Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.

Το καλό το πόδι περνώντας το τέρμα,
κοροϊδεύει το άλλο που μένει πάντα δεύτερο.

Το μάγουλο που δέχεται τα δυο φιλιά,
θριαμβεύει ενάντια στο καημένο
που νιώθει μονάχα το ένα.

Το δεξί αυτί ριψοκινδυνεύει την αισθητική του,
ενώ τ’ αριστερό [ρίχνοντας θυμωμένα τα ζάρια]
εκχυδαΐζει το ρίσκο του.

~.~

Κάλλιο ποτέ παρά αργά

Αχ βρε παππούδες ποιητές,
θυσιάζοντας τις συντάξεις σας
με τόμους ολόκληρους γερασμένων στίχων
μας φορτώνετε
[σάμπως και μάζες τεράστιες
εναγωνίως τους καρτερούν]
Νηστικοί και κλασικοί
πως θα γίνετε θαρρείτε,
ο ευκολότερος των θανάτων,
ο ποιητικός.

Με την εφημερίδα σας παραμάσχαλα
να βρωμάει παλιές εποχές
και το χαμηλωμένο σας κεφάλι
να ΄χει τα γυαλιά του στο μέτωπο
και το βλέμμα του στον Θεό,
δικαιολογημένα παραπατάτε.
Βλέπετε, ακόμη και το σκουντούφλημα σας
πρέπει να φαντάζει της μοίρας,
οδυσσειακό.

Το περήφανο σας βάδισμα μετά
[αφού ξεσκονιστείτε]
θυμίζει ξεχαρβαλωμένη μπαλάντζα,
το βάρος της το περιττό
σίγουρα θα το νομίσατε έμπνευση.
Όσο για την γνωστή τη μούσα,
σας χαϊδεύει τη πλάτη μονάχα για τα λεφτά σας
ενώ η απέραντη θάλασσα
[τσακώνοντάς σας να την κοιτάζετε
έντονα και λυσσασμένα]
επίτηδες παίζει την ήρεμη
για να μην γράψετε ποτέ γι αυτήν.
~.~

Στον Χριστιανόπουλο

Βάλτε [όπως είθισται]
τα μαύρα σας
χριστιανοί του κόσμου.
Μ’ αφήστε το πουλί σας ελεύθερο
για να ντυθεί την καύλα
των δακρύων σας
όταν ζεστά
απάνω του
πέφτουν.

~.~

Ο τελευταίος τσαγκάρης του κόσμου

Υπάρχουν δύο τρόποι να δέσεις
τα κορδόνια σου παιδί μου.
Ο πρώτος, περνώντας τη θηλιά από κάτω
κι ο δεύτερος, περνώντας τη θηλιά από πάνω.
“Κι αν δεν φοράω παπούτσια με κορδόνια;”,
ρωτάει κουτοπόνηρα ο μικρός.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα μοντέρνα.
Υπάρχουν δυο μόνο τρόποι να δέσεις
τα κορδόνια σου παιδί μου.
Ο πρώτος, περνώντας τη θηλιά από κάτω
κι ο δεύτερος, περνώντας τη θηλιά από πάνω.

~.~

Ελάσσων

Ξέρεις τι πάει να πει
μελωδική γραμμή,
να τη ρουφάς ευθεία
και να σου κάθεται
διαγώνια στα νεφρά;
Αυτό το κάλεσμα που
σου παίρνει τα αρχίδια
και σου χαρίζει του ευνούχου
τη ντροπή;
Της χαμέρπειας το ύφος
όταν το ‘να φρύδι χορεύει σάμπα
και τ’ άλλο κοιμάται
του καλού καιρού;
Μήπως γνωρίζεις να μου πεις
γιατί αυτό που δεν γελιέται,
καθαρίζει τον γιακά του
με όξινη βροχή;
Και πως μπορούν οι άγγελοι
τόσο σκληρά να απαιτούν,
η προσοχή τους το γρηγορότερο
πίσω να επιστραφεί;

~.~

Κάτοψις

Η ταράτσα του γείτονα
μοιάζει με το πάνω μέρος
του κεφαλιού του.
Υπάρχει ένας κεντρικός χώρος-αυλή
για να μαζεύονται όλοι στριμωχτά
και γύρω-γύρω αυτοσχέδιοι φράκτες
από παράξενους θάμνους και φυτά.

Αν κι η πέργκολα
―όλη φτιαγμένη από ξύλο καρυδιάς―
κάνει σκιά μονάχα το μεσημέρι,
το μικρότερο της παρέας
ξέρει την ώρα εκείνη να τη γεύεται σωστά
αφού ο ήλιος τη γλυκίζει.

Τα ντεπόζιτα φαντάζουν απαγορευτικά
καθώς φαίνονται πάντα έτοιμα και ικανά
να χαλάσουν τη διάθεση.
Κάθε φορά, όποτε ψήνει κρέας με λαχανικά,
τον κοροϊδεύουν τα παιδιά που ρουφάει
και μπερδεύει το καπνό της φωτιάς
με τον φρέσκο αέρα.
Μα δεν τον πειράζει διόλου αυτό
γιατί το γέλιο των παιδιών
είναι σαν πέταγμα πουλιών
και οι κουτσουλιές τους
μάννα απ΄ τον ουρανό
για περαιτέρω χάζι.

~.~

Δείγμα

Οι φλοίδες απ’ τα χέρια του
έμοιαζαν με ξεραμένο κρεμμύδι.
Τις έσκαβε υστερικά
μα δεν έβρισκε τρυφερό κέντρο.
Ωραίο πειραματόζωο μου φάνηκε αυτός
καθώς ο,τι και να του έλεγα,
οτιδήποτε μπορούσε να μοιάζει
με χαρούμενο ποίημα ή τραγούδι,
θα ‘πρεπε πρώτα ν’ αποδείξει την αξία του
διαπερνώντας δεκαετίες
σύνθλιψης άπειρων στρώσεων
πεθαμένης σάρκας,
κι απόλυτα ετεροχρονισμένης
παράκρουσης αυτιών.

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ