Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα.

Ποτέ δεν πείστηκα, εξάλλου, πως ήμουν φλύαρος. Πολυσύνθετος και πολυδαίδαλος, ναι. Αλλά όχι και φλυαρία η φαντασμαγορία του λόγου μου! Έτσι ήμουν εγώ: κομμένη φλέβα, αίμα και πετιόμουν, ξεχείλιζα, άπλωνα σαν λαδιά στο τραπεζομάντηλο, δύσκολος λεκές, ανεξίτηλη μπογιά, σύνθημα γραμμένο στον τοίχο από αναρχικό χέρι, μια επανάσταση από μόνος μου απέναντι στην συστολή και στην εγκράτεια. Οπότε, μιας κι αυτή δεν μιλούσε πολύ, θεωρούσα πως έπρεπε να εκφράζομαι περισσότερο κι εξακολουθούσα…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είχαμε συναντηθεί τέσσερις φορές, μα δεν γνώριζα καν τ’ όνομά της. Δεν ήθελε να μου πει τίποτα για κείνη και δεν ρωτούσε τίποτα για μένα, λες και τα ήξερε όλα χωρίς να της τα ’χω πει, λες κι έπρεπε να τα ξέρω όλα χωρίς να προφέρει λέξη.

Την πέμπτη φορά που βρεθήκαμε στάθηκε ανάμεσά μας, όπως ένα εξημερωμένο ζωάκι, μια εύγλωττη σιωπή. Τότε ήταν που τόλμησα να της πιάσω το χέρι. Το άφησε στην παλάμη μου σαν μαραμένο κρίνο, σαν σκοτωμένο πουλί. Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο της κι ακούμπησα τα μαλλιά της. Μύριζαν σκόνη και πευκοβελόνες, λες και κοιμόνταν σε δάσος. Δεν φορούσε αρώματα ούτε κοσμήματα. Ήταν απέριττη σαν άγαλμα. Αν ήμουν νυχτοφύλακας στο μουσείο της Ακροπόλεως κι έγερνα το κεφάλι μου στον ώμο μιας Κόρης, δεν θα είχε και μεγάλη διαφορά φαντάζομαι. Έβγαζε μια παγερή ομορφιά εκείνο το σώμα, που μ’ ανατρίχιαζε…

Ο ήλιος έγειρε, οι σκιές μεγάλωσαν, οι διαβάτες χάθηκαν.

Μείναμε μόνοι στο παγκάκι με τις πικροδάφνες. Έχωσα το χέρι στο στήθος της, ψυχρά κι αποφασιστικά, περισσότερο για να δω τι θα κάνει παρά επειδή το ήθελα. Δεν αντέδρασε κι αυτό μ’ ερέθισε. Έστρωσα το σακάκι μου στο γρασίδι. Την έριξα πάνω κι ανασήκωσα το φόρεμά της μέχρι τα γόνατα. Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου. Κι έτσι, ντυμένος εγώ κι εκείνη μισόγυμνη, ας πούμε ότι το κάναμε. Καθ’ όλη την διάρκεια του γαμησιού –γιατί έρωτα δεν το λες ένα τέτοιο πράγμα– είχε τα χέρια απλωμένα, σαν καρφωμένα σε αόρατο σταυρό, και τα μάτια ορθάνοιχτα. Ήταν πολύ υγρά εκεί κάτω και πολύ… κρύα, λες και διάβαινα την Αχερουσία κολυμπώντας το καταχείμωνο. Νόμιζα πως άκουγα και τα γαυγίσματα του Κέρβερου. Ήταν ένας αδέσποτος σκύλος, κατάμαυρος, που στέκονταν αγριεμένος παρέκει. Σάξαμε τα ρούχα μας και ξανακαθίσαμε στο παγκάκι. Ο σκύλος ημέρεψε όταν είδε να ξεκολλάμε.

Άναψα τσιγάρο. Εκείνη μειδίασε με αηδία και το ’σβησα. Ακούμπησα το κεφάλι στο στήθος της, μα το τράβηξα τρομαγμένος, απότομα. Μου φάνηκε πως… δεν χτύπαγε η καρδιά της!

Γύρισα και την κοίταξα αποφασιστικά.

«Απόψε θα μου πεις τ’ όνομά σου!» της είπα.

«Κι αν δεν σ’ το πω;»

«Δεν θα με ξαναδείς ποτέ!»

«Ε, τότε, εντάξει!» απάντησε.

«Θα το πεις λοιπόν;»

«Όχι!»

Σηκώθηκα να φύγω, μα ξανακάθισα σχεδόν αμέσως και ξέσπασα:

«Μόλις γαμηθήκαμε, κοπέλα μου, το καταλαβαίνεις; Γάμησα μιαν άγνωστη, που την ξέρω σχεδόν ένα μήνα και δεν ξέρω για κείνη τί-πο-τα! Πες μου, είναι λογικό αυτό;»

«Αν θες την λογική στην ζωή σου, περνάει δίπλα σου», είπε κι έγνεψε γύρω.

«Προς τι τόση μυστικοπάθεια, μου λες;» αγρίεψα.

«Αυτή ήταν η συμφωνία μας απ’ την αρχή. Να μην ρωτήσεις τίποτα που δεν θέλω να πω».

«Μα γιατί δεν θέλεις; Είσαι παντρεμένη; Σε κυνηγάει κανείς; Δραπέτευσες από άσυλο;»

«Μπορεί να δραπέτευσα από κάνα μουσείο!»

Κάπως μαλάκωσα. Την αγκάλιασα με τρυφερότητα και της ψιθύρισα στ’ αυτί:

«Έλα, μωρό μου, μην με βασανίζεις, πες μου τ’ όνομά σου, αυτό μόνον αρκεί… για σήμερα!»

Με κοίταξε τόσο αυστηρά, που μου κόπηκαν τα γόνατα, αν και καθόμουν.

«Ήθελες ένα ίνδαλμα, έτσι; Τώρα τι θες, μια καθημερινότητα;»

«Εσένα θέλω! Να σε γνωρίσω. Να χαράξω τα ονόματά μας στο παγκάκι που καθόμαστε».

«Α, να μου κάνεις την χάρη! Τι φταίει το έρμο το παγκάκι; Άσε που στα παγκάκια χαράζουν αρχικά και όχι ονόματα!»

Αναθάρρησα.

«Έστω, πες μου το αρχικό του ονόματός σου!»

«Άλφα!» είπε σχεδόν αμέσως.

«Όπως… Αφροδίτη;» μουρμούρισα με απογοήτευση.

Ήταν ολοφάνερο πως έπαιζε με τα νεύρα μου. Θύμωσα και κίνησα να φύγω. Με συγκράτησε απ’ το μανίκι.

«Το άλλο Σάββατο την ίδια ώρα εδώ, ναι;» είπε με αγωνία.

«Δεν ξέρω, θα σου τηλεφωνήσω!» απάντησα χαιρέκακα, αφού δεν ήξερα ούτε πως την λένε, όχι τηλέφωνο και τέτοια.

Χάθηκα στην δεντροστοιχία, αλλά δεν έφυγα. Κρύφτηκα κι αποφάσισα να την παρακολουθήσω.

Πήρε τον δρόμο σκεφτική. Κατόπιν άνοιξε το βήμα. Στο σημείο που το φως λιγόστευε, φαίνονταν μόνον τα μαλλιά της κυματιστά κι ύστερα τίποτα. Αναγκάστηκα να επιταχύνω για να την προλάβω. Πάτησα κάτι ξερόκλαδα. Γύρισε και με είδε. Το μάτι της αγρίεψε. Η νεκρική της απάθεια εξαφανίστηκε.

«Αν μ’ ακολουθήσεις άλλη φορά, δεν θα με ξαναδείς ποτέ! Ποτέ!» είπε κι έκανε να φύγει.

Την έπιασα απ’ το μπράτσο και την ημέρεψα σαν γατίτσα που έβγαλε νύχια. Εκείνη κουλουριάστηκε πάνω μου και χουρχούριζε ελαφρά. Ύστερα ξέφυγε απ’ τα χέρια μου κι άρχισε να τρέχει.

«Το άλλο Σάββατο!» φώναξε από μακριά.

Πέρασε την λεωφόρο λες και πετούσε. Τ’ αυτοκίνητα σφύριζαν δαιμονισμένα κι εκείνη διάβαινε ανάμεσά τους εξαϋλωμένη, σαν δέσμη φωτός.

Στην επόμενη συνάντησή μας δεν πήγα κατευθείαν στο παγκάκι. Ακολούθησα τον δρόμο που πήρε την τελευταία φορά.

Πέρασα την λεωφόρο που την είδα να χάνεται. Διέσχισα μια παιδική χαρά με σκουριασμένες κούνιες και σπασμένα ξύλινα αλογάκια, λες κι ανήκε σε κάποιο ίδρυμα εγκαταλελειμμένο: σε ορφανοτροφείο ή άσυλο κι όλα τα παιδιά είχαν γίνει πουλιά ή άγγελοι.

Έφτασα σ’ ένα ετοιμόρροπο σπίτι με κήπο και πηγάδι. Το πορτόνι έτριξε σαν κόκαλο σπασμένο. Η πόρτα μισάνοιχτη. Μπήκα διστακτικά, λες κι είχα πάει επίσκεψη και δεν χτύπησα το κουδούνι. Σπασμένα τζάμια, σαρακοφαγωμένα έπιπλα κι ένας μεγάλος αραχνιασμένος καθρέφτης, που μ’ έδειχνε πιο άσχημο απ’ όσο νόμιζα πως ήμουν. Μες στην θαμπή επιφάνειά του το πρόσωπό μου έμοιαζε ξένο, σαν κάποιος άλλος να το ’χε φορέσει και να με κοίταζε από μέσα. Ανέβηκα την ξύλινη σκάλα κι είχα την αίσθηση πως πρωταγωνιστώ σε ταινία τρόμου. Βρήκα μια πόρτα μπροστά μου κι έστριψα βιαστικά το πόμολο, σαν να ρύθμιζα συνδυασμό χρηματοκιβωτίου κι ήμουν κλέφτης κι όπου να ’ναι θα μ’ έπιαναν. Στην γωνία ένα ντιβάνι με ξεκοιλιασμένους σουμιέδες. Δίπλα, μια κουνιστή πολυθρόνα λικνίζονταν από μόνη της, σαν κάποιος να σηκώθηκε μόλις και κρύφτηκε μην τον δω. Μια ζώνη πεσμένη στο πάτωμα κι ένα ζευγάρι σανδάλια. Η καρδιά μου σκίρτησε! Είδα την ζώνη να σαλεύει… Άστραψαν πάνω της δυο διαμαντάκια. Ακούστηκε ένας συριγμός… Ήταν φίδι!

Κατέβηκα κουτρουβαλώντας την σκάλα. Διέσχισα την αυλή και βγήκα στον δρόμο. Ξεσκόνισα τα ρούχα μου, κούμπωσα το πουκάμισό μου μέχρι το τελευταίο κουμπάκι και κατευθύνθηκα προς το παγκάκι.

Η κοπέλα μαδούσε μια μαργαρίτα.

«Τι λέει; Σ’ αγαπώ ή όχι;» της είπα πλησιάζοντας.

«Δεν την ρώτησα αν μ’ αγαπάς εσύ, αλλά αν σ’ αγαπώ εγώ!»

«Και τι σου απάντησε;»

«Πως καμιά μαργαρίτα δεν δίνει απαντήσεις για ερωτικά ζητήματα, πόσο μάλλον ξεριζώνοντας τα μαλλιά της!»

Την φίλησα με πάθος. Αυτή ψυχρή όπως πάντα.

Παρατήρησα πως ήταν ξυπόλητη κι η ζώνη της έλειπε.

«Πού είναι η ζώνη σου; Γιατί δεν φοράς τα σανδάλια σου;»

«Τα χάρισα σε μια φίλη μου».

«Στην άλλη αρρηφόρο;»

«Ναι, την παρθένα. Γιατί εγώ τώρα…»

«Ναι, έχεις δίκιο! Τώρα που ξεπαρθενεύτηκες πάνε οι καλαθούκες με τα ρεγάλα στην Αθηνά!»

«Μην κοροϊδεύεις όσα δεν πιστεύεις!»

«Έλα, σε πιστεύω! Εγώ πρώτος δεν σου είπα πως θυμίζεις άγαλμα; Ένα άγαλμα που ζωντάνεψε για μένα!»

Φάνηκε να ξεθύμωσε με τα λόγια μου και χώθηκε στην αγκαλιά μου μονάχη της.

«Θέλεις να σου πω πώς με λένε;» είπε απρόσμενα.

«Όχι!» απάντησα το ίδιο απρόσμενα, ακόμα και για τον εαυτό μου.

«Μα, γιατί;» απόρησε. «Εσύ με απείλησες με χωρισμό αν δεν σου έλεγα!»

«Δεν ξέρω! Μου φαίνεται πολύ εύκολο τώρα. Σαν να κερδίζω ένα τρόπαιο, όχι σε μάχη, αλλά ούτε καν σε καβγά».

Πέρασε το μπράτσο της γύρω από τον λαιμό μου, σαν λευκό φίδι στην ράβδο του Ασκληπιού. Ανατρίχιασα και τραβήχτηκα, έφερα στο μυαλό μου το άλλο φίδι, το πραγματικό, στο ερημόσπιτο.

«Θέλω να μου τα πεις όλα τώρα!» φώναξα νευρικά. Κι έβγαλα το χέρι της απ’ τον λαιμό μου, σαν ν’ απομάκρυνα την θηλιά μιας κρεμάλας.

«Εντάξει, θα στα πω, ησύχασε! Με λένε Άννα. Όνομα κοινότατο, που διαβάζεται κι απ’ την ανάποδη. Βάζεις μια “στάση” στο τέλος και γίνεται “ανάσταση”. Βάζεις μπροστά ένα “επ” και γίνεται “επανάσταση”. Σ’ αρέσουν πολύ αυτές οι εξυπναδίτσες, είδες που σε ξέρω; Μένω στην οδό Λυσικράτους στην Πλάκα κι όχι στην Ακρόπολη. Δουλεύω νοσοκόμα στον Ευαγγελισμό. Οι γονείς μου πέθαναν. Έχω μια αδερφή παντρεμένη στην Γερμανία κι έναν αδερφό στην Αμερική. Ικανοποιήθηκες τώρα;»

«Και γιατί κάθεσαι στο ίδιο παγκάκι; Γιατί είσαι ψυχρή στον έρωτα; Γιατί δεν φοράς απόψε σανδάλια;»

«Ωχού! Είδες; Οι απαντήσεις φέρνουν ερωτήσεις, αυτό είναι που δεν ήθελα να συμβεί».

«Και πώς θα γνωριστούμε αν δεν ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον;»

«Και γιατί να γνωριστούμε; Όλοι αυτοί που γνωρίζονται, ερωτεύονται; Αγαπιούνται;»

«Κι είναι καλύτερα να ζούμε στο σκοτάδι; Σ’ ένα μυστήριο διαρκείας;»

«Α, ωραία! Ρώτα με τώρα λεπτομερώς για τον αδερφό μου, την αδερφή μου, τον άντρα της, τους γονείς μου, τα παιδικά μου χρόνια… Ουφ! καημένε, βαρέθηκα!»

Έσκυψα το κεφάλι. Εκείνη άπλωσε το χέρι και με χάιδεψε. Η οικειότητα έκανε την παλάμη της πιο ζεστή, σαν ψωμί που βγαίνει απ’ τον φούρνο, μα δεν μπορείς να το γευτείς πριν κρυώσει.

Σήκωσε το πηγούνι μου και με κοίταξε κατάματα: «Σ’ αγαπώ» σε σκονισμένο τζάμι εκείνο το βλέμμα, όμως δεν μίλησε ούτε με φίλησε, μόνον έπιασε την τσάντα της και σηκώθηκε, λες και το μαζεμένο ελατήριο μέσα της, που την έκανε να καθίσει, τεντώθηκε απότομα κι έπρεπε να κινηθεί σαν νευρόσπαστο, σαν κουρντισμένη κούκλα, που τις εργοστασιακές ρυθμίσεις της αγνοούσα και το φυλλάδιο με τις οδηγίες χρήσης είχε χαθεί.

Αφήσαμε το παγκάκι και περπατήσαμε. Διαβήκαμε την λεωφόρο και φτάσαμε στο ερημόσπιτο. Της είπα τι αντίκρισα πιο πριν εκεί και γέλασε περιπαικτικά. Στο βάθος η φωτισμένη Ακρόπολη, σαν παραλληλόγραμμη αρχαία Σελήνη. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι και την κοιτάζαμε αγκαλιά, όπως θ’ ατένιζαν οι θεοί το στερέωμα την πρώτη μέρα της δημιουργίας τους.

Απήγγειλα το απόσπασμα του Παυσανία:

«Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω, καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους…»

Αυτή το συνέχισε:

«αὗται χρόνον μέν τινα δίαιταν ἔχουσι παρὰ τῇ θεῷ, παραγενομένης δὲ τῆς ἑορτῆς δρῶσιν ἐν νυκτὶ τοιάδε. ἀναθεῖσαί σφισιν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἃ ἡ τῆς Ἀθηνᾶς ἱέρεια…»

Την κοίταξα έκπληκτος!

Εκείνη έπιασε το τραγούδι:

«Ὅσον ζῇς φαίνου / μηδὲν ὅλως σὺ λυποῦ / πρὸς ὀλίγον ἐστὶ τὸ ζῆν / τὸ τέλος ὁ χρόνος ἀπαιτεῖ».

Ο Επιτάφιος του Σείκιλου. Το ήξερα το ποίημα, ήξερα και τι έλεγε:

«Όσο ζεις, να λάμπεις. / Καθόλου μην λυπάσαι. / Η ζωή είναι σύντομη. / Ο χρόνος απαιτεί το τέλος». Κάποτε το ’χα διασκευάσει κιόλας: « Όσο είσαι ακόμα ζωντανή, αστέρι μου, να λάμπεις! / Μικρή για λύπες η ζωή και μην σε τρώει ο πόνος. / Σήμερα κάτω απ’ το φως κι αύριο στο χώμα θα ’μπεις, / γιατί ο βίος δανεικός και δανειστής ο χρόνος».

Πάνω στο κεφάλι της υπήρχε τώρα ένα πανέρι.

Τρόμαξα!

Ακούμπησε το καλάθι πλάι της και μ’ αγκάλιασε σφιχτά, σαν μεγαλόσωμο φίδι. Τυλίχτηκε πάνω μου και με φίλαγε, λες και με ρούφαγε μέσα της. Ήταν ψυχροαίματη και ξεπάγιασα. Προσπαθούσα να ξεφύγω απ’ το θανατερό της αγκάλιασμα, όταν τέντωσα το χέρι μου και… συνέβη κάτι τρομερό, κάτι αδιανόητο: η Ακρόπολη γκρεμίστηκε – σε τρία δεύτερα μέσα, έγινε σκόνη και θρύψαλα!

Τότε γύρισα πλευρό και την είδα: δίπλα μου ακριβώς κοιμόνταν η Άννα, η ξανθιά κοπέλα με τα αρχαιοελληνικά ιμάτια και τα σανδάλια, η πωλήτρια του μαγαζιού που αγόρασα το φωτιστικό της Ακρόπολης – αυτό που γκρέμισα πριν λίγο στο πάτωμα. Βγήκαμε το ίδιο εκείνο βράδυ, ήπιαμε του σκασμού και γαμηθήκαμε σ’ ένα παγκάκι του πάρκου. Μάλλον καταλήξαμε σπίτι μου, για να κοιμάται τώρα δίπλα μου.

Ανασηκώθηκα και κοίταξα γύρω.

Στην καρέκλα το λευκό της ιμάτιο κι ένα… φίδι: η μαύρη ζώνη της, με την πόρπη από ζιρκόνιο και ορείχαλκο σε μορφή ερπετού.

Τι σκατά παιχνίδια παίζει το μυαλό καμιά φορά – τι μονταζιέρα τρομερή πού ’ναι τα όνειρα!

Ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια…

Διάβολε, κοιμόμουν κι είδα ένα όνειρο και ξύπνησα και προσπαθώ να ξανακοιμηθώ ή ονειρεύομαι πως ξύπνησα – κι όταν στ’ αλήθεια ξυπνήσω, δεν θα ’ναι δίπλα μου καμιά;

Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου, Στο όνομα του ελληνικού λαού, 2026

*

**