Κάνε παιδιά να δεις καλό

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι γονείς είναι το κόκαλο
που ακονίζουν τα δόντια τους τα παιδιά.
PETER USTINOV

Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του. Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.

Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες. Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα. Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε. Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους. Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές. Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.

Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη. Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού. Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μεγάλωσαν στα πούπουλα τα παιδιά, βουτυρομπεμπέδες με την βούλα. Έκανε «το σκατό του παξιμάδι» ο Κώστας και τους αγόρασε και δύο διαμερίσματα, για να ’χουν το δικό τους κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, όταν θ’ αποφάσιζαν να ξεκοτοφωλιάσουν απ’ το πατρικό τους. Τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν υψηλότερα τότε, τα σπίτια φθηνότερα από σήμερα, και τα κατάφερε.

Νοικιάζοντας τα διαμερίσματα, αγόρασε και τρίτο. Αν κατάφερνε να πάρει και τέταρτο, οι κανακάρηδες θα είχαν από ένα σπίτι να μένουν κι από ένα ο καθένας να τρυγάνε τα νοίκια.

Μα δεν τα κατάφερε. Τον έπιασε η μέση του. Σαραβάλιασε και η Πίτσα: κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις, κάτι νεφρά, έχασε και το φως της απ’ το ’να μάτι κι έγιναν κι οι δυο παρασάνταλα.

Τα παιδιά τους τεμπελχανάδες. Τ’ αποκοίμισε κι ο Κώστας πως θα τους βρει δουλειά στο δημόσιο, να μην τρέχουν όπως αυτός, και στα τέτοια τους: απ’ τον έναν καναπέ στον άλλον, ξάπλα και τσακωμοί: ποιος θα πάρει το τρίτο διαμέρισμα για να τσεπώνει το νοίκι.

«Μην τσακώνεστε, ρε παιδιά», παρενέβαινε ο Κώστας, «μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, κι εγώ κι η μάνα σας, θα πεθάνουμε και θα πάρετε και το δικό μας, κι έτσι θα έχετε ο καθένας από ένα».

«Εγώ το θέλω τώρα!» ωρύονταν ο μεγάλος, που είχε γνωρίσει μια νοσοκόμα κι ετοιμαζόνταν για γάμο.

«Εντάξει, εντάξει! Πάρ’ το εσύ να ταχτοποιηθείς, κι ο Γιαννάκης παίρνει το δικό μας άμα πεθάνουμε», έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά ο Κώστας.

«Όχι, όχι!» ξεφώνιζε ο μικρός. «Ο Παύλος να πάρει το δικό σας, εγώ θέλω το άλλο, για να εισπράττω τα νοίκια».

Άδειασε το διαμέρισμά του ο Κώστας, ξεσπιτώθηκε δηλαδή, και το παραχώρησε στον μικρό για μην τσακώνονται. Κι αυτός πήρε τα μπογαλάκια του και γύρισε στο νησί με την Πίτσα, στο πατρικό του.

Άλλα νιτερέσα τον περίμεναν εκεί. Είχε έναν αδερφό στο χωριό, που διεκδικούσε μερίδιο απ’ το πατρικό. Τσακώθηκαν οι γυναίκες τους, τα τσούγκρισαν κι αυτοί. Δεν ήθελε να βλέπει ο ένας τον άλλον στο τέλος. Έφκιαξε δικό του σπίτι ο Κώστας στην άκρη του χωραφιού – πάει κι η σιρμαγιά για τα γεροντάματα.

Μόλις το έμαθαν αυτό οι γιοί του, κατέφθασαν στο νησί να μάθουν σε ποιον αφήνει το σπίτι άμα πεθάνει.

«Μωρέ, ζωντανό θα με θάψετε εσείς;» μυξόκλαιγε ο Κώστας.

Τα παιδιά τού έτριξαν τα δόντια. Σε όποιον άφηνε το σπίτι, εκείνος θα τον γεροκομούσε κιόλας.

«Να σας το αφήσω μισό-μισό. Παιδιά μου είσαστε και το δύο, δεν χρειάζεται να διαλέξω. Πατέρας είμαι και τον δυονών σας, μην με βάλετε στον κλήρο».

«Γέρο, διάλεξε! Μισακές δουλειές δεν θέλουμε».

Η Πίτσα έκλαιγε με το ένα της μάτι, το γερό, το χαλασμένο της έμενε κατά μυστήριο τρόπο αδάκρυτο.

Ο Κώστας παρ’ ολίγον να κρεπάρει. Πέρασαν από μπροστά του οι τέσσερις δουλειές που έκανε συγχρόνως για να μεγαλώσει τα παλιόπαιδα, και τα πρόγκηξε απ’ το σπίτι.

«Να πάτε στα τσακίδια! Δεν θα μας βάλετε στον τάφο εσείς πριν την ώρα μας. Φευγάτε…»

Έφυγαν με το πρώτο λεωφορείο. Αμάξι δεν είχανε. Ακολούθησαν το παράδειγμα του πατέρα τους, που δεν αξιώθηκε στην ζωή του ρόδα.

Κι έμειναν τα γερόντια ανοικονόμητα. Ξερά κι αρούγκανα. Μαγκουφιά κι αλαλιά.

Περπάταγαν κάθε απόγιομα στον περιφερειακό, ίσα να μην κρουβουλιάσουν. Τις Κυριακάδες έκαναν τσάρκα στο λιμάνι. Καθόντανε στο παγκάκι –απέναντι απ’ το άγαλμα– κι έπιναν νερό από ένα μπουκαλάκι –ένα και για τους δυο τους– που κουβάλαγαν απ’ το σπίτι για οικονομία, βρύσης εννοείται – ήταν καιρός για έξοδα;

Σ’ αυτό το παγκάκι τούς ήβρα ένα καλοκαίρι και τους κέρασα δυο ψητά καλαμπόκια που αγόρασα από μια φουφού εκεί δίπλα. Λυπήθηκαν σφόδρα, λες και ξόδεψα ολόκληρη περιουσία, λες και τα πλήρωσαν αυτοί, λες και σούφρωσα τα λεφτά μες απ’ την τσέπη τους με την βία.

«Μα γιατί δύο;» κλαψούριζαν. «Θα μοιραζόμαστε και το ένα» – όπως το νερό, σκέφτηκα.

Ναι, ήταν τσιγκούνηδες! Ήταν και οι δύο σπάγκοι! Ίσως γι’ αυτό έβαλαν λεφτά στην πάντα και πήραν διαμερίσματα. Δεν τ’ αγόρασαν εκείνοι, η τσιγκουνιά αγόρασε τα διαμερίσματα στα παιδιά τους. Αυτή ήταν η μάνα τους. Η έλλειψη πατέρα ήταν ο πατέρας τους. Παιδιά της τσιγγουνιάς και της έλλειψης ήταν τα παιδιά τους – όχι δικά τους. Ζωή μετρημένη με τετραγωνικά.

Η Πίτσα πέθανε πρώτη. Μ’ όσα λεφτά μείνανε, την μετέφερε στην Σαλονίκη ο Κώστας και την έθαψε πλάι στα πατρογονικά της – του το ’χε αφήσει παραγγελιά. Τα τέκνα της δεν πήγαν στην κηδεία, ούτε τηλεφώνησαν για να συλλυπηθούν τον πατέρα τους.

«Κάνε παιδιά, να δεις καλό!» μουρμούρισε ο Κώστας. «Μα ήταν τουλάχιστον ειλικρινής η αδιαφορία τους», σκέφτηκε κατόπιν.

Γύρισε πίσω κι έμεινε «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος, ὡς λίθος ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες».

Έβγαινε μόνος του πια για τρέκλισμα στον περιφερειακό – περπάτημα δεν το λες εκείνο το «εδώ θα πέσω, εκεί θα πέσω» που έκανε κάθε απόγευμα.

Έσερνε τις Κυριακές του στο λιμάνι, όπως ένα σκυλί απ’ την αλυσίδα του. Καθόντανε στο παγκάκι –απέναντι απ’ το άγαλμα– κι έπινε νερό από ένα μπουκαλάκι που κουβάλαγε απ’ το σπίτι για οικονομία, βρύσης εννοείται – «από ένα κι οι δυο μας, όπως τον καφέ, που τον πίναμε απ’ το ίδιο φλυντζάνι», έλεγε στην Πίτσα δίπλα του. Κι η μάνα του, χρόνια πεθαμένη, κούναγε το κεφάλι της απέναντί του περίλυπη. Κι εκείνος την έβλεπε, όπως κι όλους τους πεθαμένους του, από τότε που έμεινε μόνος κι έρημος κι ήθελε παρέα να λέει τον πόνο του. Κι ας λεν οι άλλοι πως το ’χασε…

Κάποιο βράδυ ένιωσε έναν πόνο στο στήθος, η ανάσα του έβγαινε δύσκολη. Σύρθηκε στον περιφερειακό να βρει ταξί να πάει στο νοσοκομείο – μα ήταν να χαλάει λεφτά τώρα; Πριν δέκα χρόνια θα το τράβαγε ποδαράτο.

Έπαθε το έμφραγμα μέσα στο ταξί. Παρέλυσε απ’ την μία πλευρά και μπεμπέδιζε σαν αρνί.

Τον έβαλαν στα επείγοντα κι ύστερα στην εντατική, μετά τον πήγαν σε απλό θάλαμο. Τώρα έπρεπε να γυρίσει σπίτι του και να κάνει φυσικοθεραπείες, αλλά χρειάζονταν κάποιον να τον φροντίζει. Βρήκε ο γιατρός μιαν ατζέντα, που είχε πάνω του ο Κώστας, πήρε κάτι τηλέφωνα και μίλησε με τα παιδιά του. Ο μεγάλος είπε να τον στείλουν στον Γιάννη. Ο μικρός να τον πάνε στον Παύλο. Ο γιατρός δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Κάλεσε ο ίδιος ταξί, κι έδωσε την διεύθυνση του Γιάννη, που ήταν πρώτος στην ατζέντα, λέγοντας:

«Θα πληρωθείς εκεί».

Ύστερα από πέντε ώρες ταξίδι, ο ταξιτζής χτύπησε το κουδούνι του μικρού. Εκείνος απάντησε απ’ το θυροτηλέφωνο:

«Ποιος είναι;»

«Έφερα τον πατέρα σου, κατέβα να τον παραλάβεις».

«Δεν έχω πατέρα, να τον πάτε στο παιδί του!» είπε κι έδωσε την διεύθυνση του Παύλου.

Ο ταξιτζής κατευθύνθηκε προς Καλαμαριά μεριά. Χτύπησε το κουδούνι του μεγαλύτερου αδερφού.

Απάντησε κι εκείνος απ’ το θυροτηλέφωνο:

«Ποιος είναι;»

«Έφερα τον πατέρα σου, κατέβα να τον παραλάβεις».

«Δεν έχω πατέρα, να τον πάτε στο παιδί του!» είπε κι έδωσε την διεύθυνση του Γιάννη.

Ο ταξιτζής έφτασε πάλι στο κέντρο. Σταμάτησε –να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του, να πιει μια γουλιά μπύρα και να σκεφτεί τι θα κάνει– στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου. Το μαγαζί ήταν το «Ντορέ Ζύθος», εκεί που δούλευε ο Κώστας γκαρσόνι άλλοτε, το θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα και σε μπλε οι Έλληνες.

Μες στο ταξί ο Κώστας μπεμπέδιζε, λες κι αναστέναζε – για τον καιρό που ήταν νέος, για το ξεπάτωμα που τράβηξε εκεί μέσα ή για την κατάσταση που βρίσκονταν τώρα;

Ο ταξιτζής ντερλίκωσε, κατέβασε τις μπύρες του, φλάκιασε την τσιγάρα του και γύρισε στο αμάξι του. Έβαλε μπρος, άνοιξε το κασετόφωνο και ξεκίνησε: «Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα…» ο Καζαντζίδης απ’ τα ηχεία αναστέναζε κι απ’ το πίσω κάθισμα βογκούσε ο Κώστας. Σε λίγο σταμάτησε το ταξί έξω απ’ το αστυνομικό τμήμα για να παραδώσει το φορτίο. Εκείνοι ας το παρέδιδαν με την σειρά τους όπου ήθελαν. Αυτός το καθήκον του το ᾽καμε και μάλιστα τζάμπα – ποιος θα τον πλήρωνε;

Ο αστυνομικός υπηρεσίας αρνήθηκε την παραλαβή.

«Εδώ είναι αστυνομία, κύριε, όχι γηροκομείο».

«Και τι να τον κάνω εγώ, μου λέτε;» άρχισε να φορτώνει ο ταξιτζής.

«Να τον πάτε στα παιδιά του, αυτά οφείλουν…»

Ο ταξιτζής τον διέκοψε:

«Εδώ είναι τα τηλέφωνα, καλέστε τους κι εσείς. Εγώ νίπτω τας χείρας μου».

Σφυρίγματα και φωνές ακούστηκαν από κάτω:

«Έεεε, πού ᾽ναι ο ταξιτζής να πάρει τ’ αμάξι; Κλείνει τον δρόμο!»

Κατέβηκε τρεχάλα την σκάλα κι ανέβασε το ταξί στο πεζοδρόμιο, ακριβώς δίπλα στο κουβούκλιο της αστυνομίας.

Ο φρουρός πετάχτηκε έξω.

«Έεεε… εδώ απαγορεύεται!»

Ο ταξιτζής ζάρωσε το μούτρο του.

«Και το κουβούκλιο απαγορεύεται να βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, αλλά βρίσκεται!» είπε.

Ο φρουρός αποσβολώθηκε. Κάτι πήγε να πει, μα την ίδια ώρα ένας ρόγχος ακούστηκε από πίσω. Ο Κώστας παρέδιδε το πνεύμα…

Η ψυχή του θα πέταξε ψηλά, πάνω απ’ τον Λευκό Πύργο∙ ακόμα ψηλότερα, στο «Ντορέ Ζύθος» τ’ ουρανού, που ο Ατατούρκ πίνει το ρακί του μαζί με τους Έλληνες σε διάφανα κρυστάλλινα ποτήρια· από κει θα βλέπει πλέον τα τέσσερα διαμερίσματά του, με τα τριακόσια σαράντα τετραγωνικά τους· από κει και τα δυο παιδιά του, τους βουτυρομπεμπέδες, τους τεμπελχανάδες, να ξεκοτοφωλιάζουν απ’ τους καναπέδες τους μόνον για να εισπράξουν τα νοίκια· από κει θα βλέπει και τις αποθήκες του λιμανιού, θα σκέφτεται τα παλιοτσούβαλα –που πάνω τους ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο– και θα χασμουριέται κουρασμένος απ’ την τόση δουλειά που πάτησε στην ζωή του.

Εδώ ταιριάζει το «ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του». Μια ολόκληρη αιωνιότητα ν’ αναπαύεται, και πάλε λίγο θα ’ναι!

Απ’ το βιβλίο Στο όνομα του ελληνικού λαού, 2026

*

**