Day: 27.09.2026

Κάνε παιδιά να δεις καλό

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι γονείς είναι το κόκαλο
που ακονίζουν τα δόντια τους τα παιδιά.
PETER USTINOV

Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του. Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.

Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες. Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα. Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε. Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους. Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές. Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.

Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη. Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού. Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μεγάλωσαν στα πούπουλα τα παιδιά, βουτυρομπεμπέδες με την βούλα. Έκανε «το σκατό του παξιμάδι» ο Κώστας και τους αγόρασε και δύο διαμερίσματα, για να ’χουν το δικό τους κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, όταν θ’ αποφάσιζαν να ξεκοτοφωλιάσουν απ’ το πατρικό τους. Τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν υψηλότερα τότε, τα σπίτια φθηνότερα από σήμερα, και τα κατάφερε.

Νοικιάζοντας τα διαμερίσματα, αγόρασε και τρίτο. Αν κατάφερνε να πάρει και τέταρτο, οι κανακάρηδες θα είχαν από ένα σπίτι να μένουν κι από ένα ο καθένας να τρυγάνε τα νοίκια.

Μα δεν τα κατάφερε. Τον έπιασε η μέση του. Σαραβάλιασε και η Πίτσα: κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις, κάτι νεφρά, έχασε και το φως της απ’ το ’να μάτι κι έγιναν κι οι δυο παρασάνταλα.

Τα παιδιά τους τεμπελχανάδες. Τ’ αποκοίμισε κι ο Κώστας πως θα τους βρει δουλειά στο δημόσιο, να μην τρέχουν όπως αυτός, και στα τέτοια τους: απ’ τον έναν καναπέ στον άλλον, ξάπλα και τσακωμοί: ποιος θα πάρει το τρίτο διαμέρισμα για να τσεπώνει το νοίκι.

«Μην τσακώνεστε, ρε παιδιά», παρενέβαινε ο Κώστας, «μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, κι εγώ κι η μάνα σας, θα πεθάνουμε και θα πάρετε και το δικό μας, κι έτσι θα έχετε ο καθένας από ένα».

«Εγώ το θέλω τώρα!» ωρύονταν ο μεγάλος, που είχε γνωρίσει μια νοσοκόμα κι ετοιμαζόνταν για γάμο.

«Εντάξει, εντάξει! Πάρ’ το εσύ να ταχτοποιηθείς, κι ο Γιαννάκης παίρνει το δικό μας άμα πεθάνουμε», έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά ο Κώστας.

«Όχι, όχι!» ξεφώνιζε ο μικρός. «Ο Παύλος να πάρει το δικό σας, εγώ θέλω το άλλο, για να εισπράττω τα νοίκια».

Άδειασε το διαμέρισμά του ο Κώστας, ξεσπιτώθηκε δηλαδή, και το παραχώρησε στον μικρό για μην τσακώνονται. Κι αυτός πήρε τα μπογαλάκια του και γύρισε στο νησί με την Πίτσα, στο πατρικό του. (περισσότερα…)