Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ
*
Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες
Η γλώσσα μας έχει δύο πνεύμονες εφάμιλλης αξίας, την δημώδη προφορική και την λόγια –γραπτή– παράδοση. Από τις υπόγειες πλέον νεροσυρμές της δημώδους, εξακολουθεί να αρδεύεται, στάγδην ή πλουσιοπάροχα, το έργο μερικών καλών συγγραφέων και οι αμπελώνες με τις ποικιλίες των τοπικών ιδιωμάτων, παρότι εξαντλημένοι πιά, τροφοδοτούν κατά καιρούς ενστάσεις προτεραιότητας για τον τρύγο τους. Ο αχός των δημοτικών μας τραγουδιών σμίγει με το κελάρυσμα της ιστορικής μνήμης και στη συνεκβολή τους αναδύεται η νοσταλγία μιάς αλλοτινής άνοιξης. Υπερβαίνοντας τα όρια της εξιδανικευμένης ηθογραφίας ή μίας ναυαγοσωστικής επιχείρησης, κάποιοι από τους κορυφαίους πεζογράφους μας ανασύρουν τα τζοβαϊρικά της δημοτικής παρακαταθήκης ως υλικά αναμύθευσης της κοινοτικής συνθήκης – και οι πιο τολμηροί μεθοδεύουν την επανασύσταση των αφηγήσεών της στα συμφραζόμενα των καιρών μας.
Η μοίρα της λόγιας παράδοσης απεναντίας, δεν συγκινεί. Τα κοσμήματά της λογίζονται ως κτερίσματα σκευοφυλακίου, τα κάλλη της υποβλέπονται ως αγαλμάτινα και η τέρψη τους αποδοκιμάζεται, όταν δεν καταγγέλλεται ως νεκροφιλική. Οι μεγάλοι της εκπρόσωποι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, δοξολογούνται βέβαια αλλά μόνο σε επιμνημόσυνες τελετές με διαρκώς μειούμενο ακροατήριο. Κατά συνέπεια το έργο τους αποσύρεται σ’ ένα ένδοξο μεν αλλά ασύχναστο περιθώριο και οι φιλολογικές δεήσεις που αναπέμπονται στο όνομά τους δεν φαίνεται να εμπνέουν τους νεότερους συγγραφείς. Η αρχαΐζουσα υψηλοφροσύνη του Κάλβου γίνεται τάσι όπου «το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η σελήνη», ο ιμερικός αναπαλμός του Εμπειρίκου προσλαμβάνεται ως γαργαλισμός με λευκά γάντια ενώ ακόμα και οι λογιότροπες αναφορές του Ελύτη διαβάζονται με μισό –ήγουν εξ ολοκλήρου φιλύποπτο– μάτι.
Η παλίρροια της ελληνικής όμως οφείλεται στην αλληλουχία δημοτικής φουσκονεριάς και λόγιας αμπώτιδος: Η πλημμυρίδα της λαλιάς φέρνει στην ακτή τον πλούτο της και η φυρονεριά της γραφής τον αποκαλύπτει και τον συμμαζεύει. Χωρίς το φιλί των ρευμάτων τους, γλώσσα με γλώσσα, πάμε χαμένοι – σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες του Καβάφη.
///
Ο θρηνωδός της προσκολλήσεως
Απεχθέστερος κι από τον θρασύστομο που ασχημονεί σε ανοιχτούς τάφους είναι ο θρηνωδός της προσκολλήσεως. Παλιότερα σύχναζε σε κηδείες για να κατεβάσει κανένα κονιακάκι ή να φιλήσει την όμορφη χήρα. Σήμερα δεν έχει καν παρόμοιες μικρές –και κατανοητές – ιδιοτέλειες. Τρυπώνει, εξ αποστάσεως πάντα, ανάμεσα σε ειλικρινά πενθούντες, κοκορεύεται στο κοινό του διαδικτύου για τη στενότατη σχέση με τον μακαρίτη, που είναι ζήτημα αν είχε δει δυό-τρεις φορές όλες κι όλες, διατείνεται πως υπήρξε αποκλειστικός εξομολόγος του εκλιπόντος ή μυστικός του σύντροφος σε ιλαρές ολονυκτίες. Τσιγγούνης απέναντι στον ζώντα καλλιτέχνη ή συγγραφέα, ξεχειλίζει από εγκώμια εμετικής γενναιοδωρίας αμέσως μετά την αποδημία του και αδημονεί να περιφέρει σε αδιάφορα πάνελ μια μουτσούνα ζαχαρωμένης ξινίλας για να διαδηλώσει την πνευματική του αφοσίωση στον μεγάλο διανοητή, στον σπουδαίο δάσκαλο… και τα λοιπά ανιαρώς πομφολυγώδη. Δεν φτάνει που θα πεθάνω, πράγμα ιδιαίτερα λυπηρό, έλεγε με μακάβριο χιούμορ κάποιος φίλος, αλλά θα ’χω πάνω απ’ το κεφάλι μου όλες αυτές τις λακριμόζες του υποκριτικού ελέους χωρίς να μπορώ τις δαγκώσω στο λαιμό!
Για μία τέτοια δαγκωνιά θ’ άξιζε όντως να σκηνοθετήσει κανείς τον θάνατό του ή να αξιοποιήσει κάποια σχετικώς ανυπόστατη φήμη, όπως ο Μαθιός Πασχάλης του Πιραντέλο.
///
Και όμως πείθουν!
Όσο πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές η κλίμακα των διαβαθμίσεων μεταξύ αντιπάλου και εχθρού ισοπεδώνεται ενώ οι αποχρώσεις του πολιτικού λόγου ζορίζονται στα όρια μιάς ασφυκτικής παλέτας. Ο λεπτός υπαινιγμός περνά απαρατήρητος και η σκωπτική διάθεση ελέγχεται με κριτήρια ορθοπολιτικής αυστηρότητας. Η λελογισμένη επιφύλαξη αντιμετωπίζεται ως υπεκφυγή και ο στοχαστικός δισταγμός λοιδορείται ως αναποφασιστικότητα. Η παραμικρή απόκλιση, από τη δεσπόζουσα σε κάθε σχήμα ιδεολογική οπτική, θεωρείται ύποπτη και η ελάχιστη αμφιλογία καταγγέλεται ως προδοτική΄από τους οσφυοκάμπτες του ηγετικού επιτελείου. Οι υποψήφιοι επιλέγονται κατά κανόνα με γνώμονα το φανταχτερό όνομα κι όχι την ανεξάρτητη πνευματική χάρη, κατά συνέπεια οφείλουν να στοιχίζονται ευπειθώς και με στρατιωτική ακρίβεια στην κομματική γραμμή. Παράλληλα, η δημόσια συμπεριφορά των περισσότερων πολιτευτών εκτραχύνεται προγραμματικά στις ψηφοθηρικές συγκεντρώσεις και τις τηλεοπτικές τους επιδείξεις. Εκεί, στην πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα του χυδαίου κορδακισμού και της γελοίας κομπορρημοσύνης, τα νηπιώδη ελληνικούλια κυριαρχούν, η πολύπτυχη γλώσσα σιδερώνεται και η εκφραστική πολυμέρεια συρρικνούται σε άνευρη μονομέρεια. Ο ήπιος λόγος επισκιάζεται από την κραυγή, το σύνθετο επιχείρημα καταρρίπτεται από την απλουστευτική φωνασκία και το μειδίαμα ωχριά μπροστά στον καγχασμό. Η επανεκτίμηση κι ακόμα περισσότερο η ανασκευή παλαιότερων θέσεων, αποφεύγεται για να μη στηλιτευτεί ως παλινωδία και τα ερωτήματα, ήδη υποβιβασμένα σε συμβολικά ερωτηματικά, κάμπτονται από το βάρος των λεγόμενων σταράτων απαντήσεων. Το ίσως, το μπορεί ή το ενδέχεται, διαγράφονται από το λεξιλόγιο των αχθοφόρων της βεβαιότητας. Κάθε διατύπωση οφείλει να είναι κοφτή, κάθε κριτική σε αλλότρια πεπραγμένα απειλητική και κάθε χειρονομία παιδαγωγικώς επιτακτική. Η θωρακισμένη ευταξία κρύβει τα ασθενικά της πλευρά, το εισαγγελικό ύφος πλασάρεται ως αναμορφωτικό ήθος και η τρεκλίζουσα αυτοπεποίθηση προβάλει ως σταθερός βηματισμός. Έτσι η βουλιμική εξουσιοφρένεια μασκαρεύεται ως προσφορά ανένδοτης βουλήσεως – και οι πολίτες που τους αρέσει η μασκαράτα στρώνουν το τραπέζι στους χειρότερους υπηρέτες τους.
///
Η νικητήρια ιαχή της ομορφιάς
Η αρπαγή της ωραίας Ελένης είναι το εναρκτήριο λάκτισμα της Ιλιάδας και ο Τρωικός πόλεμος είναι μια εκστρατεία για την ομορφιά. Δεν περιμένει φυσικά κανείς από τους σύγχρονους πολιτικούς της αρπαχτής να σηκώσουν πόλεμο για την αρπαγή της ομορφιάς. Οι άνθρωποι του αναστήματός τους δεν είναι επικοί ήρωες, δεν πιστεύουν σε μύθους ούτε κυνηγούν χίμαιρες. Προσγειωμένοι και συνετοί, έχουν τα μάτια χαμηλά και δεν τα σηκώνουν προς το θάμβος, μπας και ψηλώσει ανεπίτρεπτα ο νους τους. Γι αυτούς, υπεύθυνη στάση σημαίνει να στέκονται υπάκουα στη γωνία με το ένα πόδι σηκωμένο – κι όταν το κατεβάζουν προσέχουν που πατάνε.
Διαπραγματεύονται σοβαρά και ελίσσονται με το υποδεκάμετρο. Δεν συγχωρούν αποκοτιές ούτε παρασύρονται σε λωλάδες. Είναι πραγματιστές και απεχθάνονται τα ταραγμένα νερά. Θέλουν να κάνουν την Ελλάδα «μία γλυκειά και μεσημβρινή Ελβετία», τον εφιάλτη δηλαδή του Θεοτοκά στο Ελεύθερο πνεύμα. Μία μακρά παράδοση στην πολιτική της επαιτείας κάνει και τα ελάχιστα σκιρτήματα προς μία στρατηγική άμεσων απαιτήσεων να μοιάζουν αδέξια και αχαμνά. Η γραμματική τους άλλωστε είναι για κλάματα, μπερδεύουν τα ρήματα και θεωρούν ότι το γλείφω με το γλύφω, επειδή είναι ομόηχα είναι και συνώνυμα. Δεν ξεχωρίζουν επομένως το γλείψιμο των ισχυρών της ημέρας από τη γλυφή του αιώνιου και πανίσχυρου κάλλους. Έτσι γονατίζουν μπροστά στη ζυγαριά του νομικισμού, μετρούν τις πιθανότητες και βρίσκουν τις δυνατότητες ελλιποβαρείς. Κινούνται στα όρια του εφικτού χωρίς να υποπτεύονται, οι φουκαράδες, ότι μονάχα το άλμα στο ανέφικτο μπορεί να φέρει εφικτά αποτελέσματα. Και οι γραικύλοι τους ακολουθούν. Υποψιθυρίζουν πως τα μάρμαρα δεν τρώγονται και μ’ αυτή την τόσο πρωτότυπη διαπίστωση για μαξιλάρι, κοιμούνται ήσυχοι.
Έλα όμως που υπάρχουν και οι φεγγαριασμένοι, οι σαλοί και οι απροσάρμοστοι. Όσοι ελπίζουν στη νικητήρια ιαχή της ομορφιάς. Όσοι λογιάζουν πως είναι καλύτερα τα μάρμαρα να μείνουν φυλακισμένα στο ξένο μαυσωλείο παρά να γυρίσουν με την καταβολή λύτρων ή την ομηρία άλλων αγαλμάτων. Όσοι παραφρονούν και ουρλιάζουν πως κάθε διαπραγμάτευση με τους άρπαγες πρέπει να διακοπεί οριστικά και η πρεσβεία της Τροίας στην Αθήνα να κλείσει δια παντός.
*
*
