«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας…

///

Έχω αντικρύ μου τις δήθεν δροσιές αυτού του κήπου.
Πότε πια θα περάσει ο μπερδεμένος κόμπος των ζεστών ημερών.
Πότε πια θα περάσουμε τον κατάξερο κάβο των ζεστών ημερών.
Πιέζομαι να καταλάβω αυτό που λένε Θαύμα του Ήλιου.
Αυτό που λένε φως της Ελλάδας ή Απολλώνιαν Αίγλη,
ο μισός εαυτός μου μονάχα το νιώθει, ο άλλος μισός
το απωθεί…

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

///

Εκπληκτικό να το σκέφτεται κανείς, αλλά επί αιώνες ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου εθεωρείτο από φιλόλογους και συγγραφείς έργο λίγο πολύ… δημώδες. Λαϊκή φυλλάδα δηλαδή κατάλληλη μόνο για υπηρέτριες, χυδαϊκή στη γλώσσα του, ξενότροπη στην πλοκή και κουραστικά μονότονη στη στιχουργία… Ακόμη και του Παλαμά και του Σεφέρη η γνώμη, δεν έπειθε κάποιους. Έπρεπε να έρθει ο Στυλιανός Αλεξίου και οι νεώτεροι ερευνητές για να αρχίσουμε κάπως να υποψιαζόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα γέννημα της υψηλής αναγεννησιακής λογιοσύνης και συγχρόνως με ένα κορυφαίο δημιούργημα μιας ισχυρής ποιητικής προσωπικότητας.

Τα ίδια και χειρότερα όμως δεν ισχύουν και τα ομηρικά έπη; Και εδώ δεν χύθηκαν ποταμοί μελάνης για να προβληθούν ισχυρισμοί ότι έχουμε να κάνουμε με δημώδη δημιουργήματα, με προφορικές μάλιστα συνθέσεις που απλώς κάποιος τις μάζεψε μετά και τις αράδιασε σ’ ένα χαρτί, και κάμποσοι άλλοι ερχόντουσαν κατόπιν και κατά το δοκούν προσθαφαιρούσαν στα κείμενα ό,τι τους άρεσε, και άλλα τέτοια;

Κι αυτό τη στιγμή που τόσο στον Όμηρο όσο και στον Κορνάρο τίποτε σχεδόν δεν είναι δημώδες! Φυσικά, και ο ένας και ο άλλος έχουν μια ολόκληρη παράδοση πολλών αιώνων πίσω τους, των ραψωδών και αοιδών της Εποχής του Χαλκού και της αρχαϊκής περιόδου ο πρώτος, των ποιητών του ευρωπαϊκού όψιμου Μεσαίωνα και των αρχόμενων Νέων Χρόνων ο δεύτερος. Όμως είναι απολύτως μοναδικό το στίγμα και του ενός και του άλλου.

Η γλώσσα τους, λ.χ., είναι εντελώς ιδιαίτερη και «τεχνητή». Ο Βενετοκρητικός Κορνάρος φτιάχνει μια σχεδόν απόλυτα καθαρή ελληνική αποσκορακίζοντας τις χιλιάδες ξένες, ιταλικές, λέξεις που έβριθαν στα κείμενα της περιόδου και καλλιεργώντας εκφραστικές δυνατότητες της δημοτικής κατά τρόπο ανεπανάληπτο έκτοτε. Οδηγός του η αναγεννησιακή αντίληψη της γλωσσικής ρύθμισης και καθαρότητας που εκείνα τα χρόνια κωδικοποιούσε η Βασιλική Ισπανική Ακαδημία στο θέσφατο: «Limpia, fija y da esplendor».

Ο Όμηρος, πάλι, κάνει το αντίθετο, φτιάχνει μια γλώσσα μεικτή αλλά νόμιμη, ένα αμάλγαμα αιολικής και ιωνικής διαλέκτου με κύριο κριτήριο τις ανάγκες του δακτυλικού εξαμέτρου, παρακάμπτοντας την τυποποίηση και την κανονικότητα που αργότερα θα λατρέψει ο αττικισμός, με τις γνωστές συνέπειες. Και ο ένας και ο άλλος πάντως φτιάχνουν ένα ιδίωμα δικό τους, που έτσι ουδέποτε μιλήθηκε.

Όμως η κυριότερη απόδειξη ότι τα δύο έπη είναι προσωπικές δημιουργίες, είναι η ποιητική τους «τεχνολογία». Δεν υπάρχει τέχνασμα ποιητικό, τερτίπι συνθετικό, μέσο στιχουργικό που να μην επιστρατεύεται εδώ. Η αφηγηματική δομή της Ιλιάδας, λ.χ., είναι ένα αριστούργημα πλοκής, όλη η πολυετής ιστορία της εκστρατείας εγκιβωτίζεται σε λίγες μέρες, οι δύο κόσμοι των θνητών και των αθανάτων συμπλέκονται με τον πιο φυσικό τρόπο, οι ανατροπές είναι πάμπολλες, η εναλλαγή μεταξύ υψηλού, μέσου και λιτού ύφους διαρκής, ο λόγος μοιράζεται σχεδόν ισομερώς μεταξύ ποιητή και ηρώων του έπους, η ποικιλία των εκφραστικών τρόπων εντυπωσιάζει: αποστροφές, ιστορικοί ενεστώτες, λυρικές παρεμβολές, παρομοιώσεις, σημεία αμφίσημα που παρακινούν την περιέργεια κ.ο.κ.

Τα ίδια βεβαίως και στον Κορνάρο. Οι καταιγιστικές στιχομυθίες μεταξύ νένας και Αρετούσας, Ρωτόκριτου και Πολύδωρου είναι στην πραγματικότητα αναλυτικές ρητορικές πραγματείες, από αυτές που τόσο αγαπούσαν οι Αναγεννησιακοί, πάνω στο μέγα επίδικο της στιγμής: την παρουσία και τα δικαιώματα του έρωτα κατά τη μετάβαση από τα έθη της αριστοκρατίας στην ηθική της εξατομίκευσης.

Ο Σεφέρης, ταυτίζοντας άδικα τη λογιοσύνη με την καθαρεύουσα, νόμισε ότι δεν διέκρινε παρά ένα μικρό μόνο ίχνος αυτής της πρώτης στο κορνάρειο αριστούργημα. Κι όμως, η λογιοσύνη του ποιητή είναι διαρκώς παρούσα, και οι αποκαλύψεις για την βιογραφία του δείχνουν πόσο σύνθετη προσωπικότητα υπήρξε.

Για τον Όμηρο βιογραφικά στοιχεία αξιόπιστα δεν υπάρχουν (όπως δεν υπάρχουν πολλά και για τον Σαίξπηρ άλλωστε…). Ότι και η δική του προσωπικότητα υπήρξε εξέχουσα και μοναδική, μόνο κάτι νόες όλως διόλου θεωρητικοί αποκότησαν να το αμφισβητήσουν.

///

Μετά από μισό αιώνα οικονομικής και, πρωτίστως, κοινωνικής αυτοχειρίας, η Βρετανία επιστρέφει στο common sense; Σιδηρόδρομοι, ύδρευση, ενέργεια, όλα επιστρέφουν στο κράτος. Κατά τις εξαγγελίες του νέου της πρωθυπουργού, βεβαίως, που θα δούμε αν θα γίνουν και πράξη. Οι αντιστάσεις θα είναι, είναι ήδη, λυσσαλέες.

Στην ουσία, οι εθνικοποιήσεις των βασικών υποδομών είναι στοιχειώδης πράξη αποκατάστασης της κυριαρχίας ενός κράτους, εκ των ων ουκ άνευ αν θέλουμε η πολιτική να έχει την όποια επιρροή στα πράγματα. Φτάνει να δει κανείς την εξαθλίωση τη σημερινή της Ελλάδας, που επί Τσίπρα και Μητσοτάκη ξεπούλησε και συνεχίζει να εκποιεί έναντι πινακίου φακής τα πάντα. Μόνο ένα ισχυρό εθνικό κράτος, καθοδηγούμενο από ένα έντιμο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ αυτού που ονομάζαμε παλιά εθνική αστική τάξη και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, είναι σε θέση να προτάξει άμυνα στα αρπακτικά συμφέροντα που περιφέρονται με σημαία ευκαιρίας ανά τον πλανήτη.

Η Βρετανία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα βεβαίως. Δεν ανήκει στην ΕΕ, ο στενός κορσές των Βρυξελλών δεν συμβιβάζεται με την οικονομική εθνική κυριαρχία, οι μεγαλύτερες νεοφιλελεύθερες αθλιότητες μετά το Μάαστριχτ πέρασαν στην Ευρώπη αμαχητί ως ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες. Κάποιοι νομικοί μίλησαν για συνταγματοποίηση ενός, όλως διόλου παράλογου και καταστροφικού, οικονομικού δόγματος.

Αυτά στα χαρτιά και στις δηλώσεις του Άντυ Μπέρναμ και των επιτελών του, το ξαναλέω… Διότι μας τα ’παν κι άλλοι κι άλλοτε κι αλλού. Και είδαμε, στο τέλος, τι απέγινε…

///

Από τα έπη του Ομήρου, όλοι οι αιώνες προτιμούσαν κατά πολύ την Ιλιάδα. Τα χειρόγραφα στα οποία μας έχει παραδοθεί, για παράδειγμα, είναι υπερδιπλάσια εκείνων της Οδύσσειας. Αυτό αλλάζει με τον 20ό αιώνα, πράγμα όχι τυχαίο. Οι συγγραφείς που ξανάπιασαν τον οδυσσεϊκό μύθο, ο Καζαντζάκης, ο Τζόυς κ.ά., πραγματεύθηκαν στο έργο τους με διάφορους τρόπους το γήρας και την παρακμή του Δυτικού πολιτισμού.

Η Ιλιάδα είναι ένα έργο νεαρό, αντιπροσωπεύει την ακμή ενός πολιτισμού, το ηρωϊκό κλέος ως μίτος νοηματοδοτικός της ζωής είναι εδώ ακόμη αρυτίδωτο. Στην Οδύσσεια, αντίθετα, ο κουρασμένος Δυτικός επέλεξε να δει (και πώς να κάνει αλλιώς;) την παραμυθία μιας καινούργιας αρχής – τίποτα δεν έχει ακόμη τελειώσει, ακόμη κι ένας γερασμένος ήρωας μπορεί να ελπίζει. Με τους στίχους του Τέννυσον (μτφρ. Μ. Σιγούρου):

Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
πολλά μένουν ακόμα, για να γίνουν,
κι αν δυνατοί δεν είμαστε σαν πρώτα
στα παλιά χρόνια, που δικά μας ήταν
γη κι ουρανός, είμαστε ακόμη κάτι,
γιατί καρδιές ανδρείες δε θ’ αλλάξουν
κι αν ο καιρός κι η μοίρα τις κουράσουν,
μα στο έργο σταθερή και στον αγώνα
βαθιά τους ζωντανή θέληση μένει,
που δύναμη καμιά δεν τη δαμάζει.

Χωρίς να έχω δει ακόμη την ταινία του Νόλαν, νομίζω ότι αυτή η Οδύσσεια, όπως τη βλέπει η δύουσα Δύση, είναι ταιριαστή επιλογή για έναν σκηνοθέτη που ειδικεύεται στους τσακισμένους ήρωες και στις επίμονες επιστροφές.

Όμως πολύ περισσότερο θα μ’ ενδιέφερε μια εξωδυτική ματιά στον μύθο. Λέει άραγε κάτι, και τι, ο Όμηρος στον Ινδό, τον Ιρανό, τον Κινέζο; Παρά την κεκτημένη ψευδαίσθηση ότι ο λογοτεχνικός κανόνας είναι ένας κατάλογος λίγο πολύ σταθερός, σε ένα μετα-, εξω- ή και αντι-δυτικό μέλλον, ελάχιστα έργα της δυτικής παράδοσης θα περισωθούν. Τον Όμηρο, λ.χ., ήδη ο λατινικός Μεσαίωνας όταν πήρε διαζύγιο από την ελληνική γλώσσα τον είχε λησμονήσει. Ποιες θα είναι οι τύχες του αύριο;

///

Στη Γερμανία, όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι γεννήσεις μέσω παρένθετης μητέρας απαγορεύονται αυστηρά. (Δυστυχώς, όχι και στην Ελλάδα, ακόμη και μετά τη βιομηχανία βρεφών και το κύκλωμα των δουλεμπόρων που αποκαλύφθηκε προ ετών στα Χανιά…) Του Γιενς Σπαν ωστόσο, πρώην υπουργού των Χριστιανοδημοκρατών και προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, δεν ίδρωσε το αυτί. Αυτός και ο σύζυγός του βρήκαν παρένθετη μητέρα στις… ΗΠΑ και μετά με όλη τους την ησυχία εισήγαγαν το παιδί στη Γερμανία. Ο νόμος βλέπετε έχει τόσα παραθυράκια, ώστε για τους έχοντες και κατέχοντες το απαγορευμένο να γίνεται επιτρεπτό…

Φυσικά, ξέσπασε σάλος. Χριστιανοδημοκράτες, Πράσινοι, εκκλησιαστικοί παράγοντες, νομικοί, φεμινίστριες –πάνω απ’ όλες η περίφημη Άλις Σβάρτσερ– δεν μάσησαν τα λόγια τους.

Αντιγράφω τη δήλωση της Σβάρτσερ:

«Δικαίως η παρένθετη μητρότητα απαγορεύεται στη Γερμανία. Και δικαίως ο Γενς Σπαν, ως πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας ενός χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, είχε μέχρι σήμερα ταχθεί κατά της άρσης αυτής της απαγόρευσης. Διότι οι άνθρωποι δεν είναι εμπόρευμα. Ούτε μια γυναίκα θα πρέπει να μπορεί να αγοράζεται ως μηχανή κυοφορίας ούτε ένα παιδί που “παράγεται” έναντι χρηματικού ανταλλάγματος να αποτελεί αντικείμενο αγοραπωλησίας. Όμως τώρα ο Γενς Σπαν έθεσε τα προσωπικά του συμφέροντα υπεράνω του δικαίου. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στην κοινωνική αποδοχή μιας πρακτικής κατά την οποία γυναίκες κυοφορούν παιδιά άλλων έναντι αμοιβής, ενώ ταυτόχρονα βρίσκονται πλήρως υποταγμένες στις απαιτήσεις των αγοραστών. Δεν είναι μόνο για τα Ηνωμένα Έθνη που η παρένθετη μητρότητα συνιστά “εμπορία ανθρώπων” και “δουλεία”. Είναι βαθύτατα απάνθρωπη και επιπλέον αντίκειται στις χριστιανικές αρχές».

Πάμπολλοι παράγοντες του χριστεπώνυμου κόμματος του Σπαν και άλλων κομμάτων ζητούν τώρα την παραίτησή του. Τι έπραξε ο αρχηγός του και καγκελάριος της χώρας, Φρήντριχ Μερτς; Αφού ευχήθηκε αρχικά στους δύο ευτυχείς γονείς τα καλύτερα, αναγκάστηκε τελικά να τον αποπέμψει…

///

Στο πώς βλέπουμε την πολιτική, την ζωή την ίδια, υπάρχουν δύο διαδεδομένες σχολές. Εκείνοι που πιστεύουν ότι τα πάντα λίγο πολύ είναι στημένα, αποφασισμένα, τελειωμένα ήδη από τα παρασκήνια, και πως ό,τι και να συμβαίνει επί σκηνής είναι θεατρινισμός, σκηνοθεσία, προκάλυμμα των ήδη δρομολογηθέντων.

Κι εκείνοι που πιστεύουν το ακριβώς ανάποδο: πως όλα είναι δυνατά, πώς μια συντονισμένη, ορκισμένη, εμπνευσμένη δράση των μαζών μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω, ν’ αλλάξει την πορεία των πραγμάτων και να επιβάλλει μια καινούργια τάξη.

Και οι δύο στάσεις μού φαίνονται εξίσου άτοπες. Κι αυτό διότι είναι εξίσου βουλησιαρχικές. Οι θιασώτες και της μιας και της άλλης άποψης πιστεύουν ισόποσα ότι υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων, οι άρχοντες στην μία περίπτωση, και οι αρχόμενοι στην άλλη, οι ύπουλοι κουκλοπαίκτες από τη μια και οι αγανακτισμένες μαριονέτες από την άλλη, οι ολίγοι και οι πολλοί που κρατούν την ιστορία στο χέρι τους. Αρκεί μόνο ν’ αποφασίσουν κάτι και να οργανωθούν κατά την απόφασή τους. Τότε όλα θα κοκκαλώσουν ευθύς ή θα εκτιναχθούν αυθωρεί στο πρόσταγμά τους.

Και οι δύο στάσεις είναι γέννημα του βολονταρισμού της νεωτερικότητας. Που με τη σειρά του είναι γέννημα του μεσσιανικού βολονταρισμού των αβρααμικών θρησκειών, των οποίων τα πολιτικά ιδεολογήματα της σήμερον είναι εξ αίματος τέκνα.

Ένας ομηρικός άνθρωπος θα γελούσε με όλη αυτή τη σιγουριά. Άρχοντες και αρχόμενοι είναι εξίσου άθυρμα των καταστάσεων, ελάχιστα πράγματα ελέγχουν, αλλού θέλουν να πάνε και αλλού καταλήγουν, η ετερογονία των σκοπών τους έχει όλους για παιγνίδι της. Η βούληση μας οδηγεί, πράγματι. Αλλά όχι εκεί που εκείνη θέλει. Από το Σχέδιο (την ενδοκόσμια ουτοπία ή τον μεταθανάτιο παράδεισο), η ζωή δεν αφήνει πίσω της παρά πολύχρωμα ξέφτια, το πού εκάστοτε φτάνουμε μας είναι πάντοτε αφάνταστο: ρίξτε μια ματιά στις μελλοντολογίες όλων των εποχών, δεν υπάρχει ούτε μία που να προέβλεψε αυτό που ζούμε.

Η ζωή είναι ένας διαρκής, άναρχος, σπασμωδικός, αγωνιώδης, συχνά και κωμικός αυτοσχεδιασμός. Ούτε «ταξίδι» χάριν λέει του ταξιδιού, ούτε υποτίθεται «προορισμός». Η ζωή είναι απλώς ένα από τα πολλά ονόματα του χάους.

///

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ

Κουράστηκα τόσο πολύ
να περιμένω –εσύ;–
η καλοσύνη κι η ομορφιά
να μου σταθούν στο πλάι…
Πιάσ’ το μαχαίρι αυτή τη γη
να κόψουμε στα δυο –
να δούμε ποιο σκουλήκι
θα τη φάει.

LANGSTON HUGHES

///

Βγάζει κάθε χρονιά ο ΟΣΔΕΛ (όπως παλιότερα εκείνο το αλησμόνητα άχρηστο ΕΚΕΒΙ) σχοινοτενείς εκθέσεις με στατιστικά για την εκδοτική κίνηση (ξέρετε τώρα, αυτά τα ελληνοπρεπέστατα «BOOKPOINT by OSDEL»…). Όμως τα ουσιώδη πάντα απουσιάζουν.

Τι να το κάνω εγώ το νούμερο 11.088, όταν δεν ξέρω από αυτά τα 11.088 χάρτινα βιβλία που τυπώθηκαν πέρσι πόσα α) πληρώθηκαν από τους συγγραφείς τους, είναι στην ουσία αυτοέκδοση συνεπώς, β) σε πόσα αντίτυπα κυκλοφόρησαν και αν έφτασαν καν στα βιβλιοπωλεία ή το ηλεκτρονικό εμπόριο, και γ) τι ζήτηση πραγματική υπήρξε για εκείνα;

Για τη Γαλλία, γνωρίζουμε λ.χ. ότι την πρώτη τριμηνία του ενεστώτος έτους το βιβλιεμπόριο υπέστη πραγματική καθίζηση, ο τζίρος μειώθηκε κατά 7%. Ανάλογα μηνύματα έχουμε και από άλλες χώρες. Για την Ελλάδα τι ξέρουμε; Ο πληθωρισμός των αριθμών (και των εκθέσεων και των φεστιβάλ και των εκδηλώσεων…) κρύβει τη μιζέρια της πραγματικότητας. Δεν χρειάζεται όμως να είναι κανείς φωστήρας για να καταλάβει πόσο ζόρικα είναι τα πράγματα, όχι για το βιβλίο, αυτό είναι το έλασσον, αλλά για την ίδια την κουλτούρα της γραφής και της ανάγνωσης παγκοσμίως.

Δύο κατιούσες καμπύλες συμπίπτουν αυτή τη στιγμή και συγκλώθουν μιαν ακόμη πιο απαισιόδοξη. Η πρώτη είναι η δημογραφική κατιούσα: οι πρώτες φουρνιές των αναγνωστών της Μεταπολίτευσης, που διάβαζαν πολύ και στηρίζουν ακόμη και σήμερα τη ζήτηση, σιγά σιγά αποστρατεύονται. Τη θέση τους παίρνουν οι παρδαλώνυμες «γενιές» από το 2000 και δώθε, που και επιδερμική σχέση έχουν με την ανάγνωση, αν έχουν καν, και είναι οι μισές σε όγκο πληθυσμιακά.

Η δεύτερη είναι ο καθολικός απαλφαβητισμός του πληθυσμού, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. «Ψηφιακό αλφαβητισμό» τον ονομάζουμε ευφημιστικά, αλλά είναι το ίδιο πράγμα. Ο άνθρωπος ο εθισμένος στην ψηφιακή ντοπαμίνη, τον αργό ρυθμό της ανάγνωσης δεν τον υποφέρει, αδυνατεί να του αφοσιωθεί. Ακόμη και αυτό εδώ το σημειωματάκι τού φαίνεται άθλος αφόρητος. Ρωτήστε τους δασκάλους σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, κραυγές απόγνωσης θα λάβετε ως απόκριση.

Αλλά το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τις νέες γενιές, και εμείς οι παλιότεροι είμαστε εξίσου εκτεθειμένοι. Δείτε τι γίνεται στο facebook, την μόνη πλατφόρμα των ΜΚΔ όπου ο λόγος είχε, για ένα διάστημα έστω, το πάνω χέρι απέναντι στην εικόνα. Τα ποστ γίνονται όλο και πιο φαντασμαγορικά, ο πραγματικός σχολιασμός όλο και πιο υποτυπώδης και τα κείμενα τα γραμμένα από την ΤΝ έχουν κατακλύσει τα πάντα.

Διόλου τυχαία, ο Ζαχαροβούνης και οι περί αυτόν έχουν επιδοθεί σε κανονική εκστρατεία για να περιορίσουν τους πραγματικούς γραφιάδες – φθίνουσα πελατεία, τι να την κάνουν; Τα σχόλια που μας γράφουνε είναι από καιρό περιπέτεια μεγάλη ακόμη και να τα δεις, τις κοινοποιήσεις μάς τις έκρυψαν, ώς και των κολλητών μας τις δημοσιεύσεις ο αλγόριθμος πονηρά μάς τις κρύβει και μας πλασάρει διαρκώς διάφορους αγνώστους για να τους «ακολουθήσουμε» (κάποτε και τον εαυτό μας τον ίδιο!). Για να μην πω για τη λογοκριτική μηχανή που εξαφανίζει κατά το δοκούν ό,τι οι από ηλεκτρονίου κρατούντες δεν θέλουν να ακουστεί παραέξω.

Προσθέστε και την μαύρη τρύπα που κατάπιε εφημερίδες και περιοδικά, που έφτιαχναν και έτρεφαν για αιώνες τους συγγραφείς και τους λογοτέχνες μας, προσθέστε και τον μαρασμό των βιβλιοθηκών που τους στήριζαν, και έχετε το πλήρες τοπίο. Σε λίγο θα τους ψάχνουμε με το φανάρι θαμμένους σε κάνα απόμερο σημείο του ίντερνετ, όπως τα χειρόγραφα των ποιητών και των φιλοσόφων σκονίζονταν στα ερμάρια των καλογέρων του Μεσαίωνα, που μπορεί να τ’ αντέγραφαν πού και πού, όμως από την ουσία τους δεν σκάμπαζαν μία.

Από την άλλη, έτσι δεν τελειώνει κάθε πολιτισμός από καταβολής; Μες στην περιφρόνηση και την άγνοια; Γιατί αυτός εδώ ο δικός μας, του Αριστοφάνους του Βυζαντίου και του Γουτεμβεργίου της Μαγεντίας, να τη γλιτώσει;

///

Μα πώς δεν το είχα αναλογιστεί πρωτύτερα!

Δεν είναι τάχα ο Φούνες ο Μνήμων ένα λοξό πορτραίτο του δεινού μυθοπλάστη του Κομπραί; Όπως ο Φούνες έτσι και ο Μαρσέλ (ο εντός αλλά και ο εκτός του À la recherche), όλα τα θυμάται, όλα τα μνημονεύει, όλα τα ανακαλεί – τίποτε δεν παραχωρεί αμαχητί στη λησμοσύνη.

Τι κι αν για τον πρώτο η Μνημοσύνη είναι η θεά των βασάνων, ενώ για τον δεύτερο εκείνη των ηδονών; Να μας ματώνει και να μας υψώνει, αυτή δεν είναι ανέκαθεν η αποστολή κάθε μας Μούσας;

///

Γύρω στα 25.000 βυζαντινά ποιήματα καταγράφει ο Ιωάννης Βάσσης στο Initia Carminum Byzantinorum: 12 αιώνες, 1.200 χρόνια, αναλογούν σε 20 και κάτι ποιήματα κατ’ έτος.

Περίπου 30.000 είναι όλα τα δημοτικά τραγούδια που έχουν περιλάβει οι συναγωγές και οι βιβλιογραφίες μας, από τον 10ο αιώνα αυτά ώς τον 20ό, καμιά τριανταριά τραγούδια ανά χρονιά δηλαδή.

1.195 ήταν τα ποιητικά βιβλία που βγήκαν το 2025, ανακοίνωσε πρόσφατα ο ΟΣΔΕΛ, αξιοσημείωτη κάμψη αν σκεφτεί κανείς ότι το 2021 ήταν 1.376. Αν κάθε βιβλίο περιλαμβάνει κατά μέσο όρο 30 ποιήματα, τότε σε μία μόνο χρονιά, οι Έλληνες έγραψαν περισσότερους στίχους απ’ όσους τους 12 αιώνες από τον Παλλαδά ώς τον Ιωάννη Ευγενικό, και όσους τους 10 αιώνες από τα πρωτοακριτικά ώς τις μαντινάδες κατά του Χίτλερ… Μίλησε κανείς για ποιητική… παρακμή;

(Εν τω μεταξύ, σε 75.000 υπολογίζονται τα τραγούδια που γράφει η ΤΝ… κάθε μέρα! Και πού ’σαι ακόμα…)

///

Γιατί κατέστησαν (λέμε τώρα…) οι ΗΠΑ «παγκόσμιο σύμβολο της ελευθερίας»; Κατά τον Λέοντα ΙΔ΄, διότι υπήρξαν χώρα διαχρονικά ανοιχτή στους μετανάστες. Και πράγματι, μετανάστες έφτιαξαν την υπερατλαντική υπερδύναμη, ποιος έχει αντίρρηση σ’ αυτό; Τι δεν πρόσθεσε, ευκρινώς τουλάχιστον, ο πάπας; Αφού προηγουμένως εξόντωσαν συστηματικά τους γηγενείς πληθυσμούς και «μετανάστευσαν» με το ζόρι κάποια εκατομμύρια δούλους…

Όχι, δεν εζήλωσα εδώ τη δόξα του δικαιωματισμού. Όλη η  ιστορία της μετανάστευσης, αυτό δεν λέει ο δικαιωματισμός και οι οπαδοί του, από την εποχή που ο homo sapiens εκτόπισε και εξάλειψε τους προγενέστερους ανθρωπίδες, είναι μια ιστορία αίματος και βίας, δακρύων και φόνων. Η ιστορία των ΗΠΑ είναι η δική μας ιστορία.

Από την αρπαγή των Σαβίνων ώς τον ερχομό των Γότθων, και από την άφιξη των Ιουδαίων στη Χαναάν ώς τον αποικισμό της Αυστραλίας από τους καταδίκους, σε όποια ήπειρο, σε όποια εποχή, η εικόνα δεν αλλάζει. Η σημερινή αγιογράφηση του μετανάστη, η αναγόρευσή του μάλιστα σε σύμβολο δακτυλοδεικτούμενο της ελευθερίας, είναι προϊόν μιας ιδεολογικής οφθαλμαπάτης ή και μιας πονηρής προπαγάνδας, είναι η αποθέωση του ανθρώπου του νομαδισμού και της τυχοθηρίας εις βάρος του ανθρώπου της ρίζας και της διάρκειας. Οι μετανάστες πάμπολλες φορές γέννησαν ή αναζωογόνησαν έναν πολιτισμό. Και άλλες τόσες γονάτισαν ή εξουθένωσαν έναν άλλο.

Είναι ανεξάλειπτη αυτή η σύγκρουση, δεν χωρεί αμφιβολία. Η διαλεκτική της ιστορίας τέτοια είναι. Φέτος που εορτάζουμε, όσοι, τους δυόμισι αιώνες της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, ας ξεχάσουμε προς στιγμήν τον στόμφο των ρητόρων. Και προτού καταθέσουμε έναν ακόμη στέφανο στον ανδριάντα του Άγνωστου Πιονιέρου, ας θυμηθούμε, έστω σιωπηρά, τα αμέτρητα θύματά του.

*

**