Η Χάννα Άρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η Γερμανοεβραία φιλόσοφος Άννα Άρεντ (Hannah Arendt, 1906-1975) υπήρξε μια από τις σημαντικότερες παρουσίες στη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Ιδιαίτερα αξιόλογη συνεισφορά είχε και στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών, διατυπώνοντας οξυδερκείς παρατηρήσεις όσον αφορά στο πνεύμα του ανθρώπου στα Νεώτερα Χρόνια, καθώς και στην επίδραση του καταναλωτισμού και της εκβιομηχάνισης σε αυτόν.

Γενικά, η Άρεντ επικεντρώνει την ανάλυσή της στις εξής τρεις πλευρές της ανθρώπινης ζωής: μόχθος, εργασία, πράξη. Κεντρικό θέμα που πραγματεύεται, είναι η ανατίμηση της έννοιας της ζωής της δράσης (vita activa), σε σχέση με τη θεωρησιακή ζωή του στοχασμού (vita contemplativa).  Ανώτατο ιδεώδες της αρχαιοελληνικής σκέψης, όπως το εξέφρασαν ιδιαίτερα ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ήταν η θέαση, η παρατήρηση του Όντος, ενώ η γνώση λογιζόταν ως μια τέτοια παρατήρηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο χριστιανικός Μεσαίωνας καθαγίασε αυτή τη στάση ζωής, δίνοντάς της θεολογική μορφή: πραγματικά, το ανώτατο ιδεώδες στον Μεσαίωνα δεν ήταν ο εξαρτημένος αγρότης ή έμπορος ή έστω ο ιππότης-πολεμιστής, αλλά ο μοναχός-λόγιος, που ήταν αφοσιωμένος στη θέα των θείων μυστηρίων και την απόλαυση της θείας Χάριτος. Μια σημαντική ρήξη με το ιδεώδες της vita contemplativa σηματοδότησαν οι Νεώτεροι Χρόνοι, οι οποίοι προετοίμασαν την ανατίμηση της δράσης και τον ερχομό στο προσκήνιο του homo faber, του ανθρώπου-κατασκευαστή.

Συγκεκριμένα, ο σύγχρονος κόσμος προέκυψε ιστορικά κατά τον 17ο αι., αποκατέστησε την εργασία, δημιουργώντας “κοινωνίες εργαζομένων”, δηλαδή κοινωνικά συστήματα που διακρίνονται από την πλήρη (ή σχεδόν πλήρη) ένταξη των μελών τους στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμά του είναι η απουσία κάθε ειδικής κοινωνικής τάξης ή αριστοκρατίας που να αναδεικνύει άλλες, πέραν της εργασίας, ανθρώπινες ιδιότητες (όπως, λ.χ., οι ελεύθεροι πολίτες στην αρχαία Αθήνα). Σήμερα, ο μόχθος παραμένει κατά κάποιον τρόπο εξυψωμένος, ακριβώς επειδή έχει γίνει αντιληπτή η παραγωγικότητά του. Η Νεώτερη εποχή τείνει στη μετατροπή κάθε είδους μόχθου σε εργασία, σε παραγωγική δραστηριότητα:

Αντίθετα από τις απελευθερώσεις των δούλων στην αρχαιότητα, όπου κατά κανόνα οι δούλοι έπαυαν να είναι εργάτες όταν έπαυαν να είναι δούλοι και όπου, συνεπώς, η δουλεία παρέμενε κοινωνικός όρος της εργασίας ανεξαρτήτως του πόσο πολλοί δούλοι απελευθερώνονταν, η νεότερη χειραφέτηση της εργασίας επεδίωκε να ανυψώσει την ίδια την εργατική δραστηριότητα και αυτό κατορθώθηκε πολύ πριν ο εργάτης ως άτομο αποκτήσει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

Αίτιο αυτής της αλλαγής στάθηκε αρχικά η πρωτοφανής παραγωγικότητα που σημειώθηκε ήδη από τις αρχές των Νεώτερων Χρόνων. Αντίθετα, η ελληνική αρχαιότητα ταύτιζε τον μόχθο με την επίπονη δραστηριότητα, θεωρώντας την τελευταία ως μια μορφή επαχθούς υποταγής του ανθρώπου στις βιολογικές ανάγκες. Αυτός ήταν και ο λόγος της απαξίωσης και της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων στους δούλους. Οι δούλοι (όπως και οι γυναίκες) θεωρούνταν τότε ως απολύτως υποταγμένοι στην ανάγκη, σε αντίθεση με τους ελεύθερους πολίτες, οι οποίοι είχαν πετύχει (μέχρι ενός βαθμού) την απελευθέρωση από αυτήν και την είσοδο σε μια μορφή αθανασίας, κάτι που πραγματοποιούταν μέσ’ από τη συμμετοχή τους στη δημόσια σφαίρα, την πολιτική. Ενώ η πολιτική εξασφάλιζε ένα είδος αθανασίας, η «κοινωνία» (δηλ. η ενασχόληση με τον ιδιωτικό βίο και η κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών) ανήκε στη λήθη και βρισκόταν στη σιωπή. Σύμφωνα με την Άρεντ, ο κύριος λόγος δημιουργίας της αρχαιοελληνικής πόλεως-κράτους ήταν η διαφύλαξη των σπουδαίων πράξεων από τη λήθη, τη λησμονιά. Η αγορά ήταν ο χώρος όπου οι πολίτες, δηλαδή ελεύθεροι άνδρες,  συναγωνίζονταν, μερικές φορές σκληρά, για την καταξίωση και τη δημιουργία υστεροφημίας.

Η Νεωτερικότητα αναποδογύρισε την αρχαιοελληνική ιεράρχηση της πολιτικής και της «κοινωνίας», βάζοντας στην κορυφή την παραγωγική δραστηριότητα και θεωρώντας το κράτος ως ένα αναγκαίο κακό (στην καλύτερη περίπτωση). Είναι χαρακτηριστική η δυσπιστία των κλασικών φιλελεύθερων συγγραφέων, από τον Τόμας Πέιν ώς τον Μπαστιά, απέναντι στο κράτος και σε κάθε μορφής εξουσία. Η εξουσία, η δύναμη, αναγνωρίζεται πλέον ως πηγή διαφθοράς και κατά συνέπεια οφείλει να είναι όσο το δυνατόν πιο ήπια και επιμερισμένη σε διάφορους φορείς, ώστε να μη θίγει την ατομική ζωή και κυρίως την οικονομική-παραγωγική δραστηριότητα. Με λίγα λόγια, η νεωτερικότητα έφερε στο προσκήνιο την αναγνώριση θετικής αξίας στην ιδιωτεία, ευρισκόμενη με αυτόν τον τρόπο στον αντίποδα της κλασικής αρχαιοελληνικής κοσμοθεώρησης. Παρακμή της δημόσιας σφαίρας και εξύμνηση της ιδιωτείας. Ωστόσο, η σημερινή εποχή δεν αποτελεί κοινωνία παραγωγής (όπως π.χ. ο Δυτικοευρωπαϊκός Μεσαίωνας), αλλά μια κοινωνία κατανάλωσης. Όλα σήμερα πρέπει να καταναλωθούν όσο το δυνατόν ταχύτερα, διαφορετικά η αξία τους χάνεται. Όπως λέει η ίδια:

 Η ανάγκη για όλο και πιο γρήγορη αντικατάσταση των εγκόσμιων πραγμάτων που μας περιβάλλουν δεν μας αφήνει πλέον τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιούμε, να σεβόμαστε και να συντηρούμε την εγγενή ανθεκτικότητά τους στον χρόνο· πρέπει να καταναλώνουμε, να καταβροχθίζουμε, ας πούμε, τα σπίτια μας, τα έπιπλά μας, τα αυτοκίνητά μας, σαν να ήταν “αγαθά” της φύσης, τα οποία αχρηστεύονται και πάνε χαμένα αν δεν απορροφηθούν εγκαίρως από τον ατέρμονα κύκλο του μεταβολισμού ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.

Ο μόχθος αναγνωρίστηκε ως κάτι θετικό, από τότε που ο Τζων Λοκ διαπίστωσε πως εκείνος αποτελεί την πηγή κάθε ιδιοκτησίας.

Για την καθιέρωση της ιδιοκτησίας δεν μπορεί ποτέ να επαρκέσει η αφθονία από μόνη της· τα προϊόντα του μόχθου δεν καθίστανται περισσότερο ανθεκτικά στον χρόνο με την αφθονία τους και δεν μπορούν να “σωρευτούν” και να αποθηκευτούν για να γίνουν μέρος της ιδιοκτησίας ενός ανθρώπου · αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό να αφανιστούν  κατά τη διαδικασία της ιδιοποίησης ή “να πάνε χαμένα” αν δεν καταναλωθούν “πριν χαλάσουν”.

Αρχή της νεώτερης φιλοσοφίας στάθηκε η δυσπιστία απέναντι στις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Αντίθετα με την αρχαιοελληνική δυσπιστία (π.χ. του Πλάτωνος), η νεώτερη δυσπιστία σημαδεύτηκε από τρία καθοριστικής σημασίας γεγονότα: την ανακάλυψη της αμερικανικής ηπείρου, την ανακάλυψη του τηλεσκοπίου και την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η οποία σηματοδοτούσε ένα σοβαρότατο ρήγμα μέσα στη χριστιανοσύνη. Και τα τρία αυτά γεγονότα κλόνισαν τη μεγάλη σύνθεση που είχε πραγματοποιηθεί κατά τον Μεσαίωνα, ανοίγοντας το πεδίο για αναθεώρηση της ανθρώπινης γνώσης, που πραγματοποιήθηκε τελικά με την εμφάνιση της μαθηματικοποιημένης φυσικής επιστήμης από τον Γαλιλαίο. Αυτή η επιστήμη διέθετε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά: ήταν μαθηματική, καθώς τα μαθηματικά θεωρούνταν ένα εργαλείο του ανθρώπινου νου που μπορούσε να οδηγήσει στην αποκρυπτογράφηση των μυστικών της φύσης, αλλά και στηριζόταν στο πείραμα, το οποίο θεωρήθηκε ότι αποτελεί μια «ανακατασκευή» των φυσικών διεργασιών εκ μέρους του ανθρώπου. Επιστημολογικά, όλα τα παραπάνω είχαν ως συνέπεια το να θεωρείται πλέον ως έγκυρη γνώση μονάχα οτιδήποτε ο άνθρωπος μπορεί να (ανα)κατασκευάσει μόνος του. Την ίδια έμφαση στην πράξη, έδινε και η τότε νεότευκτη επιστήμη της ιστορίας. Η γνώση δεν ήταν πια παθητική ενατένιση, όπως στην Αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα, αλλά μια πρακτική και δημιουργική δραστηριότητα. Έτσι εκφράζεται το ιδεώδες του homo faber (άνθρωπος κατασκευαστής). Αντίθετα από όσα έλεγε ο Μαρξ, διαπιστώνει η Άρεντ, η νεωτερικότητα δεν συνεπέφερε τόσο την αλλοτρίωση του Εγώ, όσο την αλλοτρίωση του ίδιου του κόσμου. Ο κόσμος άρχισε να θεωρείται ως κάτι ξένο και αλλότριο, απέναντι στο οποίο ο άνθρωπος ένιωθε ανέστιος. Τόσο η φιλοσοφία από τον Καρτέσιο και έπειτα (έμφαση στο υποκείμενο αντί για το αντικείμενο), όσο και η πρώιμη κεφαλαιοκρατική συσσώρευση των πουριτανών προτεσταντών, που επεσήμανε ο Μαξ Βέμπερ, αποτελούν ουσιαστικά δραστηριότητες του υποκειμένου που στρέφονται στο ίδιο το υποκείμενο, παίρνοντας κάποιαν απόσταση από τον εξωτερικό κόσμο. Η ασχολία με το Εγώ του ανθρώπου, υπήρξε καθοριστική για τη νεωτερικότητα. Μια ακόμη απόδειξη της έμφασης στο υποκείμενο και της αποστασιοποίησης από τον εξωτερικό κόσμο, εκφράζεται και στη σύγχρονη βία που ασκείται απέναντι στη φύση, αλλά και στην τάση του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια που του θέτει ο φυσικός κόσμος, επιδιώκοντας τη «δραπέτευση» από αυτόν, μια μορφή της οποίας είναι η πιθανή μελλοντική μετανάστευσή μας, από τη γη σε άλλους πλανήτες.

Αν κάθε κατασκευαστική δραστηριότητα τείνει να καταπατά και να φθείρει κάπως τη φύση, η σύγχρονη δραστηριότητα του homo faber τείνει να πυροδοτεί φυσικές διαδικασίες που διαφορετικά δε θα πυροδοτούνταν, δημιουργώντας κατά κάποιον τρόπο νέους «κόσμους» εντός του κόσμου μέσα στον οποίον ζούμε. Στη νεωτερικότητα, η γνώση δεν είναι πλέον θεωρία αλλά πράξη και κατασκευή. Μόνο μέσω της κατασκευής μπόρεσε ο άνθρωπος να υπερβεί την αμφιβολία που προέκυψε από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την ανακάλυψη της αμερικάνικης ηπείρου και του τηλεσκοπίου. Η νεωτερικότητα, με την τεχνική και επιστημονική επανάσταση που αυτή επέφερε, συλλαμβάνεται από την Άρεντ ως επί το πλείστον με αρνητικό πρίσμα. Αν και αναγνωρίζει ότι η «χειραφέτηση» της εργασίας στη νεωτερικότητα σηματοδότησε την εμφάνιση των περιθωριοποιημένων ομάδων στο ιστορικό προσκήνιο (γυναίκες, εργάτες), η Arendt εστιάζει στις αρνητικές συνέπειες αυτής της διαδικασίας, ενώ υπήρξε ένα κατά βάση θετικό γεγονός, μια πρόοδος σε σχέση με παλιότερες ιστορικές περιόδους, όπου η ελευθερία ήταν προνόμιο κάποιων μικρών μειοψηφιών. Η Άρεντ συλλαμβάνει την επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση στων Νεώτερων Χρόνων ως μια μορφή εργαλειοποίησης. Η ιδέα, πως ο άνθρωπος νιώθει εντός του κόσμου ξένος και ανέστιος, έχει αποδοθεί από ορισμένους μελετητές του έργου της (π.χ. τον Richard Wolin) στην επιρροή της φιλοσοφίας του Μάρτιν Χάιντεγγερ, με τον οποίον βρισκόταν γενικά σε στενή σχέση και επικοινωνία.  Γεγονός παραμένει πάντως το θεμελιωδώς απαισιόδοξο πρίσμα με το οποίο συλλαμβάνεται εδώ η νεωτερικότητα: η αλλοτρίωση του κόσμου γεννάει την επιθυμία για «δραπέτευση» από αυτόν. Η Άρεντ θεωρεί ότι πιθανόν η εποχή μας να είναι ενδεχομένως πιο ανιαρή και πληκτική από κάθε άλλη στην ανθρώπινη ιστορία.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ