Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

(περισσότερα…)

«Φονιάς ή σκοτωμένος, ίδια πανσέληνος θα φωτίζει τον ύπνο μου»: Γιωργής Κότσιρας (1920-1998)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

[…] Πού να τοποθετήσω τον εαυτό μου
Σε ποιο σταυροδρόμι, σε ποιο σκαλί.
Μέσα στη νύχτα θα κλείσω την πόρτα
Ν’ αφήσω έξω τη συνείδησή μου.
 
Ένας ανεμοστρόβιλος θα έχει πάρει την ψυχή μου
Ένας κακός αέρας σφυρίζοντας θυμωμένα
Θ’ αναβοσβήνει με πείσμα χιλιάδες κεριά.
Το φάντασμά μου με άσπρο χιτώνα στη σκοτεινιά
Με παγωμένα δάχτυλα θα χορεύει στον κατατρεγμό
Κι εγώ θα μένω εδώ άσπιλο αστέρι στη μοναξιά
Ασάλευτος στην αιωνιότητα της προσμονής μου […].

Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1920 στην Αθήνα, με το πατρικό του σπίτι να βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη. Ο πατέρας του, Σταμάτης, γνωστός έμπορος, μαζί με τα αδέρφια του, ίδρυσαν και εδραίωσαν στον Ασπρόπυργο την τσιμεντοβιομηχανία «Χάλυψ».

Κι όμως έχουμε αφήσει στο κλείσιμο του σπιτιού
Ένα σωρό νωπές έγνοιες
σαν φύλλα τριανταφυλλιάς
Ένα σωρό αναμνήσεις
σαν άδεια βαρέλια
Και προχωρούμε χωρίς υποταγή
χωρίς ανταπόκριση
Πιο μακριά κι από το σύνορο της καρδιάς μας
Φορώντας τη συνήθεια λοξά καθώς
τ’ απογευματινό μας χαμόγελο
Στο πάνε κι έλα αδιάκοπα μ’ επιμονή
σ’ αυτή εδώ τη πλατεία

Προχωρούμε
Τα φώτα δεν είναι πολλά κι όμως δεν είναι λίγα
Κι έτσι καθώς οι καθημερινοί άνθρωποι σωπαίνουν
Δαγκώνοντας την άκρη από τα τελευταία μισόλογα
Ξαναγράφεται ίδια πάλι μια ιστορία αδιάκοπα
Χωρίς παραλλαγές ‒ τίποτα πάνω τίποτα κάτω
Χωρίς βεβαιότητα
Προχωρούμε…

Στα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο και ολοκλήρωσε τις τελευταίες τάξεις στα Εξάρχεια, όπου και πήρε το απολυτήριό του. Το 1939, με την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μπήκε με εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες, και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1965. Έπειτα διορίστηκε συμβολαιογράφος με έδρα την Κηφισιά.

Έζησες εξόριστος μέσα στην πολιτεία
Μοναχικέ άνθρωπε ‒ συμπατριώτη της σιωπής
Μες στις πυκνοκατοικημένες ώρες της εποχής μας
Φέρνοντας απ’ τη μακρινή σου περιπέτεια
Το τελευταίο τραγούδι του πεθαμένου κύκνου
 
Οι γιορτινές ημέρες είναι παγερές σαν από μέταλλο
Σπίτια ερμητικά κλεισμένα δίχως τετράγωνα φώτα
Χωρίς υποψία καθημερινής συλλογής
 
Είναι πολύ καθημερινές οι μεγάλες ανησυχίες
Σ’ ένα απογευματινό περίπατο στον Εθνικό κήπο
Κι εσύ περπατάς μαζί με την ατέλειωτη ιστορία
Σπίρτα τσιγάρα και τον Μαγιακόφσκυ συντροφιά
 
Οι συνηθισμένες μέρες είναι διασκέδαση των βιαστικών ανθρώπων
Καθώς το ύφος της σιωπής σε μια παύση των τζιτζικιών
Στις μεσημεριάτικες πιπεριές της λεωφόρου
 
Κατακόρυφο το απόγευμα σε οριζόντια χαμόγελα
Και δρόμους μακρινούς που οι άνθρωποι περνάνε απλοί
Ζωή χωρίς προσποίηση όσο γίνεται πιο απλή
Ποίηση χωρίς ιδέες όσο γίνεται πιο γυμνή
 
Η παρατημένη πέτρα στη μέση του δρόμου είναι μια περιπέτεια […]

~.~

Από τα πρώτα μου τα μαθητικά αιστάνθηκα να με παρωθεί μια κλίση προς τα γράμματα και από τις πρώτες γυμνασιακές τάξεις στο Λεόντειο, ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Εκεί, ο Φρερ Νικολά, με την ευκαιρία κάποιων αδέξιων στίχων, που φαίνεται όμως τον είχαν εντυπωσιάσει, άκουσα να λέει για μένα τα μαγικά τότε ονόματα του Ρεμπώ και του Λωτρεαμόν. Αργότερα όμως, έλεγε, σε πιο εύθετο καιρό… Εκεί στην μέση του γυμνασίου λοιπόν, στο Ε’ Εξαρχείων, όσοι από τη συντροφιά μας είχαν προχωρήσει στη γαλλική γλώσσα, έσκυψαν σε ποιήματα του «τρομερού παιδιού»… Και η συντροφιά, όπως αποδείχθηκε με τον καιρό, δεν ήταν τυχαία. Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Δαμιανός, ο ηθοποιός Νίκος Τζιόγας, ο θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, οι ζωγράφοι Ιωάννης Γαΐτης και Ιάσων Μολφέσης… Έγραφα λοιπόν ποίηση από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά την κρατούσα στο συρτάρι, θέλοντας από μιαν άποψη να βεβαιωθώ για την ουσιαστικότητά της με τον καιρό και από την άλλη, διαγράφοντας ή αφαιρώντας ποιήματα, να επιχειρήσω να εντάξω τα απομένοντα μαζί με καινούργια σε μια σύνθεση. (περισσότερα…)

Ὁ Μάμρα καὶ ἡ τυραννία τοῦ παρελθόντος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 (συγκεκριμένα τὸ 1985) προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γνωστὴ στοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ γεννηθήκαμε στὴ δεκαετία τοῦ ’90 σειρὰ κινουμένων σχεδίων Thundercats (Θάντερκατς). Μπαίνω στὸ θέμα πολὺ γρήγορα· ἡ πλοκὴ μέσες-ἄκρες —τουλάχιστον γι’ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸ παρὸν κείμενο— ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ πλανήτης τῶν ἀνθρωπόμορφων αὐτῶν αἰλουροειδῶν, ἡ Θαντέρα, ὑφίσταται καταστροφή. Οἱ κάτοικοί της ἀποδροῦν στὸ διάστημα μὲ ἕναν μεγάλο στόλο διαστημικῶν ἀεροσκαφῶν καὶ μιὰ ναυαρχίδα, ὡστόσο στὴν πορεία τους αὐτὴ δέχονται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς Mutants (τὰ Μεταλλάγματα ἢ Μεταλλαγμένους, ἀνάλογα τὴν ἑκάστοτε μετάφραση), ὁρκισμένους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πλανήτη Πλάνταρ, γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν διευκρινίζεται ἂν ἔχει ὑποστεῖ ἀντίστοιχη καταστροφὴ μὲ τὴ Θαντέρα.

Καταστρέφοντας τὸν διαστημικὸ στόλο τους ἀποτυγχάνουν νὰ διαλύσουν τὴ ναυαρχίδα, μέσα στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, πηγὴ δύναμης τῶν Θάντερκατς, κι’ ἔτσι ὁ Τζάγκα, ὁ γηραιὸς ἀρχηγός, ἀναλαμβάνει νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Τρίτη Γῆ προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Θάντερκατς μπαίνουν σὲ χρονοκάψουλες γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ζωντανοὶ καὶ στὴν ἡλικία ὅπου βρίσκονταν, καὶ τελικὰ φτάνουν στὴν Τρίτη Γῆ, τὸν νέο αὐτὸν κόσμο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι ὁ μὲν Τζάγκα πέθανε ἀπὸ γηρατειά καθὼς ἀναμενόταν, ἐνῶ ὁ νέος τους ἀρχηγός, ὁ Λάιονο, λόγω ἐπιπλοκῆς στὴν κάψουλά του παρέμεινε ἔφηβος, πλὴν ὅμως στὸ κορμὶ ἐνηλίκου. Κάπου ἐκεῖ ξεκινάει καὶ ἡ κυρίως πλοκή. Στὴν Τρίτη Γῆ οἱ Θάντερκατς ἀποφασίζουν νὰ ἐγκατασταθοῦν, ὡστόσο τὴν ἴδια ἐποχὴ φτάνουν ἐκεῖ καὶ τὰ Μεταλλάγματα μὲ τὸν ἴδιο στόχο, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἕναν μουμιοποιημένο μάγο, τὸν Μάμρα, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, συνεργαζόμενος μὲ τὰ Μεταλλάγματα κι’ ἄλλες δυνάμεις, πάντοτε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ.

Ὣς ἐδῶ ὅλα καλά. Ἡ πλοκὴ δημιουργεῖ ἕνα σκηνικὸ περιπέτειας ποὺ ὑπόσχεται μάχες, στρατηγικὲς καὶ συγκινήσεις. Ἡ περιγεγραμμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ κινουμένου σχεδίου ἔχει διακριτοὺς ρόλους καὶ ἠθικὲς ἀποτιμήσεις. Οἱ Θάντερκατς εἶναι «οἱ καλοί»· μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τους ἄλλωστε βλέπουμε τὴν ἐκδίπλωση τοῦ κάθε ἐπεισοδίου. Ὁ δὲ Μάμρα, τὰ Μεταλλάγματα καὶ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους κατὰ περίσταση συμμάχους τους, εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἀφαιρετικὰ ὀνομάζεται «οἱ κακοί».

Μιὰ προκλητικὴ ἀντι-ἀνάγνωση τῆς πλοκῆς θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ἐπὶ μίας βάσεως τὴν ἀπόφανση περὶ ἑνὸς παρεξηγημένου Μάμρα. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἐμφανίζεται ὡς τὸ ἀπόλυτο κακό καὶ ὡς ὁ ἀπόλυτος ἀντίποδας τῶν θετικῶν δυνάμεων τῶν Θάντερκατς. Μιὰ παιδικοῦ τύπου ἁπλοποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ θέλει τοὺς ἥρωες ἑνὸς κινουμένου σχεδίου νὰ χωρίζονται σὲ «καλοὺς» καὶ «κακούς» προϋποθέτει μία (1) ὀπτικὴ γωνία, δοσμένη ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ σκηνοθετικὴ πρόθεση. Ἀντιστρέφοντας ὡστόσο τοὺς ρόλους, ἡ σαφῶς περιγεγραμμένη εἰκόνα ἀρχίζει καὶ ἐμφανίζει κόμπους ποὺ ἀπαιτοῦν σύνθετα ἐργαλεῖα προκειμένου νὰ λυθοῦν. (περισσότερα…)

«τραντάζοντας τις ξεχασμένες πόρτες των καιρών»: Αλέξης Δ. Ζακυθηνός (1934-1992)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Ο λόφος με τους στρατιώτες και τα σκουλήκια,
κορφή και πρόποδες, το βασίλειο των ψαριών,
οι ανατολές και τα μεσημεριάτικα πουλιά,
της νύχτας ιδίως τα ρυθμικά έντομα,
η γη κι’ η βλάστηση, το φράγμα του ήχου,
οι λέξεις και μαζί τα σκουριασμένα καρφιά,
τούτα που καρφώνουν τους ανθρώπους στο έδαφος,
σε κάτι στάσεις αρχαϊκές, απαράλλαχτα ίδιες,
όλα αυτά δεν είναι αυτά που έζησα.
Οι άνθρωποι, η γη κι’ η βλάστηση είναι φτιαγμένα
με λέξεις, με γραμμές – φτερά πουλιών,
κορφή και πρόποδες, για πάντα.
Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Όμως ο λόφος, που αναφέρω, υπάρχει.

Ο Αλέξης Δ. Ζακυθηνός γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1934 και ήταν γιος του επιφανούς βυζαντινολόγου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονυσίου Ζακυθηνού. Ποιητής του μικρού κυρίως ποιήματος και του ελάσσονος τόνου, πρόσθεσε μια διακριτική αλλά και ευδιάκριτη φωνή στην ποίηση.

Στέκομαι γυμνός μπρος στο κενό, γιόμισα
λέξεις-ήχους, ό,τι πιο πολύ βαραίνει
σήμερα κι αύριο, μέχρι το φριχτό πλήρωμα του χρόνου.
Μην τα πιστεύετε αυτά που γράφω. Στέκομαι γυμνός
μπρος στ’ αδειανά παράθυρα της νύχτας
και κλαίω.

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συνεργάτης της ελληνικής ραδιοφωνίας, ενώ το 1969 εισήλθε στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο διπλωματικό σώμα.

Το μαύρο σου κορμί γαζέλα μου
και τα στιλπνά σου μάτια που σε μαύρο
δάσος, λες, ασπρίζουν, μέσα μου πολύ
βαθιά τα ‘χω κρατήσει, έτσι που τίποτε
δεν δείχνει πως τα αγάπησα, ούτε καν
εκείνο το πιστό σου ομοίωμα, που τότε
πήρα, χαιρετώντας σε, μαζί μου, αφού
για τους κακούς δεν είναι παρά μόνο
ενθύμιο τέχνης αφρικανικής του εξ άλλου
φορτωμένου ενθύμια κι άλλων ταξιδιών
μονήρους σπιτικού μου στην Αθήνα.

Υπηρέτησε σε σημαντικές θέσεις στο Σικάγο, την Τρίπολη και την Βόννη. Αργότερα διετέλεσε πρέσβης στο Καμερούν, την Αργεντινή, τη Βραζιλία και στο Παρίσι. Η τοποθέτησή του στην UNESCO στην γαλλική πρωτεύουσα ήταν και η τελευταία της σταδιοδρομίας του. (περισσότερα…)

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

«Τον άρτον ημών τον επιζήμιον»: κριτική και «ήσυχο ψωμί»

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης ὁδηγεῖ σὲ καταστάσεις ἀνθρωποκτόνες. Καὶ ἡ ἀνθρωποκτονία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ —κυρίως— ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὅσων πολὺ συχνὰ τὸν συνιστοῦν ὡς conditiones sine quibus non. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ φύση κάποιου καὶ δίχως αὐτὸ ὁ ὁριστικὰ «κάποιος» τρέπεται σὲ ἀόριστα «ἕναν», τίθεται συχνὰ ὑπὸ προϋποθέσεις, συνθῆκες καὶ ὅρους ποὺ ψευτίζουν τὸ εἰδοποιὸ αὐτὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ συνεπῶς τὸν ἴδιο τὸν φορέα αὐτῆς τῆς ταυτότητας.

Ἡ ἀνάγκη ἄρθρωσης κριτικῆς μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ καλλιεργηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ συνιστᾶ προδιάθεση δομικὴ γιὰ τὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν ἀσκεῖ. Ἴσως ἐκκινεῖ ἀπὸ ψυχοσυναισθηματικὰ ἐλλείμματα ἢ ἀπὸ κάποια ἤπια —κι’ ἄλλοτε ὀξεία— ναρκισσιστικὴ διαταραχή, ἴσως ἀπὸ κάποιο σύνδρομο διδακτικό, ἐξουσιαστικὸ ἢ προστατευτικὸ πρὸς τὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, ἴσως ἀπὸ καθῆκον αὐθεντίας ἀπέναντι σὲ ἕνα πεδίο ποὺ χρήζει ὑπεράσπισης, σωτηρίας ἢ —ἐσχάτως— καταβαράρθωσης. Ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἄσκησή της μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἀρχέγονη τάση ποὺ μοιράζεται γενετικὰ σὲ κάποιους, ὡς μία τρόπον τινὰ διαδικασία ρύθμισης τῶν ἐντροπικῶν τάσεων τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ἕνα ἰσχυρὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ ὅποιον τὴν παίρνει στὰ σοβαρά.

Ἡ ὑποτίμηση καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση —σὲ βαθμὸ ὑποχώρησης καὶ τελικὰ ἀπουσίας— τῆς κριτικῆς τόσο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν ὅσο κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν δέχονται, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μία μόνον αἰτία. Προφανῶς, πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἀτολμία τῆς ἐποχῆς. Οἱ μὲν ἀσκοῦντες τὴν κριτικὴ ὀρρωδοῦν μπροστὰ στὶς συνέπειες τῆς ἔκθεσης ποὺ συνεπάγεται μία ὀξεία, ἢ ἀμφιλεγόμενη, ἢ ἀκόμα καὶ μετριοπαθής, δίκαιη κριτική· οἱ δὲ ἀποδέκτες πάσχοντας ἀπὸ ἀλγοφοβία μετατρέπουν τὴν κριτικὴ σὲ προσωπικὴ ἐπίθεση, δολοφονία χαρακτήρα, ὑπόγεια ἀτζέντα μὲ δεδομένα κινήτρα, τοξικότητα κ.ο.κ., ἐπενδύοντας ὅλες τους τὶς μάρκες στὴν κουλτούρα ἀποδοχῆς τῶν ΜΚΔ, στοὺς ἀτελείωτους καταλόγους ἀτόμων μὲ @/mention (ποὺ δηλώνουν ὁμάδα, συλλογικότητα, μέτωπο, φράξια, κίνημα, μπλόκ), στὸν ὠκεανὸ θετικότητας σὲ μιὰν ἐδεμικὴ μετα-αξιολογικὴ κατάσταση. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀγωνία τῆς ἔκθεσης καὶ τῆς συνακόλουθης τοποθέτησης ἐντὸς μιᾶς γυάλινης προθήκης ἡ ὁποία τίθεται πλέον στὴν —συχνὰ ἀνθρωποβόρα— κριτικὴ τοῦ κοινοῦ, μετασχηματίζεται σὲ μία κοινότητα Amish ὅπου ὅλα γίνονται συνεργατικά, ἀνώδυνα καὶ κυρίως «φροντιστικά».

Μία δεύτερη δεσπόζουσα αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ στὴν στροφὴ τῶν ἐνδιαφερόντων πρὸς εὐρύτερα σχήματα· δηλαδή, στὴν ἀποτροπὴ τῆς μεμονωμένης κριτικῆς καὶ στὴν ἐπικέντρωση στὸ φαινόμενο, στὸ πολιτισμικὸ προτσὲς ἀπότοκο τῆς ὁποίας συνιστᾶ τὸ μεμονωμένο. Ἀσφαλῶς, θὰ πεῖ κανείς, αὐτὸ συνέβαινε καὶ στὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἀρθρωνόταν ἡ μεμονωμένη κριτική σὲ μεμονωμένα ἔργα μεμονωμένων προσώπων. Μάλιστα, αὐτὸ θεωροῦνταν «ἐπιτυχημένη καὶ πλήρης κριτική», καθὼς τὸ καθένα ἔργο δηλωνόταν ὡς σύμπτωμα μιᾶς εὐρύτερης τάσης ποὺ κατὰ τὸν κρίνοντα εἶχε λάβει μιὰν ἐσφαλμένη —ἢ ἔστω στρεβλή— κατεύθυνση. Ἡ σύγχρονη ἐμμονὴ στὴν ἀποφυγὴ τῆς κατὰ περίπτωσιν ἀξιολόγησης καὶ ἡ στροφὴ στὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, πόρρω φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομαζόταν «κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ». Μέσες-ἄκρες, συνιστᾶ μιὰν ἐπιστημονίζουσα ἐκδοχὴ τῆς πρώτης αἰτίας, καίτοι ἐρείδεται σὲ μιὰ τάση σίγουρα ἐπωφελῆ καὶ γόνιμη γιὰ τὸν δημόσιο λόγο σχετικὰ μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν καλλιτεχνία, κι’ ἐσχάτως τὸν πολιτικὸ —τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ— βίο.

Ἡ τρίτη, ὅμως, καὶ ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνη αἰτία τῆς ἀσθένειας —ἂν δὲν πρόκειται ἤδη γιὰ θάνατο— τῆς κριτικῆς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ψωμί. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἕνα μικρὸ χωριό, μιὰ ἐπαρχία τῆς Δύσης μὲ χαρακτηριστικὰ Ἀνατολῆς, τὸ «σταυροδρόμι» τῶν εὐαίσθητων ποὺ ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ διαλέξουν πλευρὰ ἀνάμεσα στὸ ἐγκλωβιστικὸ γιὰ τὰ ζωτικά τους ὄργανα φράκο καὶ τὸ σφιχτὸ στὸ φίλτρο Winston, καὶ στὸ προκλητικὰ φολκλὸρ τουρμπάνι μὲ τὸν Ἄσσο ἄφιλτρο ποὺ τραβιέται σὰν δροσερὸς ἀέρας στὴν Πίνδο. Κι’ ὅπου «μικρὸ χωριό», αὐτόματα ἔχει κανεὶς «κακὸ χωριό». Διότι ὅταν ὅλοι γνωρίζονται ἔστω καὶ κατ’ ὄνομα μὲ ὅλους, ὅταν τὰ πάντα σχεδὸν κινοῦνται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα ἀνθρωποδίκτυα ποὺ σὰν ἄλλοι ἀτζέντηδες ἀποφασίζουν ποιός θὰ παίξει καὶ ποῦ, ὅταν γενικῶς τὸ σάλτο τοῦ ἑνὸς συνεπάγεται τὴν τρικλοποδιὰ τοῦ ἄλλου, οἱ ὑποχρεώσεις ἑκατέρωθεν αὐξάνονται, τὰ μυστικὰ γίνονται κοινὴ γνώση ὅλων, τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἀμοιβαία καταστροφὴ τρεμοπαίζει πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ καθένα καὶ τῆς καθεμιᾶς. Μ’ ἄλλα λόγια, οἱ δεσμεύσεις πληθαίνουν τόσο ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ νερόφιδα στὰ ποτάμια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀναπαραγωγῆς. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)