Συντάκτης: L'apprendista

(Απο)δομώντας το δυαδικό σύστημα της ζωής

Αναστασία Ονουφρίου
όταν λέω άλφα
Σαιξπηρικόν, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως απάντηση στο πιο σημαντικό ερώτημα που θέτει κάθε νέα πρώτη συλλογή, μέσα στο χάος του κόσμου μας και μέσα στο χάος της βιβλιοπαραγωγής, η Αναστασία Ονουφρίου καταθέτει λόγο προσωπικό και οικουμενικό, μετρημένο και εν δυνάμει μελλοντικά αναγνωρίσιμο. Η θεματολογία της συλλογής ποικίλλει και το ένα θέμα διαδέχεται ομαλά το άλλο· το υπαρξιακό ζήτημα γίνεται κοινωνικό, το προσωπικό οπωσδήποτε συλλογικό, παρά το μοναχικό μηδέν της γραφής και του Είναι. Ο απελευθερωμένος στίχος κυριαρχεί στα ποιήματα, φανερώνοντας εντούτοις τη γνώση της ποιήτριας για τα παραδοσιακά σχήματα, στιχουργικά και ρητορικά, τα οποία χρησιμοποιεί λειτουργικά, στοχευμένα και καθόλου καταχρηστικά. Η ισορροπία ανάμεσα στη ρυθμική δομή και την πεζολογία, αλλά και ανάμεσα στον λυρικό και τον ρεαλιστικό τόνο είναι επιτυχημένη, δείχνοντας στιχουργική δεξιότητα και φροντισμένο προσωπικό ύφος:

(περισσότερα…)

Στέλιος Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΔΥΝΑΜΗ

Δυο εχθρούς έχει η κραυγή μου
Τους διαφημιστές και τους επιμελητές
Γι’ αυτό κι εγώ θα γράψω λέξεις
και θα την κρύψω στις σκιές τους
Στα κενά ανάμεσά τους
Στις εισπνοές σου.

~.~ (περισσότερα…)

Μια οργισμένη ποιητική καταγραφή του παρόντος

Δημήτρης Γκιούλος
Αστικά δύστυχα
Θίνες 2020

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου το διάβασα δυο φορές. Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ανισότητες ήταν η απόφαση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά στη δεύτερη ανάγνωση προστέθηκε και η ζωηρή αίσθηση που σου αφήνουν ορισμένα βιβλία από την ιδιάζουσα ταυτότητα της γραφής και το, εικαζόμενο, ποιον του φορέα της γραφής. Τριανταεξάχρονος ο δημιουργός, στην πρώτη ποιητική δοκιμή του, με κείμενα αυτοπαρατήρησης, αυτοβιογραφικά, που μετρούν τη συνήθη, ελαφρώς προβληματική, οικογενειακή γενεαλογία, τη μέτρια ενηλικίωση, την υπεσταλμένη εξέγερση της αριστερής ιδεολογίας, το μεροκάματο του δύσκολου έρωτα, τη σκληρή οικονομική συνθήκη του μη σταδιοδρομήσαντος από άποψη, την μπετόν αρμέ αστική καθημερινότητα, την οδύνη του πρώτου πραγματικού θανάτου στη ζωή, της μάνας, την οργή που στρεφόμενη, πρώτον, κατά του εαυτού γίνεται σαρκασμός και, δεύτερον, κατά της κοινωνικής φενάκης γίνεται καταγγελία που δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

 

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Σωστά Ιφιγένεια σε λεν· και τώρα,
που οι χαραμάδες στένεψαν, μας λείπει
η δύναμη που κρύβεις. Μην τρομάξεις
αυτούς που τόσο σ’ αγαπούν, μη φύγεις
για κάποιο αλόγιστο ταξίδι. Γύρνα,
μα σε βωμό παράλογο μην κάτσεις.
Συλλογίσου, μετά τη δίκαιη ψήφο
το αντίδοτο του θάνατου θριαμβεύει·
διώχνει το ανώφελο σκοτάδι· ζήσε
για εκείνους που το δράμα συνεχίζουν.

~.~ (περισσότερα…)

Ένας διαφορετικός «οδηγός αυτοβελτίωσης»

Eva Illouz, Γιατί πληγώνει ο έρωτας,
Μτφρ.: Διονύσης Παπαδουκάκης
Εκδόσεις του Eικοστού Πρώτου, 2019

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Εάν κάποιος παρατηρούσε τις προθήκες ενός βιβλιοπωλείου και πρόσεχε τον τίτλο του βιβλίου της Eva Illouz, χωρίς να γνωρίζει το έργο και το προφίλ της, ενδέχεται να θεωρούσε ότι το βιβλίο είναι ένας πρακτικός οδηγός επούλωσης ερωτικών τραυμάτων. Ο τίτλος του βιβλίου: Γιατί πληγώνει ο έρωτας παραπέμπει άμεσα σε όλα τα best seller των “γυναικείων” βιβλίων, οδηγών αυτοβελτίωσης, τα οποία έχουν ως στόχο την εξερεύνηση των σχέσεων των δύο φύλων και τις συμβουλευτικές προτάσεις για τη συντήρηση μιας “πετυχημένης” ερωτικής σχέσης με διάρκεια.

(περισσότερα…)

O Καρλ Λέβιτ και η Επανάσταση του Χριστιανισμού

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πώς άρχισε η φιλοσοφία της Ιστορίας; Τι εννοούμε όταν λέμε «νόημα της Ιστορίας»; Όπως υποστηρίζει ο Karl Löwith, η αναζήτηση για το νόημα της ιστορίας ήταν στην πραγματικότητα αναζήτηση για το νόημα της οδύνης μέσα στην ιστορία. Ο όρος φιλοσοφία της Ιστορίας, που συναντάται για πρώτη φορά στον Βολταίρο, δηλώνει τη συστηματική ερμηνεία της Παγκόσμιας Ιστορίας σύμφωνα με μια γενική αρχή, με βάση την οποία τα ιστορικά γεγονότα και οι σειρές των γεγονότων ενοποιούνται και κατευθύνονται προς ένα έσχατο νόημα. Η πίστη στο νόημα της Ιστορίας σημαίνει την πίστη στην ύπαρξη ενός τελικού στόχου ή σκοπού, ο οποίος υπερβαίνει τα πραγματικά γεγονότα της εμπειρίας.

(περισσότερα…)

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.

 

~.~

 

(περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Δύο ποιήματα

(περισσότερα…)

Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός

Ο Φλοι­ός Ξε­φλου­δι­σμέ­νος

Τα α­πο­γεύ­μα­τα με­τά το σχο­λεί­ο βγαί­να­με και παί­ζα­με στον δρό­μο. Έ­τσι εί­χα μά­θει. Α­νυ­πο­μο­νού­σα για τα Σάβ­βα­τα και τις Κυ­ρια­κές. Τη­λε­φω­νού­σα στον Πα­να­γι­ώ­τη και τον Λευ­τέ­ρη, και τον Γι­ώρ­γο με τα δύ­ο α­δέλ­φια του και πε­τού­σα α­πό προ­σμο­νή ό­ταν δέχονταν και οι πέν­τε να έρ­θουν, ενώ με­λαγ­χο­λού­σα ό­ταν ό­χι, για­τί ποι­ος ή­ξε­ρε πό­τε θα να ξα­να­βρι­σκό­μα­στε. Ή­μα­σταν συγ­γε­νι­κά πνεύ­μα­τα. Οι γο­νείς μας ή­ταν με­τα­νά­στες, και οι ε­φτά εί­χα­με φτά­σει στη νέ­α χώ­ρα μι­κροί, κά­τω των έν­δε­κα, ό­ταν οι γο­νείς μας, ό­λοι τους σα­ραν­τά­ρη­δες ―σα­ραν­τά­ρη­δες!― ά­φη­σαν πί­σω ζω­ές και πή­γαν ό­που δεν ή­ξε­ραν.

Προ­σπα­θώ να φαν­τα­στώ και να μπω στη θέ­ση τους και δεν το κα­τα­φέρ­νω. Πο­τέ δεν θα πα­ρά­τα­γα σα­ράν­τα χρό­νια ζω­ής για να πά­ω αλ­λού. Τι να κά­νω; Να ξα­ναρ­χί­σω; Γί­νε­ται; Τώ­ρα, βέ­βαι­α, με­γά­λος στην η­λι­κί­α, ξέ­ρω ό­τι μια φο­ρά μό­νο αρ­χί­ζει κα­νείς.

Ή­ταν κα­λύ­τε­ροι – σε τό­σα ι­σχυ­ρό­τε­ροι, σκλη­ρό­τε­ροι. Οι γο­νείς τεί­νουν να εί­ναι έτσι.

Τι κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ζεις σε δρό­μο χω­ρίς έ­ξο­δο, με δι­ώ­ρο­φα σπί­τια στις δύ­ο πλευ­ρές, δύ­ο-τρεις οι­κο­γέ­νει­ες στο κα­θέ­να, με παι­διά σε πολ­λά απ’ αυτά, αυ­το­κί­νη­τα α­ραγ­μέ­να στις ά­κρες και δέ­κα-εί­κο­σι παι­διά να παί­ζουν στο δρό­μο κά­θε α­πό­γευ­μα;

Αυ­τό στην α­πέ­ναν­τι γω­νί­α, ή­ταν πο­δή­λα­το; Ή­ταν δυ­να­τόν; Εγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο; Το σή­κω­σα και το κα­βά­λη­σα και α­μέ­σως η μπρο­στι­νή δι­χά­λα λύ­γι­σε προς τη μια πλευ­ρά και με δυ­σκο­λί­α κρά­τη­σα το τι­μό­νι ευ­θεί­α. Το σώ­μα μου ξε­φού­σκω­σε με α­πο­γο­ή­τευ­ση σαν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τό το θαυ­μά­σιο πράγ­μα που πο­τέ δεν θα α­πο­κτού­σα ή­ταν λι­γό­τε­ρο α­πό τις υ­πο­σχέ­σεις του και­νούρ­γιου και α­πό αυ­τές που ξύ­πνη­σαν μέ­σα μου.

Α­πο­φά­σι­σα να μην ι­σι­ώ­σω το σκέ­λος για­τί θα έ­σπα­ζε και θα έ­με­να δί­χως τί­πο­τα. Βρή­κα ό­τι με ζό­ρι κα­τά­φερ­να να αν­τι­στα­θώ στην κλί­ση της μπρο­στι­νής ρό­δας που τρα­βού­σε και θα α­νά­τρε­πε τα πάν­τα. Κρα­τού­σα το τι­μό­νι με το έ­να χέ­ρι για­τί με το άλ­λο κρα­τι­ό­μουν στα πα­ρά­θυ­ρα και στις σκε­πές αυ­το­κι­νή­των να μην πέ­σω. Δεν ή­ξε­ρα ι­σορ­ρο­πί­α. Στιγ­μή τη στιγ­μή, δει­λά και αρ­γά, α­μο­λού­σα το χέ­ρι ό­ταν αι­σθα­νό­μουν λί­γη ι­σορ­ρο­πί­α. Πέ­ρα­σα το κα­λο­καί­ρι ε­κεί­νο με τα πό­δια με­λα­νω­μέ­να και τα α­χα­μνά, φο­βό­μουν, κα­τα­στραμ­μέ­να α­φού συ­χνά έ­παιρ­να φό­ρα, έ­χα­να έ­λεγ­χο και έ­πε­φτα σε αυ­το­κί­νη­τα. Πέ­ρα­σε και­ρός να μά­θω τι θα πει φρέ­νο και έ­τσι και αλ­λι­ώς το στα­μά­τη­μα ή­ταν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη. Στρα­πα­τσά­ρι­σα και γρα­τσού­νι­σα αρ­κε­τά αυ­το­κί­νη­τα. Μπε­λά δεν βρή­κα. Πολ­λοί ι­δι­ό­κτη­τες ή­ταν με­τα­κι­νού­με­νοι που έ­παιρ­ναν το τρέ­νο και ε­πέ­στρε­φαν αρ­γά το βράδυ. Οι υ­πό­λοι­ποι, οι ντό­πιοι, σπά­νια να βγουν έ­ξω.

Άλ­λες φο­ρές παί­ζα­με μπέ­ιζ­μπολ. Πο­τέ δεν εί­χα­με πραγ­μα­τι­κό ρό­πα­λο – έ­σπα­ζα πή­χες α­πό τα κιγ­κλι­δώ­μα­τα και τις ξύ­λι­νες σκά­λες που πή­γαι­ναν στον τρί­το ό­ρο­φο και λεί­αι­να γω­νί­ες με σου­γιά και στρογ­γύ­λευ­α και μόρ­φω­να λα­βή.

Ο Πα­να­γι­ώ­της προ­τι­μού­σε φουτ­μπόλ. Με­ρι­κές φο­ρές ό­ταν βρι­σκό­μα­σταν και οι ε­φτά βά­ζα­με τρεις-τέσ­σε­ρις παί­κτες α­νά πλευ­ρά—δεν ε­πέ­τρε­πε άλ­λους το πλά­τος του δρό­μου. Αυ­τός πα­σα­δό­ρος και ε­γώ δρο­μέ­ας.

Έ­τσι βρή­κα την τε­λει­ό­τη­τα που κου­βα­λά­ω α­κό­μα και σή­με­ρα.

Έ­χου­με εκ­φρά­σεις να εν­νο­ού­με ό­τι εί­μα­στε στη ζώ­νη, για φυ­σι­κά χά­η, για γλυ­κά ση­μεί­α και ό­ταν εί­μα­στε α­πό­λυ­τα βέ­βαι­οι για κά­τι πριν συμ­βεί και με­τά συμ­βαί­νει. Εί­ναι μια δι­ά­στα­ση άλ­λης ύ­παρ­ξης, μια στιγ­μή που ί­σως χα­ρί­ζε­τε α­πό τη Μού­σα, και εί­ναι υ­πε­ρά­νω του κό­σμου αυ­τού. Έ­τρε­ξα με ύ­στα­τη τα­χύ­τη­τα, πέ­τα­ξα, ξέ­φυ­γα του φύ­λα­κά μου, έ­τρε­χα κοι­τά­ζον­τας μπρο­στά, σή­κω­σα το χέ­ρι και η μπά­λα μπή­κε στην πα­λά­μη μου. Α­πα­λά και α­πλά βρέ­θη­κε ε­κεί.

Στο κρε­βά­τι του νο­σο­κο­μεί­ου, τα μαύ­ρα μαλ­λιά του Πα­να­γι­ώ­τη ή­ταν ά­γρια και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ή­ταν τώ­ρα χα­ραγ­μέ­να και λι­πό­σαρ­κα. Μπαι­νο­έ­βγαι­νε στη συ­νεί­δη­ση. Έ­να μή­να πριν, τυ­χαί­α λες και δεν ή­ταν τί­πο­τα, λες και δεν ή­θε­λε να εί­ναι τί­πο­τα, εί­πε εί­χε καρ­κί­νο. Υ­πήρ­χε σχέ­διο, εί­πε. «Σχέ­διο» λες και ό­ταν ε­φαρ­μο­στεί, έ­πε­ται το α­πο­τε­λέ­σμα­τα που σχε­διά­ζεις.

Η α­λή­θεια εί­ναι κα­νείς δεν ξέ­ρει τι ε­πα­κο­λου­θεί. Θα του έ­βγα­ζαν τα δόν­τια. Βόμ­βα αυ­τό. Δεν εί­χε νό­η­μα. Ο κό­σμος κα­τα­στρά­φη­κε και η φτώ­χεια και το Σκο­τά­δι και η Φθο­ρά κρά­τη­σαν α­δι­ά­φο­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σε ό­λα.

Ζή­τη­σε μια κό­κα κό­λα και κοί­τα­ξα τη νο­σο­κό­μα, που μου έ­γνε­ψε. «Α­ραι­ώ­στε τη,» μου εί­πε, «θα του εί­ναι σκλη­ρή.»

Ε­πτά πή­ραν το δρό­μο για το νε­κρο­τα­φεί­ο αλ­λά έ­ξι ή­ταν για γυ­ρι­σμό και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού πά­ει η α­γά­πη του θε­ού ή αν υ­πάρ­χει.

Αυ­τή η τέ­λεια πά­σα, αυ­τή η χά­ρη, αυ­τό το δώ­ρο, αυ­τή η ε­νό­τη­τα με το σύμ­παν εί­ναι μια λε­πτή φλοί­δα κρεμ­μυ­διού, έ­να α­νέκ­δο­το ε­νός α­πο­γεύ­μα­τος και ε­νός λε­πτού που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα … και ση­μαί­νει το παν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Θάνος Γιαννούδης, Αναγέννηση

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου

«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)