Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός

Ο Φλοι­ός Ξε­φλου­δι­σμέ­νος

Τα α­πο­γεύ­μα­τα με­τά το σχο­λεί­ο βγαί­να­με και παί­ζα­με στον δρό­μο. Έ­τσι εί­χα μά­θει. Α­νυ­πο­μο­νού­σα για τα Σάβ­βα­τα και τις Κυ­ρια­κές. Τη­λε­φω­νού­σα στον Πα­να­γι­ώ­τη και τον Λευ­τέ­ρη, και τον Γι­ώρ­γο με τα δύ­ο α­δέλ­φια του και πε­τού­σα α­πό προ­σμο­νή ό­ταν δέχονταν και οι πέν­τε να έρ­θουν, ενώ με­λαγ­χο­λού­σα ό­ταν ό­χι, για­τί ποι­ος ή­ξε­ρε πό­τε θα να ξα­να­βρι­σκό­μα­στε. Ή­μα­σταν συγ­γε­νι­κά πνεύ­μα­τα. Οι γο­νείς μας ή­ταν με­τα­νά­στες, και οι ε­φτά εί­χα­με φτά­σει στη νέ­α χώ­ρα μι­κροί, κά­τω των έν­δε­κα, ό­ταν οι γο­νείς μας, ό­λοι τους σα­ραν­τά­ρη­δες ―σα­ραν­τά­ρη­δες!― ά­φη­σαν πί­σω ζω­ές και πή­γαν ό­που δεν ή­ξε­ραν.

Προ­σπα­θώ να φαν­τα­στώ και να μπω στη θέ­ση τους και δεν το κα­τα­φέρ­νω. Πο­τέ δεν θα πα­ρά­τα­γα σα­ράν­τα χρό­νια ζω­ής για να πά­ω αλ­λού. Τι να κά­νω; Να ξα­ναρ­χί­σω; Γί­νε­ται; Τώ­ρα, βέ­βαι­α, με­γά­λος στην η­λι­κί­α, ξέ­ρω ό­τι μια φο­ρά μό­νο αρ­χί­ζει κα­νείς.

Ή­ταν κα­λύ­τε­ροι – σε τό­σα ι­σχυ­ρό­τε­ροι, σκλη­ρό­τε­ροι. Οι γο­νείς τεί­νουν να εί­ναι έτσι.

Τι κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ζεις σε δρό­μο χω­ρίς έ­ξο­δο, με δι­ώ­ρο­φα σπί­τια στις δύ­ο πλευ­ρές, δύ­ο-τρεις οι­κο­γέ­νει­ες στο κα­θέ­να, με παι­διά σε πολ­λά απ’ αυτά, αυ­το­κί­νη­τα α­ραγ­μέ­να στις ά­κρες και δέ­κα-εί­κο­σι παι­διά να παί­ζουν στο δρό­μο κά­θε α­πό­γευ­μα;

Αυ­τό στην α­πέ­ναν­τι γω­νί­α, ή­ταν πο­δή­λα­το; Ή­ταν δυ­να­τόν; Εγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο; Το σή­κω­σα και το κα­βά­λη­σα και α­μέ­σως η μπρο­στι­νή δι­χά­λα λύ­γι­σε προς τη μια πλευ­ρά και με δυ­σκο­λί­α κρά­τη­σα το τι­μό­νι ευ­θεί­α. Το σώ­μα μου ξε­φού­σκω­σε με α­πο­γο­ή­τευ­ση σαν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τό το θαυ­μά­σιο πράγ­μα που πο­τέ δεν θα α­πο­κτού­σα ή­ταν λι­γό­τε­ρο α­πό τις υ­πο­σχέ­σεις του και­νούρ­γιου και α­πό αυ­τές που ξύ­πνη­σαν μέ­σα μου.

Α­πο­φά­σι­σα να μην ι­σι­ώ­σω το σκέ­λος για­τί θα έ­σπα­ζε και θα έ­με­να δί­χως τί­πο­τα. Βρή­κα ό­τι με ζό­ρι κα­τά­φερ­να να αν­τι­στα­θώ στην κλί­ση της μπρο­στι­νής ρό­δας που τρα­βού­σε και θα α­νά­τρε­πε τα πάν­τα. Κρα­τού­σα το τι­μό­νι με το έ­να χέ­ρι για­τί με το άλ­λο κρα­τι­ό­μουν στα πα­ρά­θυ­ρα και στις σκε­πές αυ­το­κι­νή­των να μην πέ­σω. Δεν ή­ξε­ρα ι­σορ­ρο­πί­α. Στιγ­μή τη στιγ­μή, δει­λά και αρ­γά, α­μο­λού­σα το χέ­ρι ό­ταν αι­σθα­νό­μουν λί­γη ι­σορ­ρο­πί­α. Πέ­ρα­σα το κα­λο­καί­ρι ε­κεί­νο με τα πό­δια με­λα­νω­μέ­να και τα α­χα­μνά, φο­βό­μουν, κα­τα­στραμ­μέ­να α­φού συ­χνά έ­παιρ­να φό­ρα, έ­χα­να έ­λεγ­χο και έ­πε­φτα σε αυ­το­κί­νη­τα. Πέ­ρα­σε και­ρός να μά­θω τι θα πει φρέ­νο και έ­τσι και αλ­λι­ώς το στα­μά­τη­μα ή­ταν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη. Στρα­πα­τσά­ρι­σα και γρα­τσού­νι­σα αρ­κε­τά αυ­το­κί­νη­τα. Μπε­λά δεν βρή­κα. Πολ­λοί ι­δι­ό­κτη­τες ή­ταν με­τα­κι­νού­με­νοι που έ­παιρ­ναν το τρέ­νο και ε­πέ­στρε­φαν αρ­γά το βράδυ. Οι υ­πό­λοι­ποι, οι ντό­πιοι, σπά­νια να βγουν έ­ξω.

Άλ­λες φο­ρές παί­ζα­με μπέ­ιζ­μπολ. Πο­τέ δεν εί­χα­με πραγ­μα­τι­κό ρό­πα­λο – έ­σπα­ζα πή­χες α­πό τα κιγ­κλι­δώ­μα­τα και τις ξύ­λι­νες σκά­λες που πή­γαι­ναν στον τρί­το ό­ρο­φο και λεί­αι­να γω­νί­ες με σου­γιά και στρογ­γύ­λευ­α και μόρ­φω­να λα­βή.

Ο Πα­να­γι­ώ­της προ­τι­μού­σε φουτ­μπόλ. Με­ρι­κές φο­ρές ό­ταν βρι­σκό­μα­σταν και οι ε­φτά βά­ζα­με τρεις-τέσ­σε­ρις παί­κτες α­νά πλευ­ρά—δεν ε­πέ­τρε­πε άλ­λους το πλά­τος του δρό­μου. Αυ­τός πα­σα­δό­ρος και ε­γώ δρο­μέ­ας.

Έ­τσι βρή­κα την τε­λει­ό­τη­τα που κου­βα­λά­ω α­κό­μα και σή­με­ρα.

Έ­χου­με εκ­φρά­σεις να εν­νο­ού­με ό­τι εί­μα­στε στη ζώ­νη, για φυ­σι­κά χά­η, για γλυ­κά ση­μεί­α και ό­ταν εί­μα­στε α­πό­λυ­τα βέ­βαι­οι για κά­τι πριν συμ­βεί και με­τά συμ­βαί­νει. Εί­ναι μια δι­ά­στα­ση άλ­λης ύ­παρ­ξης, μια στιγ­μή που ί­σως χα­ρί­ζε­τε α­πό τη Μού­σα, και εί­ναι υ­πε­ρά­νω του κό­σμου αυ­τού. Έ­τρε­ξα με ύ­στα­τη τα­χύ­τη­τα, πέ­τα­ξα, ξέ­φυ­γα του φύ­λα­κά μου, έ­τρε­χα κοι­τά­ζον­τας μπρο­στά, σή­κω­σα το χέ­ρι και η μπά­λα μπή­κε στην πα­λά­μη μου. Α­πα­λά και α­πλά βρέ­θη­κε ε­κεί.

Στο κρε­βά­τι του νο­σο­κο­μεί­ου, τα μαύ­ρα μαλ­λιά του Πα­να­γι­ώ­τη ή­ταν ά­γρια και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ή­ταν τώ­ρα χα­ραγ­μέ­να και λι­πό­σαρ­κα. Μπαι­νο­έ­βγαι­νε στη συ­νεί­δη­ση. Έ­να μή­να πριν, τυ­χαί­α λες και δεν ή­ταν τί­πο­τα, λες και δεν ή­θε­λε να εί­ναι τί­πο­τα, εί­πε εί­χε καρ­κί­νο. Υ­πήρ­χε σχέ­διο, εί­πε. «Σχέ­διο» λες και ό­ταν ε­φαρ­μο­στεί, έ­πε­ται το α­πο­τε­λέ­σμα­τα που σχε­διά­ζεις.

Η α­λή­θεια εί­ναι κα­νείς δεν ξέ­ρει τι ε­πα­κο­λου­θεί. Θα του έ­βγα­ζαν τα δόν­τια. Βόμ­βα αυ­τό. Δεν εί­χε νό­η­μα. Ο κό­σμος κα­τα­στρά­φη­κε και η φτώ­χεια και το Σκο­τά­δι και η Φθο­ρά κρά­τη­σαν α­δι­ά­φο­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σε ό­λα.

Ζή­τη­σε μια κό­κα κό­λα και κοί­τα­ξα τη νο­σο­κό­μα, που μου έ­γνε­ψε. «Α­ραι­ώ­στε τη,» μου εί­πε, «θα του εί­ναι σκλη­ρή.»

Ε­πτά πή­ραν το δρό­μο για το νε­κρο­τα­φεί­ο αλ­λά έ­ξι ή­ταν για γυ­ρι­σμό και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού πά­ει η α­γά­πη του θε­ού ή αν υ­πάρ­χει.

Αυ­τή η τέ­λεια πά­σα, αυ­τή η χά­ρη, αυ­τό το δώ­ρο, αυ­τή η ε­νό­τη­τα με το σύμ­παν εί­ναι μια λε­πτή φλοί­δα κρεμ­μυ­διού, έ­να α­νέκ­δο­το ε­νός α­πο­γεύ­μα­τος και ε­νός λε­πτού που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα … και ση­μαί­νει το παν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Μεταφραστική άγονη γη: Ο Τ. Σ. Έλιοτ του Χάρη Βλαβιανού

 

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗ-ΜΟΥΡ

. . . Από την Εισαγωγή στην Άγονη Γη αποκομίζει κανείς αμέσως την αίσθηση ότι ο Βλαβιανός βλέπει τη μετάφραση του The Waste Land όπως έβλεπαν οι Ρωμαίοι τη μετάφραση από τα ελληνικά: ως ευκαιρία να ανταγωνιστούν και να ξεπεράσουν το πρωτότυπο. Στην περίπτωση του Βλαβιανού το πρωτότυπο δεν είναι μόνο ο Έλιοτ αλλά και ο Σεφέρης. Mέσα από τη μετάφρασή του ο Βλαβιανός φαίνεται να αποσκοπεί α) να γκρεμίσει από το βάθρο της τη μετάφραση του Έλιοτ από τον Σεφέρη και να εκτοπίσει από τις λογοτεχνικές συζητήσεις τον τίτλο Η Έρημη Χώρα, και β) να υποβαθμίσει την πολυεπίπεδη ανάγνωση του έργου του Έλιοτ, παρουσιάζοντάς το με απλουστευτικούς όρους. . .

. . . Δυστυχώς, τα όσα διαπιστώνει ο Ηλίας Μαλεβίτης σε πρόσφατο άρθρο του για τις Σημειώσεις στη μετάφραση του Βλαβιανού, δηλαδή «έλλειψη κριτικού ελέγχου», «αβλεψίες και προχειρότητα», «αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας» και «υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη» ισχύουν και για την Εισαγωγή. Όπως ο Μαλεβίτης παρατηρεί στην κατακλείδα της μελέτης του: «…σχεδόν ολόκληρη, είναι μία συρραφή διαφόρων verbatim μεταφρασμένων αποσπασμάτων από το έργο του Ρέινυ» . . .

 

(περισσότερα…)

Θάνος Γιαννούδης, Αναγέννηση

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου

«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Προσεγγίζοντας τον Π. Κονδύλη μέσω της έννοιας της φιλίας

«…Μελετώντας τον Κονδύλη, συχνά διερωτώμουν μήπως η εκ μέρους του επιλογή ενός θεωρητικού υποδείγματος που οδηγούσε σε απαισιοδοξία για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας συνυφαινόταν στο βάθος με μια σκοπιμότητα για αλλαγή. Κι αυτό, διότι το αυστηρό θεωρητικό του μοντέλο, παρά τη συνοχή του, σε άφηνε να καταλάβεις πως εάν ένας από τους οντολογικούς του παράγοντες μεταβαλλόταν, τότε τα απορρέοντα από αυτό συμπεράσματα θα μπορούσαν να ανατραπούν. Πράγματι, δείχνοντάς μας ο Κονδύλης πού κατευθυνόμαστε, είναι σαν να μας προτρέπει να αλλάξουμε, έτσι ώστε το διαγραφόμενο μέλλον, άμα τη αφίξει του, να διαψεύσει τις προγνώσεις του…»

(περισσότερα…)

Pablo Neruda, Το βιβλίο των Ερωτήσεων (Μετάφραση Δημήτρης Αγαθοκλής)

~.~

Ο ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ ξεκίνησε νὰ γράφει τὸ Libro de las Preguntas  (λήψη ἐδῶ), μᾶλλον, τὸ 1971 ὅσο ἦταν στὴ Γαλλία. Τὸ ὁλοκλήρωσε σίγουρα στὴ Χιλὴ λίγους μῆνες πρὶν πεθάνει (Σεπτέμβριος τοῦ ’73). Τὸ ἔργο ἀποτελεῖται ἀπὸ 74 ποιήματα, τῶν 619 στίχων συνολικά, ποὺ συγκροτοῦν 319 ἐρωτήσεις. Κατὰ κάποιον τρόπο συνδυάζουν τὴν ἀπορία ἑνὸς παιδιοῦ, καθὼς μεγαλώνει, μὲ τὶς ἐμπειρίες ἑνὸς ἐνήλικα ―τοῦ ὁποίου ἡ εὐαισθησία δὲν ἔχει ἐξατμιστεῖ― ὁ ὁποῖος ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη του τὶς μέρες ποὺ ἦταν νέος, τότε ποὺ διέθετε μιὰν ἄλλη ματιὰ γιὰ τὴ ζωή.

Τὸ παρὸν πόνημα εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς προσωπικοῦ στοιχήματος· νὰ δῶ ἐὰν μποροῦν νὰ «χωρέσουν» ὅλα σὲ ἐλεύθερους ἐνδεκασύλλαβους, στὰ ἑλληνικά, διατηρώντας ϕυσικὰ τὰ νοήματα. Ἐπὶ τούτου συμβουλεύτηκα τὴν ἀμερικανικὴ μετάφραση τοῦ William O’Daly (Copper Canyon Press, 1991), τὴ γαλλικὴ τοῦ Claude Couffon (Gallimard Jeunesse, 2008) καὶ τὴν ἑλληνικὴ τοῦ Βασίλη Λαλιώτη (Bibliothèque, 2016). Κάποιες δὲ μεταφραστικές μου αὐϑαιρεσίες ἐπὶ τὸ ἑλληνικώτερον (ϐλ. IX, XII, XIX, XXXI) ἐλπίζω νὰ εἶναι δόκιμες. Ἂν ὄχι, ἂς μοῦ συγχωρεθοῦν.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
Καλοκαίρι 2020

(Σημείωση τοῦ ΝΠ: Οἱ φωτογραφίες τῆς ἀνάρτησης εἶναι ἔργα τοῦ μεταφραστῆ.)

(περισσότερα…)

Υφαίνοντας τον μυθιστορηματικό ιστό με καρέ νουάρ

Ιάκωβος Ανυφαντάκης
Κάποιοι άλλοι
Πατάκης, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

«“Θέλω μόνο να τελειώσω τη γαμημένη την ιστορία μου”. Κοίταξα μπροστά. Ανάμεσα στα δέντρα φαινόταν μακριά η θάλασσα άδεια. Γέμισα αέρα το στέρνο μου και η αφήγηση άρχισε να ξετυλίγεται στο μυαλό μου» – λέει ο Βαγγέλης, ο αφηγητής του Ιάκωβου Ανυφαντάκη στο μυθιστόρημα Κάποιοι άλλοι (σ. 317). Τίποτα παράξενο για έναν πρωτοπρόσωπο ομοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος παίρνει το νήμα της αφήγησης, για να γνωστοποιήσει –τι άλλο;– την ιστορία του, να αποκτήσει δηλαδή ενώπιον του αναγνώστη σάρκα και οστά. Το ενδιαφέρον στο μικρό απόσπασμα-πρόταξη είναι το γεγονός ότι η δυναμική δήλωση του ήρωα γίνεται μόλις λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος των 340 σελίδων. Η δήλωση μοιάζει με ξέσπασμα, σαν να κρύβεται σε κάθε πρόταση ένα «επιτέλους», το οποίο υπονοεί ποιος τελικά; Ο Βαγγέλης ή και ο Ιάκωβος, που, όπως πληροφορεί τον αναγνώστη η σημείωση στο τέλος του μυθιστορήματος, έγραφε το βιβλίο για τέσσερα ολόκληρα χρόνια;

(περισσότερα…)

Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

*

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

Πρώτα απ’ όλα ας παραθέσω τις ημερολογιακές εγγραφές των δυο ταξιδιωτών. Ξεκινώ με του Σικελιανού (Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, εισ.-επιμ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκου-Χάντζου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, σ. 201-205):

Σκήτη Καυσοκαλυβίων,
6 Δεκεμ. 914,
Ἁγίου Νικολάου.
 
Ἐπισκεφτόμαστε τοὺς
ξυλογλύπτες.
Ὁ ἕνας μὲ τὰ γκρίζα
μάτια.
Ὁ ἄλλος ξυπνώντας
ἀπ᾽ τὸν ὕπνο, ἁπαλό-//
τατος, ὠχρός,, μὲ τὰ
γένια σὰν μετάξι γύρω
ἀπὸ μυτερὸ πρόσωπο,
καὶ βαθιὰ παρθενικὰ
μάτια. Τὸ χέρι του
εἶναι ἁπαλὸ σὰν κέρι-
νο, ἀλαφρὸ σὰν ἀν-
τίδωρο.
Πηγαίνομε ἔπειτα
Στὸν ξυλογλύπτη Ἀρ-
σένιο, πού ᾽κανε τὸ//
ἐγκόλπιο τῶν Καρυῶν,
τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Αὐτοδίδακτος· ἄρχισε
ἀπὸ μικροὺς ἄξεστους
σταυρούς. Δούλεψε
15 χρόνια τὴ Δευτέρα
Παρουσία. Σὲ κάθε
πρόσωπο ἔδωκε ἔκ-
φραση. Στὴν ὄψη του
ἔχει σταλαγμένο τὸ
φῶς τῆς ἐργασίας.//
Στὸ μικρό του δωμά-
τιο, ὅλα τὰ σὐνεργα
τῆς τέχνης του.
Οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔργου
ébauche.
Τὸ κοτσύφι του.
Τρώει σμυρτιὰ ἀπ᾽
τὸ χέρι, κουκκὶ
κισσοῦ, ζυμάρι.
Μιὰ πίστη στὸ ἄνθρωπο.
Μαῦρο γυαλιστερό.//
Τὴ νύχτα, ἡσυχία. Ξανα-
θυμοῦμαι τὸν Πανσέληνο
στὴ βεράντα τῶν Ἰωασα-
φαίων. Βαθύτατη
συνείδηση τῆς ἠθικῆς μου
ἀνάτασης στὸ ἔργο ποὺ
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ
μιὰ ἠχώ. Ὅ λ ο μ ο υ
τ ὸ ἔ ρ γ ο π ι ὰ σ τ ε ρ ε ω μ έ ν ο
σ τ ὴ θ έ λ η σ η, ὡ ς σ ὲ β ρ ά-
χ ο, α ἰ ώ ν ι α.  

(περισσότερα…)

Η Χάννα Άρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

(περισσότερα…)

Χάρολντ Πίντερ, Ο Προ και ένα Στέλεχος

*

μετάφραση ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΝΔΡΕΟΥ

~.~

Πρόλογος

Έκανα κάτι για πρώτη φορά. Περιμένοντας το ταξί που θα με πήγαινε στη Λειτουργία, και επειδή βαριόμουν να ανέβω στον επάνω όροφο, κράτησα σημειώσεις σε ένα από τα κίτρινα σημειωματάρια τού Χάρολντ.

Μάζεψα όσα σημειωματάρια είχαν μείνει, όταν ο Χάρολντ πέθανε Παραμονή Χριστουγέννων 2008, και για συναισθηματικούς λόγους τα κράτησα. Βέβαια, μέχρι τώρα, δεν είχα γράψει ποτέ τίποτα επάνω τους. Πριν από κανένα μήνα, όμως, τοποθέτησα ένα από αυτά σε μια θήκη γραφείου στο καθιστικό· θεωρητικά για περιστασιακή χρήση, αλλά στην πραγματικότητα από τρυφερότητα προς το παρελθόν.

Αφού είχα κρατήσει τη σημείωση, έκοψα την κίτρινη σελίδα. Σχεδόν λιποθύμησα τότε. Από κάτω φαινόταν ο αξέχαστος γραφικός χαρακτήρας του Χάρολντ – αν και αρκετά αδύναμος – και ένας τίτλος: «Ο Προ και ένα Στέλεχος». (περισσότερα…)

Άγονη Ερημιά: Ο Χάρης Βλαβιανός σχολιαστής του Έλιοτ

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«… Ξεφυλλίζοντας τις Σημειώσεις της Άγονης γης υπέπεσαν στην αντίληψή μου παραλείψεις, καταφανή λάθη και αβλεψίες που με παρακίνησαν να στραφώ σε μιαν ενδελεχέστερη εξέταση του κειμένου. Έβαλα λοιπόν κάτω τα βιβλία και ξεκίνησα προσεκτικά την παράλληλη ανάγνωση. Η αρχική εντύπωση της εμφανούς ομοιότητας πολλών σημειώσεων του Χάρη Βλαβιανού με αυτές του Λώρενς Ρέινυ καθώς προχωρούσε η ανάγνωση γινόταν ακλόνητη βεβαιότητα για την αυτολεξεί αντιγραφή και πλήρη οικειοποίηση των σημειώσεων του Ρέινυ από τον Χ.Β., χωρίς ίχνος αναφοράς στον ίδιο τον Ρέινυ, πολλώ δε μάλλον κριτικού ελέγχου, έτσι ώστε να αντιγράφονται ακόμη και τα λάθη του Βρετανού πανεπιστημιακού …

… Αν και το βαρύτερο σφάλμα, δεν είναι όμως το μόνο που χαρακτηρίζει τη σύνταξη των Σημειώσεων στην Άγονη γη. Παραλείψεις και περικοπές σημειώσεων του ίδιου του Έλιοτ, αβλεψίες και προχειρότητα, αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας και της όλης τελικής επιμέλειας φανερώνουν μία επιπόλαιη βιασύνη και αδιαφορία για την τελική αρτιότητα του εκδοτικού αποτελέσματος. Αδιαφορία που παρουσιάζεται ως αλαζονική επίδειξη γνώσης, εμβριθούς έρευνας και πρωτοτυπίας, αδιαφορία δηλονότι και υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη …»

~.~

(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (3/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

(συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος β΄)

Ἡ ἀνορθογραφία μου ἦταν ἡ πρώτη τολμηρὴ λέξη ποὺ γράφτηκε ποτέ. Ἀναστάτωσε τὴ γραμματικὴ τάξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα, σὰν λέξη κόντρα στὸ πεπρωμένο, στὴν προγεγραμμένη της μοίρα. Τριάντα χρόνια πρίν, ὁ Μαριάμπας, ὀ ἥρωας τοῦ Σκαρίμπα στὸ ὁμώνυμο μυθιστόρημα (1935), ἀλληλογραφώντας μὲ τὴν ὑπηρέτρια ἔγραφε ἀπὸ ἁβροφροσύνη τὸ «ἄνθρωπος» μὲ ὄμικρον, καὶ τὸ «μ’ ἐκτίμηση» πέρα γιὰ πέρα μὲ ἦτα. Ἦταν ἕνα ἐξαίσιο τέρας ἀνθρωπιᾶς! (χαρακτηρισμὸς τοῦ συγγραφέα), ἕνα λαμπρὸ λάθος τῆς φύσης. Ὁ ὀρθὰ ἐννοούμενος δάσκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, ἂν καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μεγαλώσει κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, ἡ χειρονομία μου ἦταν μία λελογισμένη ἀντίδραση στὴν ὁμοιομορφία, στὴν καθοδήγηση ὅλων σὲ ἕνα κανονιστικὸ πρότυπο, ἀνάλογο μὲ τὴν ὁμοιόμορφη μπλὲ σχολικὴ ποδιά. Ἡ ὁμοιόμορφη γραφὴ εἶναι καταλυτικὴ γιὰ τὸ πνεῦμα. Στὸ μεταξὺ διάβασα πολλὰ χειρόγραφα συγγραφέων. Τὰ λάθη τους εἶναι μοναδικά, ἀκέραια συμπτώματα τοῦ ὕφους, καὶ ὡς γνωστὸν τὸ ὕφος εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἔκφραση, καθὼς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἕνα ἐμπόδιο ἦταν κι αὐτό, ἂν δὲν μεγαλοπιάστηκα κι ἐγὼ προώρως. Τὸ 1964, τὴ χρονιὰ τοῦ δικοῦ μου ἐπεισοδίου, κυκλοφόρησαν μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Λίνου Πολίτη τὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς «τρεῖς μεγάλους πεθαμένους ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά» (ἡ γνωστὴ αἰνιγματικὴ ρήση τοῦ Σεφέρη). Διασκεδάζω τὴν ἀπογοήτευσή μου μεταφέροντας ἕνα αὐθεντικὸ σολωμικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «πυρασμό»:

(περισσότερα…)