Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Η μονή του Κυνηγού στο απώτατο, βόρειο ύψωμα του Υμηττού, επάνω από τον Σταυρό, σε λήψη της δεκαετίας του 1950.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #20
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, κοντά στον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στα Μεσόγεια, στήθηκε το έτος 1237/8 μαρμάρινος κίονας για να απαθανατίσει την κατασκευή ενός δρόμου. Ήταν έργο μοναχού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της γνωστής και ενεργής μέχρι σήμερα μονής του Κυνηγού, που βρίσκεται στο απώτατο, προς τα βόρεια, άκρο του Υμηττού, επάνω ακριβώς από τον Σταυρό. Η μονή είχε ιδρυθεί λίγο πριν από την κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Σταυροφόρους, το μοιραίο έτος 1204. Η Αττική πέρασε τότε στην εξουσία της οικογένειας των ντε λα Ρος από τη Βουργουνδία, που συνέστησαν το δουκάτο των Αθηνών. Το μοναστήρι του Κυνηγού ανήκει σε εκείνα που μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, συνυπάρχοντας με τους  καθολικούς κληρικούς που κατέλαβαν την ορθόδοξη μητρόπολη των Αθηνών.

Η επιγραφή, ένα επίγραμμα επιμελώς χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα επάνω στον κορμό του κίονα, απευθύνεται στον οδοιπόρο:

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα, τόνδε τὸν τρόπον;
Ἀρχὴν ἀποσκόπευσον αὐτοῦ καὶ τέλος.
Καὶ τίς ὁ τοῦτον τερματώσας ἐκ πόθου;
Νεόφυτος τοὔνομα, λάτρης Κυρίου·
αἴτησον αὐτῷ ψυχικὴν σωτηρίαν
ὅστις ποτ’ ἂν ἦ καὶ παριὼν ἐνθάδε.

͵σψμς΄

Φ
Σ        Φ
Λ

Η επιγραφή έδωσε φωνή στον λίθο, που ρωτά τον διαβάτη αν θέλει να μάθει τί είναι αυτός ο «τρόπος» και ποιός τον έφτιαξε. Με τον όρο «τρόπος» αναφέρεται ο δρόμος, την αρχή του οποίου όριζε ο κίονας και το τέλος του το μοναστήρι του Κυνηγού, που ήταν ο προορισμός του. Την κατασκευή του ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Νεόφυτος, «λάτρης Κυρίου». Ο λίθος καλεί τον περαστικό —όποιος και αν είναι αυτός και όποτε διαβεί— να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στο τέλος παρατίθεται το από κτίσεως κόσμου έτος ͵σψμς΄ (=6746), που αντιστοιχεί στο 1237/8 μ.Χ.

Κάτω από το έτος έχουν χαραχθεί σταυροειδώς τα γράμματα ΦΛΣΦ. Η ερμηνεία τους δεν είναι δύσκολη: Φιλόσοφος. Πρόκειται για την προσωνυμία ενός μοναχού που είχε κεντρικό ρόλο στη ζωή της μονής του Κυνηγού, από την ίδρυσή της και κατά τις πρώτες δεκαετίες της ζωής της. Εκτός από τον κίονα, συναντούμε το όνομα αυτό στην παλαιότερη επιγραφή της, του 1205, όπου αναφέρεται κάποιος «τοὐπίκλην Φιλόσοφος». Κατόπιν το βρίσκουμε στην επιτάφια πλάκα του κτίτορα Λουκά, του έτους 1235, όπου μνημονεύεται ότι ο τελευταίος «κείται» στο μνήμα μαζί με τον «εὐτελὴ ρακενδύτη» Φιλόσοφο. Απαντά επίσης στην επιγραφή της βάσης της μαρμάρινης κολυμβήθρας της μονής, στην οποία σημειώνεται ότι το σκεύος αυτό το έφερε στην Αττική ένας «μοναχὸς Φιλόσοφος τὴν κλῆσιν ἔχων» και το αφιέρωσε «τῇ μονῇ τοῦ Προδρόμου τῇ τοῦ Κυνηγοῦ τοὔνομα κεκλημένῃ». Τα τέσσερα αρχικά σύμφωνα —ΦΛΣΦ— βρίσκονται ακόμη χαραγμένα στη θύρα εισόδου του μοναστηριού.

Πολλά έχουν γραφεί για την ταυτότητα του Φιλοσόφου και την ενδεχόμενη σχέση του με τη μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, χωρίς τίποτε να αποδεικνύεται με ασφάλεια. Φαίνεται μάλλον αμφίβολο να πρόκειται για τον Νεόφυτο που αναφέρεται στον κίονα του Σταυρού, καθώς το επίγραμμα χαράχτηκε μετά τον θάνατο του Φιλοσόφου. Τα δε γράμματα ΦΛΣΦ επί του κίονα, χρησιμοποιούνταν ίσως ως κάποιου είδους έμβλημα της μονής. Βέβαιο είναι ότι ο Φιλόσοφος που μαρτυρείται από το 1205 και πέθανε πριν από το 1235, πρωταγωνίστησε στη ζωή της, ώστε αυτή να λάβει και το όνομά του. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά της ως «τοῦ Κυνηγοῦ τῶν φιλοσόφων», που σώζεται σε επιστολή του Μιχαήλ Χωνιάτη, τελευταίου βυζαντινού μητροπολίτη Αθηνών, χρονολογούμενη προ του 1222.

Ο κίονας του Σταυρού έμεινε στη θέση του επί οκτώ σχεδόν αιώνες, σταθερό σημάδι για τους αναρίθμητους διαβάτες αυτής της ερημικής άλλοτε περιοχής. Ο δρόμος του Νεοφύτου εν τω μεταξύ χάθηκε και η τοποθεσία έχει τώρα ενοποιηθεί με το αχανές πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Ο κίονας έχει τελευταία μεταφερθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία στον κήπο της εκκλησίας της Αγίας Θέκλας, επί της λεωφόρου Μεσογείων, απ’ όπου εξακολουθεί να επιτηρεί την κίνηση σε αυτό το πανάρχαιο οδικό πέρασμα της Αττικής.

///

Η επιγραφή του κίονα του Νεοφύτου δημοσιεύτηκε το πρώτον από τον Κυριακό Σ. Πιττάκη, τον γενάρχη των Ελλήνων αρχαιολόγων και επιγραφικών, στην Ἐφημερίδα Ἀρχαιολογική (φυλλάδιο 25, Ἰανουάριος-Μάρτιος 1842, αρ. 778). Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή της, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. GR28), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα. Η φωτογραφία της μονής του Κυνηγού προέρχεται από τον οδηγό Βυζαντινή Αθήνα του Μανώλη Χατζηδάκη, του 1958.

*

Η επιγραφή του κίονα που βρίσκεται σήμερα στον κήπο του ναού της Αγίας Θέκλας, επί της λεωφόρου Μεσογείων.

*

*