Γιάννης Παρασκευόπουλος

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)

Από την Εδέμ στο Βασίλειο του Πολιτισμού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

Γιάννης Παρασκευόπουλος,
Ποιητική του Κήπου: Δοκίμιο
για τους περίφρακτους τόπους,
Ροπή, 2025

Ήδη τα περιεχόμενα του βιβλίου εξηγούν την μεθοδολογική επιλογή του συγγραφέα του σε ό,τι αφορά την έκθεση της γενεαλογίας του κήπου. Περιγράφοντας τον κήπο από την αρχή ως περίκλειστο χώρο, ως κομμάτι γης ανάμεσα σε μετακινούμενους κόσμους, με τρόπο πραγματιστικό, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος δηλώνει τους εποπτικούς όρους με τους οποίους προχωρεί την έρευνά του. Αυτοί είναι χωρικοί (μέσα-έξω), ηθικοί (καλό-κακό), τοπικοί (απέραντο-τοπικό) και τροπικοί (το χάος και η σαφήνεια του εδώ).

Ο άνθρωπος, ως χρονικό ον, βρίσκει τη θέση του αλλά και τη σχέση του με τα φυσικά στοιχεία, διαγράφοντας και αυτός, όπως και όλα τα φυσικά στοιχεία, πορεία κυκλική (γέννηση – θάνατος), ενώ χάρη σε μια αποκλειστική ιδιότητά του, τη συνειδητότητα, αποκτά και ρόλο αφηγητή που, λίγο ως πολύ, ενώ επιδιώκει και διεκδικεί μια ευέλικτη θέση μέσα και έξω από τον φυσικό χώρο, υπακούει εν τέλει στο γεγονός ότι είναι και ο ίδιος μέρος του φυσικού κόσμου.

Η κριτική του Παρασκευόπουλου ασκείται με λεπτότητα και ευαισθησία καθώς αντιτάσσει στη βαρβαρότητα την αισθητική. Το θρησκευτικό στοιχείο από την αρχή συμπαρατίθεται με τους μύθους και τους συμβολισμούς του. Τα θρησκευτικά κείμενα συνδέονται με μια φιλοσοφική αγωνία για την Αλήθεια με εντελώς φυσικό τρόπο: «η φύση αποκτά τον ρόλο μιας διόδου για τη γνώση του θείου» (σ. 92). Και παρακάτω στις σ. 93-94:

«η φύση είναι ο χώρος της Δημιουργίας. Είναι ο χώρος παραμονής των δημιουργημάτων που κινούνται ή βρίσκονται σε ακινησία εντός του. Τα κτιστά, εφόσον υπόκεινται στην εξουσία του ανθρώπου, μετεξελίσσονται σε σύμβολα κατανόησης της σχέσης του Δημιουργού με τον άνθρωπο… Μια διαρκής κίνηση προς τον φυσικό κόσμο θα είναι μια απόπειρα σχηματοποίησης του αόρατου…» (περισσότερα…)

Συνεργάτες του ΝΠ παρουσιάζουν τα βιβλία τους

*

*

*

*

Εξ ιδίων

*

Και τα τέσσερα αυτά βιβλία της χρονιάς που μας φεύγει, πρωτοπερπάτησαν τον δρόμο της δημοσιότητας ως στήλες του ηλεκτρονικού Νέου Πλανόδιου.

Στους δημιουργούς τους, τους συγγραφείς Μανώλη Μπουζάκη, Ηρακλή Λογοθέτη, Γιάννη Παρασκευόπουλο και τη μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη, συγχαρητήρια και ευχές για το καινούργιο έτος. – ΝΠ

*

*

*

 

 

Το Συμβάν Ντεμπόρ: Ο λόγος που απομένει

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν, καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν… Καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν, καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν… Κάλλιον είναι να βλέπει τις δια των οφθαλμών, παρά να περιπλανάται με την ψυχήν, και τούτο ματαιότης και θλίψις πνεύματος… Διότι τίς γνωρίζει τί είναι καλόν διά τον άνθρωπον εν τη ζωή, κατά πόσας τας ημέρας της ζωής της ματαιότης αυτού, τας οποίας διέρχεται ως σκιάν;
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ (Απόδοση Νεόφυτου Βάμβα)
Όλη η ταινία (με τη βοήθεια των εικόνων βέβαια, αλλά πρωτίστως με το κείμενο του «σχολιασμού») βασίζεται πάνω στο θέμα του νερού. Παραθέτουμε λοιπόν σε αυτή την ταινία ποιητές της ροής των πάντων (Λι Πο, Ομάρ Καγιάμ, Ηράκλειτος, Μποσυέ, Σέλλεϋ) που μίλησαν για το νερό: είναι ο χρόνος.
ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ (Από τις σημειώσεις για την ταινία
In girum imus nocte et consumimur igni
)

Αναφορικά με τον Ντεμπόρ, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν θα γράψει: «Μιλάει σαν να έχει ήδη λάβει χώρα η Μέρα της Κρίσεως και σαν το αληθινό να αναγνωρίστηκε ως μία στιγμή του ψεύτικου» (Mezzi senza fine. Note sulla politica). Η κρίση του Αγκάμπεν απαντά στη θεωρία του της εκκοσμίκευσης του χριστιανισμού που επιταχύνεται ολοένα και περισσότερο στους νεότερους χρόνους, με αποκορύφωμα τον 20ό αιώνα. Η Μέρα της Κρίσεως: δηλαδή το Τέλος του Κόσμου, το τέλος του γίγνεσθαι, το τέλος του χρόνου ως μονάδας μέτρησης της περατότητας.

Η έννοια του χρόνου, αναδεικνυόμενη από τον ντεμπορικό λόγο, είναι το στοιχείο-στοιχειό των ταινιών του. Ο κινηματογραφικός του λόγος λειτουργεί ως μία χειρονομία του δικού του χρόνου. Το κινηματογραφικό συμβάν είναι ο τόπος όπου εκτυλίσσεται η εικόνα της σκέψης του Ντεμπόρ. Σε αυτόν τον κινηματογράφο, εικόνα γίνεται ο λόγος που συνδέει την παραδοξότητα των γεγονότων: το παρελθόν μέσα στο παρόν καθώς και η πλησμονή ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμη έρθει. H ντεμπορική αξιολογική κρίση για την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων βρίσκει έκφραση σε ένα λόγο που δημιουργεί ένα μη τόπο της εικόνας: τη-χειρονομία-που-δεν-θα-μπορέσει-ποτέ-να-γίνει-εικόνα. Κι αυτό διότι η εικόνα ως εμπόρευμα, οριοθετημένη και ελεγχόμενη από την παραγωγή της, δεν μπορεί να λειτουργεί παρά μόνον ως εικόνα-φαίνεσθαι.

Η κουλτούρα της εικόνας στον καπιταλισμό γίνεται το υποκατάστατο της ζωής, μία ψευδής πραγματικότητα που απορροφά την ζωή και παρουσιάζει το ψεύτικο ως αληθινό και το αληθινό ως ψεύτικο. Η εικόνα ως εμπόρευμα είναι το εργαλείο του διαχωρισμού μέσα στην κοινωνία. Έτσι, το θέαμα, ως συσσώρευση εικόνων, είναι το «γίγνεσθαι-εικόνα» του καπιταλισμού: μία φαντασμαγορία του κεφαλαίου. (περισσότερα…)

 Έρημος Χώρος: Το γκρίζο και το πράσινο

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Οι κοινοί αστικοί χώροι που κατοικούμε πλέον, ιδίως μετά την εμφάνιση του Covid-19 το 2020 και της εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, βρίσκονται σε συνεχή κάμψη. Η υποχώρηση της ζωής μπροστά στη συνεχόμενη και αυξανόμενη τυποποίηση του αστικού τοπίου σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μια αποχώρηση από τον αστικό τρόπο συμμετοχής στον κοινό χώρο. Αυτές οι μεταλλάξεις γίνονται εμφανείς μέσα από μια διπλή κίνηση αποικιοποίησης.

Η πρώτη αποικιοποίηση του χώρου συντελείται από τα εργαλεία της τεχνοεπιστήμης και τις εκφάνσεις της όπως τα “έξυπνα” τηλέφωνα, καθώς και από την τουριστικοποίηση και μουσειοποίηση των κοινών χώρων. Μοιραία, η παραμέληση του παρόντος χρόνου και χώρου για το αλλογενές “εκεί” του ψηφιακού κόσμου και η παράδοση των γειτονιών στην ατομικοποιημένη εμπορική συνείδηση συναντούν στο δρόμο τους τον αισθητικό και αξιακό οδοστρωτήρα του μπετόν. Η δεύτερη αποικιοποίηση του χώρου προέρχεται από την άνοδο της νεοφιλελεύθερης πόλης. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ διευκόλυνε και επιτάχυνε την μετατροπή του νεοφιλελευθερισμού, διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, σε κοινωνικό σχέδιο. Ο πλανητικός σχεδιασμός του νεοφιλελευθερισμού προσηλώνεται όλο και περισσότερο σε μια συγκεκριμενοποίησή του στον αστικό χώρο μέσω της οικοδόμησης. Κατά τον Harvey ο νεοφιλελευθερισμός αστικοποιείται – γίνεται αστικός χώρος. Αυτή η πραγματοποίηση και η μορφοποίηση του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου δεν αφορά μόνο στο σπεκουλάρισμα της αγοράς των ακινήτων στο χρηματιστήριο με τις γνωστές συνέπειες, αλλά και σε ένα νέο είδος πόλης που προβάλλει μέσα από τα συντρίμμια του φιλελευθέρου αστικού μοντέλου του 20ού αιώνα.

Πέρα από έναν “εξευγενισμό” των ιστορικών κέντρων τους, οι πλανητικές μητροπόλεις φαντάζουν ως συσσώρευση σκουπιδιών, αντικειμένων και ανθρώπων που στηρίζονται κυριολεκτικά πάνω στην κυβιστική γεωμετρία του μπετόν και του μπετόν αρμέ που με την σειρά τους ενώνονται μέσω τσιμεντένιων διαδρόμων. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική στροφή στον δυτικοκεντρικό –κυρίως– τρόπο σκέψης που μέχρι πρόσφατα ταύτιζε την πόλη με την ευτυχία και την υλική ευημερία. Όσο περισσότερο γιγαντώνονται οι σύγχρονες μητροπόλεις, τόσο ο ανθρώπινος πολιτισμός βυθίζεται σε μια υλική δυστυχία και σε μια οντολογική σύγχυση του είναι. Η υπόσχεση της ευημερίας δίνει τη θέση της στον ιλιγγιώδη συνωστισμό. Η άνοδος του φαινομένου Ντουμπάι –που ξεπετάγεται από τη μήτρα του αμερικάνικου πολεοδομικού μοντέλου και που μέσα σε αυτόν βρίσκει τον εαυτό του ως μια συνέχειά του– και η επιβολή του ως σύγχρονου μοντέλου μητροπολιτικού πολιτισμού καταλύει την έννοια του δημόσιου κοινού χώρου μετατρέποντάς τον σε χώρο κατανάλωσης. Η ντουμπαϊοποίηση της φύσης είναι το ακραίο σημείο του κεφαλαίου ως αναπαράσταση του φυσικού κόσμου. Η τάση της “επιστροφής στη φύση” παράγεται από την αντιφύση της πόλης. Είτε με την μορφή ενός συγκρητισμού new age με βάση τη φύση είτε με την μορφή “απόδρασης” προς τη φύση είτε σε μια πιο ακραία μορφή με την ιδέα του νεοπρωτογονισμού, το σύγχρονο βλέμμα κοιτάζει έξω από τα τείχη της πόλης προς κάτι που στο φαντασιακό προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αγνού και αθώου “εκεί” που αντιδιαστέλλεται στο παροντικό εδώ. (περισσότερα…)

O κυκλικός χρόνος ως χώρος ζωής

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Στους Νεότερους Χρόνους ο άνθρωπος εκπίπτει με ταχύτατους ρυθμούς από τον μεταφυσικό στον φυσικό κόσμο. Το μετά (επέκεινα) μετατοπίζεται στο εδώ. Πρόκειται για μια επανεκτίμηση του χώρου που τον περιτριγυρίζει και που θα ονομαστεί από τους εγκυκλοπαιδιστές περιβάλλον. Ταυτόχρονα η εκκοσμίκευση του χρόνου κρατάει το ομοίωμα της χριστιανικής κοσμοεικόνας αποβάλλοντας την έννοια της ιερότητας. Ο χρόνος στη νεότερη εποχή νοηματοδοτείται από την ιδέα μιας συνεχούς εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Η εκκοσμικεύμενη μορφή του χρόνου οικειοποιείται το μοντέλο του ευθύγραμμου χρόνου απαλείφοντας και παραλείποντας την έννοια του τέλους που θα συνεπέφερε η Δευτέρα Παρουσία.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν παρατηρεί ότι πρόκειται για μία «εκλαΐκευση του ευθύγραμμου και μη-αναστρέψιμου χριστιανικού χρόνου». Ο εκκοσμικευμένος χρόνος εστιάζεται στην αξία της παρούσας στιγμής ως της μοναδικής στιγμής που βιώνει το ανθρώπινο ον. Κάθε στιγμή δίνει τη θέση της σε ένα μετά για να γίνει η ίδια ένα πριν. Το μέλλον είναι η εξελικτική πορεία του παρελθόντος, μέσω του παρόντος. Η συνέχεια του νοήματος στον εκκοσμικευμένο χρόνο βρίσκεται στην παραγωγή. Ο παραγωγικός χρόνος γίνεται αξίωμα με την άνοδο του καπιταλισμού και της τεχνοεπιστήμης. Η ηθική της αξίας της εργατικότητας απαιτεί τη σωστή χρήση του χρόνου, δηλαδή τη μέγιστη παραγωγικότητα στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Τα αξιώματα της καπιταλιστικής κοσμοεικόνας στηρίζονται στην έννοια της ταχύτητας. Ο χρόνος της εκκοσμίκευσης είναι και ο χρόνος της ταχύτητας. Τηλέγραφος, τηλέφωνο, ταχεία αμαξοστοιχία και σήμερα τρένα υψηλής ταχύτητας (TGV, Frecciarossa), γρήγορο ίντερνετ και fast food είναι συνώνυμα της ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης που κεφαλοποιούν τον χρόνο. Η περατότητα μετριέται πλέον στα δευτερόλεπτα και τα νανοδευτερόλεπτα. Ο φυτικός και φυσικός κόσμος δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτό το πλέγμα χρονοδημιουργίας. Η κεφαλαιοποίηση της φύσης ξεπετάχθηκε μέσα από τη μήτρα της τεχνοεπιστήμης του κεφαλαίου και διαμόρφωσε την έννοια του βοτανικού κήπου. (περισσότερα…)

Ο Πλάτων στην Φλωρεντία

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Ω ο σκοτεινός ύπνος, που μετατρέπει τις τυφλές
Και δεινές σκέψεις σε όραμα καθαρού φωτός!
LORENZO DI MEDICIS

Ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την Νεότερη Εποχή, δηλαδή ανάμεσα στον orto murato του μοναστηριού και στον ανοιχτό κήπο του εκλεκτικού μπαρόκ, εμφανίζεται στην Ιταλική χερσόνησο ο κήπος που συμβάλλει σε αυτή την μετάβαση. Θα μπορούσαμε πιθανώς να ισχυριστούμε ότι ο κήπος της Αναγέννησης είναι ο ίδιος μια μετάβαση. Αρχικά, αποτελεί μια χρονική μετάβαση ανάμεσα στον παλαιό τύπο κήπου και σε μια καινούργια κοσμοαντίληψη που πρωτοσχηματίζεται και που αργότερα μετατρέπεται σε έναν νέο τύπο βλέμματος καθώς και σε μια καινούργια πρακτική. Η δεύτερη παρατήρηση που μας επιτρέπει να χαρακτηρίζουμε αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, είναι η επαναφορά  της αρχαιότητας εντός της έννοιας και της πρακτικής του κήπου.

Πρόκειται για μια χρονική μεταφορά που οικειοποιείται το παρελθόν, επαναπροσδιορίζοντάς το, ανοίγοντας ταυτόχρονα έναν χώρο για την αυτοτοποθέτηση του ίδιου του ανθρώπου στον κόσμο και που ονομάζεται Αναγέννηση. Η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έτσι, μετατοπίζεται στο παρόν ως μια ερμηνεία αλλά και ως μια ανασύνθεση της παροντικής χρονικότητας. Η σύνθεση που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην παγανιστική σκέψη και το Χριστιανικό κοσμοείδωλο –σύνθεση που ξεκινά έναν αιώνα περίπου πριν με τον Πετράρχη ο οποίος αποκαλούσε την αρχαιότητα sacrosancta antiquitas– σημαίνει και την αρχή του τέλους για αυτό το κοσμοείδωλο αλλά και την συνεχή επανερμηνεία της κλασσικής σκέψης στους Νεότερους Χρόνους. Κίνηση που χαρακτηρίζεται από την αναδιαμόρφωση της έννοιας του τόπου μέσω των πολλαπλών μορφών που αποκτά η έννοια της ανακάλυψης.

Τα στοιχεία που μας ωθούν να μιλήσουμε για αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, με τη διπλή έννοια που του αποδίδουμε, εμφανίζονται κατά τον 15ο αιώνα, τον Quattrocento, στην Φλωρεντία και συνδέονται με την δυναστεία των Μεδίκων. Fiorenza κατά τους Ρωμαίους, η Φλωρεντία των Ιταλών αποκαλείται η πόλη των λουλουδιών.  Το έμβλημά της δεν είναι άλλο παρά ένας ερυθρός κρίνος που ταυτίζεται με το λατινικό όνομά της. Σε αυτήν την πόλη των λουλουδιών οι τέχνες ανθίζουν παράλληλα με τα άνθη των κήπων.

Στα μέσα του αιώνα ο αριθμός των κήπων σε αυτή την πόλη ανέρχεται τουλάχιστον στους 138. Ο λόγος για την πολλαπλή ζήτηση και κατασκευή οφείλεται στην στροφή προς την επανανακάλυψη του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η ρωμαϊκή έπαυλη επανεμφανίζεται ως μια νησίδα εντός της πόλης αλλά και έξω από τα τείχη της ακολουθώντας  την ρωμαϊκή πρακτική απομάκρυνσης από την πόλη, όπως την εφάρμοσε και ο Κικέρων. Ταυτόχρονα, το βλέμμα αξιοποιεί τις αρχαιότητες που βρίσκονται τριγύρω. Οι Μέδικοι γίνονται μεγάλοι συλλέκτες αρχαιοτήτων, συντηρώντας και αποκαθιστώντας τες. (περισσότερα…)

Το Ομοίωμα της Φύσης

Τοιχογραφία με ομοίωμα κήπου. Herculaneum, Πομπηία.
~.~

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Κατά τον ιστορικό Πιερ Γκριμάλ, οι ρωμαϊκοί κήποι είναι η πραγμάτωση ενός ελληνικού ονείρου. Αυτή η διαπίστωση λαμβάνει χώρα, αρχικά, εξαιτίας του γεγονότος ότι η Αυτοκρατορία της Ρώμης ζει στην ηχώ του ελληνικού τοπίου. Η επαφή με τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο, μετέτρεψε την κατάκτησή του σε οικειοποίησή του. Η Ρώμη κατάφερε να συστηματοποιήσει τις σκόρπιες σελίδες της ελληνικής κοσμοαντίληψης για τη φύση και τη σχέση του ανθρώπου μαζί της. Σκηνές της ομηρικής ποίησης όπως οι κήποι του Αλκίνοου και της Καλυψούς, η έννοια της Αρκαδίας, οι κήποι των φιλοσόφων, η λατρεία των Νυμφών καθώς και των “πρωτόγονων” και ζωόμορφων θεών, η βουκολική ποίηση της Σικελίας, υπήρξαν διασπασμένα στοιχεία στον ελληνικό κόσμο.

Η Ρώμη οικειοποιείται τα σπαράγματα αυτά μετατρέποντάς τα σε βάση για την δική της πολιτισμική ανάπτυξη. Ο κλασσικισμός, που γεννάται ως ένα σημείο αναφοράς στον ελλαδικό κόσμο, μετατρέπει αυτόν τον κόσμο σε ένα καλλιτεχνικό, θρησκευτικό και φυσικό τοπίο. Κατά αυτόν τον τρόπο, η Ρώμη μετέτρεψε τα απομονωμένα στοιχεία του ελλαδικού κόσμου σε ένα ομογενοποιημένο ελληνικό τοπίο. Αφού η ίδια έπαιξε τον ρόλο του διαύλου, η αναφορικότητα στο ελληνικό τοπίο θα κυριαρχήσει για τα επόμενα δυο χιλιάδες χρόνια στον Δυτικό κόσμο. Τα θέματα που δημιουργεί ο ρωμαϊκός κήπος θα επανεξεργάζονται διαρκώς και θα εμπλουτίζονται συνεχώς μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η ονοματοποιία των ρωμαϊκών κήπων είναι πολυσύνθετη και ανάλογως της χρονικής περιόδου λαμβάνει διαφορετικές ορολογίες που αντιστοιχούν στις λειτουργίες του κήπου. Η διαμόρφωση και η εξέλιξη του κήπου από θρεπτικό τόπο σε χώρο απόλαυσης και αναψυχής θα προεκτείνεται με βάση την ίδια την ανάπτυξη της ρωμαϊκής πολεοδομίας αλλά και της επέκτασης της αυτοκρατορίας. Όσο περισσότερο θα αναπτύσσεται η συνείδηση της ρωμαϊκής κουλτούρας, τόσο περισσότερο θα ενσωματώνει και στοιχεία από άλλους γεωγραφικούς τόπους. Όπως αναφέραμε, η ταυτότητα της Ρώμης στηρίζεται στον κλασσικό ελληνικό κόσμο. Όμως η Ρώμη γίνεται ταυτόχρονα και κληρονόμος του αχανούς ελληνιστικού κόσμου μέσα στον οποίο διάφοροι πολιτισμοί συνυπάρχουν. Ξένοι θεοί αλλά και εξωτικοί τρόποι θα ενσωματωθούν μέσα στο ρωμαϊκό μωσαϊκό.

Ο πρώτος κήπος που εμφανίζεται στην ιταλική χερσόνησο ονομάζεται heredium και ανταποκρίνεται στην αρχαιότερη μορφή κήπου που συναντούμε στην χερσόνησο. Είναι το περιβόλι των χωρικών που έχει ένα καθαρά λειτουργικό και θρεπτικό χαρακτήρα. Ο πρωτογενής ιταλικός κήπος τίθεται υπό την προστασία του Sylvanus, θεού της γονιμότητας της ιταλικής μυθολογίας. Μαζί με την οικειοποίηση της λατρείας των Lares των Ετρούσκων, οι Ρωμαίοι αναζητούν την θεϊκή προστασία των αγροκαλλιέργειών των. Οι Lares, ενσωματώνουν τα genius loci, τους δαίμονες ή πνεύματα που εποπτεύουν και φυλάνε συκγκεκριμένους τόπους. Για αυτό και οι Ιταλοί χωρικοί τοποθετούν αφιερωμένους βωμούς στους δαίμονες μέσα στο χώρο όπου διαμένουν και καλλιεργούν. (περισσότερα…)

Ο Χαμένος Παράδεισος

Nicolas Poussin, Άνοιξη ή Κήπος του Παραδείσου
~.~

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Η ιστορία των κήπων δεν διαχωρίζεται από την ιστορία της ανθρωπότητας. Και οι δύο ιστορίες έχουν βίους παράλληλους που ο ένας είναι το αντικαθρέφτισμα του άλλου μέσα σε ένα μονοπάτι διαδοχικών αλλαγών, μετατοπίσεων και μεταμορφώσεων. Με βάση την Βίβλο, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Ιστορία γεννιέται μέσα από τον κήπο και ταυτόχρονα έξω από αυτήν, ανάμεσα στην πρώτη κατοικία των ανθρώπων που είναι η Εδέμ (τέρψη, απόλαυση στα εβραϊκά) και στην εξορία των πρωτοπλάστων από αυτήν. Ιστορία της ανθρωπότητας και ιστορία της μονοθεϊστικής θεολογίας πηγάζουν από τον πρωταρχικό και αρχέτυπο Κήπο. Πρόκειται λοιπόν για μια ιστορία της εξορίας. Ο πρώτος τόπος κατοικίας είναι η αρχική γεωγραφία του ανθρώπου που φέρει το όνομα Παράδεισος. Διαβάζουμε στη Γένεση:

καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε. καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ (Γεν. B΄ 2,8-2,9).

Η κατοικία του ανθρώπου στην αρχική του κατάσταση είναι ένας κήπος, αφού Παράδεισος και κήπος είναι λέξεις παράλληλες και ενίοτε ταυτόσημες. Ο Παράδεισος δανείζεται το όνομά του στα ελληνικά από την περσική λέξη paiṛidaēza που σημαίνει περίκλειστος χώρος, ο οποίος και δηλώνει τον κήπο. Στα ελληνικά το ουσιαστικό παράδεισος εισήχθη από τον Ξενοφώντα. Μετά και τη μετάφραση των Εβδομήκοντα επικράτησε στα ελληνικά ο παράδεισος να συνδέεται με τον κήπο. Όμως όπως διαπιστώνει και η Anne Ducrocq πρόκειται περί μιας εννοιολογικής σύγχυσης καθότι ο παράδεισος δεν βρίσκεται –γεωγραφικά– στον Κήπο της Εδέμ ούτε και ο Κήπος αυτός είναι ο παράδεισος[1]. Η Εδέμ ορίζεται ως ο κήπος της αρχής της Δημιουργίας. Από την άλλην έχει επικρατήσει ο παράδεισος να αποκτά την μορφή του κήπου, αλλά η ριζική του διαφοροποίηση από την Εδέμ είναι ότι πρόκειται για ένα μη-τόπο. Η Εδέμ που τοποθετείται κάπου στην Ανατολή αποτελεί τη πρώτη κατοικία του ανθρώπου και έχει μια γεωγραφική οντότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο και έχουμε πάμπολλες μαρτυρίες εξερευνητών από τον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη μέχρι τους Πορτογάλους εμπόρους που θέτουν γεωγραφικά ερωτήματα και εικασίες, κατά την πλεύση τους, για τον γεωγραφικό εντοπισμό της Εδέμ. Παράδεισος είναι ο μεταφυσικός τόπος παραμονής των ψυχών μετά τον θάνατο. Απεικονίζεται νοητικά ως ένας τόπος γαλήνης και ησυχίας, ως ο τελικός προορισμός του ανθρώπου. Θα λέγαμε ότι έχει επικρατήσει ο παράδεισος να παρομοιάζεται με τον αρχικό κήπο της Εδέμ κατά τον τρόπο που ο Χριστός ονομάζεται ο νέος Αδάμ. Στον χριστιανισμό βρίσκουμε μια άτυπη και μυστική σύνδεση της αρχής και του τέλους βάσει του σχήματος του κήπου. Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου τον βρίσκει σε ένα κήπο και το τέλος του ή καλλίτερα η ζωή μετά το θάνατο τον μετατοπίζει πάλι σε ένα είδος κήπου. Οι έννοιες του κήπου της Εδέμ και της φύσης στο λεξιλόγιο του χριστιανισμού αντιστοιχούν στην έννοια της Δημιουργίας. (περισσότερα…)