μελλοντολογία

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Για την απρόσμενη κυριαρχία της αρχαίας βιολογίας 

*

του ΤΖΙ ΜΑΝΚ ΤΙ

Το τέλος του αιώνα μας και η αρχή της νέας Καλωδίωσης[1] απέδειξαν για μια ακόμη οδυνηρή φορά πως όσα επιτεύγματα και αν έχουμε πετύχει σε επίπεδο τεχνολογικό, ο βαθύτερος φόβος για το ανεφάρμοστο τους στην σφαίρα των υπαρξιακών απαιτήσεων παραμένει ενεργός και αδηφάγος: ήταν αλώστε πρώτος ο Nεξ Μεξ[2] που έδειξε με σαφήνεια πως η απεριόριστη αύξηση του προσδόκιμου ζωής καθώς και η ψηφιοποίηση του Χρυσού Πτηνού[3] δε θα μπορούσε να σταματήσει με τίποτα τον μέγα υπονομευτή των προσπαθειών μας: εκείνο, το Άθλιο.

Θυμάμαι πρόσφατα πως περπατώντας προς την συνοικία μου αντίκρισα μια γυναικά που μου φώναζε για τις επικείμενες μετατροπές· με ρώτησε: «είμαστε στ’ αλήθεια αβοήθητοι;» και άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω (ένας διανοούμενος δυστυχώς δε ξέρει ποτέ τι να απαντήσει) και το μόνο που παρατήρησα ήταν πως τα μάτια της συσπώνταν. Με αγωνία, ανίκανα να παράξουν εκείνο το υγρό που οι Αρχαίοι μας αναφέρουν ως «δάκρυα» και οι Μεσαίοι ως «καθαρτικό υγρό», τα ματιά της έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν απ’ την υπερπροσπάθεια. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός πως η κυρία αυτή, την ώρα που φώναζε με απελπισία πως καταφτάνει το τέλος, έτριβε με τις παλάμες της τα ζυγωματικά της. Ήταν ξεκάθαρο πως αυτή η κίνηση γινόταν αντανακλαστικά: μέσα μου γεννήθηκε το αίσθημα μιας αρχέγονης συμπεριφοράς, ξεχασμένης από καιρό, η οποία τώρα αναβίωνε χωρίς προφανή αιτία πάνω στο πρόσωπο της· η απελπισμένη αυτή κυρία σκούπιζε το ανύπαρκτο υγρό από πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα της αρχαιότητας έκανε το ίδιο στο μωρό παιδί της. Ετούτη η εμπειρία, μου έφερε στο κεφάλι –με τον τρόπο ενός πυρακτωμένου σίδερου ή μιας ατσάλινης rsd– πως πάρα τις αλλαγές που έχει υποστεί το ανθρώπινο σώμα, προς χάριν της μηχανικής του βελτίωσης, οι βαθύτερες ανάγκες μας, όπως εκείνη των «καθαρτικών υγρών», εξακολουθούν να κυριαρχούν, με τρόπο υπόγειο, κρυμμένο, και εν τελεί ολοκληρωτικό. Είναι γεγονός πως η παραφροσύνη που μας κατέκλυσε τα τελευταία χρονιά, δεν είναι παρά φυσικό επακόλουθο της αδυναμίας να δούμε καταπρόσωπο εκείνο που αδιάκοπα θάβουμε κάτω απ’ τα νέα μοντέλα αιώρησης και ζιγκλισμού[4]. Πάρα ταύτα θα ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσουμε πως πίσω απ’ τις παρανοϊκές εξαγγελίες περί Γενικού Τερματισμού[5] που συνόδευσαν την αρχή της νέας Καλωδίωσης, υπήρχε πάντοτε μια ανάγκη για επιστροφή σε ορισμένες βασικές βιολογικές δομές –τις οποίες όλοι μας νιώθουμε απαραίτητες για να συνεχίσουμε ν’ αντέχουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. (περισσότερα…)