Υφαίνοντας τον μυθιστορηματικό ιστό με καρέ νουάρ

Ιάκωβος Ανυφαντάκης
Κάποιοι άλλοι
Πατάκης, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

«“Θέλω μόνο να τελειώσω τη γαμημένη την ιστορία μου”. Κοίταξα μπροστά. Ανάμεσα στα δέντρα φαινόταν μακριά η θάλασσα άδεια. Γέμισα αέρα το στέρνο μου και η αφήγηση άρχισε να ξετυλίγεται στο μυαλό μου» – λέει ο Βαγγέλης, ο αφηγητής του Ιάκωβου Ανυφαντάκη στο μυθιστόρημα Κάποιοι άλλοι (σ. 317). Τίποτα παράξενο για έναν πρωτοπρόσωπο ομοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος παίρνει το νήμα της αφήγησης, για να γνωστοποιήσει –τι άλλο;– την ιστορία του, να αποκτήσει δηλαδή ενώπιον του αναγνώστη σάρκα και οστά. Το ενδιαφέρον στο μικρό απόσπασμα-πρόταξη είναι το γεγονός ότι η δυναμική δήλωση του ήρωα γίνεται μόλις λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος των 340 σελίδων. Η δήλωση μοιάζει με ξέσπασμα, σαν να κρύβεται σε κάθε πρόταση ένα «επιτέλους», το οποίο υπονοεί ποιος τελικά; Ο Βαγγέλης ή και ο Ιάκωβος, που, όπως πληροφορεί τον αναγνώστη η σημείωση στο τέλος του μυθιστορήματος, έγραφε το βιβλίο για τέσσερα ολόκληρα χρόνια;

Το αυτοαναφορικό σχόλιο δεν αντανακλά ενδεχομένως μόνο (δια)θέσεις για το βάσανο και τη βάσανο της γραφής, αλλά και για το ίδιο το είδος του μυθιστορήματος. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης – για λίγο, ωστόσο, μεγαλύτερες ηλικίες από ό,τι συναντάμε συνήθως στα τυπικά μυθιστορήματα ενηλικίωσης ή μαθητείας ή στις αντίστοιχες ταινίες του είδους. Πρόκειται εν πάση περιπτώσει για ένα μυθιστόρημα για εκείνο το μεταίχμιο της ζωής, το οποίο αφορά την ηλικία (μέχρι πρότινος ίσως την ηλικία των 30 και κάτι, πλέον την ηλικία των 40 και κάτι ή λίγο περισσότερο, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία), κατά την οποία εν πάση περιπτώσει προλαβαίνει κανείς ακόμα να αλλάξει τη ζωή του, πριν το μοιραίο. Αναφέρει ο αφηγητής του Ανυφαντάκη: «Ο θάνατος είναι πανταχού παρών. Ένας φίλος μου πέθανε. Θα πεθάνουμε κι εμείς. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει το πριν και το μετά. Εκείνη τη νύχτα τη διασχίσαμε. Δεν ήμασταν πια νέοι. Δεν ήμασταν ούτε γέροι, αλλά μπορούσαμε να πεθάνουμε». (σ. 24)

Ο πρωταγωνιστής του έργου αφηγείται τη ζωή του, την τωρινή στο παγωμένο Γκντανσκ και την παρελθούσα, της απογοητευτικής Αθήνας, αλλά δεν ολοκληρώνει ποτέ την ιστορία του – παρά μόνο στο τέλος, αφού κινηθεί αναζητώντας την άκρη ανάμεσα στις ζωές άλλων. Ο Βαγγέλης, ένας άνεργος πολιτιστικός συντάκτης ο οποίος ζει πλέον στο Γκντανσκ της Πολωνίας με τη σύζυγό του Μάρω, γιατρό στο επάγγελμα, η οποία ουσιαστικά τον συντηρεί, αντιλαμβάνεται σιγά σιγά τη δυστυχία του, μέσα από τη ματαίωση μιας νέας αρχής που δεν έρχεται και μιας αναπόφευκτης στατικότητας∙ το πλάνο ενός επιτυχημένου γάμου, που ξεκινά με μια φαντασμαγορική τελετή στην επαρχία, θολώνει σαν ένα τζάμι μέσα στον πολωνέζικο χειμώνα. Κοντολογίς και με τα λόγια κάποιου άλλου χαρακτήρα στο έργο –ένα λανθάνον υπαρξιακό σχόλιο– ο χρόνος στη ζωή του πρωταγωνιστή κυλάει όμορφα «αλλά ποτέ συγκλονιστικά κι ίσως αυτό να μην [είναι] αρκετό». (σ. 11) Ο χαμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στο χιόνι της Πολωνίας Βαγγέλης, περνάει τα πρωινά του «παραδομένος στην αυτολύπηση» (σ. 17) και τα απογεύματα μισεί οτιδήποτε βλέπει γύρω του, καθώς διαβαίνει την αυτοκριτική και τον αναστοχασμό: «Η πτώση ήταν ταχύτατη, ήμουν κάποιος και μετά δεν ήμουν κανείς, ξανακοιτούσα τη ζωή μου και έβλεπα ότι σε κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση, σε κάθε σταυροδρόμι, η επιλογή μου ήταν η χειρότερη δυνατή. Η καταστροφή μου ήταν εύκολη, αβασάνιστη, για να είμαι ακριβής. Επί αρκετά χρόνια ήμουν στο κέντρο, τώρα με είχαν όλοι ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν εκείνο, το τότε, η αληθινή ζωή μου, ήταν αυτό εδώ. // Σκεφτόμουν ότι όλη η ζωή είναι τελικά αποτέλεσμα εξωτερικών παραγόντων». (σ. 17) Έτσι, ξένος μέσα στην πολωνική πραγματικότητα, ένας «κάποιος άλλος» σε σύγκριση με τη γυναίκα του, η οποία στο Γκντανσκ έχει δουλειά, γλώσσα και άρα ταυτότητα, ο Βαγγέλης βρίσκει σκοπό στην τωρινή ζωή του, όταν ένας άγνωστος νέος αφρικανικής καταγωγής εντοπίζεται νεκρός στην ταράτσα του. Σύντομα άλλα δύο παρόμοια ατυχήματα σε άλλες χώρες, όπου άνθρωποι βρίσκονται νεκροί από πτώση από αεροπλάνο, θα σχηματίσουν για τον πρώην δημοσιογράφο έναν συναρπαστικό γρίφο. Επιθυμώντας να λύσει το μυστήριο του νεκρού Αμερικανού Ρέυ Πάρκερ, που δεν είχε κανέναν κοινωνικό, πολιτικό ή οικονομικό λόγο να πέσει από τους τροχούς του αεροπλάνου, ο Βαγγέλης θα στρέφει συνεχώς το βλέμμα αλλού, προς κάποιους άλλους· και όχι πάντοτε προς τους περισσότερο τυχερούς. Σαφώς, αυτό το έκδηλα κοινωνικό μυθιστόρημα δεν ξεφεύγει από τον συνακόλουθα πολιτικό του χαρακτήρα: «Ήταν θλιβερό που πέθανε ο Αφρικανός, είναι θλιβερό όταν πεθαίνει οποιοσδήποτε άνθρωπος, αλλά όλοι ξέρουν πως αν είσαι Αφρικανός είναι πολύ πιο πιθανό να πεθάνεις νέος και με φριχτό τρόπο. Στη λεωφόρο όμως, είχαν βρει έναν ηλικιωμένο λευκό που δεν είχε κανέναν λόγο να μπει λαθραία σε ένα αεροπλάνο. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από εμάς». (σ. 27)

Πάνω σε ένα τεράστιο και δύσκολο παζλ λοιπόν ορθώνεται για τον πρωταγωνιστή το ακαταμάχητο μυστήριο, ακατάβλητο σαν το πιο θαυμαστό φαινόμενο της ίδιας της ζωής. «Σκαλίζοντας κάτι απλό, έναν κοντό ψαρομάλλη που έπεσε από το αεροπλάνο, βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα διεθνές κύκλωμα οργανωμένου εγκλήματος. Αυτό που ένιωθα ήταν πιο δυνατό κι από έρωτα» (σ. 123) θα ομολογήσει ο ήρωας, του οποίου η στάσιμη ζωή γίνεται όλο και πιο αδιάφορη. Εισχωρώντας έτσι, με περιέργεια, αγωνία και ηδονοβλεψία, όλο και βαθύτερα στις ζωές των άλλων που περιτριγυρίζουν την καθημερινότητά του, αναστοχάζεται όχι μόνο τα λάθη του, όχι μόνο τη μεγάλη εικόνα ολόκληρης της μετέωρης γενιάς του, της περιβόητης αυτής γενιάς της κρίσης, αλλά και την ίδια τη ζωή, το μεγάλο υπαρξιακό ζήτημα. Με αποσπασματική αφήγηση σε σπειροειδή κίνηση, ο πρωταγωνιστής μάς αφηγείται πληθώρα μικρο-ιστοριών, χωρίς να ολοκληρώνει ωστόσο τη δική του μισο-αρχινισμένη ιστορία. Ο Βαγγέλης θυμάται, μαρτυρεί, εικάζει και φαντάζεται τις πιο σκοτεινές λεπτομέρειες από τη ζωή της γυναίκας του Μάρως, της νεαρής Αγκάτα, του πρώην συνεργάτη και απατεώνα Παναγιώτη Αγγέλου, του πεθερού του και των γαμπρών του και κυρίως του άγνωστου Αμερικανού και νεκρού από πτώση από αεροπλάνο Ρέυ Πάρκερ, της οικογένειάς του και των φίλων του Ρέυ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά και του παντελώς αγνώστου Κροάτη Ντράζεν Στίριτς. Οι δύο αυτοί τελευταίοι ήρωες, φαινομενικά μόνο δευτερορολίστες και κομπάρσοι, αν δούμε το βιβλίο μέσα από το σαφές και συνειδητό στη συγγραφική στόχευση κινηματογραφικό του πρίσμα δράσης, κάνουν ό,τι κάνει και ο αφηγητής σε πρώτο πλάνο: διεισδύουν με την οργιώδη φαντασία τους στις ζωές και στις σκέψεις των άλλων, αναζητώντας απαντήσεις και πληρότητα, καθώς η μια ιστορία εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη, καθώς κάθε φωνή συναντά μια άλλη συνείδηση, και αυτή η συνείδηση μια άλλη φωνή, κατά τον πολυφωνικό τρόπο: Ο Βαγγέλης φαντάζεται/εικάζει τις σκέψεις του Ρέυ στο αεροπλάνο και ο Ρέυ την όμορφη αεροσυνοδό. Ο Βαγγέλης φαντάζεται τον Ντράζεν στις ποδοσφαιρικές του αποτυχίες και ο Ντράζεν τη Νατάλια γυμνή με έναν άλλον άντρα κ.ο.κ.

Το αδιευκρίνιστο έγκλημα θα οδηγήσει τον Βαγγέλη, μέσα από έναν λαβύρινθο όμοιο με αχανές μπλοκ σοβιετικής αρχιτεκτονικής, στην ένταση της συναισθηματικής εξάρτησης από τις ιντερνετικές σχέσεις που αναπτύσσει με την οικογένεια και τους φίλους του Ρέυ, τους οποίους γνωρίζει πλέον καλά μέσω διαδικτυακών συνδέσεων, αλλά και στα ριψοκίνδυνα μονοπάτια του βαλκανικού υποκόσμου, ο οποίος οδήγησε τον πάλαι ποτέ φέρελπι ποδοσφαιριστή Ντράζεν Στίριτς στην παγκόσμια ομοσπονδία ποδοσφαίρου. Με τούτη την αναπάντεχη, θα έλεγε κανείς, θεματική ύφανση του βιβλίου το κοινωνικό μυθιστόρημα συναντά το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος.[1] Και αυτή, πέραν της πιθανοφανούς ρεαλιστικής αναπαράστασης, την οποία προϋποθέτει το κοινωνικό μυθιστόρημα, της δεξιοτεχνικής δόμησης των χαρακτήρων, της καλοδουλεμένης πρωτοπρόσωπης αφήγησης, είναι μία από τις σημαντικότερες αρετές του βιβλίου του Ανυφαντάκη, η συνύπαρξη δηλαδή διαφορετικών ειδών της πεζογραφίας σε ένα έργο ή, καλύτερα ίσως, της έντεχνης χρήσης διαφορετικών τρόπων για την επίτευξη του ευρύτερου μυθοπλαστικού αποτελέσματος.

Μπορεί με τους κάποιους άλλους ο ήρωας να αυτο- και να επανα- προσδιορίζεται, να βρίσκει την ταυτότητά του σε ένα καινούριο περιβάλλον, σε έναν καινούριο κόσμο, αρθρώνοντας αργά και σταθερά ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, κυνηγώντας όμως σαν ντέντεκτιβ των παιδικών του ονείρων κάποιους άλλους, δομεί τον σκελετό ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, καθώς ο ίδιος αυτοϋπονομεύεται. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα ενός άψογου πρωταγωνιστή, καθιστώντας τη σμίλευση του είδους (ή τη χρήση του τρόπου) από τον Ανυφαντάκη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το Κάποιοι άλλοι πέραν του αναστοχασμού της ύπαρξης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, περιλαμβάνει μυστήριο, ανατροπές, κυνηγητό, ερωτικές σκηνές και έναν πρωταγωνιστή, καίτοι χαμένο και ατελή, αρκετά τολμηρό: ο Βαγγέλης δεν έχει τίποτε (άλλο) να χάσει! Με αυτοσυνειδησία απέναντι στο είδος και τους τρόπους που επιλέγει –είτε προγραμματικά είτε λειτουργικά– να υπηρετήσει, ο Ανυφαντάκης μάς δίνει ένα κοινωνικο-αστυνομικό μυθιστόρημα με μετρημένη χρήση του πολυφωνικού και του μονολογικού τρόπου, αλλά και ψήγματα Roman-fleuve σε συμπύκνωση. Ο αναγνώστης εισχωρεί έτσι σε ένα σύγχρονο κοινωνικό νουάρ σε μικρο-επίπεδη θέαση και μακρο-επίπεδη προοπτική· το μυθιστόρημα, αν και γνήσια νεοελληνικό ως προς τη χαρακτηρολογική και κοινωνική συνθήκη του, κινείται με ευελιξία μέσα και στην παγκόσμια πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, συνθήκη.

Ένας προβληματισμός που προκύπτει με την ανάγνωση του βιβλίου είναι ένα θέμα εκ πρώτης όψεως απλοϊκό: η έκταση του κειμένου. Παρότι, όντως, το ζήτημα του εσωτερικού ρυθμού οποιουδήποτε έργου είναι πρωτίστης σημασίας και συχνά προϋποθέτει την έκταση ή την επιβάλλει, παρότι το δαιδαλώδες κυνηγητό των Κάποιων άλλων και οι υπαρξιακοί συνειρμοί χρειάζονται χώρο, μεταφορικά και κυριολεκτικά, για να απλώσουν τον περίτεχνο αφηγηματικό ιστό τους, τα λίγα σημεία στο βιβλίο όπου ο ρυθμός επιβραδύνεται (π.χ. όπως στην περίπτωση τον εκτενών αναφορών στο λεγόμενο backstory του Στίριτς) ίσως υποδεικνύουν ότι μια ελαφρώς μικρότερη έκταση να παρέδιδε ένα έργο εναργέστερα δεσμευτικό για τον αναγνώστη. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής του Ανυφαντάκη δηλώνουν τη δυνατότητα και ικανότητα να θεμελιώσουν στα επόμενα βιβλία του μια (μάλλον ηθελημένη) επαναπραγμάτευση του μυθιστορηματικού είδους· και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Διότι, όταν τελικά εξιστορείται ολόκληρη (;) η ιστορία και η ύπαρξη βρίσκει φυσικά, μετά το χάος, την ισορροπία της με μια λύση του μύθου που έρχεται αργά, ο αναγνώστης του Ανυφαντάκη είναι ήδη πλήρης.

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


* Το κείμενο, σε προγενέστερη μορφή, εκφωνήθηκε στη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου του Ι. Ανυφαντάκη στο Nicosia Book Festival 2020 (21.11.20).

[1] Γ. Μπαλαμπανίδης, «Κάποιοι άλλοι, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη», bookpress.gr (29/6/20).