Κύπρος

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)

«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477] (περισσότερα…)

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

«Ε! Ιστορία»: Από την κόπρο στη μεθιστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[2/12]

~.~

Το σχέδιο της Νέας Κρόνακας, της οποίας ο Σαμψών αποτελεί το δεύτερο στη σειρά μυθιστόρημα, εγείρεται ως σύλληψη το 2016 επί των ερειπίων του πρωτολείου, ομοουσίου της σχεδίου με τίτλο Κρόνακα, του οποίου το πρώτο –και τελευταίο– μυθιστόρημα φέρει τον ίδιο τίτλο.[37] Ανέκδοτα παραμένουν άλλα έξι μυθιστορήματα του εν λόγω κύκλου, έν τινι τρόπω αποκηρυγμένα, γραμμένα ανάμεσα στα 2014 και 2018, τα οποία ο Κυριάκος Μαργαρίτης ομαδοποιεί άτυπα ως Παλαιά Κρόνακα, έναντι της Νέας, με παιγνιώδη νύξη στο σχήμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Με εμφανή τον συσσωρευμένο μόχθο, ωριμότερη διάθεση, δομικότερη σύλληψη και πιο διασαφηνισμένη πορεία πλεύσης, η Νέα Κρόνακα φιλοδοξεί να απαρτιστεί από έντεκα μυθιστορηματικές τριλογίες, εκ των οποίων μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί η πρώτη (Εννέα, Σαμψών, Συμβάν 74). Κάθε τριλογία καλύπτει τις ταραγμένες δεκαετίες του κυπριακού προβλήματος 1950, 1960 και 1970, με κάθε τόμο να πραγματεύεται, αντιστοίχως, το έπος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα (1955–1959), τα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1960– ) και τα γεγονότα του Πραξικοπήματος και της Εισβολής, όχι χωρίς αναγωγές εντός ενός εκάστου από τη μία δεκαετία στην άλλη. Παρότι ο Μαργαρίτης είχε ανακοινώσει τη συμπερίληψη στη Νέα Κρόνακα άλλων δεκαεπτά δοκιμιακών τόμων,[38] από τους οποίους έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής οι έξι και εκ των οποίων ορισμένοι προέκυψαν εν παρόδω ως πάρεργα,[39] ο συγγραφέας, έχοντας περάσει από πολλές φάσεις του σχεδιασμού, φαίνεται να εντάσσει στο σχέδιό του προς το παρόν μόνο τα τριάντα τρία μυθιστορήματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε κάθε έναν από τους μυθιστορηματικούς τόμους, αλλά και στους δοκιμιακούς προστίθεται ένα παραρτηματικό postscriptum, το οποίο αναδεικνύει στοιχεία της μεθόδου εργασίας και πηγές που αξιοποιήθηκαν.

(περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Μισό αιώνα μετά την 20.7.1974

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Μισό αιώνα μετά την 20ή Ιουλίου του 1974

Τι σάλος και ο πρόσφατος, τι ρίγος, πόσος κοπετός! Χάρτες με τη διαμελισμένη Κύπρο και τη ματωμένη της γραμμή να κρέμονται απ’ όλα τα μπαλκόνια! Πλήθη σε δρόμους και πλατείες, συγκεντρώσεις τεράστιες, μαχητικές πορείες! Άνθρωποι που κατάλαβαν επιτέλους την αβυσσαλέα διαφορά του Έλληνα με τον ελληναρά, του πατριωτισμού με την πατριδοκαπηλία, της ώριμης εθνικής συνείδησης με τον δηλητηριώδη εθνικισμό. Πληθώρα εκδηλώσεων για την προδοσία της χούντας των Αθηνών, το πραξικόπημα των ανδρεικέλων της εναντίον του Μακαρίου, την επακόλουθη εισβολή του Αττίλα και την παράνομη κατοχή της βόρειας Κύπρου. Πικετοφορίες και καθιστικές διαμαρτυρίες για τους ξεριζωμένους από τα χώματά τους, τους νεκρούς και τους «αγνοούμενους» της τουρκικής θηριωδίας. Και τι επευφημίες, ενθουσιώδη χειροκροτήματα και ζητωκραυγές στα θέατρα, όταν μετά τη λήξη των παραστάσεων έβγαιναν οι ηθοποιοί ανεμίζοντας την κυπριακή σημαία με το ενιαίο νησί και τα δύο κλαδιά της ελιάς που συμβολίζουν την ειρηνική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων!

Ύστερα ξύπνησα, λιγάκι απότομα ομολογουμένως – γιατί με σκούντησε ο Σολωμός Σολωμού, εκείνο το παληκάρι που σκαρφάλωσε στον ιστό της τουρκικής σημαίας και σκοτώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα!

///

Ιδού το κείμενο, ιδού και το πήδημα!

Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο με στοιχειώδη θεατρική παιδεία, (ούτε έναν πιά!) που να αμφισβητεί το δικαίωμα του σκηνοθέτη να ανεβάζει ένα κλασσικό κείμενο με τον δικό του τρόπο. Να ξαναχύνει το περιεχόμενό του σε νέο καλούπι, να προτείνει παραλλαγές, να δοκιμάζει τα εκφραστικά μέσα που θεωρεί κατάλληλα για τη σύγχρονη απόδοσή του. Κι ακόμα: να αφαιρεί στίχους ή να προσθέτει εμβόλιμα άλλων συγγραφέων, να τροποποιεί την πλοκή ή να συνθέτει παράλληλα επεισόδια με επίκαιρους διαλόγους, να διαγράφει πρωταγωνιστικούς ρόλους ή να εισάγει καινούργια πρόσωπα στη δράση. Όλ’ αυτά ασφαλώς είναι θεμιτά και κρίνονται εκ του αποτελέσματος που επίσης ποικίλει: από το τερατούργημα ως το αριστούργημα. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, «Η ποίηση είναι δημόσιος λόγος»

*

Στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου ο ποιητής Γιάννης Πατίλης βρέθηκε στην Λευκωσία, για να παρουσιάσει στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου «Μιχάλης Πιερής», την συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό (Ύψιλον, 2023). Με την ευκαιρία της παρουσίασης αυτής, το ΝΠ αναδημοσιεύει την συνέντευξη που παραχώρησε στον Κύπριο ποιητή και δημοσιογράφο Γιώργο Χριστοδουλίδη για λογαριασμό του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ).

///

Θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια για το σκοπό του ταξιδιού στην Κύπρο αλλά και για την Κύπρο την ίδια, αν είναι ένας χώρος πέραν από γεωγραφικός, και συναισθηματικός για εσάς.

Ετούτη είναι η τέταρτη φορά που επισκέπτομαι το νησί σας. Τώρα έρχομαι με πρωτοβουλία αγαπημένων φίλων, της Σταματίας Λαουμτζή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, της Αυγής Λίλλη, και με τη στήριξη της Διεύθυνσης Γραμμάτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού καὶ του Πολιτιστικού Κέντρου Μιχάλης Πιερής, για να παρουσιάσω την Συγκεντρωτική Έκδοση ποιημάτων μου 1970-2022 με τίτλο Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό, που κυκλοφόρησε από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Ύψιλον, το 2023.

Γεννήθηκα στην Αθήνα, και θεωρώ την Κύπρο πολιτισμικά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πατρίδας μου, όπως, την Κρήτη, την Σάμο ή την Ήπειρο. Με πληγώνει το γεγονός ότι το νησί (ελεύθερο και κατεχόμενο), σφάγιο αιματηρό της αγγλικής αποικιοκρατίας, δεν είναι γεωπολιτικά ενωμένο με την υπόλοιπη Ελλάδα, όπως βαθύτατα επιθυμούσε η συντριπτικότατη πλειοψηφία του λαού της, αλλά και σχεδόν όλοι οι Έλληνες όπου γής. Αλλά περισσότερο με πληγώνει η εμπεδωμένη από χρόνων αίσθηση που ἐχω ότι για την κατάσταση αυτή ευθύνονται διαχρονικώς και ποικιλοτρόπως ανεύθυνες, αλλοπρόσαλλες και προδοτικές πολιτικές ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο, και ακολούθως μεγάλο και κρίσιμο μέρος της ελλαδικής και κυπριακής κοινωνίας που εκμαυλίστηκε από αυτές… Κατάντησε μικροπολιτική αυτό που ήταν το χρέος του λαού μας απέναντι στην ιστορία του. Τώρα και για την λέξη “λαός”, όπως και “πατρίδα” χρειάζεται λεξικό! Τις εκχωρούμε ευκολότερα  —και δικαίως—  στους μόνιμα εξεγερμένους και συστηματικώς αδικοσφαζόμενους Παλαιστίνιους απ’ ότι στον εαυτό μας! Όσο για τους ξένους, αυτοί κάνουν απλώς την δουλειά τους, όπως πάντα, αλλά τώρα περισσότερον αποτελεσματικά για τα συμφέροντά τους. (περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)