*
του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ
~.~
«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)
Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.
Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.
Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.
Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. Αλλά και η ταχτική παραλαβή μέσω του ταχυδρομείου των ποιητικών συλλογών που εξέδιδε, με εγκάρδιες αφιερώσεις πάντοτε στην πρώτη σελίδα, μετά το χοντρό εξώφυλλο το φιλοτεχνημένο κάθε φορά κι από έναν διαφορετικό πίνακα του αδελφικού φίλου του ζωγράφου Μιχάλη Μανουσάκη. Έτσι, όταν το 1983 κατέβηκα στα Χανιά για να υπηρετήσω τους τελευταίους εννέα μήνες της θητείας μου στο Πολεμικό Ναυτικό, ήταν φυσικό να επανασυνδεθούμε, να κάνουμε παρέα και να μιλήσουμε επί μακρόν για τα κοινά μας ενδιαφέροντα, εγώ ως ηθοποιός (είχα μόλις αποφοιτήσει από την Δραματική Σχολή) και αυτός ως ένας εραστής της ποίησης και της Τέχνης του Κινηματογράφου, την οποία παρακολουθούσε στενά, την μελετούσε και διηύθυνε ήδη τον Κινηματογραφικό Όμιλο Χανίων που ο ίδιος είχε ιδρύσει, οργανώνοντας προβολές και δημόσιες συζητήσεις στο φρούριο Φιρκά, στον κινηματογράφο Ολύμπια και στο Ωδείο Χανίων.
Όταν λοιπόν το 2000 επέστρεψα οριστικά στα Χανιά και ίδρυσα το Θέατρο Κυδωνία στην οδό Υψηλαντών και αποφάσισα να παρουσιάσω εκτός του αμιγώς θεατρικού μου ρεπερτορίου και έναν κύκλο παραστάσεων στηριγμένων στην ποίηση Χανιωτών ποιητών ήταν αναμενόμενο να συμπεριλάβω την ποίηση του Κακάρογλου μαζί με εκείνες των Ελένης Μαρινάκη, Γιώργη Μανουσάκη και του, Χανιώτη από την πλευρά της μητέρας του, Αργύρη Χιόνη. Αναμενόμενο όχι λόγω φιλίας, προς θεού, αλλά λόγω εξοικείωσης και αγάπης με την ατμόσφαιρα, τα θέματα και το είδος της ποίησης που έγραφε ο Λεωνίδας Κακάρογλου, την οποία ήδη γνώριζα απέξω και ανακατωτά, αλλά και γιατί, αντικειμενικά, όπως έβλεπα τότε τα πράγματα, ήταν μία από τις σοβαρότερες φωνές ποιητών στην μικρή μας πόλη. Σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια μετά, στην παραπάνω διατύπωση, θα αφαιρούσα την έκφραση «της μικρής μας πόλης» και θα έλεγα ευθέως πως είναι μια «από τις σοβαρότερες και βαθύτερες φωνές ποιητών της γενιάς του».
Από τον αισθησιακό ερωτισμό των πρώτων του νεανικών συλλογών μέχρι την βαθιά μελαγχολία των τελευταίων, τα ποίηματά του, έμπλεα συγκίνησης, ανακαλούσαν μέσα μου οικείους τόπους και καταστάσεις, ονειρικές εικόνες και κινηματογραφικούς συνειρμούς, συναισθήματα και προβληματισμούς που με προκαλούσαν να βρω τον τρόπο να τα μεταφέρω στην σκηνή του θεάτρου μου. Η ειλικρίνεια της ποιητικής γραφής και ο απλός, εξομολογητικός τόνος των περισσότερων ποιημάτων του διασταυρωνόταν μέσα μου με τις αξίες και τις αναζητήσεις της θεατρικής πράξης όπως εγώ τουλάχιστον την αντιλαμβανόμουν και την ασκούσα στο θέατρό μου ήδη επί μία δεκαετία…
Στην πορεία μου προς την παράσταση πάνω στην ποίηση του Κακάρογλου, ζήτησα από τον Ομότιμο Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας Σταμάτη Φιλιππίδη να γράψει ένα κείμενο για το πρόγραμμα. Στο εξαιρετικό κείμενο που μας παρέδωσε με τίτλο «Όνειρο, Χρόνος και Νερό» και δημοσιεύσαμε τότε, ο Σταμάτης Φιλιππίδης επισημαίνει πολύ εύστοχα τα βασικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης του Κακάρογλου:
«Η πανανθρώπινη, υποδόρια, συνεχής και διαβρωτική αγωνία της ύπαρξης μπροστά στο θάνατο υπόκειται σε όλα τα ποιήματα του Κακάρογλου, μια αγωνία που κάποτε ανέρχεται σαν εφιαλτικό όνειρο. Ο πόνος για τις σχέσεις που διακόπηκαν ή που έπαψαν να υπάρχουν στη ζωή μας αποτελεί μια περιοχή, την οποία τα ποιήματα εξερευνούν· είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά δεν περιγράφεται πώς η σχέση διακόπηκε ή ποια ακριβώς είναι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά το ποίημα επιμένει στο οδυνηρό ίχνος που έχει απομείνει στο ένα τουλάχιστον από αυτά. Η μνήμη των νεκρών, η μνήμη των “χαμένων” ζωντανών, η μνήμη παρελθόντων χρόνων, η μνήμη είναι το συχνότερο θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ποίηση του Κακάρογλου».
Και παρακάτω συνοψίζοντας:
«Έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση λιτή και χαμηλόφωνη, που στα αυτιά του ευαίσθητου αναγνώστη κάποτε ακούγεται εκκωφαντική· ξεκίνησα διαπιστώνοντας την επιμονή του ποιητή στη μνήμη, και θα κλείσω ξαναθυμίζοντας ένα θραύσμα από στίχο που μιλάει για τους ζωντανούς που ξεχνάνε τους νεκρούς τους, ξεχνάνε το θόρυβο της απουσίας. Στo μικροσύμπαν των ποιημάτων ο χώρος είναι ασφυκτικά πλήρης: οι ζωντανοί ζούνε και ονειρεύονται δίπλα στους νεκρούς και τους χαμένους στο χρόνο· κάθε κίνησή μας συνοδεύεται από μύριες όσες αδιόρατες κινήσεις των άλλων με τους οποίους η επικοινωνία είναι αδύνατη ή βουβή· κυλάμε όλοι, εμποτισμένοι με μια σιγαλή λύπη, προς ένα αδιάγνωστο τέλος ή προς μια αρχή».
Και ο Σταμάτης Φιλιππίδης θα καταλήξει στο κείμενό του:
«Κάποτε, κοιτάζοντας ανθρώπους γύρω μου αφιονισμένους από τα μίντια στο κυνήγι της ευδαιμονίας και της ευμάρειας, κι αναλογιζόμενος τα ποιήματα του Κακάρογλου, συλλογίζομαι ότι καταντήσαμε να ζούμε σε παράλληλους κόσμους, όπου κάποιοι σηκώνουν πάνω τους τον πόνο της ανθρωπότητας».
Η παράσταση στο Θέατρο Κυδωνία που της έδωσα τον τίτλο Τζάμια φιμέ (τίτλος ποιήματος από την συλλογή Στο λευκό του βυθού). ανέβηκε για πέντε μόνο βραδιές αρχικά, από τις 4 έως τις 8 Ιουνίου του 2008, με δική μου σκηνοθεσία και αισθητική. Τα ποιήματα που την συγκροτούσαν ήταν επιλεγμένα από τις πέντε πρώτες ποιητικές συλλογές που είχε εκδώσει ο ποιητής μέχρι τότε, συγκεκριμένα μέχρι και την ποιητική συλλογή Οι μέρες πριν από τα χρόνια που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2007. Λόγω της θεματικής αλλά και συναισθηματικής συνάφειας των ποιημάτων, τα αντιμετώπισα όλα ως ένα μεγάλο ποίημα σε ροή, ας πούμε σαν έναν μονόλογο, που ερμηνευόταν επί σκηνής από μια αντρική φωνή, τη δική μου, και μια γυναικεία, της εξαίρετης ηθοποιού Δέσποινας Πολλαναγνωστάκη. Η μουσική επιμέλεια ήταν της Λίλας Τρουλινού και απαρτίζονταν τόσο από κλασσικά κομμάτια όπως οι οβερτούρες του Βάγκνερ στην έναρξη όσο και από πολύ μοντέρνα όπως Calexico, Niko και Patti Smith προς το τέλος, δίνοντας εύστοχα έναν τόνο εκρηκτικά μοντέρνο που διεμβόλιζε την εγγενή μελαγχολία του στίχου που ακουγόταν μιξαρισμένος με τους ροκ ήχους χάρη στα μικρόφωνα που κρατούσαν οι δύο ηθοποιοί. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Γιάννης Βιολάκης.
Το καλοκαίρι εκείνο η γυναίκα και μητέρα των παιδιών του Λεωνίδα, και επιστήθια δική μου φίλη από τα χρόνια του δημοτικού, Δέσποινα Βαρδάκη, μετά από μια πολύχρονη αλλά άνιση μάχη με την επάρατο νόσο, απεβίωσε, γεγονός που αντιμετωπίστηκε από τον ποιητή με καινούργιους στίχους που αργότερα εκδόθηκαν σε ποιητική συλλογή με τίτλο Άδεια εξόδου. Έτσι στην επανάληψη της παράστασης τον Νοέμβριο 2008, για άλλες 8 βραδιές, με την σύμφωνη γνώμη του Λεωνίδα, προσθέσαμε μερικούς από αυτούς δημιουργώντας ένα νέο διαφορετικό κλείσιμο. Για να ενώσουμε τα 2 μέρη, το παλιό και το νέο, έγραψα ένα μικρό κείμενο που διάβαζα ενδιαμέσως:
«Κανονικά η παράστασή μας θα τελείωνε εδώ. Γιατί εδώ ακριβώς τέλειωνε όταν την σχεδιάσαμε την άνοιξη που πέρασε. Όμως, η ζωή τα ’φερε αλλιώς. Και ο πόνος γέννησε λέξεις και οι λέξεις καινούργια ποιήματα και τα ποιήματα αυτά, ένα βράδυ που ο Λεωνίδας κοιμόταν, ήρθαν και μας βρήκαν, εδώ κάτω στο πεζοδρόμιο, Υψηλαντών και Καραϊσκάκη γωνία, και μας είπαν, “ξέρουμε πως εδώ σε τούτη τη σκηνή μιλάτε για μας, για τα δικά μας καλοκαίρια, τις δικές μας ακρογιαλιές, πως οι προβολείς σας φωτίζουν το δικό μας μπλε, το δικό μας πράσινο, τα λόγια σας μιλούν για τα δικά μας χάδια, τα δικά μας βερίκοκα, τις δικές μας αγαπημένες ταινίες στον κινηματογράφο, δεν μπορείτε λοιπόν να μας αφήσετε απ’ έξω, να κάνετε πως δεν μας θέλετε, πως μας ξεχάσετε, να υποκρίνεστε ότι δεν ξέρετε πως ο βαθύς πόνος είναι αυτός που γεννάει πάντοτε το φως!” Και βέβαια είχαν δίκιο, γιατί η ζωή προχωράει μπροστά, και το μόνο που μένει αναλλοίωτο, άφθαρτο, αιώνιο, ακατάβλητο, να παρηγορεί και να θυμίζει, είναι η δύναμη της ποίησης κι ό,τι αυτή κατάφερε να ζωγραφίσει πάνω στο λευκό της χαρτί».
Ευτυχώς η παράσταση είχε μαγνητοφωνηθεί και, με την άδεια του Κώστα Μαυρακάκη, μπορεί πλέον ο καθένας να την ακούσει στο YouTube. Η ενέργειά μας αυτή αποτελεί μια πράξη τιμής στην ποίηση του Λεωνίδα όσο και στην εν γένει προσωπικότητά του και την πολιτιστική προσφορά του στην πόλη μας.
*
*
Όμως η σχέση μου με τον Λεωνίδα Κακάρογλου δεν σταματά με την παράσταση του 2008 που ανέφερα. Μερικά χρόνια αργότερα ο Λεωνίδας μου πρότεινε μια άλλου τύπου συνεργασία την οποία και αποδέχτηκα ασμένως. Την διοργάνωση μιας Κινηματογραφικής Λέσχης μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας του Θεάτρου Κυδωνία. Η Λέσχη δεν επιχορηγήθηκε από κανέναν φορέα, ίσως γιατί κι εμείς δεν επιδιώξαμε όσο σθεναρά θα έπρεπε κάτι τέτοιο, και η λειτουργία της στηρίχθηκε αποκλειστικά στην φιλική παραχώρηση της αίθουσας από εμένα και στην είσπραξη ενός χαμηλού εισιτηρίου για κάθε ταινία που προβαλλόταν. Το ποσόν αυτό διατίθετο για να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα της Λέσχης. Σας διαβάζω απόσπασμα από το αρχικό Δελτίο Τύπου με ημερομηνία 1/12/2012 με το οποίο ανακοινώσαμε τότε την ίδρυση:
«Η Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη μέσα στο πλαίσιο των καταστατικών της στόχων και σε συνεργασία με τον Λεωνίδα Κακάρογλου και το Ινστιτούτο Γκαίτε Χανίων ιδρύει και λειτουργεί στην αίθουσα του Θεάτρου Κυδωνία, από τη Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου, Κινηματογραφική Λέσχη με την επωνυμία “Κινηματογραφική Λέσχη των Φίλων του Θεάτρου Κυδωνία”. Η Λέσχη θα έχει σκοπό τη διερεύνηση της Τέχνης του κινηματογράφου με την προβολή σημαντικών ταινιών σε πρώτη προβολή, ή με την προβολή γνωστών κλασικών αριστουργημάτων, με τη γνωριμία κινηματογραφιστών που το έργο τους δεν είναι ευρέως γνωστό σήμερα στη χώρα μας, καθώς και με την ανάδειξη πειραματικών μορφών κινηματογραφικής τέχνης.
Η κινηματογραφική λέσχη θα λειτουργεί παράλληλα με τις θεατρικές δραστηριότητες της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη στο Θέατρο Κυδωνία και θα κάνει προβολές κάθε Δευτέρα στις 9.00 μμ με γενική είσοδο 5 ευρώ. Το πρόγραμμα προβολών της “Κινηματογραφικής Λέσχης των Φίλων του Θεάτρου Κυδωνία” θα ανακοινώνεται έγκαιρα στο κοινό και θα αναρτάται στο ταμπλό έξω από το θέατρο Κυδωνία στην οδό Υψηλαντών 12, καθώς και στο ταμπλό του θεάτρου στη Δημοτική Αγορά».
Και ο Λεωνίδας, που όπως είπα και στην εισαγωγή μου, όταν αγαπά κάτι γίνεται ασυγκράτητος και θέλει να τα δώσει όλα, δεν σταματά στις προβολές μιας Κινηματογραφικής Λέσχης. Τον άλλο χρόνο οργανώνει και μαθήματα Κινηματογράφου στον ίδιο δικό μας χώρο. Διαβάζω και πάλι απόσπασμα από το ΔΤ (18/2/2013) που ανακοίνωνε τα μαθήματα:
«Η Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Κυδωνία που λειτουργεί από το 2000 στα Χανιά, στην οδό Υψηλαντών 12, εγκαινιάζει από φέτος έναν καινούριο κύκλο μαθημάτων που αφορούν στην Ιστορία του Κινηματογράφου. Το μάθημα θα διδάσκεται από το λογοτέχνη και γνώστη της Ιστορίας του Κινηματογράφου Λεωνίδα Κακάρογλου σε μαθήματα των 90 λεπτών, κάθε δεύτερο Σάββατο στις 11 πμ, αρχής γενομένης από το Σάββατο 2 Μαρτίου, και θα έχει το γενικό τίτλο: Από τους Λυμιέρ στους Κοέν / Σημειώσεις για την ιστορία του κινηματογράφου. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές ο Λεωνίδας Κακάρογλου θα παρουσιάσει μια συνοπτική εικόνα της γέννησης και της εξέλιξης της Κινηματογραφικής Τέχνης στον κόσμο, με την παράλληλη προβολή ταινιών και τη συμμετοχή προσκεκλημένων κινηματογραφιστών, οι οποίοι θα καταθέτουν την προσωπική τους άποψη στα υπό συζήτηση θέματα. Το κόστος των μαθημάτων είναι 20 ευρώ το μήνα.
Ενδεικτικά, οι επί μέρους ενότητες των μαθημάτων περιλαμβάνουν:
1. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΓΕΝΝΗΣΗ
(από τα παιχνίδια στο θαύμα)
2. ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ, ΕΦΕΥΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ
(πρώτες ταινίες)
3. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΤΕΧΝΗΣ
(χαρακτηριστικά παραδείγματα ανά χώρα)
4. ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΣΤΟΝ ΗΧΟ
(τα πρώτα αριστουργήματα)
5. ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΗΧΟ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
(εθνικοί κινηματογράφοι)
6. ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
(σχολές, κινήματα, δημιουργοί)
7. ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
(από τη βιομηχανία του Χόλλυγουντ στους ανεξάρτητους)
8. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
(νέοι δημιουργοί)
9. ΕΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
(ένα οδοιπορικό)
10. ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
(λίγα λόγια για την ορολογία του κινηματογράφου)
11. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ
(πώς βλέπουμε τις εικόνες) »
Στο διάστημα των τριών χρόνων, από τον Δεκέμβριο 2012 έως και τον Μάιο 2014, όσο δηλαδή κράτησε η εν λόγω Κινηματογραφική Λέσχη, η οποία επαναλαμβάνω ήταν αυτοχρηματοδοτούμενη, προβλήθηκαν 45 ταινίες συνολικά του ποιοτικού αποκλειστικά κινηματογράφου. 23 την χρονιά 2012-13 και 22 την χρονιά 2013-14. Κάθε μήνα ενημερώναμε με e-mail (ΔΤ) τους φίλους της Λέσχης και τα ΜΜΕ της πόλης στέλνοντας αναλυτικό πρόγραμμα των ταινιών του μήνα πλαισιωμένο από την καλλιτεχνική τους ταυτότητα, φωτογραφίες και κριτικές για τις ταινίες που επρόκειτο να προβληθούν. Στα μαθήματα γράφτηκαν 30 περίπου μαθητές που ακολούθησαν το πρόγραμμα μαθημάτων.
Από τους προσκεκλημένους κινηματογραφιστές θυμάμαι τον Λάκη Παπαστάθη (17/2/2014) με την ταινία Ταξίδι στη Μυτιλήνη που συνδυάστηκε και με την παρουσίαση του βιβλίου του Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα, και τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη (20/5/2013) με το ντοκιμαντέρ Λάμπουν στο σκοτάδι. Επίσης πραγματοποιήθηκε και μια μουσική συναυλία με την Γεωργία Συλλαίου όταν εγκαινιάσαμε την Λέσχη.
Και φυσικά αυτή η παραγωγή αφορά μόνον την συνεργασία του Λεωνίδα με το Θέατρο Κυδωνία. Αν διαβάσουμε το βιογραφικό που είχε καταθέσει ο Λεωνίδας στην Βιβλιονέτ θα δούμε πως διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής στον Δημοτικό Κινηματογράφο «Κήπος» για περισσότερα από 20 χρόνια, όπου, μαζί με τις προβολές, οργάνωνε και σεμινάρια κινηματογράφου, μουσικές παραστάσεις κ.α. Είχε παρουσιάσει και προβάλει περισσότερες από χίλιες ταινίες, στο διάστημα αυτό, ενώ για πολλές έχει δημοσιεύσει κριτικά κείμενα. Ήταν ο δημιουργός των εκδηλώσεων «Εβδομάδες Ελληνικού Κινηματογράφου», στο Ωδείο Χανίων και του φεστιβάλ «Βωβός Κινηματογράφος και Μουσική επί Τόπου». Ήταν προσκεκλημένος ομιλητής για θέματα κινηματογράφου από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, από το Πάντειο, από την Αρχιτεκτονική του Πολυτεχνείου Κρήτης και από την Φιλοσοφική του Πανεπιστήμιου Κρήτης, ενώ δίδαξε ιστορία του κινηματογράφου στο ΙΕΚ της Ιεράς Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου. Συνεργάστηκε με το φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Πάμε Σινεμά». Έχει κάνει εκπομπές για τον κινηματογράφο στο ραδιόφωνο: «Η μουσική των εικόνων» στην ΕΡΑ Χανίων (1986-1989) και «Θαυματοτρόπιο» στο Ράδιο Παρατηρητής (2002-2003). Ήταν μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας και της εταιρείας «Studio Παράλληλο Κύκλωμα».
Εν κατακλείδι, αν θα ήθελε κανείς να προσεγγίσει σωστά, με ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια, την περίπτωση Κακάρογλου, την ποιητική και πεζογραφική προσφορά του στα γράμματα καθώς και την ανιδιοτελή πολύχρονη σχέση του με τα ζητήματα του κινηματογράφου και την ακάματη προσφορά των γνώσεών του στην γενέτειρα πόλη που μεγάλωσε, καλό θα ήταν να θυμηθεί την αρχική εικόνα του Λεωνίδα που αναφέρθηκε στην αρχή της εισήγησής μου, με τον Λεωνίδα παιδί του δημοτικού πίσω από το συρμάτινο τζάμι της εξώπορτας του πατρικού μου σπιτιού.
Χανιά, 4.3,2026
*
**
