Ἡ Φιλοσοφία θέτει τὰ ἐρωτήματα, ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἁπλοποιεῖ, ἡ Τέχνη τὰ ἀπαντάει.
Γιὰ τὸ τί εἶναι ζωή, ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἀπὸ τὸ Imagine τοῦ Τζὼν Λένον. Γεννιόμαστε σ’ ἕνα δωμάτιο σχετικὰ σκοτεινό, καθισμένοι μπροστὰ σ’ ἕνα ἀλλόκοτο καὶ πολύπλοκο ἀντικείμενο (πιάνο) χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα πῶς λειτουργεῖ, ποιοί εἶναι οἱ κανόνες — χτυπᾶμε ἀκανόνιστα τὰ μαῦρα πλῆκτρα καὶ τὰ ἄσπρα πλῆκτρα προσπαθῶντας νὰ συνδυάσουμε τοὺς τόνους καὶ τὰ ἡμιτόνια σὲ ἁρμονία· παλεύουμε γιὰ μιὰ μελῳδία ποὺ νὰ βγάζει νόημα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Θεός —μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς ἐξωτικῆς ὀμορφιᾶς γυναίκας (καλὴ καὶ εὐειδής, λευκὰ ἱμάτια ἔχουσα)— πηγαινοέρχεται ἀργὰ στὸ δωμάτιο ὅπου μὲ ἁπαλὲς κινήσεις ἀνοίγει τελετουργικὰ ἕνα-ἕνα τὰ μεγάλα παράθυρα νὰ μπεῖ φῶς· ἔξω ἡ Φύση ντυμένη στὰ πράσινα. Ὁ χῶρος σταδιακὰ φωτίζεται, τὸ σκοτάδι ὑποχωρεῖ, οἱ λεπτομέρειες διαγράφονται, τὰ ἔπιπλα προσαρμόζονται στὴν ὅραση. Ὅλα εἶναι ἄσπρα —τὸ ἄσπρο τοῦ χιονιοῦ— κι ἐμεῖς ἐκεῖ, σκυμμένοι στὸ πιάνο χωρὶς παρτιτούρα, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα· τραγουδᾶμε, πατᾶμε νότες, δὲν ἐγκαταλείπουμε. Κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα πλησιάζει καὶ κάθεται δίπλα μας, ἀμίλητη. Καθὼς ἡ μουσικὴ σβήνει καὶ τὸ τραγούδι τελειώνει, γυρίζει τὸ κεφάλι, μᾶς κοιτάει (ἕνα βλέμμα γεμάτο κοσμικὸ νόημα) καὶ μᾶς χαρίζει ἕνα παθιασμένο φιλὶ στὸ στόμα. Τὸ χαμόγελό της μᾶς κρατάει ζωντανούς.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν θάνατο… μᾶλλον ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ ἕναν ἐκτυφλωτικῶς κατάφωτο ρόμβο αἰωρούμενο στὸ διάστημα, ἐν εἴδει σκηνῆς, κατὰ πῶς θέλουν οἱ Alphaville.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
*

