*
του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ
~.~
Φιλία ἐστὶ μία ψυχὴ ἐν δυσὶ σώμασιν ἐνοικουμένη
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Ήταν ένα αταξινόμητο αίσθημα, όταν έκλεινε τα μάτια της για να απολαύσει τα χάδια μου, την αφή των χεριών μου στο σώμα της, με εκείνον τον ασυγκράτητο αισθησιασμό, ήταν σαν να με προκαλούσε ερωτικά να την ακολουθήσω στην ανεξιχνίαστη σκέψη της, να ξεχάσω για μια στιγμή τις ανόητες διαχωριστικές συμβάσεις της ανθρώπινης ζωής, να κλείσω τα μάτια και να στρέψω κι εγώ το βλέμμα στον μέσα μου κόσμο, εκεί όπου δύο εντελώς διαφορετικά ζωικά όντα με ένα απλό σκούντημα της φαντασίας μπορούν να συναντηθούν, ένας βάτραχος με ένα μόνο φιλί να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα ή ένας κύκνος χάρη στην αγάπη ενός άνδρα να ξαναγίνει πριγκίπισσα.
Το ίδιο και την ώρα του φαγητού, όσο και αν ήταν πεινασμένη, η γλώσσα της πρώτα έγλυφε τρυφερά το χέρι που της πρόσφερε το φαγητό, πάντα με αυτή την ζεστή, υγρή, στοργική αφοσίωση που μου είχε και μετά έστρεφε την προσοχή της στο πιάτο της. Δεν ήξερα και ούτε κατάλαβα ποτέ αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που συνέβαινε μέσα μου ή αν ήταν εκείνη που με έκανε να την βλέπω έτσι… ένα μικρό κορίτσι που χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά του για να με κερδίσει, να παίξει μαζί μου.
Μόνο στον Καββαδία είχα συναντήσει ξανά αυτό το αίσθημα να γίνεται λέξεις. Να το περιγράφει κάποιος με όλη την έντασή του. Σε ένα ποίημά του που μιλάει για μια γάτα με ηλεκτρισμένα μάτια, τη γάτα που οι ναύτες των φορτηγών πλοίων παίρνουν συντροφιά στα υπερωκεάνεια ταξίδια τους και «την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί». Πάντα με συγκινούσε έως δακρύων αυτό το εξαιρετικό ποίημα όταν το διάβαζα, ιδίως οι τελευταίες στροφές του. Αν δεν το θυμάστε θα σας πρότεινα να το διαβάσετε, ίσως έτσι με καταλάβετε καλύτερα…
Α, ναι, υπάρχει κι ένα ακόμα, μυθιστόρημα, του Νίκου Αθανασιάδη που μιλά για τον εξωπραγματικό αλλά καθ’ όλα υπαρκτό έρωτα ενός κοριτσιού με ένα αρσενικό δελφίνι. Η γραφή του συγκλονιστική, σε κάνει να πιστέψεις στα αδύνατα. Έπειτα, να μην ξεχάσω, ήταν και μια νουβέλα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα όπου ένας σοφός κατά τα άλλα καθηγητής αποκαλύπτει σε έναν δημοσιογράφο τον παθιασμένο νεανικό έρωτά του προς μια σειρήνα, την Λίγεια, στις ερημικές ακτές της Σικελίας. Βέβαια οι δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις, όσο και αν σε γοητεύουν για την αλήθεια τους, δεν παύουν, σε αντίθεση με το ποίημα του Καββαδία, να αποτελούν υποθέσεις εργασίας δύο άριστων πεζογράφων.
Εγώ πάντως διάλεξα το όνομά της, καθόλου τυχαία ασφαλώς, μέσα απ’ το εμβληματικό μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ. Η δαιμονική ερωτική έλξη ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι που έχει επίγνωση της ομορφιάς του και της επίδρασης της ομορφιάς του σε έναν ώριμο άντρα και που ξέρει να την χειρίζεται ανάλογα με το κέφι της, μου ταίριαζε ακριβώς για την περίσταση. Με έσερνε από τη μύτη. Αρκεί να έκλεινε τα μάτια της μ’ αυτόν τον ναζιάρικο, γεμάτο θηλυκή χάρη, τρόπο της, όταν ένοιωθε το χέρι μου ανάμεσα στο λεπτό σαν μετάξι τρίχωμά της και της παρέδιδα αυτόματα την ψυχή μου ολόκληρη. Τα βράδια ερχότανε και κοιμόταν πάντα κάτω από το παράθυρό μου παρόλο που ποτέ δεν την έδεσα με αλυσίδα και ήταν εντελώς ελεύθερη να επιλέξει μέσα από ένα μεγάλο κτήμα με δέντρα και με ένα σπίτι στη μέση, όποια θέση της άρεσε περισσότερο για τον βραδινό ύπνο της. Για το σπιτάκι της έξω από την πόρτα μου ούτε λόγος. Ήθελε να είναι πάντα δίπλα μου. Τα βράδια μας χώριζε μόνο ένας τοίχος μ’ ένα παράθυρο. Τα καλοκαίρια που ήταν ανοιχτό την άκουσα πολλές φορές να αναστενάζει. Ή τουλάχιστον εγώ εκλάμβανα εκείνους τους ήχους που έβγαζε μέσα στον ύπνο της ως αναστεναγμούς. Τι να ονειρευόταν άραγε;
Όταν της μιλούσα με κοίταζε μέσα στα μάτια σαν να προσπαθούσε να διαβάσει την σκέψη μου. Της άρεσε να με ακούει να μιλάω, όταν είχα κόσμο στο σπίτι ερχόταν κάπου εκεί κοντά να ακούει την φωνή μου. Δεν την εκπαίδευσα, όχι, ίσως θα έπρεπε να ήμουν μαζί της πιο αυστηρός σε ορισμένα θέματα αλλά από τη φύση μου ήμουν ανέκαθεν επιεικής με τους άλλους, δεν μου άρεσε να καταπιέζω ακόμα κι όταν ο καταναγκασμός αφορούσε το καλό κάποιου, μου άρεσε να αφήνω τον άλλον να εκφράζει τον πρωταρχικό εαυτό του χωρίς επιτήδευση. Έτσι καταλάβαινα περισσότερο τον χαρακτήρα του.
Μου αρκούσε η συντροφιά της. Να περπατάμε μαζί στο βουνό ή στα μονοπάτια μέσα στον πυκνό λόγγο του δάσους ή στα χωράφια με τις ελιές. Να παίζουμε μαζί, να διαβάζουμε μαζί, δηλαδή εγώ διάβαζα κι αυτή περίμενε υπομονετικά ξαπλωμένη δίπλα στα πόδια μου να κλείσω το βιβλίο. Ποτέ δεν την είδα σαν φύλακα του σπιτιού μου, ποτέ δεν της ανέθεσα κάποια καθήκοντα, μου αρκούσε το βλέμμα της το πρωί που ξύπναγα ή το χαρούμενο πήγαινε-έλα της ουράς της το βράδυ αργά που συνήθως επέστρεφα σπίτι από τη δουλειά μου.
Τα χρόνια πέρασαν για όλους με τον ίδιο τρόπο. Προσθέτοντας ηλικία, βάρος και προβλήματα. Η αγαπημένη μου είχε γίνει κυρία πλέον. Εκείνο το αεικίνητο νεανικό πλασματάκι είχε μεταμορφωθεί σιγά σιγά σε μια ώριμη γυναίκα κρατώντας φυσικά ακέραια όλα τα χαρακτηριστικά της. Δεν ξέρω αν η ίδια καταλάβαινε αυτή την αλλαγή, αν και συχνά την έβλεπα στις νερολακούβες του δρόμου μετά από κάποια ισχυρή νεροποντή να κοιτάζει επίμονα το είδωλό της στο νερό. Μετά έγινε δυσκίνητη σαν γριούλα, δεν με ακολουθούσε πια με τόση προθυμία στους περιπάτους μου και από κάποια στιγμή και ύστερα ούτε καν μέχρι τον λαχανόκηπο για το πότισμα. Και μια μέρα που τη φώναξα με το όνομά της δεν γύρισε να με κοιτάξει. Την ξαναφώναξα αλλά τίποτα. Είχε χάσει την ακοή της. Και το βλέμμα της εκείνη την απίθανη σπιρτάδα της εξυπνάδας.
Ζήτησα από τον κτηνίατρο χάπια για την γήρανση των σκύλων και της έδινα ένα κάθε μέρα. Φώναξα μια κομμώτρια σκύλων και ήρθε στο σπίτι και κούρεψε το πλούσιο αγαπημένο τρίχωμά της για να μην υποφέρει λόγω ζέστης το καλοκαίρι που ερχόταν απειλητικό. Δεν είμαι σίγουρος αν την βοήθησαν όλα αυτά και μάλλον δεν θα μάθω ποτέ.
Μετά από μερικές μέρες δεν ήρθε την ώρα του φαγητού. Δεν ανησύχησα αμέσως. Σκέφτηκα πως κάπου, κάτω από κάποια φυλλώματα, θα απολαμβάνει το δροσερό αεράκι. Όμως ούτε το βράδυ ήρθε, ούτε και την επόμενη μέρα. Άρχισα να ανησυχώ, να με ζώνουν τα φίδια. Κοίταξα στα αγαπημένα της μέρη που της άρεσε να απομονώνεται αλλά τίποτα. Τηλεφώνησα στον Έντυ και ζήτησα βοήθεια. Με τον Έντυ, τον βοηθό μου στις δουλειές του κήπου διατηρούσε μεγάλες φιλίες. Μάλιστα ένα καλοκαίρι που θα έλειπα αρκετές μέρες από το σπίτι είχε μετακομίσει στο σπίτι του όπου τα πέρασε μια χαρά παίζοντας όλη μέρα με τα δύο μικρά παιδιά του. Ο Έντυ ήρθε αμέσως κι άρχισε ανήσυχος να ψάχνει κι αυτός στο κτήμα.
Λένε πως υπάρχουν ζώα που όταν προαισθανθούν τον θάνατο κρύβονται πίσω ή κάτω από τα πιο απίθανα σημεία. Λένε πως υπάρχουν ζώα που έχουν την ευγένεια να μην θέλουν να τα βλέπεις όταν υποφέρουν. Ο Έντυ την βρήκε στον κήπο, χωμένη κάτω από μια τεράστια συστάδα ανθισμένης λεβάντας που οι ρίζες της σχημάτιζαν μια σπηλιά. Είχα περάσει μέχρι τότε τουλάχιστον τρείς φορές από εκείνο το σημείο ψάχνοντας χωρίς να καταφέρω να την εντοπίσω κάτω από την πυκνή βλάστηση.
Την τυλίξαμε σε ένα λευκό σεντόνι και την θάψαμε στην άκρη του κτήματος, ψηλά στο βουνό, ν’ αγναντεύει τα μέρη όπου ξόδεψε όλη της την ζωή, εντελώς ανέμελη, χορτασμένη από παιχνίδια και χάδια, χωρίς να δεθεί ποτέ, μια αληθινή πριγκίπισσα.
24/7/2026
ΥΓ. Η Λολίτα ήταν μια ημίαιμη σκυλίτσα που κρατούσε εμφανώς από Λαμπραντόρ. Γεννήθηκε στις 1/6/2011 και έφυγε στις 17/7/2026. Μου την χάρισε πέντε μηνών μια γνωστή κτηνίατρος των Χανίων κι έκτοτε έζησε όλη τη ζωή της δίπλα μου.
*
*
*
