Ειρήνη Καραγιαννίδου

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)

«…για να σηκώσει το άπειρο»: Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες (1920-2009)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Τα χρόνια που σε σήκωσα γλαύκο μαράζι
με κάβους και νησιά σε χόχλο ψίθυρο
και μ’ ένα πέλαγο θησαυρισμένο
στην πυρή σταγόνα
καθώς συλλογιέται μεσοχείμωνα
στην άκρη του ματιού
και λογαριάζει πλώρες
που ξόδεψαν τις αναστάσεις.

Είναι βέβαιο ότι στη λογοτεχνική παράδοση του νησιού της Σίφνου φωτοβολούν αρκετές μορφές της ποίησης, όπως ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Σταφυλοπάτης, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος “Ραμπαγάς” και άλλοι πολλοί. Μέσα σε αυτήν την ποιητική αλληλουχία προβάλλει και ο Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες, ο ξενιτεμένος μα μόνιμα νοσταλγός του νησιού.

Με την ευχή που απόθεσε στο λίκνο μου
ξένος ζυγώνω από τη νύκτα των τόπων των καιρών.
Με τι μάτια να σηκώσω αυτό το φως;
Ποιο σχήμα μου να βάλω να καθήσει στο πεζούλι;
Ποια καρδιά μου να πιάσει το μαντήλι
να σύρει το συρτό; Νῦν ἀπολύοις.

* (περισσότερα…)

Ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής μέσα από τα μάτια του ποιητή Γιώργου Χριστογιάννη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Παρακείμενα της εισόδου του κινηματοθεάτρου “Αριστοτέλειον”, στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ένα μνημείο, αυτό του Απόδημου Ελληνισμού, έργο που ανήκει στον γλύπτη Πολύγνωτο Βαγή (γεν. 14 Ιανουαρίου 1894), τον συγχωριανό μου γλύπτη εκ Θάσου, και κάπου αναμεταξύ εξιστόρησης θαυμάτων χειροπλασιδίων και αναθυμιάσεων παιδικών ιστοριών —το σπίτι της γιαγιάς μοιραζόταν την ίδια αυλή με το μουσείο όπου στεγάζεται μέρος της συλλογής του—, ετούτος ο μάστορας της πέτρας στάθηκε η παιδική μου ασπίδα, αφού μονίμως κρυβόμουν πίσω απ’ τους γρανιτένιους όγκους του, μπας και —υπάρχοντας άφαγο παιδάκι— γλιτώσω από το κουτάλι της γιαγιάς που κάθε καλοκαίρι με απειλούσε απ’ όλες τις γωνιές, με κάθε τρόπο, με ιστούς αδιόρατους ή και χονδρόσχοινα —τα ίδια κυνηγετικά δάχτυλα έπλεκαν συγχρόνως το εγκώμιο της μικρής Ρηνιώς και τον βρόγχο της αγχόνης μου— και κάπως έτσι εκείνοι οι εκθαμβωτικοί πρωταγωνιστές των συμβάντων του γλύπτη, περνώντας από το καθαρτήριο της ιστορίας, ξεροστάλιαζαν ακίνητοι μαζί μου, ως να κατασταλάξουν σε θλιβερούς κομπάρσους, ευτελών —κλάψας— μονόπρακτων.

«Όλα θα σου έλθουν μιαν ημέρα χωρίς προετοιμασίες, χωρίς φανφάρες και χειροκροτήματα, έτσι απλά σαν αύρα στο κατακαλόκαιρο», γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Ι. Χριστογιάννης, ο ποιητής χάρη στον οποίον, το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του γλύπτη —ο Χριστογιάννης υπήρξε τότε διευθυντής της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ, αν κι η σχέση φιλίας αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στην Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος εκεί καλλιτέχνης—, όλα τα εναπομείναντα έργα του Θάσιου, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, κατάφερε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, για να έρθουν λίγα χρόνια μετά όλες οι μικρές άφαγες Ρηνούλες εκεί στην αυλή, να τα φαρμακώσουν με τις ραδιουργίες, τις μηχανορραφίες, το καθημερινό κρυφτό, κυρίως με τις μικρές φτυστές μπουκιές, ώσπου στο τέλος αναγκάστηκαν, αυτά τα δύο ξεσπιτωμένα της αυλής αγάλματα, χορτάτα πια και τροφαντά από αβγό μελάτο σε φλυτζάνι, να αναζητήσουν καταφύγιο στο μουσείο εντός. (περισσότερα…)

«Πελέκι που αστράφτει μοναξιά»: ο ποιητής Φαίδων ο Πολίτης (1928-1986)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Τυφλά, διψασμένα λιοντάρια
της γενιάς μου,
που σαπίζετε στην άμμο,
σας χαιρετώ.
 
Τα δάκρυα κι οι βρυχηθμοί
μας είναι κοινά.

«Ο Φαίδων κι ο Βασιλικός κάθονταν τότε σε ένα ωραίο αρχοντικό της οδού  Βασιλίσσης Όλγας, απέναντι από τον κινηματογράφο «Κολοσσαίον». Ο Φαίδων είχε πολλά και ωραία βιβλία, που ποτέ του δεν τα δάνειζε, απευθυνόταν στην υπηρέτριά του με τον πληθυντικό και έλεγε ωραία ανέκδοτα ή σόκιν πολλές φορές στα αγγλικά. Γενικά είχε κάτι το αριστοκρατικό επάνω του, που το επέτεινε η απομίμηση του Ουάιλντ στα λόγια, στους τρόπους, στην εμφάνιση. Ήταν πολύ ευαίσθητος αλλά με αρκετές μεγαλοαστικές υποχοντρίες, που δε σ’ άφηναν να καταλάβεις αν η ποίησή του έβγαινε από ανάγκη ζωής ή αποτελούσε εκδήλωση αισθητισμού».

Ο Φαίδωνας Ιωαννίδης (γνωστός ψευδωνυμικά ως Φαίδων ο Πολίτης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1928 και λίγο αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη στην οδό Παπακυριαζή. Έκανε σπουδές αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας σε Αγγλία και Αμερική, και μοιάζει να πέρασε και να μην ακούμπησε από το λογοτεχνικό παρεάκι της Θεσσαλονίκης, τον Βασίλη Βασιλικό, τον  Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. (περισσότερα…)

«Όλοι ρουφάμε θάνατον»: Ο ποιητής Άνθος Πωγωνίτης (1910-1976)

Σκίτσο του Άνθου Πωγωνίτη από τον ζωγράφο Πολύκλειτο Ρέγκο

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Ηπειρώτης ποιητής Άνθος Πωγωνίτης, κατά κόσμον Βασίλης Καραφύλλης, γεννήθηκε το 1910 στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου, ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Βήσσανη και το Βασιλικό. «Μιας κι’ έφτασες στης Βήσσιανης τον πλάτανο αδελφέ μου, / αχό ψαλμού να μπόραγα χαιρετισμό να στείλω, / Στον ίσκιο και τα κλώνια του με τα φτερά τ’ ανέμου».

«Να κοιτάς κατάματα τη γη που σε γέννησε / Ας έχουν πεθάνει εκείνοι που θαύμαζες / θα γεννηθούν αυτοί που θα φέρουν / το μεγάλο δώρο στα παιδιά», προέτρεπε, αφού σαφή επιρροή αποτελούσε και το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά («οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί γιατί δεν θάχουν αγάπη στα δέντρα»), που πέρασε από το Βασιλικό δύο φορές για να διδάξει και να προφητεύσει, ενώ συχνά καυχιέται: «Τα καλύτερα ελληνικά μιλιούνται στο Πωγώνι, έχει η κάθε λέξη τη δική της μουσική στο χορό της Πασχαλιάς».

Γεννημένος στην Ήπειρο ήταν λογικό να κοινωνήσει το δημοτικό τραγούδι («Κουλέ με το κλαρίνο σου κρυφές χαρές μου πρώτες») και την παράδοση. Για εκείνον, η λεβεντιά ήταν λέξη ιερή· την χρησιμοποίησε τόσο στην πορεία της ζωής του όσο και στη λογοτεχνική του δημιουργία.

Εγώ κι η λαλητάρα μου ψυχή που αντικρύσαμε
πικρό μαχαίρι δίκοπο στης μοίρας το παιχνίδι
σα σε τυφώνα το κορμί ολόρθο το κρατήσαμε
και τη βουνίσια λεβεντιά να μη μας φύγει (περισσότερα…)

«Κάτι τι το μέγα!» Ο συγγραφέας Λάμπρος Αστέρης (1871-1942)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Από την επιθεώρηση και τα χαριτωμένα στιχάκια, σε ωριμότερους στίχους, και από τις μάχες, στο πάλκο, από το χωριό στην πόλη και τ’ ανάστροφα. Πώς συναντιούνται όλα αυτά μέσα σε ένα πρόσωπο;  Κακοφωτισμένος ή όχι, ο Λάμπρος Αστέρης υπήρξε σίγουρα τ’ αντίθετο απ’ τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες κι η ζωή του ήταν ένα «λίγο απ’ όλα», ένα χωριό, μια αυλή όπως εκείνη της εκκλησίας του Άι-Νικόλα στον τόπο του: «ένα χωριό μέσα στο νου γραμμένο, με το μαρμαρένιο του καμπαναριό».

Απ’ τα τετράψηλα ουράνια μέρη
που δε λογιάζονται πόσω είν’ ψηλά,
είδαν τα μάτια μου κάποιο αστέρι
κάτω ’ς την άβυσσον να ροβολά.

Το είδα και πρόσμενα το Θείο Χέρι
που όλαις η δύναμες το ακούν τυφλά,
πίσω ’ς το ψήλωμα πάλι να φέρη
το άστρο που έπεφτε ’ς τα χαμηλά.

Του κάκου! Έχάθηκε χωρίς ν’ αφήση
ούτε μι’ ακτίνα του μέσα ’ς την κτίσι
κατά την πτώσι του τη φτερωτή.

Έτσι αβοήθητη μήπως δε σβύνει,
χωρίς μι’ ακτίνα της, πίσω ν’ αφίνη
σαν το άστρο πέφτοντας και η αρετή;

*

Διαφημιζόταν ως ένα έργο με υπόθεση από τη σύγχρονη εποχή, που παράλληλα ζωντάνευαν όλα τα έθιμα και οι συνήθειες των χωριανών και των θαλασσινών μας, ενώ «αναμιγνυόταν επιτυχώς και ολίγη ιστορία της αρχαίας μας τέχνης, με αναπαράστασιν των αρχαίων μνημείων». Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Καστέλλα και στο Τουρκολίμανο καθώς εκεί ναυλοχούσε το κότερο του Εμμανουήλ Μπενάκη  “Αελλώ”.

Πρόκειται για την ταινία Έρως και κύματα, της οποίας το σενάριο έγραψε ο ποιητής και ήταν παραγωγή της Dag films Co. – σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας ήταν αντίστοιχα οι Δημήτρης και Μιχάλης Γαζιάδης, παιδιά του Αναστασίου Γαζιάδη, Πειραιώτη φωτογράφου. (περισσότερα…)

«Με σπασμένα φτερά γιγάντων και δάκρυ αγγελικό»: Πάνος Β. Λιαλιάτσης (1936-2025)

 *

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Θ’ ακούς πάντα τη βοή του Αργολικού
αγαπημένου που πασχίζει να σου πει τα μυστικά του.
Κι ο κάμπος με τις διψασμένες πορτοκαλιές
που τις πότισαν τα δάκρυα της μάνας σου
της καλαμιάς
Σε καρτερεί να τον δεις πάλι την αυγή του Θεού
όταν ξυπνάνε τα πουλιά και τραγουδούν το φως του.

Έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2025 ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης. Γεννήθηκε το 1936 ανήμερα των Τριών Ιεραρχών στην ιστορική Ασίνη: «στη θάλασσα της λησμονημένης Ασίνης […] μετρηθήκαμε με το χρόνο / και νικήσαμε το φθονερό του γέλιο. / Κι ο βασιλιάς ψηλά απ’ τη βίγλα του / μετρούσε περίεργος τ’ αχνάρια μας στην άμμο / πιότερο απ’ το πέρασμα των ποιητών / που τον ξύπνησαν απ’ τον αθώο ύπνο του…»

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία, ενώ μέχρι το 1972 υπηρέτησε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Αργότερα, μετά από εργασιακή περιήγηση, αποφασίζει να ασχοληθεί με αυτό που πάντα ήθελε (τη διδασκαλία), ώστε να βρίσκεται κοντά στους νέους, οπότε και εργάστηκε στη δημόσια επαγγελματική εκπαίδευση στο Άργος και στο Ναύπλιο.

Μοίρα της λευτεριάς
και της ποίησης
αγγίλωσες τα μάτια μου,
στη βουή της μνήμης
δίπλα στα κοιμώμενα κάστρα
με την αιχμηρή συνοφρύωση
δίπλα στις στέρφες κρήνες
με τα ξόμπλια της πίκρας
δίπλα στους θνησιμαίους παραθεριστές
πού τους απέμεινε μόνο
το βλέμμα της βουλιμίας
χωρίς το αίμα που θυμάται
χωρίς τη συλλογή του Τερζάκη
χωρίς τη χλόη του Καρούζου,
Ανάπλι ρίζα του έρωτα,
Ανάπλι φλέβα των οραμάτων.
(περισσότερα…)