Θραύσματα ημερολογίων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι θραύσματα ημερολογίων. Από το 1987 μέχρι και το 2024 κατέγραφα συστηματικά σε ημερολόγια και τετράδια κάθε λογής γεγονότα και σκέψεις. Εδώ και δυο χρόνια σταμάτησα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή διαδικασία με κούραζε και με άγχωνε. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για τη χρησιμότητά της. Για πολλά χρόνια ήταν μια μορφή θεραπείας και μια συλλογή πληροφοριών κυρίως για λογοτεχνικούς λόγους. Τώρα αυτές οι ανάγκες έχουν ξεθωριάσει. Έχοντας τακτοποιήσει μέσα μου μια σειρά από καημούς και απωθημένα, οι καθημερινές καταγραφές μου φαίνονται κουραστικές και ανούσιες. Επιπλέον, έχω αποδεχτεί το γεγονός ότι το λογοτεχνικό μου σχέδιο θα παραμείνει στα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται ισόποσα σε προσωπικές ανεπάρκειες, συνθήκες και στη γενικότερη αίσθηση ματαιότητας που χαρακτηρίζει σταθερά την εσωτερική ζωή μου – μια αίσθηση γλυκόπικρη και απελευθερωτική. Γενικά το διάβασμα μου δίνει περισσότερη χαρά και δύναμη από το γράψιμο. Πάνω στο γραφείο και σε μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα μου έχω γύρω στα ογδόντα βιβλία. Αυτά διαβάζω ξανά και ξανά. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου χίλια, αναπαύονται σε μια μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Πολύ όμορφη εικόνα. Χαίρομαι και μόνο που τα βλέπω.

///

Η τέχνη και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν έχει αποτύχει πλήρως στο κοσμικό του εγχείρημα.

///

Το να γράφεις για τη ζωή σου σημαίνει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου ή να τον επινοείς; Και τα δύο. Αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία είναι αλληλένδετες.

///

Με τα χρόνια καταλήγω όλο και πιο μόνος. Ανέφικτες οι καινούργιες φιλίες, τελειωμένες οι παλιές. Ταμπουρωμένοι όλοι στην αυταπάτη της οικονομικής τους ασφάλειας. Τους φαίνεται επικίνδυνος ο τρόπος που ζω. Τους ενοχλεί που δηλώνω «πάντα φτωχός, ποτέ άφραγκος». Τους ενοχλεί που δεν δίνω δεκάρα για τις καθιερωμένες αξίες αυτού του τόπου. Τους ενοχλεί που μιλάω και γράφω για τον θάνατο και τη ματαιότητα.

///

Ερχόταν σχεδόν μια φορά το μήνα στο σπίτι για να μιλήσουμε για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην αρχή πίστευα ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες αλλά σύντομα φάνηκε ότι ο πραγματικός σκοπός του ήταν τα χρήματα. Μου ζητούσε κάθε φορά δέκα, είκοσι ευρώ. Όποτε είχα, του έδινα. Ένα κυριακάτικο πρωινό ήρθε απρόσκλητος και μπήκε μέσα με συμπεριφορά ανθρώπου που είναι σε απελπισία. Ήταν η δεύτερη χρονιά του κόβιντ. Φορούσε διπλή μάσκα και απέφυγε κάθε είδος χειραψίας. Κούτσαινε λιγάκι – ή έκανε πως κούτσαινε. Άρχισε να μου λέει ότι έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι έπρεπε να πάει στην Αθήνα για εγχείρηση. Μου είπε ότι είχε πάρει στη σειρά φίλους και συγγενείς και ζητούσε από τον καθένα ένα ποσό, όσα μπορούσε ο καθένας. Από μένα ζήτησε πεντακόσια ευρώ. Δεν ξέρω τι εντύπωση του είχα δώσει αλλά τέτοιο ποσό ήταν υπερβολικό για τα δεδομένα μου. Του είπα δεν έχω. Επέμενε. Αναγκάστηκα με τρόπο να του δείξω ότι η επίσκεψή του ήταν δυσάρεστη. Έφυγε. Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τον είδα να βγάζει τη μάσκα και να την πετά στο πεζοδρόμιο. Τον είδα να περπατά κανονικά, ζωηρά, σχεδόν χορευτικά. Δεν ξαναήρθε για επίσκεψη.

///

Στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια δούλεψα σε ξενοδοχεία. Αγάπησα τους χώρους, του συναδέλφους, τους τουρίστες, τη ζωή, τη Ρόδο στην χρυσή εποχή της. Στα πενήντα μου ξαναβρέθηκα να εργάζομαι σε ξενοδοχεία. Και μίσησα σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τον εαυτό μου.

///

Αθήνα, 1990. Είμαι φοιτητής, τρίτο έτος στην παλιά ΑΣΟΕΕ. Δουλεύω σε νυχτερινό μαγαζί, μπουζούκια, ωράριο δέκα το βράδυ μέχρι ξημέρωμα. Μεγάλα ονόματα της εποχής στην πίστα. Μια νύχτα, λόγω διαφωνίας σε λογαριασμό, βρίσκομαι με φαλτσέτα στο λαιμό. Φτιαγμένος ο άλλος, έτοιμος να με καθαρίσει. Δεν θυμάμαι πολλά αλλά με σώζει η παρέμβαση του μαιτρ. Λίγο καιρό αργότερα ο άνθρωπος που με έσωσε με βάζει τσιλιαδόρο σε παράνομες συναλλαγές του. Έπαιξα τον ρόλο δυο νύχτες. Δεν μου ταίριαζε. Έφυγα από το μαγαζί. Βρήκα δουλειά σε βιοτεχνία, βοηθός λογιστή.

///

Ιούνιος 2024. Πήρα την απόφαση να τελειώσω οριστικά με τα ξενοδοχεία. Πήγα σε μερικές συνεντεύξεις, η τελευταία ήταν σε μια σοβαρή εταιρία τεχνολογίας. Προετοιμάστηκα, έβαλα τα καλά μου, πήρα τον φακέλο μου και πήγα ντάλα μεσημέρι στη συνάντηση. Είχα τις αγωνίες και τις ελπίδες μου. Έφτασα στο κατάστημα, μπήκα μέσα, συστήθηκα και τα σχετικά. Περίμενα να πάμε σε κάποιο γραφείο να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο. Αντί γι’ αυτό, μια νεαρή γυναίκα, μάλλον μια απλή υπάλληλος, μου είπε να πάμε έξω. Το ύφος της κοφτό, αγενές. Την ακολούθησα απορημένος. Βγήκαμε έξω. Της λέω: που πάμε; Υπέθεσα πως θα πηγαίναμε σε κάποιο διπλανό γραφείο. Μου λέει: να εδώ στο πεζοδρόμιο να σε ρωτήσω μερικά πράγματα. Στο πεζοδρόμιο, για συνέντευξη, όρθιοι, μέσα στην κάψα, χωρίς καν πληθυντικό ευγενείας, εκείνη 25 κι εγώ 55. Της λέω: μιλάτε σοβαρά; Με απόλυτη φυσικότητα είπε: ναι, γιατί; Έβαλα τα γέλια. Έφυγα. (Πέρασα από πολλές συνεντεύξεις σε σαράντα χρόνια εργασιακού βίου, από λαμπερά γραφεία ξενοδοχείων μέχρι γραφειάκια σε αποθήκες, αλλά τέτοιο πράγμα ποτέ. Αν δεν βιώσει κάποιος όσα συμβαίνουν στην αγορά εργασίας στις μέρες μας δεν μπορεί να καταλάβει την παρακμή και την εξαχρείωση του συστήματος αλλά και τα ηθικά διλήμματα που προκαλεί στους ανθρώπους).

///

Δούλεψα πολύ στη ζωή μου χωρίς να καταφέρω κάτι ιδιαίτερο οικονομικά – μόνο μια αξιοπρεπή επιβίωση. Οι βασικοί λόγοι; Ο πρώτος: η φυσική μου απέχθεια για απόκτηση περιουσίας και πλούτου. Ο δεύτερος: η τάση μου να υποκύπτω σε ανάγκες άλλων που περνούσαν μικρές και μεγάλες δοκιμασίες, αληθινές ή εσκεμμένα φουσκωμένες. Για το πρώτο δεν μετάνοιωσα. Για το δεύτερο: αν μπορούσα να ξαναζήσω τα περασμένα, θα ήμουν λιγότερο αφελής.

///

Μου πήρε χρόνια για να πω όχι σε ανθρώπους και συνήθειες που μου έκαναν κακό και για να καταλάβω ότι το όχι στους άλλους είναι συχνά ένα μεγάλο ναι στον εαυτό μας, όχι σαν έκφραση εγωισμού αλλά αξιοπρέπειας.

///

Συχνές δόσεις τεμπελιάς είναι απολύτως απαραίτητες. Η διαρκής εντατικοποίηση της ζωής είναι πηγή δυστυχίας.

///

Μου λέει «σταματά πια με τα φιλιά σου, είναι υπερβολικά». Σκέφτομαι να της πω «μα κάποτε θα πεθάνουμε, και τότε…» Δεν της λέω τίποτα. Την ξαναφιλάω.

///

Ο μόνος εφικτός ηρωισμός είναι να λες στον εαυτό σου «δεν λυγίζω, δεν εγκαταλείπω» παρότι ξέρεις ότι ο τάφος είναι η τελευταία στάση της διαδρομής.

///

Κλείνω τα μάτια. Φαντάζομαι τον ανυπολόγιστο ανθρώπινο πόνο σε κάθε γωνιά του κόσμου. Αμέτρητα ανθρώπινα σώματα που υποφέρουν από πείνα, φτώχεια, αρρώστιες, κακοποιήσεις, διωγμούς, μοναξιά. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μόνο μια προσευχή. Αλλά σε ποιόν; Σε τί;

///

«Σώσε με» μου λέει. Ο τύπος ήταν βγαλμενός από τις σελίδες του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Καθόταν έξω από τις διαλυμένες δημόσιες τουαλέτες στην πλατεία του Αγίου Φραγκίσκου. Επέστρεφα από το Μαντράκι. Είχα πάει να πληρώσω έναν λογαριασμό της ΔΕΗ. Είχα στο πορτοφόλι δεκαεφτά ευρώ. Η φωνή του βαθιά, εξασθενημένη, μόλις που είχε φτάσει στ’ αφτιά μου. Τον πλησίασα προσεχτικά. Στη φάση που βρισκόταν όλα μπορούσαν να συμβούν. Μου είπε ότι πεινούσε, ότι ήθελε να πάρει κάτι από το περίπτερο. Του έδωσα τα εφτά ευρώ. Το χέρι του τρυπημένο, γεμάτο πληγές και χαρακιές. Έφυγα. Όλη μέρα θυμόμουν εκείνο το χέρι.

///

Από μικρός άκουγα «κάνε υπομονή, κάνε υπομονή». Αργότερα έμαθα ότι στο τέλος αυτής της υπομονής υπάρχει πάντα ένας τάφος. Παράλογη αρετή η υπομονή.

///

Αγάπη, ανάμεσα στ’ άλλα, σημαίνει να το βουλώνεις, να αφήνεις τον άλλο να μιλήσει και να τον ακούς προσεχτικά.

///

Κάθε δράση μας πρέπει να ξέρει τα όρια της αλλιώς στρέφεται εναντίον μας.

///

Τρομερό μεθύσι με κόκκινο ημίγλυκο κρασί σε κάποιο μπαράκι που δεν υπάρχει πια. Το πρωί ξερνούσα και νόμιζα πως θα ξεκόλλαγε το στομάχι μου και θα το έβλεπα να πέφτει στη λεκάνη. Το βράδυ στη δουλειά σερνόμουν – δούλευα τότε στο μπαρ κάποιου ξενοδοχείου. Υπάρχει μια γυναίκα σ’ αυτή την ανάμνηση, μια συνάδελφος που την αγαπούσα τρελά εκείνη την περίοδο, ένας έρωτας χωρίς ανταπόκριση. Ραβασάκια, λουλούδια, επίμονες προτάσεις, κινήσεις απελπισίας. Κάτω από συνθήκες που δεν μπορώ πια να θυμηθώ γνώρισα τον άντρα της, ήπιαμε καφέ μαζί, μου είπε την ιστορία του – προβλήματα υγείας, η μοναξιά που ένοιωθε μέσα στο γάμο του, γενικά εκείνο το είδος της δυστυχίας που γεννιέται όταν πια δυο άνθρωποι δεν έχουν τι να πουν και συνυπάρχουν από ανάγκη και συνήθεια. Όταν έφυγα από εκείνη τη δουλειά, μετά από λίγο ξέχασα τα πάντα, ακόμα και κείνο το παράφορο ερωτικό πάθος που άναψε και έσβησε σαν πυροτέχνημα που δεν αφήνει τίποτα πίσω του. Η συνάντηση με τον άντρα της είχε προκαλέσει μέσα μου ένα είδος συμπάθειας απέναντί του που αφαίρεσε από την ερωτική μου παραζάλη κάθε διάθεση να επιμείνω σε μια ιστορία προβληματική και αδιέξοδη: η σκέψη να προκαλέσω σε εκείνον τον άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερα βάσανα μου ήταν ανυπόφορη.

///

«Ο Αλμπέρ ήταν ένας γάτος εξωπραγματικός. Με το ένα μάτι πράσινο και το άλλο μπλε, και με ένα τρίχωμα αστραφτερά λευκό σαν φρέσκο χιόνι, μου δημιουργούσε συχνά την αίσθηση ότι είχε ξετρυπώσει από άλλη διάσταση. Τον είχα σώσει από τον θάνατο και κάποιες κρίσιμες νύχτες με είχε σώσει απ’ την τρέλα και τον πειρασμό της τελικής χειρονομίας. Του μιλούσα σαν να ήταν άνθρωπος και όταν διάβαζα χαμηλόφωνα αποσπάσματα από αγαπημένα βιβλία με άκουγε με τα μάτια ορθάνοιχτα σαν να καταλάβαινε τα πάντα. Η συμπεριφορά του στο σπίτι ήταν υποδειγματική. Οι απαιτήσεις του σε φαγητό ήταν ελάχιστες και σταθερές. Και όταν η ψυχή μου ήταν βαριά από λύπες και καημούς ερχόταν δίπλα μου, στο γραφείο ή στον καναπέ, και χωρίς μελοδραματικές χειρονομίες – χάδια και τριψίματα – καθόταν αγέρωχος σε στάση σφίγγας για να μου υπενθυμίσει την αξία της ακινησίας και της απάθειας μπροστά σε όλα τα μάταια συμπτώματα της ύπαρξης που παίρνουν μέσα μας υπερβολικές διαστάσεις και μας καταθλίβουν αδικαιολόγητα». (Σημείωση για κάποιο ανεκπλήρωτο μυθιστόρημα. Ο Αλμπέρ είναι πραγματικός, το ίδιο και τα χαρακτηριστικά που περιγράφω. Τον βρήκα ετοιμοθάνατο έξω από την πόρτα μας. Το όνομα Αλμπέρ είναι από το Αλμπέρ Καμύ – ήταν το πρώτο που σκέφτηκα όταν είδα το χρώμα των ματιών του).

///

Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ το αμπάρι του κορμιού

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

///

Χωρίς τους αγαπημένους μου συγγραφείς, θα είχα καταλήξει απόλυτα μηδενιστής. Τους ευγνωμονώ. Μου έδωσαν τα πάντα και δεν ζήτησαν τίποτα.

*

**