Άγνωστος

 

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Χαζέψαμε πολλές φορές την υποκρισία, τη φριχτή υποκρισία σκλάβων και υποταγμένων, οι οποίοι είχαν ταχθεί στην απασχόληση της ψυχαγωγίας των ανθρώπων.

Κούκλες μελαγχολικές, μακάβριες, είχαν κάνει το ανθρώπινο κοινό να πιστεύει ότι είχαν κάποιο είδος κοσμοθεωρίας που παρουσίαζαν στον οποιονδήποτε. Δεν θελήσαμε να τους χαλάσουμε το όνειρο στο οποίο ζούσαν· άλλωστε οι ίδιοι εμείς αφήσαμε να πιστέψουν ότι τους βλέπαμε σαν το νερό που βγαίνει από την έρημο. Εμείς ψάχναμε τους ανθρώπους.

Αυτούς που θα πήγαιναν μπροστά στα μάτια μας κεντρίζοντάς μας με την βελόνα της Τέχνης τους. Ήταν καιρός για σκέψη και περισυλλογή κι αν οι άλλοι ψάχνανε στην αμμουδιά νομίσματα, βότσαλα, κοχύλια, ξύλα λιωμένα μες στο κύμα και σίδερα των καραβιών, αυτοί τίποτα! Μόνο καθώς μπαίνανε μέσα της· σε μια ματιά, της δώσανε ολόκληρη την ψυχή τους, που παρουσιαζόταν στον οποιονδήποτε, σαν άσειστο κι αδιάβατο βουνό φτιαγμένο από γρανίτη.

Και θα ’ταν σαν απολύτρωση, μια αίσθηση ευτυχίας, λες και θα ’χε εκπληρωθεί το πιο βαρύ απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό καθήκον, βρισκόμενοι έτοιμοι, βέβαιοι χωρίς τον δισταγμό και κύριοι της στιγμής τους χωρίς την παραμικρή ενόχληση για το όνομά τους, το αυθεντικά λαϊκό.

Ποτέ, κάποιος που ξέρει την τέχνη του δεν θ’ άφηνε να δουν το ξεμάγεμα του κόσμου, την κατάλυση του μυστηρίου και του θαύματος· και αν ο κόσμος θέλησε να διασκευαστούν ξανά τα αισθήματα για να τα ξαναδεί σε άλλη φόρμα, εύκολη, παλιές του συγκινήσεις, ήταν γιατί είχε μάθει στην επικαιρότητα ενός πανηγυριού και τούτο τον ξαλάφρωνε.

Η ομορφιά, όμως, που δεν ανήκει σε καιρό, που είναι μια κι αιώνια – αχ! πόσα θα δίναμε κι εμείς για να την ακολουθήσουμε από κοντά γιατί άλλο χρέος δεν μάθαμε παρά το χρέος της ομορφιάς και της μεταποίησης, αφού πάντα ήμασταν παραπονούμενοι και διψασμένοι για ομορφιά τόσο, που ψάχναμε μέχρι και στ’ άσχημα για να την βρούμε, μάθαμε πως η ομορφιά είναι μια…

Ψάχναμε αυτούς που ανακάλυψαν την διάσπαση των ατόμων και λευτέρωσαν την γιγάντια και καταστροφική δύναμή τους καιρό προτού η επιστήμη ανακαλύψει την διάσπαση των ατόμων του ουρανίου! Θα διέβλεπαν κάτω από το από το βάθος τους τον τραγικό σπαραγμό των τρομοκρατημένων που θ’ αγωνιζόταν με χιλιάδες τρόπους κρυφούς να βροντοφωνάξουν στον κόσμο απαγορευμένες αλήθειες.

Το λιγότερο θα ήταν πολύ παρηγορητικά τα χειροκροτήματα μας έστω κι αν ήταν αραιότατα, θα πει πως δεν συγκινούμασταν μονάχα με τις φάρσες μα νιώθαμε αρκετά βαθιά τον εαυτό τους, τον αυθεντικό τους χώρο με τις σκιαγραφήσεις, τους οραματισμούς, τις παραστάσεις που προβάλλουν από μέσα, όπως κάποια οστρακόδερμα δημιουργούν το περίβλημά τους από τις εσωτερικές εκκρίσεις τους.

Οι νέες μορφές φτιαγμένες από ρινίσματα, ημιτόνια κι αποχρώσεις που γκρέμισαν όλη την ύπαρξη την συμμετρική με τις ευγενικές γραμμές, χωρίς επίδειξη, χωρίς προκλητικότητα και λέξεις, θα μας τύφλωνε για λίγο όπως θα κοιτούσαμε ψηλά να βρούμε ήλιο.

Ο αυριανός κόσμος είναι κόσμος σκληρός, ένας κόσμος φτιαγμένος από μπετόν-αρμέ και γεμάτος δορυφόρους, που δεν θα φέρνει τίποτε πάνω του, παρά μονάχα τα θλιβερά ίχνη από κούκλες μακάβριες και μελαγχολικές.

Το να στρογγυλεύεις τον λόγο σου κατέληξε αδυναμία μπροστά στις μηχανές και τα κουμπιά τους κι όσοι θελήσαμε κι είχαμε τ’ όνειρο να κάνουμε τέσσερα βήματα έξω απ’ τον πλανήτη για να δούμε τι επιτέλους συμβαίνει έξω από ’δω, μας είπανε τρελούς, ονειροπόλους. Όχι με σκάφανδρο πειρατικό, κλεμμένο, όχι με διαστημόπλοια σαν αστροναύτες αλλά τέσσερα βήματα πιο έξω από την στέρεα γη, σαν τον Χριστό που περπάτησε έξω απ’ την στεριά, δίχως να πέσει μέσα ή να πνιγεί, τουλάχιστον αυτό μας είπαν να πιστέψουμε. Και το πιστέψαμε λες και εξαρτιόταν απ’ αυτό ολόκληρη η ζωή μας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

 

Gottfried Benn, Η αγαπημένη ξένη

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η αγαπημένη ξένη

Ο πατέρας μου ήταν ευαγγελικός ιερέας, ο πατέρας του επίσης. Πρόσφατα (1933), σε ένα δοκίμιο στο περιοδικό Εβδομάδα, σκιαγράφησα το ιδιάζον κληρονομικό περιβάλλον της οικογένειας των  ευαγγελικών κληρικών. Ιδιάζον όχι μόνο επειδή χάρισε στατιστικά στη Γερμανία, στους περασμένους τρεις αιώνες, τα κατά πολύ περισσότερα μεγάλα της τέκνα, δηλαδή, όπως απέδειξε ο Σούλτε, πάνω από το 50 τοις εκατό, αλλά επειδή επρόκειτο για ένα εντελώς συγκεκριμένο είδος χαρισμάτων που παρήγαγε κληρονομικά η οικογένεια των κληρικών και που εκδηλώθηκε στα τέκνα της. Ήταν ο συνδυασμός εκείνος των νοητικών και ποιητικών χαρισμάτων που είναι τόσο χαρακτηριστικός για την γερμανική πνευματική ζωή, και δεν παρουσιάζεται με τη μορφή αυτή σε κανέναν άλλο λαό. Αν θέλει κανείς να θυμηθεί ονόματα, ας σκεφτεί τον Νίτσε, τον Σέλλινγκ, τον Λέσσινγκ, τον Βήλαντ, τους αδελφούς Σλέγκελ, τον Ζαν Πάουλ. Σύμφωνα με τις έρευνες του Κρέτσμερ, του θεμελιακού ερευνητή για το γερμανικό κληρονομικό υλικό, στις παλιές οικογένειες των παστόρων και των λογίων καλλιεργούνταν μια ορισμένη, σταθερή κατεύθυνση των χαρισμάτων και μια επιλογή, η οποία γινόταν επί αιώνες σχεδόν μόνο υπό το ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) πρίσμα και η οποία ανέπτυσσε επιλεκτικά τις γλωσσικές και λογικά αφαιρετικές ικανότητες.

Σε αυτό το κληρονομικό περιβάλλον έφερε η μητέρα μου εκατό τοις εκατό ανόθευτο, ρωμανικό αίμα που δεν είχε διασταυρωθεί ποτέ με άλλες φυλές. Καταγόταν από ένα μικρό μέρος της γαλλικής Ελβετίας, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία, που ονομαζόταν Fleurier, στα βουνά του Ιούρα. Εκεί είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει, από μια παλιά, ρωμανική, ντόπια οικογένεια, ήρθε στα είκοσί της χρόνια για πρώτη φορά στη Γερμανία. Ως εκ τούτου μιλούσε τη γερμανική γλώσσα πάντα με ξενική προφορά, ορισμένες γερμανικές λέξεις δεν έλεγαν σε όλη της τη ζωή να της πετύχουν, και νανούριζε τα πολλά της παιδιά με γαλλικά τραγούδια. Ένα τραγούδι άρχιζε, το θυμούμαι καθαρά: «les cloches sonnent, l’ air en rayonne» – ένα δημοτικό τραγούδι, δυστυχώς δεν θυμούμαι πια πώς συνέχιζε, αλλά θα ήθελα πολύ να ξέρω αν το τραγουδά ακόμη κάποιος στον κόσμο και πού.

Η μητέρα μου μας διηγούνταν πολλά για την πατρίδα της, σε μας τους βόρειους Γερμανούς, για τα βουνά της. Αφάνταστα φωτεινή, γεμάτη με ακτίνες που δεν τέλειωναν ποτέ, έβλεπα πάντα το τοπίο της, όταν μιλούσε γι’ αυτήν. Μια ιστορία από τα παιδικά της χρόνια, αλλά βέβαια μια δυσάρεστη, με εντυπωσίαζε πάντα. Αναφερόταν στον Γενάρη του 1871, η στρατιά του Bourbaki είχε νικηθεί και πέρασε στο ελβετικό έδαφος. Η διάβαση έγινε κοντά στο Fleurier. Οι μονάδες αφοπλίστηκαν και περνούσαν τώρα, νικημένες, παγωμένες και πεινασμένες από τα παραμεθόρια μέρη και τις τάιζαν στους δρόμους. Η μητέρα μου στεκόταν μαζί με τις αδελφές της μπροστά στο σπίτι τους, δίπλα σε μεγάλες χύτρες με αχνιστή σούπα με μπιζέλια και μοίραζε στους στρατιώτες που περνούσαν, φαγητό στις καραβάνες τους. Για πολλές μέρες περνούσαν οι μονάδες από τα ξημερώματα μέχρι τη νύχτα. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, οι στρατιώτες πλησίαζαν στα σπίτια, αναζητούσαν εκεί προστασία και κοιμούνταν στις σκάλες. Το πρωί καθάριζαν η μητέρα μου και οι αδελφές της την ακαθαρσία, τα ράκη, τα ζωύφια από τα σκαλοπάτια. Τεράστια εντύπωση για μας τα παιδιά από αυτή την αλλόκοτη πορεία των πεινασμένων και πληγωμένων στρατιωτών! Μακριά από τον πόλεμο και μακριά από τα βουνά εκείνα ακούγαμε ξανά και ξανά την ιστορία αυτή.

Η μητέρα μου δεν ξαναείδε ύστερα από τον γάμο της την πατρίδα της, είμαστε πολλά αδέλφια, και η κατάσταση δεν το επέτρεπε. Χάρισε στη νέα της πατρίδα έξι γιους, από τους οποίους πήγαν πέντε στον πόλεμο, στον άλλο, τον δεύτερο (τον Πρώτο Παγκόσμιο), όχι τον πόλεμο του [στρατηγού] Bourbaki. Αλλά πρωτύτερα κιόλας υποχρεωθήκαμε να την αποχωριστούμε και να την θάψομε στη γη της Βόρειας Γερμανίας, κι όμως η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πάνω από όλα αγαπημένη και πιστή μητέρα, εξακολουθεί να ζει στα παιδιά της, η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πατρίδα της, τα βουνά της, τα τραγούδια της.

Gottfried Benn, „Die liebe Fremde“ (1933), Prosa und Autobiographie, επιμέλεια Bruno Hillebrand, S. Fischer, Φραγκφούρτη 1984, σ. 303-4.
Μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης

*

Τό παράδειγμα τῆς Μαίρης Ὄλιβερ καί ἡ αἱμομεικτική κακοποίηση μικρῶν παιδιῶν στήν ποίηση

Εἰσαγωγή, Μετάφραση, Ἐπίμετρο, Νατάσα Κεσμέτη

Ἐπειδή τό θέμα τῶν ποιημάτων πού ἀκολουθοῦν εἶναι περισσότερο ἀπό ἀκανθῶδες, θεώρησα πώς πρέπει νά προηγηθοῦν οἱ λόγοι πού μέ ὁδήγησαν στό νά τά διαλέξω, καί κατόπιν νά ἀκολουθήσουν οἱ μεταφράσεις. Μπορῶ νά βεβαιώσω τόν ἀναγνώστη πώς οὔτε ἡ εἰλικρίνεια τῆς Ἀμερικανίδας ποιήτριας, οὔτε ἡ γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της, οὔτε ἡ διακριτική λεπτότητα τῆς πνευματικότητάς της κινδυνεύουν νά θιγοῦν ἀπό τούτη τήν εἰσαγωγή. Οὔτε ἐπίσης θά χαθεῖ τό ξάφνιασμα πού μᾶς προκαλεῖ ἡ καλή ποίηση, μέ ὅποιο θέμα κι ἄν ἔχει νά κάνει. Καθώς ὅμως ἡ ἐλαφρότητα μέ τήν ὁποία προσεγγίζονται σήμερα, ἴσως ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τά ζοφώδη μυστήρια τοῦ ἀνθρώπου, αἰσθάνομαι πώς ὀφείλω νά τονίσω πώς δέν εἶναι τοῦ καθενός νά προχωρεῖ στίς μεγάλες σκοτεινιές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πόσο μᾶλλον νά τίς ἐκθέτει γράφοντας γι’ αὐτές – καί δή ποιήματα!


Θεώρησα ἀκόμη πώς μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὁδοδεῖκτες σ’ἕνα ἐπίφοβο καί κρημνῶδες μονοπάτι, πρωτίστως ἀποτρέποντας τούς ἀνέτοιμους καί ἀνώριμους νά τό πάρουν, μιμούμενοι, ἴσως, τό παράδειγμά της. Ἡ πρώτη ἀποτροπαϊκή λειτουργία ἀφορᾶ στήν προληπτική φροντίδα τοῦ ἀποπειρώμενου νά χειριστεῖ μοιραῖες πληγές ὡς ὑλικό ποίησης, κάτι ἐπισφαλές γιά τήν ψυχική του ἰσορροπία, ἰδιαίτερα στούς καιρούς μας. Ἡ δεύτερη ἀποτροπαϊκή προειδοποίηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διασφάλιση τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος – τήν ἴδια τήν ποιητική πράξη. Καί τοῦτο, ἐπειδή τά βογγητά τῆς ὀδύνης καί τοῦ μίσους μπορεῖ νά δίνουν μικρή ἀνακούφιση σέ ἐξόχως ἀλγεινά τραύματα, δέν δημιουργοῦν ὅμως ἀπό μόνα τους τέχνη. Μᾶλλον τήν καταστρέφουν. Τό διατύπωσε θαυμάσια ὁ Φρόστ. (περισσότερα…)

Στο κάτοπτρο του μύθου

Σχόλια πάνω στην ποιητική σύνθεση της Αυγής Λίλλη, Στην άκρη μια ουρά (Θράκα 2021)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την τρίτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Στην άκρη μια ουρά, η Αυγή Λίλλη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό χώρο, στον οποίο τα ήδη κατακτημένα όπλα μιας σπαρακτικής διακειμενικότητας, μιας ανατρεπτικής όρασης και κυρίως μιας βίαιης αποστακτικής επεξεργασίας του λόγου οξύνονται ακόμη περισσότερο. Όπως, καταδεικνύει τόσο ο τίτλος όσο και η καλαίσθητη εκδοτική της ανά χείρας συλλογής-συνθετικού ποιήματος, η Αυγή Λίλλη διαλέγεται δημιουργικά με τον γνωστό, σκοτεινό μύθο της μικρής γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πιο συγκεκριμένα, ο διάλογος εντοπίζεται αφενός στον άνισο αγώνα με τον χρόνο που επιβάλλεται προοδευτικά, τραυματικά και αδιαπραγμάτευτα στην ύπαρξη και αφετέρου στον αρχέγονο έρωτα, ο οποίος αν και δρα προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλει, εντούτοις, αντιθετικά και επίμονα από τη μια το τυραννικό δράμα του ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου κι από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου. Το βιβλίο αυτό, με άλλα λόγια, αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδά από βιώματα έρωτα και απώλειας και συμπυκνώνει αισθητικά τη βιολογική, αλλά και ποιητική ωρίμανση της ποιήτριας, η οποία μοιάζει να εισέρχεται σε μια εποχή αποχαιρετισμού του έρωτα. (περισσότερα…)

Ο «πόλεμος των θέσεων» της νέας άκρας δεξιάς

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι διάφορες συζητήσεις για τον δεξιό εξτρεμισμό στη σημερινή Ευρώπη εστιάζουν, κυρίως, στη σύγκριση με τη Γερμανία της Βαϊμάρης. Έχουν την τάση να διαπιστώνουν αναλογίες ανάμεσα στα δεξιά εξτρεμιστικά κινήματα  που σημειώνουν επιτυχίες στο πολιτικό σκηνικό της σημερινής Ευρώπης και τον «ιστορικό φασισμό»: το πρώτο κύμα φασιστικών κινημάτων που σάρωσε την Ευρώπη τη δεκαετία του ’20 και του ’30.

Παρόλο που τα κόμματα της άκρας δεξιάς διέπονται από μια νεοφασιστική αντίληψη η οποία έχει σημαντικές ιδεολογικές συγγένειες με τους φασισμούς του παρελθόντος, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν είναι το ίδιο φαινόμενο με τον ιστορικό φασισμό. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ιστορικός φασισμός είναι ένα ιδιαίτερο πολιτικό φαινόμενο της μεσοπολεμικής περιόδου, που αποτελούσε αντίδραση σε μια σειρά από κρίσιμα προβλήματα- την πολιτική αστάθεια, την οικονομική καταστροφή και την σοβιετική απειλή- που ενέσκηψε στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα κυρίαρχα φασιστικά κόμματα της μεσοπολεμικής περιόδου διέθεταν μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις (τα Τάγματα Εφόδου του Χίτλερ, τις Squadre του Μουσολίνι, τη Σιδηρά Φρουρά των Κορνήλιου Κοντρεάνου και Χόρια Σίμα κ.τ.λ.) ο ρόλος των οποίων ήταν να υποθάλπουν την κοινωνική αταξία και να τρομοκρατούν τους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και την κοινωνία. (περισσότερα…)

Το Τρούμαν Σόου, η Αίγυπτος και οι δικτατορίες στον 21ο αιώνα

001

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη γνωστή και βραβευμένη ταινία The Truman show που σημείωσε θριαμβευτική υποδοχή όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1998, ένας νεαρός ενήλικας, ο Τρούμαν, βρίσκεται εν αγνοία του σε μια αλλόκοτη κατάσταση: ολόκληρη η ζωή του, ακόμη και όταν τρώει, ντύνεται ή κοιμάται, είναι ένα ριάλιτι που παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Όλα όσα έζησε, ένιωσε και έκανε, οι φίλοι, οι έρωτες και τα παιδικά του χρόνια, δεν ήταν παρά ένα ψέμα, ένα σόου με σενάριο και τη σκηνοθεσία κάποιου φιλόδοξου και παρανοϊκού σκηνοθέτη. Ώσπου γνωρίζει την Σύλβια, μια κοπέλα που εμφανίζεται στην τεχνητή “ζωή” του αλλά προσπαθεί να του πει όλη την αλήθεια, οπότε την απομακρύνουν γρήγορα από κοντά του. Τελικά, εκείνη αποχωρεί από το ριάλιτι και γίνεται ακτιβίστρια μιας οργάνωσης που επιμένει πως ο Τρούμαν πρέπει να μάθει την αλήθεια, με το σύνθημα «ελευθερώστε τον Τρούμαν». Όταν ο Τρούμαν ανακαλύπτει (σταδιακά) τι του συμβαίνει, ο “σκηνοθέτης” επιχειρεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να παραμείνει σε αυτό το σίριαλ, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να δημιουργήσει τεχνητή “θαλασσοταραχή”, ώστε να τον εκφοβίσει, ρισκάροντας ακόμη και την ίδια του τη ζωή (εξάλλου, του έχουν προκαλέσει υδροφοβία). Όταν τελικά βλέπουν ο ένας τον άλλον, ο σκηνοθέτης τον προτρέπει να μείνει μέσα στο τεχνητό και προστατευμένο περιβάλλον που του έχει φτιάξει, διότι είναι πολύ καλύτερο από τον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, ο Τρούμαν γνωρίζει και του είναι πια αδύνατο να έχει την παλιά του “αθωότητα”. Αν όμως ο Τρούμαν γνωρίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοεί τον τρόπο που λειτουργεί ο πραγματικός κόσμος, ούτε ότι θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν. (περισσότερα…)

Η θεά Μέθη

 

Η ΘΕΑ ΜΕΘΗ

«Ιδού το δαχτυλίδι, αν επιμένετε.
Σπάνιος αμέθυστος, ιώδης,
χωρίς ραβδώσεις ή κηλίδες,
γλυπτή φέρει τη μορφή της θεάς Μέθης.
Ανήκε στην αδελφή του Μεγαλέξανδρου
Κλεοπάτρα, τη δολοφόνησε ο Αντίγονος στις Σάρδεις
γιατί αποδέχτηκε πρόταση γάμου του Πτολεμαίου.

»Επί εικοσιτέσσερις αιώνες
το χάρηκαν ηγεμόνες
και άριστοι συντηρητές κράτησαν τη φθορά μικρή.
Ο Ασκληπιάδης απ’ τη Σάμο ύμνησε
την οξύμωρη εικόνα: ο λίθος φυλαχτό,
που από τη μέθη προστατεύει,
έχει της θεάς Μέθης τη μορφή.
Να κρατά την κάτοχό του νηφάλια μπορεί
μόνο αν έχει μεγαλείο βασιλικό.

»Βεβαιώθηκε η γνησιότης
από επιτροπή ξένων ειδικών.
Άγγίξτε το, στου οίκου μας τον πλειστηριασμό
ας είστε ο πρώτος πλειοδότης».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας!

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Λοιπόν που λέτε, έστεκε κι έστεκε εκεί δα στο μουσείο, κάτω απ’ τις βενέτικες αψίδες, μια χωμάτινη Ταναγραία.

Χρόνια και χρόνια ήτονε θαμμένη στο μούσκιο, στη πηχτή μελάσα της λάσπης, σ’ ένα χέρσο χωραφάκι κεντώντας με τις ώχρινες κλωστές μιας ρίζας.
Μήπως δα, κι’ εκείνη σα κοπέλα, δεν ήθελε να βγει στους εφτά ήλιους ντουρντισμένη με το πήλινο πτυχωτό φουστανάκι της;
Να δει, να τη δουν, να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τη διαλέξουν…
Έτσι είν’ αυτά, μη ντρέπεστε, έτσι είν’ η ζωή.

Μα ήρθαν καιροί και σαν τη βρήκαν οι εργάτες (θάχει να το παινεύεται), της φέρθηκαν καθώς αρμόζει σε μια κυρία.
Θυμάται πώς αφέθηκε φιλάρεσκα πάνω στις αγορίστικες παλάμες τους κι αυτοί, τί την ένιψαν, τί της σάρωσαν τα χώματα με καστορένιο βουρτσάκι, τί τη θαύμασαν:
Φτού! φτού!… μη μου άπτου, την είχαν σας λέγω.

Και τώρα, εδώ στο μουσείο μιας μικρούτσικης πόλης, με μια απαλή υπόκλιση, παίζει ολημερίς με τα σπασμένα όστρακα της προθήκης.
Από το τοξωτό το παραθύρι, σκαρφαλώνει και στραφταλίζει ένα απαλότατο φωσάκι.
Ώρες ώρες πάλι, ένα ψαλιδισμένο αέρι.
Καμιά φορά, στα φυσερά τα κρύα, γλιστρά έστω λίγη βροχή…
Δόξα σοι ο Θεός.

Ένα χινόπωρο ήταν θυμάμαι, που μπήκε λαχανιασμένο σα πολυάσχολος δικηγόρος ένα φτερούδι και τη ρίπισε απαλά. Τι να ήθελε; τι της είπε; Δε ρώτησα.

Άκουγε απ’ όξω τη βοή της πόλης και τις τσιρίδες των παιδιών που έσβηναν καθώς λιγοθυμούσε η μέρα κι έπειτα τις νύχτες πια, έβλεπε το πυκνότατο μαύρο πίσω από τα σιδερένια κάγκελα που έμοιαζαν τώρα σα φουρκέτες σε στιλπνά μαλλιά.
Κι η νύχτα η ελεούσα με την ευρύχωρη καρδιά, πάντα της πέταγε από τη τιάρα της ένα μικρό πετράδι κ’ αυτό, γκλον!, κατρακυλούσε πάνω στο πάγκο με τα ρωμαικά νομίσματα.
Κι έτσι, όμορφα όμορφα, πέρναγε ο καιρός.

Μα σας το λέγω από τα πριν, να κάνετε κι εσείς το κουμάντο σας:
Τούτο δω το παραμύθι, δεν έχει περιπέτειες, δράκους , βουνά και λόγγους, τίποτα δεν έχει.
Όλα αυτά, θέλουν το χρόνο να τρέχει σαν υφαντή κορδέλα στον αργαλειό της μοίρας, μα εδώ στο μουσείο ο χρόνος είναι στεκάμενος.
Τα αγάλματα θυμούνται βέβαια, αναχαράζουν, μα έχουν πολλά να θυμηθούν δε θέλουν άλλα. Όχι.

Όμως η Ταναγραία μας, δεν είναι σα τ’ άλλα αγάλματα. Όταν τη έπλασαν και την έβαλαν στο καμίνι να ψηθεί, τότε μια μικρή φωτίτσα γλίστρησε και φώλιασε για πάντα στη ψυχή της.
Κι έτσι, όλα αυτά γύρω της, της φαίνονται σαν τίποτα. Τι είναι άλλωστε;
Σκόνες του αγέρα, αγάλματα, αγάλματα και φαφούτικα ψηφιδωτά.

Αντίκρυ της όμως –βάι μανούλα μου– άραζε τεμπέλικα πάνω σε ψαθωτή καρέκλα, ολοζώντανος ο φύλακας του μουσείου….
Πεσίχαρος ήτονε κι ακόμη πιο χαρούμενος σαν έμπαιναν επισκέπτες και σοφοί περιηγητές από ξένες χώρες.
Τα μεσημέρια, τον έκανε χάζι που προσφάιζε ορεξάτα ό,τι τούβανε η μάνα του στο σεφερτάσι: ψωμάκι, τελεμέ, σαρμαδάκια (ανάλογα το βρισκάμενο ) και πάντα, πάντα στο τέλος , δρόσιζε και μοσχομύριζε τα χειλάκια του, ροκανίζοντας ένα άλικο μήλο.

Τις νύχτες, σαν τον έπαιρνε ο ύπνος στη καρέκλα του, μπορούσε πια να τον μελετά ώρες και ώρες με την ησυχία της.
Τότε, το λεπίδι του φεγγαριού κυλούσε απαλά και χάδευε για μια στιγμή τα μάγουλά του, λες και ήθελε να του ξουρίσει τ’ ανάρια γένια.
Της φαίνοταν απαράλλαχτος μ’ αυτό το κεφαλάκι στη μεσιανή ροζέτα του δαπέδου.
Άχ… ευτυχώς δε λες καλύτερα, που δεν έφερνε σ’ αυτόν τον ακατάδεχτο τον Ερμή, που είναι τόσο ξάσπρος και μάργαρος κι αρμονικός σα λεπτοδουλεμένο σαπουνάκι.
Ά πα…πα…

Ο φύλακάς μας, ήτανε καμωμένος μελαχροινάκι, κομμάτι χλωμός σα σιμιγδαλόπιτα και καθώς κοιμόταν, μια μικρούτσικη σταγόνα σάλιου λαμπίριζε άκρη άκρη στα μισάνοιχτα χείλη του. Αυτό, έκανε τη Ταναγραία να τον αγαπά περισσότερο.

Όποια, όποια αποκοτιά κι αν έκανε ο φύλακας, η Ταναγραία σπάραζε, τρανταζόταν από τα γέλια πάνω στον άξονα που στήριζε το ραγισμένο κορμί της : «αχ…Παναία μου….σε καλό να μας βγει…!»
Προσπαθούσε τότε να του φωνάξει στα ψέματα: « είσαι βλάκας, δε σ’ έχω φίλο μου!» ή να του πει στην αλήθεια χίλια δυο, μα οι άνθρωποι δεν ακούνε τις φωνές των αγαλμάτων.
Άρχιζε τότε από πείσμα, να πιλατεύει τον καημένο τον μπρούτζινο ρωμαίο λεγεωνάριο:
Έι ψιτ… Ρωμαίε, γιατί νάσαι ο Ρωμαίος! Αρνήσου το πατέρα σου! Άλλαξε το όνομά σου!
Κι αν δε μπορείς, ορκίσου μου πολύ πως μ’ αγαπάς κι εγώ δε θάμαι άλλο πια κόρη του Καπουλέττου…
Χα… χα… και δός του γέλια…
Μα ο ρωμαίος ήτανε πικρός, δεν ήξερε από τέτοια. «Ά… όλα κι όλα… ένα κι ένα κάνουν δύο».
Άλλως τε ποιος ξέρει, ποιο ματωμένο σπαθί δεν στέγνωσε ποτέ στο θηκάρι της ψυχής του.

Τέλος η Ταναγραία νύσταζε πια, έγερνε το κεφάλι με το περίτεχνο μυτερό καπελάκι και κοιμόταν κι’ αυτή να φρεσκαριστεί. Ες αύριον τα σπουδαία .

Έτσι λοιπόν, πέρναγε ο καιρός και ένα πρωί, η Ταναγραία άκουσε πως δυο πολιτείες κι ας είναι πολύ μακριά η μια απ’ την άλλη, μπορούνε λέει να γίνουν αδερφάδες, να αλλάξουν τα παιχνίδια τους, πλαγγόνες, αγάλματα λογής λογής, να τα δει κιάλλος κόσμος και κοσμάκης, να θαυμάσει, να μορφωθεί.

Κι έτσι, ένα άλλο πρωί –Δευτέρα αξέχαστη– δίχως να τη ρωτήσουν αν ήθελε ή δεν ήθελε, την έσυραν απ’ το γυάλινο κιόσκι της και την απίθωσαν απαλά σ’ ένα κουτί.
Απ’ τη γραμμή της χαραμάδας, στη στενή φρίζα από λυπημένο φως, έβλεπε πια μόνο το χέρι…ψαχ το χεράκι… του φύλακα, άπραγο, ακουμπισμένο στο γόνυ του.
Μετά πάλι, μήτε κι’ αυτό…
Κι ακόμα, όμως πολύ αργότερα,, ένοιωσε να κυλά στη γαστέρα της ο σάλος της θάλασσας.
Ζαλίστηκε πολύ, πικραχείλησε, μα τι να κάμει; Έγειρε να κοιμηθεί.

Ονειρεύτηκε τότες, παλιά ζαμάνια, χρόνια λησμονημένα, κεντίδια απ’ τις ριζοκλωνιές, τα εργόχειρα, τα αρχαία προυκιά της.
Ένοιωσε, πως κάθε μέρα της ζωής μας είναι μια λέξη μονάχα γραμμένη σε γυάλινη σελίδα.
Τι να πει μια λέξη μοναχή της;
Σαν τελειώσουν οι σελίδες, τις ενώνουμε σ’ ένα μικρό πάκο, το βάνουμε στο φως και να!
Αυτή είναι η ιστορία μας.

Μέρες, μέρες αργότερα στην αδερφάδα πόλη ανοίξανε με χτυποκάρδι τα νιοφερμένα κουτιά.
Ά! να τος ο Ερμής με το κηρύκειο… αλάβωτά του!
Να κι ο ρωμαίος, κοτζαμάν είδωλο με τη γάνα, τη χλόινη σκουριά στ’ απανωχείλι του!
Να και τα ψηφιδωτά απ’ το Καστέλι…
Μα τούτη δω τη κούτα τι τη φέρανε; μια δράκα χώμα έχει μόνο, άργιλος είναι; πηλός της λίμνης;

Ποιος το ξέρει.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

Η εικονογράφηση είναι από έργο της συγγραφέως.

Η παράδοση και οι κληρονόμοι της

Χορός γυναικών, Χανιά Κρήτης, αρχές του 20ού αιώνα

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποιος είναι ο συνεχιστής μιας παράδοσης; Ο τυπικός, βιολογικός κληρονόμος της ή ο ουσιαστικός συντηρητής και αναβιωτής του μηνύματός της ακόμη κι αν είναι αλλόφυλος και μακρινός;

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, το ιταλικό σονέτο. Γεννιέται στη Σικελία από τον νοτάριο Ντα Λεντίνι, μεγαλύνεται στα χέρια του Δάντη, αποκορυφώνεται στον Πετράρχη και γίνεται πανευρωπαϊκός συρμός. Τους επόμενους αιώνες εξακολουθούν φυσικά να γράφονται καλά σονέτα στα ιταλικά, ο Μικελάντζελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Όμως η δάδα καίει λαμπρότερη εκτός Ιταλίας. Στην Ισπανία του Γκαρθιλάσο και του Γκόνγκορα, στη Γαλλία της Πλειάδος, στην Αγγλία του Σπένσερ κ.ο.κ. Τον 20ό αιώνα τα καλύτερα σονέτα γράφονται στα γερμανικά από τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Σημαίνει αυτό ότι ο πραγματικός κληρονόμος του Πετράρχη τον 20ό αιώνα είναι ένας γερμανόγλωσσος Αυστριακός από την Πράγα; Μα φυσικά, αυτό ακριβώς σημαίνει! (περισσότερα…)

Ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα

Νότος Ρεθύμνου, Λιβυκό πέλαγος, νησιά Παξιμάδια

 

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη, 2021

“Οδός άνω και κάτω μία”, έγραφε ο Ηράκλειτος και η Λίλα Τρουλινού, «κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας», το ίδιο χώμα πατώντας, αυτό που γενεές γενεών ποτίζουν με το αίμα τους άντρες και γυναίκες μιας μυστικής μινωικής ουσίας, με βήματα γερά, μας χαρίζει (μέσα από την έξοχη μορφή που πάντα προσφέρει η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα) ένα από τα πιο άξια λόγου μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Ένα μυθιστόρημα-ταξίδι προς την ωριμότητα, αφήγηση της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της παρουσίας στον κόσμο δυο ορφανών εφήβων, μέσα από την κάθοδό τους στο σκοτεινό σπήλαιο της ζωής που αναδεικνύεται χώρος μαθητείας με όργανα τόσο τη φαντασία των παραμυθιών όσο και τον οδυνηρό ρεαλισμό της Ιστορίας.

Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο Αγγελής και ο Χρυσάφης, ταξιδεύουν στο χρόνο, από την Ενετοκρατία ως την γερμανική Κατοχή (την κτηνωδία που τόσο πρόθυμα ξεχνάνε οι σταδιοδρόμοι ρεαλιστές), για να αποκαταστήσουν την τάξη της ύπαρξης μέσα στο οδυνηρό χάος της εποχής μας. Η κάθοδος αυτή σε ένα Καθαρτήριο, απαραίτητο βήμα γι’ αυτή την αποκατάσταση, τούτους τους καιρούς της εξαχρείωσης, μοιάζει περιπέτεια. Ποιος είναι τόσο καθαρός για να γίνει κριτής; Μονάχα δυο έφηβοι. Που τολμούν και καταδύονται στο ιστορικό βάθος της Κρήτης, βλέπουν κατάματα ίσκιους και φαντάσματα, ανθρώπους, υπανθρώπους, λέξεις και πράγματα, «όλα θαμμένα κάτω από τη μολυσμένη σκόνη της αχρονίας», χωρίς να χάνουν στιγμή, τον σκοπό τους, να βρουν δρόμους για τον ουρανό και τρόπους για τη γη.

Η Λίλα Τρουλινού ανασταίνει με τόλμη στιγμές, τοπία, μορφές και βλέμματα, λύπες και χαρές. Η γραφή της είναι ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα του λαού μας. Μια διαρκής απρόσμενη αύξηση του βάθους της γραφής αυτής όπου ο συμβολισμός δεν περιορίζεται σε παραστάσεις και δεν ρηχαίνει με κρίσεις λογικές. Η ψυχή μέσα σε ανάερα σχήματα ζει ανεμπόδιστα όλες τις φαντασίες της που αναδεύονται ως τα μύχια των ηρώων ενώ κάθε της χορδή πάλλεται για να δοθεί ολόκληρη στο εφηβικό όνειρό τους. Μια αγωγή προς το θαύμα αυτή η πορεία που δεν γεννά ένα νέο μύθο αλλά την κρυφή δύναμη που γεννά τους μύθους. Μια επιστροφή στη φύση που δίνει στην ψυχή τόνο δημιουργικό για να αποκριθεί στη μουσική που θα τη γεμίσει με αφθονία εξηγήσεων.

Εξαίσια χρήση της λεκτικής γλώσσας μα και της ομιλίας της σιωπής. Ένας ονειρικός οργασμός, ένα εκστατικό βύθισμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε υλική σύσταση και γίνονται ένα με τον εσώτερο εαυτό μας. Απλό το μυστικό της: στο ύψος της τέχνης δεν οδηγεί η ευφυής κατασκευή αλλά η βύθιση στο αίμα και στο χρόνο. Τα εκφραστικά σύμβολα που αποδίδουν τον εσωτερικό δυναμισμό μιας πλούσιας ζωής και δημιουργούν ένα αισθητικό αποτέλεσμα με πληρότητα και αυτάρκεια. Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφοποίηση που φτάνει ως τη σιωπή για να εικονίσει το άρρητο και το ανέκφραστο. Αυτή η γλώσσα μάς καθιστά μάρτυρες ενός δράματος που δεν μπορούμε να το αφήσουμε χωρίς να μιλήσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Σιρίν και Χοσρόης ή ένα λουτρό βιαστικά τελειωμένο

1808375027_2d13f7c50d_o

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πάντα είχα την υποψία ότι η σωτήρια μαγεία της Σεχραζάτ, που πλάνευε τον Σαχριάρ μέχρι το χάραμα της κάθε μέρας, δεν οφειλόταν μοναχά στου λόγου της το παραμυθητικό χάρισμα. Απόδειξη καμιά δεν είχα, αλλά να, μου φαινόταν ελάχιστο το διάστημα που απαιτούσε η αφήγηση των ιστοριών της κάθε νύχτας. Σέβομαι όμως το γεγονός πως τούτη η τελευταία παρθένα της ανονόμαστης (άρα της κάθε πολυάνθρωπης) πολιτείας κατάφερε να κρατήσει για χίλιες και μια νύχτες (δηλαδή ως την αιωνιότητα, την αντεκδικητικά εξιλαστική για τις ισάριθμες αδικοσφαγμένες συμπολίτισσές της) απαραμείωτη την προσήλωση του μυθικού Σάχη και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όμορφο κεφάλι της Σεχραζάτ πάνω στον αλαβάστρινο λαιμό της. Και μιας και λέξη δεν μπορώ να πω για τις άλλες, τις κρυφές κι ανείπωτές της (έτσι κι αλλιώς) χάρες, θα ξεκινήσω τη δική μου ιστόρηση με μιαν απ’ τις μυθικές της αφηγήσεις.

Την τριακοσιοστή ενενηκοστή πρώτη νύχτα λοιπόν, η περσίδα βεζυροπούλα ξετύλιξε την ιστορία του «Κισρά Παρβίζ, της Σιρίν και του ψαρά». Ο βασιλιάς Χοσρόης, Σαχανσάχ της Περσίας αγαπούσε τα ψάρια. Κι έτσι μια μέρα σ’ ένα ψαρά που του δώρισε ένα μεγάλο ψάρι, χάρισε τέσσερις χιλιάδες ντίρχαμ. Σαν τ’ άκουσε αυτό η Σιρίν είπε στον βασιλιά πως έπραξε αστόχαστα γιατί τώρα πια κάθε υπήκοός του θα συγκρίνει την αμοιβή του με το δώρο του βασιλιά στον απλό ψαρά. Και ζήτησε να τον καλέσουν πίσω και να τον ρωτήσει ο πολυχρονεμένος ηγεμόνας ποια ήταν η φύση του ψαριού, αρσενική ή θηλυκή. Σε κάθε πιθανή απάντηση ο βασιλιάς θα έλεγε πως επιθυμούσαν το αντίθετο, ζητώντας έτσι να επιστρέψει πίσω το χρηματικό ποσό που του είχε χαρίσει. Ο φτωχός μα πολυμήχανος ψαράς απηλογήθη πως το ψάρι ήταν σερνικοθήλυκο, κάνοντας τον βασιλιά να ξεκαρδιστεί στα γέλια και να τον φορτώσει με διπλά χρήματα. Για άλλη μια φορά μηχανεύεται κάτι κι επεμβαίνει η Σιρίν, προσπαθώντας να πάρει πίσω τα βασιλικά δωρήματα, αλλά ο απλός μα τετραπέρατος ψαράς καταφέρνει όχι μόνο να ματαιώσει κι αυτή την προσπάθειά της αλλά και ν’ αναγκάσει τον βασιλιά να στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα μέρη του βασιλείου του για να βροντοφωνάξουν πως κανενός δεν του πρέπει ν’ αφεθεί να οδηγηθεί από γυναίκεια συμβουλή. Γιατί όποιος ακολουθεί τη συμβουλή τους, χάνει μαζί με το ένα ντίρχαμ κι άλλα δυο. Κι η Σεχραζάτ γλυκά κι ανεπαίσθητα γλίστρησε κι έχωσε την άκρη της ιστορίας του Χοσρόη και της Σιρίν μέσα στην επόμενη, υφαίνοντας ως κι αυτή την αυγή το ατέλειωτο λεκτικό πλεχτό της στης γλώσσας τον αργαλειό τον ακαταπόνητο.

(περισσότερα…)

Ἄθως Δημουλᾶς, Ἄλλη

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Α Λ Λ Η

Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Άλλοτε και Αλλού, 1966
( Τα ποιήματα 1951-1985, Στιγμή 1986, σ. 129 )