μυθιστόρημα

«Το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά»

*

Με αφετηρία το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη – Θυμάμαι τη Μαρία Σπάρταλη (Καστανιώτης, 2026), ο Κώστας Χατζηαντωνίου συζητά με το Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη.

~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. (περισσότερα…)

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

Σάτιρα του λογοτεχνικού σιναφιού

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Αλεξάνδρα Σαμοθράκη
Ψυχοστασία
Ισνάφι, 2023
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

«Βαρύποδες κουλτουριάρηδες δεινόσαυροι» που σε συνθήκες παρακμής αναζητούν γυναίκες-τρόπαια με την υπόσχεση να τις προωθήσουν στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, ένας κυνικός κριτικός λογοτεχνίας, μια ευφυής μοιραία γυναίκα με δηλητηριώδες χιούμορ και οξυμμένες δεξιότητες, η οποία περιφέρεται στις λογοτεχνικές συντροφιές, δομούν μια αστυνομική ιστορία συνυφασμένη με την εξέλιξη μιας έντονης ερωτικής σχέσης, συνθέτοντας τη βασική δομή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη. Με αυτά τα υλικά η συγγραφέας περιγράφει, αποκαθηλώνει, και σαρκάζει αδυσώπητα το κενό και τα λούμπεν στοιχεία της λογοτεχνικής συντεχνίας στα καθημάς, διαβιβάζοντας και αναζητώντας τις ρωγμές τους, χωρίς καμία ωραιοποίηση και με διαρκή διλήμματα ως προς τις δυνατότητες επιβίωσης στις συνθήκες που περιγράφονται και τις συνέπειες όλων αυτών σε όσους/ες γράφουν και διαβάζουν. Τα μότο με τα οποία ξεκινά το βιβλίο περιγράφουν κατά τη γνώμη μου όλους τους προβληματισμούς για τα όσα κατά καιρούς παρατηρούμε στα λογοτεχνικά σινάφια. Κι αν με βάση το ποίημα του Λεοντάρη το κενό εμπεριέχει πάντα ανοίγματα και εναλλακτικές, η συγγραφέας αναγνωρίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία και μάλλον συντάσσεται με τον Ντέημον Γκάλγκωτ και τον αφορισμό: «Είμαι εντάξει με την τραγωδία. Η κωμωδία είναι που δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ».

Αν, λοιπόν, η Σαμοθράκη λεπτομερώς καταγράφει στο βιβλίο της την τραγική διάσταση αυτού που ορίζεται ως παροντικός χώρος του πολιτισμού, της τέχνης και του βιβλίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις ως συγγραφέας, ποιητής ή κριτικός στα διαρκή και ποικίλα «δούναι και λαβείν» του χώρου, παράλληλα αποφεύγει οποιαδήποτε σοβαροφανή διαπίστωση ή μελοδραματισμό, επιλέγοντας να αναδείξει με σαρκασμό και χιούμορ τις κωμικές διαστάσεις του. Το κωμικό στοιχείο δεν αποκρύπτει τα συμβάντα. Συνθέτει αντιθέσεις, αντιστροφές και συνθέσεις με ενεργές κωμικοτραγικές εκτυλίξεις και ανοιχτούς ορίζοντες οι οποίοι δεν προσφέρονται σε εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις.

Η έκφραση: «κουλτούρα να φύγουμε», περιγραφή της συνθήκης στην οποία ο χώρος του βιβλίου χρησιμοποιείται ως επιδεικτική κατανάλωση συνδεδεμένη με κοινωνικές φιλοδοξίες, ναρκισσισμό, μικροαστικές πρακτικές, κακή αισθητική και διαπλεκόμενα συμφέροντα παράγει επαναλαμβανόμενα κωμικά μοτίβα που συνδέονται με το γκροτέσκο. Παράλληλα όμως με συνοπτική λιτότητα διατυπώνεται η κατάσταση που επικρατεί με πολιτικές ιστορικές συνηχήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς αυξήθηκε ο εθνικολαϊκισμός: (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

Η συμφορά τού να γράφει κανείς μυθιστόρημα

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Η συμφορά τού να γράφει κανείς μυθιστόρημα

Κάποτε οι μυθιστοριογράφοι κάθονταν ήσυχα-ήσυχα κι έγραφαν την ιστορία τους, έσπρωχναν τους ήρωες τους στο μπαλκόνι κι αν ήθελαν ένα επιπρόσθετο μερίδιο δόξας έβαζαν και τον εαυτό τους, λιγάκι μεταμφιεσμένο, στα πρόσωπα της δράσης. Δεν το έκαναν όμως με ψευδενοχικές διαμαρτυρίες και κούφιες τύψεις ούτε με την κοκεταρία της άρνησης που υποκύπτει στο τραβάτε με κι ας κλαίω. Ο Γκαίτε και ο Ντίκενς, ο Χένρυ Τζαίημς, ο Μαρσέλ Προυστ και ο Τόμας Μαν, ασφαλώς ιδροκοπούσαν πάνω στο χαρτί, αναγνώριζαν όμως χωρίς τσιριμόνιες πως η απόλαυση υπερτερούσε του μόχθου και δεν έκρυβαν πως η λογοτεχνία ήταν για τη ζωή τους μιά ευλογία που τους εξασφάλιζε ηθικό κύρος και πνευματική καταξίωση.

Έκτοτε όμως τα πράγματα άλλαξαν — και αφού πέρασε η μόδα των καταραμένων συγγραφέων, ήρθε το κακέκτυπό της, η μόδα των βασανισμένων. Άνθρωποι που δεν έφαγαν σφαλιάρες, δεν έκαναν βαριές δουλειές και πληρώνουν άνετα το νοίκι τους, αισθάνονται την ανάγκη να περιφέρονται με κατεβασμένα μούτρα στα λογοτεχνικά στέκια και να διαδηλώνουν σε όλους τους τόνους τη δυστυχία που τους βρήκε διότι – άδικη μοίρα και σκληρή! – κατάντησαν συγγραφείς. Βεβαιώνουν ότι θέλουν να κατεβούν από τον λογοτεχνικό συρμό αλλά επειδή δεν έχουν βρει την προσήκουσα έξοδο, είναι αναγκασμένοι να σιγοπίνουν τη σαμπάνια τους στρογγυλοκαθισμένοι στην πρώτη θέση των καλλιτεχνικών ειδησαρίων ή σε τηλεοπτικά τραπέζια στα οποία – εννοείται – προσάγονται με το ζόρι.

Τελευταία μάλιστα, κάτω από τη μάσκα της αυθιστόρησης, της αυτομυθογραφίας, της ημερολογιακής ενδοσκόπησης ή όπως αλλιώς τέλος πάντων ονομάζουν τη συνήθεια να ξύνεις το κακάδι απ’ το κακό σπυρί οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, τελευταία λέω, κυκλοφορούν ολόκληρα μυθιστορήματα με αποκλειστικό θέμα τη συμφορά τού να γράφει κανείς ένα μυθιστόρημα. Έτσι, ένας Ισπανός, όμορφος άντρας στον καιρό του, διάσημος και πολυμεταφρασμένος – δεν θ’ αναφέρω τ’ όνομά του επειδή φέρεται ενοχλημένος από την πολλή δημοσιότητα – έγραψε 350 σελίδες για να εκθέσει τη λογοτεχνία ως κακοήθη και μολυσματική νόσο. Μία αρρώστια λέει, που τον κατατρώει διαμέσου των πασχόντων ηρώων του, αλλά και από την οποία, παραδόξως, δεν θέλει να απαλλαγεί ούτε να απαλλάξει τους αναγνώστες από την περιγραφή των μαρτυρίων που τραβάει όταν αναγκάζεται να δίνει συνεντεύξεις με το κιλό, να εισπράττει παχυλές αμοιβές ή να καταχειροκροτείται σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Τέτοια κακοτυχία! — τι να πω, τον λυπάμαι εκ βάθους καρδίας τον άνθρωπο. (περισσότερα…)

Χρήμα και λογοτεχνία στη Γαλλία του 19. αιώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Αν η Επανάσταση του 1789 καθόρισε την ιστορική εξέλιξη προς την απόλυτη επιβολή του χρήματος επί της εξουσίας, δηλαδή της οικονομίας επί της πολιτικής, στη Γαλλία, τουλάχιστον, αυτή η διαδικασία χρονολογείται αρκετούς αιώνες πίσω, αν λάβουμε υπόψη την εκτεταμένη εξαγορά αξιωμάτων και τίτλων από τις αρχές του 15ου αιώνα, όταν ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ επέτρεψε στους πλούσιους να αναλάβουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Γενικότερα, βέβαια, η λατρεία του χρυσού μόσχου διαπερνά όλα τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα: ήταν π.χ. η μοναρχία, δέσμια του υλισμού, αυτή που έδωσε το σύνθημα της υποταγής της ευγένειας στον πλούτο και στη διάλυση της οργανικής και συντεχνιακής μεσαιωνικής κοινωνίας. Και υπήρξε αρκούντως τυφλή και αυτοκαταστροφική η εκδίκηση των ευγενών: αυτοί ήταν που άναψαν την πυρά του διαφωτισμού στην οποία θα καίγονταν τα τελευταία τους προνόμια. Τούτων δοθέντων, το 1789 ήρθε μόνο για να άρει τα τελευταία εμπόδια στη βασιλεία της πλούσιας αστικής τάξης και να εγκαινιάσει έναν αιώνα στον οποίο, όπως θα συνοψίσει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, «η επιθυμία να πλουτίσει κανείς με κάθε κόστος, η αγάπη για το κέρδος, η αναζήτηση της ευημερίας και των υλικών απολαύσεων ήταν τα πιο μεγάλα πάθη».

Μέσα στον 19ο αιώνα, ωστόσο, υπάρχει μια ιστορική περίοδος που καμμία άλλη δεν συγκρίνεται μαζί της (μιλούμε για τη Γαλλία πάντα) ως προς το πάθος για χρήμα, που γίνεται εμμονή, όχι απλώς κοινωνική νόρμα αλλά και κεφαλαιώδες λογοτεχνικό αντικείμενο. Στον αιώνα αυτόν των τραπεζιτών, των τοκογλύφων και των νεόπλουτων, που επέβαλε και στους συγγραφείς τον πνευματικό ζυγό του (το πνεύμα του χρήματος, τι τρομερή αντίφαση!), τον αιώνα κατά τον οποίο η Γαλλία γνώρισε δύο επαναστάσεις, δύο αυτοκρατορίες, δύο δημοκρατίες και δύο μοναρχίες, κομβική στάθηκε η περίοδος της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848), όταν ο κλάδος της Ορλεάνης για να στηρίξει την Παλινόρθωση και τον σφετερισμό της μοναρχικής νομιμότητας, παραδίδει όλη την εξουσία στην αστική τάξη. Είναι η εποχή που τα γράμματα αρχίζουν να καταβροχθίζονται από το χρήμα και γεννιέται η λαχτάρα του μπεστ σέλλερ προκειμένου οι εκδότες να πλουτίσουν και οι συγγραφείς να επιζήσουν. (περισσότερα…)

Το πνεύμα του καρναβαλιού

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δύο τόμους δοκιμίων αφιερωμένων αποκλειστικά στο μυθιστόρημα έχει δημοσιεύσει ως τώρα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Ο πρώτος τόμος φέρει τον τίτλο Υπό το φως του μυθιστορήματος (Πόλις, 2015) και ο δεύτερος έχει τίτλο Μυθιστορηματικό αναγνωστήριο (Πόλις, 2021). Τα τριάντα επτά συνολικά δοκίμια που συγκεντρώνονται στους δύο αυτούς τόμους έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα κατά τη διάρκεια πολλών ετών: το παλιότερο απ’ αυτά δημοσιεύτηκε ήδη το 1996 και το πιο πρόσφατο μόλις το 2021. Μπορούμε συνεπώς να πούμε πως, διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει μια συνολική άποψη για την περί μυθιστορήματος αντίληψη του Ζουμπουλάκη.

Τι αναλύει ο Ζουμπουλάκης όταν αναλύει ένα μυθιστόρημα; Ο ίδιος λέει πως «το μυθιστόρημα σκέφτεται, με τρόπο αινιγματικό, τη ζωή και τον κόσμο» και όποιος διαβάζει μυθιστορήματα «θέλει ακριβώς, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, να ξεδιαλύνει λίγο το αίνιγμα της ζωής του, να φωτίσει το μυστήριό της, μα και να διευρύνει τα όρια της δικής του κατανόησης του κόσμου και των ανθρώπων».[1] Ξεκαθαρίζει λοιπόν ρητά πως δεν τον απασχολεί η τεχνική του μυθιστορήματος, οι αφηγηματικοί τρόποι, το χτίσιμο των χαρακτήρων κ.λπ. Ούτε πάλι τον ενδιαφέρει η γλώσσα, η ιδιαίτερη πολυφωνική γλώσσα του μυθιστορήματος, ούτε και ο ρυθμός ή η μουσικότητα της έκφρασης. Το μόνο που κοιτάζει σ’ ένα μυθιστόρημα είναι το περιεχόμενό του: οι απαντήσεις που δίνει στα ερωτήματα της ζωής, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αυτό λοιπόν που αναζητά ο Ζουμπουλάκης στο μυθιστόρημα είναι ιδέες, κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, φιλοσοφικές θεωρίες. Ακόμα χειρότερα, πολλές φορές αυτό που αναζητά είναι απλώς ένα ηθικό δίδαγμα, πρακτικές υποδείξεις για το πώς πρέπει να ζεις, για το ποιο είναι το κακό και ποιο το καλό. (περισσότερα…)

Η Ελλάδα ως μοσχοϊτιά των ονείρων μας

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

Νατάσα Κεσμέτη
ΙVA –Ἔσοπτρο μυστηριώδους ὀθόνης
Ἁρμός, 2017

ΙVA στὰ Ρωσικὰ σημαίνει ἰτιά. Ἡ λέξη, τόσο ἴδια μὲ τὴ δική μας ὡς εἰκόνα καὶ ὡς ἦχος, μᾶς εἰδοποιεῖ πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ λογοτεχνικὴ περίπτωση ποὺ δουλεύει μὲ σύμβολα ἤ, τὸ λιγότερο, ποὺ εἶναι καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζουμε. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξουμε. Ἔσοπτρο μυστηριώδους ὀθόνης ὁ ὑπότιτλος, μᾶς καθιστᾶ ἀκόμα πιὸ προσεκτικούς: Ἐσωτερικὴ προβολὴ πάνω σὲ μιὰ καταδική μας, ἀόρατη γιὰ τοὺς ἄλλους, ὀθόνη. Ἄραγε νὰ εἶναι ἡ ζωή μας αὐτή; Νὰ εἶναι ἡ μοναδική γιὰ τὸν καθένα μας ἀλήθεια;

Ἡ Νατάσα Κεσμέτη ἔρχεται καὶ μὲ τὸ ἐργο της αὐτό νὰ μᾶς ἐπιβεβαιώσει πὼς ναί, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μυστήριο, καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.

Ἡ συγγραφέας χαρακτηρίζει τὴν ΙVA της μυθιστορία. Σήμερα, ἡ λέξη μυθιστορία εἶναι συνώνυμη μὲ τὴ λέξη μυθιστόρημα, ὅπως τὸ εἶδος αὐτὸ διαμορφώθηκε κι ἔφτασε στὸ ἀπόγειό του τὸν 19ο αἰ., ὡστόσο, ἡ λέξη μυθιστορία ἀνακαλεῖ ἱστορίες ρομαντικές, μὲ ἐρωτικὸ περιεχόμενο, ποὺ ἀγαπήθηκαν στὰ χρόνια τους, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ὅπως οἱ βυζαντινὲς ἐκεῖνες τῶν χρόνων τῶν Παλαιολόγων: Φλώριος καὶ Πλάντζια Φλώρα, Καλλίμαχος καὶ Χρυσορρόη, Βέλθανδρος καὶ Χρυσάντζα. Ἐρωτικὲς ἱστορίες πάθους ποὺ ἔγραψαν ἀνώνυμοι Ἕλληνες συγγραφεῖς, ἐπηρεασμένοι κυρίως ἀπὸ προβηγκιανὰ πρότυπα ‒ μὲ ἔντονο ὅμως τὸ ἑλληνικὸ ὕφος καὶ ἦθος καὶ, φυσικά, ἀπὸ τὸ πανανθρώπινο παραμύθι. Ἡ Νατάσα Κεσμέτη, συνειδητά νομίζω, διαλέγεται μὲ τὶς πρωτόλειες αὐτὲς συγγραφὲς γιὰ αἰσθητικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ γιὰ λόγους νόστου. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι πρωτίστως ἡ ΙVA· ἕνα νοσταγικὸ ταξἰδι. (περισσότερα…)

Κρατώντας ζωντανή την αναπνοή μιας «εξαρχής χαμένης υπόθεσης»

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Κυριάκου Μαργαρίτη,
Εννέα, Ίκαρος, 2021

Τι συνιστά ένα μυθιστόρημα; Εκτενής αφήγηση γύρω από έναν συγκεκριμένο μύθο, βεβαίως. Συγκεκριμένη πλοκή, επίσης. Άρτιοι χαρακτήρες, αναγνωρίσιμοι και υφολογικά διακριτοί μεταξύ τους, οπωσδήποτε. Πώς λοιπόν ένα βιβλίο πεντακοσίων σχεδόν σελίδων, όπου η αφήγηση περιστρέφεται μονολογικά γύρω από ένα τοπικά προσδιορισμένο ιδεολογικό (έως και προσωπικό) ζήτημα, όπου οι παγιωμένες αφηγηματολογικές θεωρίες καταρρίπτονται, τα είδη αλλά και τα γένη διαπλέκονται οριακά κατορθώνει να υπηρετήσει επάξια και χωρίς επιφυλάξεις το είδος που αναγράφεται στο εξώφυλλο;  Το Εννέα του Κυριάκου Μαργαρίτη επαναφέρει και απαντά ξανά όλα τα ήδη απαντημένα ερωτήματα, κεντρίζοντας συνάμα το αναγνωστικό αισθητήριο – συγκινεί και ανοικειώνει, τέρπει και ενοχλεί.

Πρόκειται προφανώς για ένα λογοτεχνικό αρχιτεκτόνημα το οποίο θεμελιώνεται μεταφυσικά πάνω στον ιερό αριθμό 9. Πολλαπλάσιο του ορθόδοξου ιερού 3, ίδιο με τον αριθμό των μουσών, «υψηλότερο από τους απλούς αριθμούς, ίσως φτάνει να εκφράσει το μυστήριο επαρκώς»,[1] το εννέα «το ακαταμέτρητο» (ό.π., 265) κρατά σαν σφιχτή σταυροβελονιά τα αιωρούμενα επιμέρους στοιχεία του έργου. Ο αφηγητής συγγραφέας βρίσκεται στο παράκτιο Φλίτγουντ της Αγγλίας όπου στο μπαρ του ξενοδοχείου “Σαβόι” θα συναντηθεί νοερά με τον νεκρό δήμιο Χάρι Αλεν, τον “εκτελεστή” του Στέμματος στην Λευκωσία κατά τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-1959. Ο Άλεν είναι ο άνθρωπος πίσω από την αγχόνη των εννέα αγωνιστών που άφησαν την τελευταία τους πνοή κάτω από το ικρίωμα και τη θηλιά: «Τη αυτή ημέρα, ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ο νεκρός στο Σαβόι, στην πρώτη αποστολή του στην Κύπρο, μετά την προαγωγή του σε αρχιδήμιο, κρέμασε τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου, πρώτους από εννέα παιδιά. Η ανάσα τους είναι παντού πάνω του. Τη θέλω πίσω. Ολόκληρη» (ό.π., 79). Με μόνιμη υπόκρουση το «Hotel California», σε μια λούπα η οποία κάθε φορά ενορχηστρώνεται διαφορετικά, ο αφηγητής περιδιαβαίνει ολόκληρη την ιστορία της Κύπρου, συνθέτοντας έτσι, εν έτει 2021, το συναξάρι των εννέα κρεμασμένων παιδιών (ό.π., 21):[2] (περισσότερα…)

«Παράγουμε ασταμάτητα παρελθόν. Είμαστε εργοστάσια παρελθόντος»

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Georgi Gospodinov, Χρονοκαταφύγιο
μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Ίκαρος, 2021
«Παράγουμε ασταμάτητα παρελθόν. Είμαστε εργοστάσια παρελθόντος […] Δεν πρέπει να υπάρχουν κάπου εργοστάσια ανακύκλωσης του παρελθόντος; Μήπως να ανακυκλώνεται ανάποδα προς κάποιο μέλλον, έστω και σε δεύτερη χρήση; Πάρε να ’χεις ερωτήσεις» (σ. 141)

Στο Χρονοκαταφύγιο ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ συνομιλεί με το έργο του Ζέμπαλντ, επαναθέτοντας κριτικά ερωτήματα για τη μνήμη και την ιστορία, καθώς και τα όρια των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων στις προσλήψεις του έθνους και των μνημονικών κατασκευών. Τα μυθοπλαστικά χαρακτηριστικά του βιβλίου οδηγούν στη διαρκή διατύπωση καυστικών πολιτικών σχολίων για την έννοια της προόδου, της ζωής και του θανάτου. Ο συγγραφέας διαφοροποιείται παράλληλα από τον Ζέμπαλντ στις αφηγηματικές τεχνικές του ή —για να είμαστε πιο ακριβείς— εξελίσσει αυτές τις αφηγηματικές πρακτικές, αξιοποιώντας και επικαιροποιώντας συνθετικά ό,τι θα μπορούσε να οριστεί ως μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, απαλλαγμένο όμως από τις αρνητικές νοηματοδοτήσεις του όρου. Το φιλοσοφικό δοκίμιο συναντά την κριτική θεωρία, το μυθιστόρημα την ποίηση, η αποσπασματική ή άλλοτε αποφθεγματική μορφή την έννοια του αρχείου, ο ρεαλισμός την κριτική ιστοριογραφία της Ευρώπης του 20ού και 21ου αι., καθώς και μπορχεσιανά μοτίβα.

Επιπλέον, πολυφωνικά στο βιβλίο εναλλάσσονται διαφορετικές αφηγήσεις για το παρελθόν, οι οποίες επιτονίζουν την υποκειμενική ερμηνεία των αφηγητών, φέρνοντας στο προσκήνιο διαφορετικές στιγμές από τα ιστορικά δρώμενα του 20ού αιώνα. Με όλους αυτούς τους τρόπους ο συγγραφέας πολυσυλλεκτικά “δοκιμάζει” τα όρια της γραφής και επομένως και της αναγνωστικής πρόσληψης, διατηρώντας, όπως γίνεται σε κάθε βιβλίο του, τα ερωτήματα και τις προοπτικές για το μέλλον των ανθρώπινων συμβάντων σε ανοιχτή διαπραγμάτευση. Όπως δηλώνεται εξαρχής ως αρχικό μότο μόνο τα επινοημένα πρόσωπα στο μυθιστόρημα είναι αληθινά. Έτσι στη λογοτεχνική μυθοπλασία προκαλούνται ταλαντώσεις από τον συγγραφέα στο δίπολο αληθινό-ψεύτικο. (περισσότερα…)

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)