Η Χορδή του Τόξου: Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

~.~

Ο Τρωικός Πόλεμος δεν έχει ξεκινήσει, ο Οδυσσέας βρίσκεται ακόμα στην Ιθάκη και έχει βγει στο δάσος για κυνήγι συνοδευόμενος από έξι-εφτά υποτακτικούς. Κάποια στιγμή, η ομάδα διακρίνει έναν ανυποψίαστο κάπρο ανάμεσα στα πουρνάρια. Τους χωρίζουν ακόμα αρκετά μέτρα. Ο Οδυσσέας είναι δεινός τοξοβόλος και δεν θα έχει πρόβλημα να κατεβάσει το θηρίο με μια σαϊτιά. Τότε, ο θεατής, ο θεατής που τόσο άνετα κάθεται στο πολυτελές σινεμά με την ηχητική τεχνολογία Dolby Atmos και την προβολή σε 4K, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι αναπάντεχο. Ο Οδυσσέας τινάζει τη χορδή του τόξου δίχως να ρίξει κανένα βέλος, εκείνη ταλαντώνεται ηχηρά για ένα δευτερόλεπτο, το οξύ νταν ανησυχεί τον κάπρο κι αυτός επιτίθεται ορμητικός προς τους επίδοξους θηρευτές. Επικρατεί φόβος αλλά ο Οδυσσέας καταφέρνει να σαϊτέψει το ζώο λίγο πριν σαρώσει αυτόν και την ομάδα του. Ο θεατής θα απορήσει με την πράξη του Οδυσσέα του Ματτ  Ντέημον, που ρίσκαρε όχι μόνο την επιτυχία του κυνηγιού αλλά και την ίδια την ακεραιότητα τη δική του και των ακολούθων του. Και φαίνεται πως οι τελευταίοι γνωρίζουν τα καμώματα του Οδυσσέα, γι’ αυτό και αγανακτούν λιγάκι μαζί του (όσο μπορεί κανείς να αγανακτήσει ενώπιον του κύρη του). Ωστόσο, ο Οδυσσέας του Ματτ  Ντέημον είναι σχετικά πράος και σπεύδει να τους θυμίσει πως έτσι πράττει πάντα: προειδοποιεί το ζωντανό για να του δώσει μια ευκαιρία να το βάλει στα πόδια ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο θεατής στο πολυτελές σινεμά ίσως σκεφτεί ότι εδώ έχουμε έναν Οδυσσέα ηθικό, ακόμα και έναν Οδυσσέα με πρόσημο οικολογικό. Ωστόσο, το πράγμα πηγαίνει βαθύτερα. Εδώ, στη σκηνή με τη χορδή του τόξου, βρίσκεται η ουσία της ανάγνωσης της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν (και όχι στις όποιες επιλογές του κάστινγκ, οι οποίες συζητήθηκαν ad nauseam και επί ματαίω). Το ηχηρό χτύπημα της χορδής πριν από την εκτόξευση του βέλους προειδοποιεί το θήραμα και, έτσι, δημιουργεί μια συνθήκη οιονεί μονομαχίας, όπου ο θηρευτής δεν χτυπάει πισώπλατα αλλά εισέρχεται συνειδητά στη ζώνη του κινδύνου. Και αυτό είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κατά Νόλαν Εποχής του Χαλκού, της εποχής εκείνης των ημίθεων ηρώων και της πολιορκίας του Τροίας, όπου η παλικαριά του ενός μετριόταν απέναντι στην παλικαριά του άλλου. Στην ταινία του Νόλαν, το χτύπημα της χορδής ως προειδοποίηση απέναντι στο θήραμα κάνει τον Οδυσσέα ήρωα αντάξιο ενός Διομήδη και ενός Έκτορα.

Κι όμως. Κάπου εδώ, ανακύπτει ένα ερώτημα. Απέναντι σε εκείνους τους «τρανούς κονταρομάχους»[1] του τρωικού πολέμου που υψώνονταν σαν πύργοι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος πολυμήχανος, ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Η συνύπαρξη μεταξύ τους ίσως επιφυλάσσει τριβές. Ήδη ο Σοφοκλής εξέθεσε προγραμματικά αυτό το ρήγμα δείχνοντας τον ογκώδη και ηρωικό Αίαντα να χάνει τα όπλα του σκοτωμένου Αχιλλέα μες από τα χέρια του εξαιτίας της πονηριάς και της διπλωματικότητας του βασιλιά της Ιθάκης και, έτσι, να ατιμάζεται βαριά, με καταστροφικά αποτελέσματα. Για να επιστρέψουμε στην καλή ταινία του 2026, η ιδιάζουσα χρήση του τόξου σημαίνει πως ο νολανικός Οδυσσέας έχει πάντα την επιλογή είτε να σε πολεμήσει στα ίσα είτε να σε τελειώσει ύπουλα προτού καν γίνει αντιληπτός. Κι αυτή είναι η αμφιρρέπεια που δένει την ταινία και την κάνει να στέκεται στα πόδια της.

Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φτάνουν στη σπηλιά του Πολύφημου (μια εξαιρετική σεκάνς τρόμου), περιμένουν αυτός να κοιμηθεί και ύστερα τον τυφλώνουν, σε ένα διάσημο στιγμιότυπο γνωστό ακόμα και σε όσους είχαν μια κάποια επαφή με το ομηρικό έπος μόνο στην παιδική τους ηλικία. Ο Πολύφημος ουρλιάζει και το πλήρωμα των πολεμιστών ακούει εμβρόντητο πως ο πατέρας του είναι ο Ποσειδώνας, τον οποίο ο φοβερός κύκλωπας παρακαλεί τώρα για εκδίκηση. Ο Πολύφημος είναι πλέον τυφλός και, ως γνωστόν, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν χάρη στα πρόβατα, τα οποία τους καλύπτουν από το ψαχούλεμα του φονικού, γιγάντιου χεριού. Οι σύντροφοι μαζί με τον βασιλιά τους κουτρουβαλούν πια στον λόφο και το συγχυσμένο τέρας κοντοστέκεται στο στόμιο του σπηλαίου. Έχει μεγάλη σημασία για την ταινία ολόκληρη ότι ο Οδυσσέας του Νόλαν ουδέποτε συστήνεται στον Πολύφημο ως «Κανένας» και ουδέποτε εκστομίζει ύβριν προς τον Ποσειδώνα (όπως συμβαίνει στο ι της Οδύσσειας του Ομήρου). Η ύβρις στην ταινία έγκειται στο εξής: Έχοντας πια πάρει απόσταση ασφαλείας από τον τυφλωμένο κύκλωπα, ο Οδυσσέας γυρίζει προς τα πίσω και τον τοξεύει στο πληγωμένο του μάτι. Όχι απλώς δεν τον προειδοποιεί μ’ ένα κουδουνιστό νταν της χορδής αλλά τον χτυπάει ενώ αυτός είναι παροπλισμένος και απολύτως ανήμπορος να φυλαχτεί. Όλα τα κατοπινά παθήματα οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα αποδίδουν σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου ο ήρωας σπάει τον κώδικα τιμής της μονομαχίας και χτυπάει ύπουλα και χαιρέκακα. (Το αν οι ήρωες των στίχων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας κρατούν απαρέγκλιτα έναν τέτοιο κώδικα τιμής ή αν ενσωματώνουν και τις ποταπές όψεις του πολέμου είναι άλλη κουβέντα· εδώ πραγματευόμαστε την ερμηνεία της ταινίας.) Η ασέβειά του απέναντι στον Πολύφημο και στον θεό πατέρα του δεν είναι άλλη από το αντιηρωικό και αχρείαστο χτύπημα.

///

Ο θεατής στο άνετο σινεμά θα σκεφτεί ότι, σε κάθε περίπτωση, η Οδύσσεια κατά Νόλαν δεν διαφέρει και τόσο από την ομηρική, δεδομένου ότι, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, το κομβικό σημείο είναι η ύβρις του Οδυσσέα στο επεισόδιο με τον κύκλωπα. Όμως, η ταινία του Νόλαν επιφυλάσσει κάτι τι το διαφορετικό. Αλλού πάει και βρίσκει το θεμελιώδες αμάρτημα του ήρωα. Αλλού βρίσκει το καταγωγικό τραύμα του μύθου της. Οι Αχαιοί δεν άλωσαν την Τροία χάρη στην παλικαριά τους. Η μάχη ήταν κολλημένη στην ισοπαλία για δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι που ο Οδυσσέας τούς πρόσφερε μια τακτική αποτελεσματική και εξαιρετικά ύπουλη: τον δούρειο ίππο. Η ιστορία είναι γνωστή αλλά ο Νόλαν την ξαναδιαβάζει και την τοποθετεί στο κέντρο της Οδύσσειάς του.[2]

Όταν οι Τρώες βρήκαν το άλογο στην ακτή, το δέχτηκαν ως δώρο σεβόμενοι το γεγονός ότι αυτοί και οι Αχαιοί τιμούσαν τους ίδιους θεούς. Άλλωστε, στον κόσμο της ταινίας, οι χαρακτήρες επικαλούνται τον «νόμο του Δία» ουκ ολίγες φορές, κυρίως όποτε αναφέρονται στον κοινωνικό δεσμό, σε ένα είδος συμπεριφοράς που υπαγορεύει τη συνεννόηση και τον σεβασμό ορισμένων άγραφων ορίων. Λοιπόν, αυτόν ακριβώς τον νόμο διαρρηγνύει η επινόηση του Οδυσσέα. Οι Αχαιοί ήρωες δεν έρχονται να προτάξουν τα θωρακισμένα στήθη τους απέναντι στον αντίπαλο αλλά, κυριολεκτικά, τον πιάνουν στον ύπνο. Ανοίγουν τα τείχη της Τροίας μέσα στο σκοτάδι επιτρέποντας στο φουσάτο των πορθητών να εισέλθει ορμητικό, να λεηλατήσει, να σκοτώσει και να εξανδραποδίσει. Ανάμεσά στους έξαλλους στρατιώτες, ο Αγαμέμνονας βαδίζει βαρύς, αλύγιστος, σχεδόν ρομποτικός: μια προσωποποίηση του πολέμου ως μηχανικού ολετήρα· δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο μόνος χαρακτήρας που ποτέ δεν βλέπουμε το πρόσωπό του παρά μόνο τις σκοτεινές κόγχες στο κράνος του.[3] Αυτή ακριβώς τη φιγούρα εξυπηρέτησε τελικά ο νολανικός Οδυσσέας με την πανουργία του. Ο πόλεμος έπαψε να είναι αντιπαράταξη κορμιών και έγινε κούρσα μηχανών – εδώ η ελληνική γλώσσα μας επιτρέπει τελικά να σκεφτούμε τον πολυμήχανο Οδυσσέα όχι απλώς ως άνθρωπο επινοητικό αλλά ωσάν φορέα της τεχνολογικής απομάγευσης του κόσμου, της εποχής εκείνης του εργαλειακού λόγου που σπρώχνει την εποχή του μύθου στο πέρας της και τη διαλύει εξ ων συνετέθη. Ο Οδυσσέας στήνει μια μηχανή που ακυρώνει την κουλτούρα της ηρωικής μονομαχίας και πετάει το Ίλιον στον ολετήρα Αγαμέμνονα.

Ως ο ιθύνων νους πίσω από τον δούρειο ίππο, ο βασιλιάς της Ιθάκης δεν σεβάστηκε τον κώδικα εκείνον της τιμής που υπαγόρευε να τινάξει μια φορά τη χορδή του τόξου για να προειδοποιήσει τον αντίπαλο – τον χτύπησε πισώπλατα. Η ταινία του Νόλαν αναδείχνει αυτό ακριβώς το τέχνασμα, και την ακόλουθη άλωση της πόλης, στο μεγάλο τραύμα που κατατρύχει τον Οδυσσέα. Η ύβρις του απέναντι στον κύκλωπα, οι περιστασιακές αποκοτιές των συντρόφων του και όλα τους τα παθήματα είναι απλώς οι ομόκεντροι κύκλοι που εκπτύσσονται γύρω από την πληγή του ξύλινου αλόγου.

Ας θυμηθούμε εδώ μόνο εν τάχει την ανάγνωση της ομηρικής Οδύσσειας από τον Χορκχάιμερ και τον Αντόρνο το 1947. Η επικράτηση του εργαλειακού λόγου, λένε οι Γερμανοί στοχαστές, δεν γεννιέται έξω από τον μύθο αλλά αναδύεται μέσα σε αυτόν. Όταν ο ομηρικός Οδυσσέας, φερ’ ειπείν, δένεται στο κατάρτι προκειμένου να καταφέρει να ακούσει το τραγούδι των σειρήνων χωρίς να υποκύψει άλογα στα θέλγητρά τους και βάζει τους στρατιώτες του να βουλώσουν τα δικά τους αυτιά για να συνεχίσουν απρόσκοπτα να λάμνουν, ο πολυμήχανος ήρωας γίνεται σχηματικά ο πρώτος αστός, ο πρώτος νεωτερικός άνθρωπος, που αφενός ξεκόβει συνειδητά τον εαυτό του από το άμεσο ερέθισμα της φύσης και, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους άλλους σαν εργαλεία προς εκπλήρωση των σχεδίων του. Κατ’ επέκταση, οι δυο συγγραφείς διατείνονται ότι ακόμα και μέσα στον μύθο ενυπάρχει η ιδέα του εργαλειακού λόγου, της ανελέητης εκείνης και εκμηχανισμένης λογικής που θα οδηγούσε στις τερατωδίες του εικοστού αιώνα. Για να επανέλθουμε στον Αμερικανό σκηνοθέτη, δεν είναι τυχαίο ότι ο Οδυσσέας υπηρετεί στο τέλος τέλος ακριβώς εκείνον τον μηχανικό, τον σχεδόν ρομποτικό και, εξ αυτού, τρομακτικό Αγαμέμνονα. Άλλωστε, όταν ο Τηλέμαχος πηγαίνει στη Σπάρτη κι επισκέπτεται τον Μενέλαο και την Ελένη (διόλου τυχαία, σημαδεμένη με ουλές), μαθαίνει αυτό το οποίο υποψιάζεται η σύγχρονή μας αρχαιολογία: πόλεμος πράγματι έγινε αλλά η πραγματική αιτία ήταν η εξασφάλιση ορισμένων εμπορικών οδών.

Ας το θέσω έτσι: στο βάθος της, η ταινία του Νόλαν πραγματεύεται την απομάγευση του κόσμου, γεγονός που την καθιστά μια εξαιρετικά φιλόδοξη προσαρμογή του αρχαίου μύθου. Ο Οδυσσέας του Ματτ  Ντέημον δεν έχει τίποτε από τη σκαμπρόζικη γοητεία ενός Κερκ Ντάγκλας ή ενός Αρμάντ Ασσάντε, αλλά συνοψίζει στα ταλαιπωρημένα μούτρα του το ξεμάγεμα του κοσμοειδώλου, τη ρηγμάτωση του κόσμου της μαγείας. Δεν είναι τυχαίο που η καρτέλα στην αρχή της ταινίας είχε φροντίσει να ενημερώσει τον θεατή, όσο αυτός έτρωγε την πρώτη μπουκιά ποπκόρν, ότι η ιστορία θα διαδραματιστεί σε έναν κόσμο «of apparent magic» (δική μου η έμφαση). Τρόπον τινά, ο Οδυσσέας είδε πίσω από αυτό το τόσο εύθραυστο «apparent» και γι’ αυτό φτάνει στην Ιθάκη τσακισμένος.

///

Βρίσκεται πια ο Οδυσσέας στην Ιθάκη, μα το νησί κινδυνεύει. Για τον λόγο αυτόν, χρειάζεται επιτέλους έναν ισχυρό βασιλιά. Η Πηνελόπη (η καλή Ανν Χάθαγουεΰ) και ο Τηλέμαχος (ενδιαφέρουσα η επιλογή του Τομ Χόλλαντ, με το κάπως εφηβικό ίματζ) έχουν μάθει από τις φήμες που φέρνουν μέσα στα χρόνια οι διάφοροι ταξιδευτές ότι κάπου στα κοντινά βασίλεια έχουν εξαπολυθεί οι «λαοί της θάλασσας», επιδρομείς οι οποίοι καταστρέφουν και σκοτώνουν γυρεύοντας πλούτο. Με τις αναφορές της σε αυτό το κύμα εισβολών, η ταινία ενισχύει τη θεματική της απομάγευσης μιας και πατάει στην αρχαιολογία και την Ιστορία. Πράγματι, σχετικά κείμενα της ύστερης Εποχής του Χαλκού καθώς και αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα έχουν επιτρέψει την υπόθεση ότι οι πολιτισμοί της Ανατολικής Μεσογείου –οι πολιτισμοί εκείνοι που υπερέβησαν την οικονομία της επιβίωσης αναπτύσσοντας τον καταμερισμό της εργασίας, το εμπόριο και τις τέχνες και μια πρώιμη παγκοσμιοποίηση– κατέρρευσαν υπό την πίεση κυμάτων επιδρομέων με αδιευκρίνιστη καταγωγή. Αυτοί λοιπόν οι τόσο μοιραίοι επιδρομείς έμειναν γνωστοί ως «λαοί της θάλασσας» χάρη σε κάποιες επιγραφές στο Μεντινέτ Χαμπού της Αιγύπτου.

Φαίνεται λοιπόν πως ο Οδυσσέας φτάνει ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να ετοιμάσει την Ιθάκη να αμυνθεί ενάντια στους εισβολείς εκείνους που τόση καταστροφή θα έφερναν στους πολιτισμούς της εποχής. Κι όμως. Εδώ έρχεται το σπαρακτικότερο σημείο της ταινίας – επινόηση του Νόλαν. Η σκηνή της αναγνώρισης με την Πηνελόπη, σκηνή ούτως ή άλλως παραλλαγμένη επί το κινηματογραφικότερον, γίνεται μια σκηνή αναγνώρισης όχι απλώς του Οδυσσέα ως του χαμένου συζύγου και πολεμιστή αλλά του Οδυσσέα ως άρπαγα και καταστροφέα. Η Πηνελόπη τού εκμυστηρεύεται πως στα αυτιά της φτάνουν τρομακτικές ιστορίες σχετικά με τους λαούς της θάλασσας από τους διάφορους ταξιδευτές που φιλοξενεί κατά καιρούς· τότε, ο Οδυσσέας, ταξιδευτής κι αυτός άλλωστε, της εξηγεί ότι οι ιστορίες αυτές δεν βγήκαν γι’ άλλον παρά μόνο γι’ αυτόν και τους συντρόφους του. Δεν βγήκαν γι’ άλλον παρά μόνο γι’ αυτούς που διέλυσαν ύπουλα τη λαμπρή πόλη του Ιλίου κι έσπειραν έτσι τον τρόμο στις θάλασσες. Η απομάγευση του κόσμου σημαίνει ότι ο επικός ήρωας γίνεται τώρα ένας επιδρομέας των πολυσέλιδων και πληκτικών συγγραμμάτων της αρχαιολογίας. Και, στο πλάι της Πηνελόπης, σπαράζει συντετριμμένος.

///

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η μόνη θεότητα που εμφανίζεται στην ταινία είναι η Αθηνά (η μετριότατη Ζεντάγια). Και είναι σημαντικό γιατί η Αθηνά δεν ξεπηδά έτσι απλά από το πάνθεο του Ολύμπου, αλλά μέσα ακριβώς από το καταγωγικό αμάρτημα που εντοπίσαμε, δηλαδή μες από τη δόλια εκπόρθηση της Τροίας. Τη νύχτα της άλωσης, οι Αχαιοί τρέχουν αποδώ κι αποκεί καίγοντας και διαγουμίζοντας μέχρι που φτάνουν σε κάποιον μισοσκότεινο ναό. Μπαίνοντας μέσα, βλέπουν σε βάθρο μια γυναικεία μορφή. Ένας στρατιώτης φωνάζει να την καταστρέψουν – εμείς ας θυμηθούμε εδώ ότι οι Τρώες είχαν δεχτεί το δώρο του δούρειου ίππου σεβόμενοι το γεγονός ότι τιμούσαν τους ίδιους θεούς με τους Αχαιούς. Πάντως, οι άλλοι στρατιώτες δείχνονται εξίσου πρόθυμοι να διαλύσουν τη γλυπτή μορφή. Ο Οδυσσέας κοιτάζει ένα γύρω φοβισμένος και, για ένα συντομότατο πλάνο, βλέπει μέσα στο πανικόβλητο πλήθος μια γυναίκα την οποία οι Αχαιοί ετοιμάζονται να αποκεφαλίσουν. Ο προσεκτικός θεατής καταλαβαίνει πως η γυναίκα δεν είναι άλλη από την Αθηνά. Προτού προλάβει ο θεατής να σκεφτεί πολλά, βλέπουμε πως οι πολεμιστές την αποκεφαλίζουν – όχι τη γυναίκα Αθηνά μέσα στο πλήθος των αμάχων, αλλά το άγαλμα. Ο Οδυσσέας μοιάζει έντρομος, αντιλαμβανόμενος επιτέλους την ύβρι που έχει διαπραχθεί χάρη στη μηχανή που αυτός έστησε!

Η Αθηνά, που ακολουθεί τον Οδυσσέα και του μιλάει κάπως απόμακρη και αινιγματική στην πορεία του μέχρι την Ιθάκη (μόνο αυτός την βλέπει), είναι τελικά το τραύμα της ύβρεως που διαπράχθηκε στην Τροία, η ανοιχτή πληγή που περιμένει να κλείσει· αν ποτέ κλείσει. Διόλου συμπτωματικά, η καρφίτσα που του είχε δώσει η Πηνελόπη προτού αυτός αναχωρήσει για την εκστρατεία έχει πάνω της μια μορφή που προσιδιάζει ακριβώς στην Αθηνά. Η καταλλαγή για τον Οδυσσέα θα επέλθει μόνο όταν, έχοντας γυρίσει στην Ιθάκη, επιστρέφει την καρφίτσα στην Πηνελόπη και παραδέχεται ότι αυτός είναι ο ιστορικός επιδρομέας της Μεσογείου, ότι αυτός είναι ο εμπνευστής του… εργαλειακού λόγου, που γκρέμισε την Τροία και μαζί της την εποχή των ηρώων. Τότε ακριβώς, η θεά Αθηνά απλούστατα εξαφανίζεται από το πλάι του. Αν η Αθηνά προσωποποιούσε τη θεϊκότητα του κόσμου της «apparent» μαγείας, τότε εξαφανίζεται όταν ο επικός ήρωας μετουσιώνεται σε αρχαιολογικής τάξεως επιδρομέα. Αν η Αθηνά προσωποποιούσε το τραύμα, τότε εξαφανίζεται όχι τόσο χάρη στην επιστροφή στον γενέθλιο τόπο και στον οίκο αλλά χάρη στην εξομολογητική αφήγηση του υποκειμένου απέναντι στον Άλλον.[4]

///

Στη συνέχεια, η σκηνή της μνηστηροφονίας αποδεικνύεται διφορούμενη. Από τη μια, ο Οδυσσέας χτυπά δυνατά τη χορδή του τόξου του και προειδοποιεί έτσι τους μνηστήρες, ενθυμούμενος τον κώδικα τιμής τον οποίο είχε ξεχάσει με τόσο καταστροφικά αποτελέσματα. Από την άλλη, έχει φροντίσει με πονηριά να κλειδώσει του μνηστήρες στη μεγάλη αίθουσα, δίχως όπλα που θα τους επέτρεπαν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Άλλωστε, η εποχή των μυθικών ηρώων έχει πλέον παρέλθει… Ίσως γι’ αυτό ο Οδυσσέας του Νόλαν οφείλει να βγει βαρύτατα πληγωμένος από τη μάχη: οι μνηστήρες κατάφεραν τελικά να βρουν ορισμένες λόγχες, τόξα και βέλη και να τον πλήξουν φοβερά.

Ο θεατής στο άνετο, μαλακό κάθισμα εκπλήσσεται και τώρα προσδοκά εμβρόντητος ότι ο Οδυσσέας θα πεθάνει εκεί, στα πόδια της Πηνελόπης, μπροστά στον θρόνο. Κάπου εδώ φανερώνονται και τα όρια της τόλμης ή της… ασέβειας που θα μπορούσε ποτέ να επιδείξει ο κινηματογραφικός δημιουργός απέναντι στο ομηρικό κείμενο. Δεν δύναται να δείξει τον απομαγεμένο Οδυσσέα του να πεθαίνει, κάτι τέτοιο θα αντέβαινε τις προσδοκίες των θεατών και τις όποιες ευαισθησίες τους. Ο βασιλιάς της Ιθάκης και πορθητής της Τροίας αναρρώνει. Εντούτοις, ο Νόλαν επιφυλάσσει πράγματι για τον Οδυσσέα έναν θάνατο συμβολικό μεν, σαφέστατο δε. Στον απομαγεμένο πλέον κόσμο τους, ο Οδυσσέας παίρνει την Πηνελόπη και σαλπάρουν προς τη Δύση, προς τη Δύση της ζωής τους και της εποχής τους, προκειμένου να βρουν κάποτε μια πρόσβαση τον Άδη και να τιμήσουν τους πεθαμένους συντρόφους που δεν στάθηκαν τυχεροί να φύγουν όπως τους άρμοζε. Το μεσόκοπο ζευγάρι συζητάει λίγο· ο Οδυσσέας κοιτάζει τον ορίζοντα και προφητεύει την πτώση της Εποχής του Χαλκού, την πτώση του πολιτισμού και ίσως την αναγέννησή του στο μακρινό μέλλον. Ο Τηλέμαχος μένει πίσω, βασιλιάς τώρα της Ιθάκης. Η αίθουσα φωτίζεται, πέφτουν οι τίτλοι τέλους και ακούγεται ένα κομμάτι του σάουντρακ με κάποια στοιχεία χιπ χοπ. Οι θεατές εξέρχονται από την αίθουσα με το πάσο τους και μάλλον ευχαριστημένοι. Κάποιοι ανοίγουν το κινητό. Στα φωτεινά παραλληλόγραμμα των οθονών τους, σε κάποια feed, εμφανίζονται ειδήσεις σχετικά με την ολοένα αναπτυσσόμενη τεχνητή νοημοσύνη και την αξιοποίησή της από την τελευταία γενιά drones. Η παχιά μοκέτα του σινεμά απορροφά τον θόρυβο του βηματισμού τους.

///

[1] Για να θυμηθούμε τον ίαμβο των Καζαντζάκη-Κακριδή.
[2] Ας σημειώσω εδώ ότι σεκάνς μέσα στο ξύλινο άλογο είναι εμπνευσμένη: μένει για μέρες αφημένο στην ακτή, βυθίζεται το μισό μέσα στην αμμουδιά και μπάζει νερά· οι Αχαιοί μισοπνίγονται και υποφέρουν μέσα στα ούρα τους και στα σκατά ενώ τρομοκρατούνται όταν ακούν ορισμένους Τρώες να προτείνουν να κάψουν τον ίππο σε μεγάλη πυρά.
[3] Θα έλεγε κανείς πως η πανοπλία του Αγαμέμνονα είναι αρ ντεκώ αισθητικής, ίσως ένα άγαρμπο νεύμα της δημιουργικής ομάδας προς τον 20ό αιώνα με τους αιμοσταγείς, εκμηχανισμένους ολοκληρωτισμούς.
[4] Ας σημειώσω ότι το καφασωτό που χωρίζει τον Οδυσσέα από την Πηνελόπη θυμίζει το στερεοτυπικό και πολυκινηματογραφημένο κουβούκλιο του καθολικού εξομολόγου.

*

**