*
Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
~.~
Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.
///
Ο χαρακτήρας του λαού [1]
Με τη λέξη λαός (populus) εννοείται ένα πλήθος ανθρώπων που έχει συνενωθεί σε έναν τόπο, εφ’ όσον το πλήθος αυτό αποτελεί ένα Όλον. Το πλήθος εκείνο είτε και το μέρος του που αναγνωρίζει τον εαυτό του ενωμένο σε ένα πολιτικό Όλον λόγω κοινής καταγωγής λέγεται έθνος (gens)∙ το μέρος που εξαιρείται από τους νόμους αυτούς (το άγριο πλήθος στον λαό αυτόν) λέγεται όχλος (vulgus),*[2] και του οποίου η έκνομη συνένωση είναι η εξέγερση (agere per turbas [προξενώ ταραχές])∙ μια συμπεριφορά που τον αποκλείει από την ιδιότητα του πολίτη.
Ο Χιούμ θεωρεί[3]: ότι, εάν σε ένα έθνος κάθε άτομο επιδιώκει με ζήλο να αποκτήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του (όπως συμβαίνει με τους Άγγλους), τότε το ίδιο το έθνος δεν έχει χαρακτήρα. Θαρρώ πως σε τούτο πλανάται∙ πράγματι, η επιτήδευση του χαρακτήρα είναι ακριβώς ο γενικός χαρακτήρας του λαού στον οποίο ανήκε ο ίδιος, και τούτο συνιστά περιφρόνηση όλων των αλλοδαπών, ιδιαιτέρως επειδή πιστεύει ότι μόνος αυτός μπορεί να επαίρεται για ένα αυθεντικό πολίτευμα που συνδέει ελευθερία των πολιτών στο εσωτερικό με δύναμη προς τα έξω. – Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι υπερήφανη σκαιότητα σε αντίθεση με την ευγένεια που οδηγεί εύκολα στην οικειότητα∙ μια πεισματική στάση απέναντι σε κάθε άλλον λόγω υποτιθέμενης αυτοτέλειας, όπου πιστεύει κανείς πως δεν χρειάζεται κανέναν άλλον, και συνεπώς πως μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να είναι αρεστός στους άλλους.
Με τον τρόπο αυτόν οι δυο πλέον πολιτισμένοι λαοί της Γης,[4] οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από την αντίθεση του χαρακτήρα, και ίσως κυρίως εξ αιτίας αυτού βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, η Αγγλία και η Γαλλία, και ως προς τον έμφυτο χαρακτήρα τους, του οποίου ο επίκτητος και ο τεχνητός χαρακτήρας δεν αποτελούν παρά μόνο τη συνέπεια, θα είναι ίσως οι μοναδικοί λαοί, για τους οποίους δύναται κανείς να παραδεχθεί έναν συγκεκριμένο και, εφ’ όσον δεν αναμειχθούν λόγω της βίας του πολέμου, αμετάβλητο χαρακτήρα.- Το ότι η γαλλική γλώσσα έγινε η γενική γλώσσα της συνομιλίας, ιδίως του γυναικείου καλού κόσμου, ενώ η αγγλική γλώσσα έγινε η πλέον διαδεδομένη εμπορική γλώσσα[5] του κόσμου των συναλλαγών, οφείλεται μάλλον στη διαφορά της ηπειρωτικής και νησιωτικής θέσης τους. Όσον αφορά όμως στο φυσικό τους, εκείνο που έχουν πράγματι τώρα, και στην ανάπτυξή του μέσω της γλώσσας, αυτό θα έπρεπε θα συναχθεί από τον έμφυτο χαρακτήρα του απώτερου λαού της καταγωγής τους∙ αλλά ως προς αυτό μας λείπουν τα ντοκουμέντα.- Αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει στην ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική είναι μονάχα τούτο: να εκθέσομε τον χαρακτήρα των δύο αυτών λαών, όπως είναι αυτοί τώρα και όσο συστηματικά είναι δυνατόν σε μερικά παραδείγματα, τα οποία μας επιτρέπουν να κρίνομε σε ποια λάθη έχει υποπέσει ο ένας λαός σε σχέση με τον άλλον, και πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει ο ένας τον άλλον για το συμφέρον του.
Οι κληρονομικοί γνώμονες, ή εκείνοι που λόγω της μακράς χρήσης έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο δεύτερη φύση και έχουν ενοφθαλμισθεί σ’ αυτήν, και οι οποίοι εκφράζουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού, δεν είναι παρά ισάριθμες τολμηρές απόπειρες να ταξινομήσουν τις διαφοροποιήσεις στις φυσικές τάσεις ολόκληρων λαών περισσότερο για τον γεωγράφο, εμπειρικά, παρά για τον φιλόσοφο, σύμφωνα με αρχές του Λόγου.*[6]
Η άποψη ότι για το ποιον χαρακτήρα θα έχει ένας λαός, τα πάντα εξαρτώνται από τη μορφή της διακυβέρνησης, είναι ένας αβάσιμος ισχυρισμός που δεν εξηγεί τίποτα∙ διότι, από πού προέρχεται ο ιδιάζων χαρακτήρας της ίδιας της διακυβέρνησης;- Ούτε το κλίμα και το έδαφος μπορούν να παράσχουν το κλειδί γι’ αυτό∙ πράγματι, μετακινήσεις ολόκληρων λαών απέδειξαν ότι αυτοί δεν μετέβαλαν τον χαρακτήρα τους λόγω των νέων εστιών τους, αλλά απλώς τον προσάρμοσαν ανάλογα με τις συνθήκες, και εντούτοις εξακολουθούν ακόμα να διαφαίνονται τα ίχνη της καταγωγής τους, και συνακόλουθα και ο χαρακτήρας τους, στη γλώσσα, στον βιοπορισμό, ακόμα και στην ενδυμασία.- Θα σκιαγραφήσω το σχέδιο του πορτρέτου των λαών αυτών κάπως περισσότερο από την άποψη των ελαττωμάτων τους και της απόκλισης από τον κανόνα, παρά από την ωραιότερη πλευρά (δίχως πάλι ωστόσο να καταφεύγω στην καρικατούρα). Διότι, εκτός του ότι η κολακεία διαφθείρει, ενώ αντιθέτως η επίκριση βελτιώνει, επιπλέον ο κριτικός προσκρούει λιγότερο στη φιλαυτία των ανθρώπων, όταν προβάλλει δίχως εξαίρεση απλώς τα ελαττώματά τους παρά όταν διεγείρει μονάχα τον αμοιβαίο φθόνο των κρινομένων περισσότερο ή λιγότερο με εξυμνήσεις.
1 . Το γαλλικό έθνος, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, χαρακτηρίζεται από το γούστο της συνομιλίας, σε σχέση με το οποίο είναι το υπόδειγμα όλων των άλλων. Είναι ευγενικό, ιδίως απέναντι στον ξένο που το επισκέπτεται, μολονότι είναι τώρα έξω από τη μόδα να είναι κανείς αυλικός.[7] Ο Γάλλος δεν είναι ευγενής από συμφέρον αλλά από άμεση ανάγκη της καλαισθησίας να επικοινωνήσει. Επειδή η καλαισθησία αφορά κατ’ εξοχήν τη συναναστροφή με τον γυναικείο καλό κόσμο, γι’ αυτό η γλώσσα των κυριών έγινε η γενική γλώσσα του κόσμου αυτού, και γενικά είναι αναμφισβήτητο: ότι μια τέτοια κλίση πρέπει να ασκεί επιρροή και στην προθυμία στις παροχές υπηρεσιών, στην πρόθυμη για βοήθεια εύνοια, και σιγά σιγά στη σύμφωνη με αρχές αγάπη για όλους τους ανθρώπους, και να καθιστά έναν τέτοιο λαό συλλήβδην αξιαγάπητο.
Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι η ζωηρότητα που δεν χαλιναγωγείται επαρκώς από στοχαστικές αρχές, και παρά τον Λόγο που οραματίζεται με διαύγεια, μια επιπολαιότητα που δεν αφήνει να υφίστανται επί πολύ χρόνο ορισμένες μορφές, απλώς επειδή είναι παλιές είτε και μόνον επειδή τις έχουν υμνήσει υπέρμετρα, ακόμα και αν τις έχουν θεωρήσει σωστές· και ένα μεταδοτικό πνεύμα ελευθερίας που εμπλέκει συνήθως στο παιγνίδι του ακόμα και τον ίδιο τον Λόγο, και στη σχέση του λαού με το κράτος προκαλεί έναν ενθουσιασμό που συγκλονίζει τα πάντα και που ξεπερνά κάθε όριο.[8]– Οι ιδιαιτερότητες του λαού αυτού, σχεδιασμένες με μελανά χρώματα αλλά πάντως σύμφωνα με την ίδια τη ζωή, μπορούν εύκολα να παρουσιασθούν σε ένα Όλον δίχως περαιτέρω περιγραφή και απλώς με αποσπάσματα που έχουν συρραφεί χωρίς ειρμό, ως υλικά για τον χαρακτηρισμό του.
Οι λέξεις: Esprit [πνεύμα] (αντί bon sens [κοινός νους, ευθυκρισία]), frivolité [επιπολαιότητα], galanterie [φιλοφροσύνη, αβροφροσύνη], petit maître [νεαρός κομψευόμενος ευγενής], coquette [φιλάρεσκη], étourderie [απερισκεψία, αφροσύνη], point d’honneur [ζήτημα τιμής], bon ton [κοσμιότητα], bureau d’esprit [φιλολογικό σαλόνι], bon mot [ευφυολόγημα], lettre de cachet [«σφραγισμένη επιστολή»][9] – και οι όμοιες δεν μπορούν να μεταφραστούν εύκολα σε άλλες γλώσσες· επειδή δηλώνουν περισσότερο την ιδιαιτερότητα της νοοτροπίας του έθνους που μιλά τη γλώσσα αυτή παρά το αντικείμενο που υπονοεί ο στοχαστής.
2 . Ο αγγλικός λαός. Η αρχαία φυλή των Βρετανών*[10] (ενός κελτικού λαού) φαίνεται πως υπήρξε ένα είδος ικανών ανθρώπων∙ μονάχα που οι μεταναστεύσεις των Γερμανών και της οικογένειας των γαλλικών λαών (διότι η σύντομη παρουσία των Ρωμαίων δεν μπόρεσε να αφήσει κάποιο ορατό ίχνος) εξάλειψαν την πρωτοτυπία του λαού αυτού, όπως αποδεικνύει η ανάμεικτη γλώσσα τους∙ και καθώς η νησιωτική θέση του εδάφους τους, η οποία τους διασφαλίζει αρκετά από εξωτερικές επιθέσεις, και αντιθέτως τους προκαλεί να γίνουν αυτοί οι ίδιοι επιτιθέμενοι, τους έκαμε έναν λαό με ισχυρή εμπορική ναυτιλία, για τούτο έχει έναν χαρακτήρα τον οποίο απέκτησε ο ίδιος ο λαός, μολονότι στην πραγματικότητα δεν έχει εκ φύσεως κάποιον χαρακτήρα. Επομένως, ο χαρακτήρας του Άγγλου δεν σημαίνει μάλλον τίποτε άλλο παρά τη θεμελιώδη αρχή που έχει μάθει από την πρώιμη διδαχή και το παράδειγμα, ότι θα πρέπει να φτιάξει έναν χαρακτήρα, δηλαδή να προσποιείται πως έχει χαρακτήρα∙ και τούτο επειδή η αλύγιστη στάση, το να επιμένει κανείς σε μιαν αρχή την οποία έχει αποδεχθεί εκουσίως και να μην αποκλίνει από έναν ορισμένο κανόνα (αδιάφορο από ποιον), προσδίδει σ’ έναν άνδρα τη σπουδαιότητα του να γνωρίζουν οι άλλοι ασφαλώς τι μπορούν να περιμένουν από αυτόν και τι μπορεί αυτός να περιμένει από τους άλλους.
Το ότι ο χαρακτήρας αυτός αντιτίθεται εντελώς σ’ εκείνον του γαλλικού λαού περισσότερο από ό,τι στον χαρακτήρα οποιουδήποτε άλλου, φανερώνεται από τούτο: από το ότι παραιτούνται από κάθε ευγένεια,[11] που είναι η κατ’ εξοχήν ιδιότητα του λαού εκείνου [του γαλλικού], προς τους άλλους, και μάλιστα ακόμα και προς τους ίδιους [τους ομοεθνείς τους], και δεν προβάλλουν αξίωση παρά μόνο για σεβασμό∙ άλλωστε καθένας δεν θέλει να ζει παρά μόνο σύμφωνα με τις ατομικές αντιλήψεις του.- Για τους ομοεθνείς τους ιδρύουν οι Άγγλοι μεγάλα (και για όλους τους άλλους λαούς πρωτοφανή) κοινωφελή ιδρύματα.- Αλλά ο ξένος που θα ξεπέσει από τη μοίρα στη χώρα εκείνη και θα περιέλθει σε μεγάλη ανάγκη, είναι πάντοτε δυνατόν να πεθάνει μέσα στην κοπριά, επειδή δεν είναι Άγγλος, δηλ. δεν είναι άνθρωπος.
Αλλά ακόμα και στην ίδια την πατρίδα του απομονώνεται ο Άγγλος, όταν γευματίζει με δικά του έξοδα. Προτιμά να γευματίζει μόνος σε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο παρά στο κοινό τραπέζι του εστιατορίου με τα ίδια χρήματα∙ διότι στο δεύτερο απαιτείται βέβαια κάποια ευγένεια, και στο εξωτερικό, λ.χ. στη Γαλλία, όπου δεν ταξιδεύουν οι Άγγλοι παρά μόνο για να καταγγείλουν όλους τους δρόμους και όλα τα εστιατόρια (όπως ο Δρ Σαρπ[12]) ως φρικαλέα, συγκεντρώνονται σ’ αυτά μονάχα για να κάνουν συντροφιά μεταξύ τους.- Πάντως είναι παράξενο ότι, ενώ ο Γάλλος συνήθως αγαπά το αγγλικό έθνος και το επαινεί με σεβασμό, εντούτοις ο Άγγλος (που δεν έχει εξέλθει από τη χώρα του) γενικά μισεί και περιφρονεί τον Γάλλο∙ για τούτο είναι μάλλον υπεύθυνος όχι ο ανταγωνισμός της γειτνίασης (διότι στο θέμα τούτο η Αγγλία θεωρεί ότι υπερτερεί αναμφισβήτητα από τη γείτονά της), αλλά το εμπορικό πνεύμα εν γένει, το οποίο, έχοντας την προϋπόθεση ότι οι έμποροι είναι η πιο αριστοκρατική τάξη ανάμεσα στους επιχειρηματίες του ίδιου λαού, είναι πολύ ακοινώνητο.*[13] Επειδή οι δύο αυτοί λαοί, όσον αφορά στις ακτές τους, είναι εγγύς και δεν χωρίζονται ο ένας από τον άλλον παρά από ένα κανάλι (που θα μπορούσε βέβαια να ονομάζεται μάλλον θάλασσα), για τούτο ο ανταγωνισμός ανάμεσά τους προξενεί έναν πολιτικό χαρακτήρα στη διαμάχη τους, ο οποίος μεταβάλλεται με διαφορετικούς τρόπους: αφ’ ενός ανησυχία και αφ’ ετέρου μίσος∙ τούτα αποτελούν δύο είδη της ασυμφωνίας τους, από τα οποία η ανησυχία αποσκοπεί στην αυτοσυντήρηση, το μίσος στην κυριάρχηση, αλλά στην αντίθετη περίπτωση [σε περίπτωση σύγκρουσης] αποσκοπεί στην εξολόθρευση του άλλου.
Μπορούμε τώρα να προβούμε σε συντομότερη σκιαγράφηση του χαρακτήρα των λοιπών εθνών, των οποίων η εθνική ιδιαιτερότητα θα έπρεπε μάλλον να συναχθεί όχι τόσο, όπως στα δύο προηγούμενα έθνη, ως επί το πλείστον από το είδος του διαφορετικού πολιτισμού τους, όσο αντιθέτως από την καταβολή της φύσης τους με την ανάμειξη των πρωταρχικώς διαφορετικών φύλων τους.
///
[1] Οι σημειώσεις με αστερίσκο (*) είναι του Καντ, όλες οι άλλες, καθώς και οι διευκρινίσεις μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([]) είναι του μεταφραστή.
[2] * Το υβριστικό όνομα la canaille du peuple [«αχρείος του λαού», σκυλολόι] έχει την προέλευσή του πιθανώς από τον canalicola, έναν εσμό αργόσχολων που πήγαινε πέρα-δώθε κατά μήκος του καναλιού στην αρχαία Ρώμη και πείραζε τους εργαζόμενους ανθρώπους (cavillator et ridicularius, vid. Plautus, Curcul.). [Σημ. του μεταφραστή: Οι λέξεις cavillator (= χλευαστής, σκώπτης) και ridicularia (= μορφασμοί) δεν απαντούν στο Curculio (Σιταρόψειρα) αλλά στο Miles Gloriosus (Ο αλαζόνας στρατιωτικός), 3.147 του Πλαύτου. Βλ. επίσης, Πλαύτου, Truculentus (Ο αγριάνθρωπος), 3. 2.15-16 και A. Gellius, Noctes Atticae (Αττικές νύχτες), 4.20.3. Η ετυμολογική εικασία του Καντ είναι αβάσιμη. Η λ. canaille (αχρείος) παράγεται από τη λατινική λ. canis (σκύλος).]
[3] Βλ. David Hume: «Από όλους τους λαούς στο σύμπαν, οι Άγγλοι έχουν στον λιγότερο βαθμό εθνικό χαρακτήραˑ εκτός αν θεωρηθεί τέτοιος χαρακτήρας τούτη ακριβώς η ιδιαιτερότητά τους.» («Of National Characters», στο: Essays, Moral, Political, and Literary, επιμ. E. F. Miller, Indianapolis: Liberty Press 1987, σ. 207).
[4]* Εξυπακούεται ότι από την ταξινόμηση τούτη παραλείπεται ο γερμανικός λαόςˑ επειδή διαφορετικά ο έπαινος του συγγραφέα, ο οποίος είναι Γερμανός, θα αποτελούσε έπαινο του εαυτού του.
5* Το εμπορικό πνεύμα παρουσιάζει επίσης ορισμένες τροποποιήσεις της υπερηφάνειάς του στη διαφορετικότητα του τόνου κατά την έπαρση. Ο Άγγλος λέει: «Ο άνθρωπος αυτός αξίζει ένα εκατομμύριο»∙ ο Ολλανδός λέει: «Διοικεί ένα εκατομμύριο»∙ ο Γάλλος λέει: «Κατέχει ένα εκατομμύριο».
[6] * Οι Τούρκοι, που αποκαλούν τη χριστιανική Ευρώπη Φρανκεστάν, εάν έκαναν ταξίδια για να γνωρίσουν τους ανθρώπους και τον χαρακτήρα του λαού τους (πράγμα που δεν κάνει κανείς άλλος λαός παρά μόνον οι ευρωπαϊκοί, και αποδεικνύει το περιορισμένο πνεύμα όλων των άλλων λαών), θα προέβαιναν ίσως στη διαίρεση των ευρωπαϊκών λαών –ανάλογα με τα ελαττώματα του χαρακτήρα τους- με τον ακόλουθο τρόπο: 1) Η χώρα της μόδας (Γαλλία).- 2) Η χώρα των ιδιοτροπιών (Αγγλία).- 3) Η χώρα των προγόνων (Ισπανία).- 4) Η χώρα της χλιδής (Ιταλία).- 5) Η χώρα των τίτλων (Γερμανία από κοινού με τη Δανία και τη Σουηδία, ως αρχαίους γερμανικούς λαούς).- 6) Η χώρα των κυρίων (Πολωνία), όπου κάθε πολίτης θέλει να είναι κύριος, αλλά κανείς από τους κυρίους αυτούς, εκτός από εκείνους που δεν είναι πολίτες, δεν θέλει να είναι υπήκοος.- Η Ρωσία και η ευρωπαϊκή Τουρκία –και οι δύο [λαοί] κατά το μέγιστο μέρος ασιατικής προέλευσης- θα έκειντο πέρα από το Φρανκεστάν: ο πρώτος σλαβικής καταγωγής, ο δεύτερος αραβικής, καταγόμενοι από δύο προγονικούς λαούς, οι οποίοι κάποτε επεξέτειναν την κυριαρχία τους σε μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης από ό,τι οποιοσδήποτε άλλος λαός, και έχουν περιέλθει στην κατάσταση ενός πολιτεύματος του νόμου δίχως ελευθερία, όπου συνεπώς ουδείς είναι πολίτης.
[7] Στο πρωτότυπο, λογοπαίγνιο: höflich: ευγενής, höfisch: αυλικός (από τη λ. Hof: αυλή και Αυλή).
[8] Υπαινικτικές αναφορές στη Γαλλική Επανάσταση. Πρβλ. Ι. Καντ, Μεταφυσική των ηθών, 6:320-323, 341-342 (μτφρ. 157-160, 181-182)· Διένεξη των Σχολών, 7:85-86 (μτφρ. 241-247).
[9] Στη Γαλλία πριν την Επανάσταση: Επιστολή σφραγισμένη με τη σφραγίδα του βασιλιά· κατά κανόνα περιείχε διαταγή σύλληψης, εξορίας, φυλάκισης ή – πολύ συχνά – θανατικής ποινής.
[10] * Όπως το γράφει ορθά ο κ. καθηγητής Μπυς (από την λέξη britanni, όχι brittanni). [Σημ. του μεταφραστή: Ο Johann Georg Büsch (1728-1800), καθηγητής των μαθηματικών στο Γυμνάσιο του Αμβούργου, έγραψε πολλά έργα, κυρίως σχετικά με την οικονομία και το εμπόριο.]
[11] Liebenswürdigkeit: το αξιαγάπητο, η ευγένεια.
[12] Ο Δρ Samuel Sharp (ο Καντ γράφει: Scharp) στο περ. Neues Hamburger Magazin (Νέο περιοδικό του Αμβούργου), II (1767), σ. 259-60. Ο Sharp αποκαλείται «splenetic» στο περ. Das deutsche Museum (Το γερμανικό μουσείο), 1 (1786), σ. 387.
[13] * Το εμπορικό πνεύμα εν γένει είναι καθ’ εαυτό ακοινώνητο, όπως και το πνεύμα της αριστοκρατίας. Ένας οίκος (έτσι αποκαλεί ο έμπορος την επιχείρησή του) χωρίζεται από τον άλλον με τις επιχειρήσεις του, όπως η έδρα του ιππότη [το κάστρο] χωρίζεται από την άλλη με την γέφυρα πάνω στην τάφρο, και αποκλείεται εκεί η φιλική συναναστροφή δίχως τελετουργία∙ εκτός εάν επρόκειτο για επικοινωνία με τους προστατευόμενους του ηγεμόνα εκείνου, οπότε όμως αυτοί δεν θα εθεωρούντο μέλη της ηγεμονίας αυτής.
///
*
**
