Κύπρος

Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί. (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο για το κυπριακό τραύμα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Μέρος Α΄

Στην αρχή νομίζαμε πως ήμασταν ένα μικρό νησί στην άκρη της Μεσογείου. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε πως ήμασταν η Ελβετία της Ανατολής, ο Παναμάς της Ευρώπης και η Σιγκαπούρη της Καρπασίας ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τροπικό νησί στον πλανήτη χωρίς τουλάχιστον μία εταιρεία, δύο δικηγορικά γραφεία και τρεις συμπατριώτες μας που να το αποκαλούν στρατηγική βάση.

Οι λέξεις «οφσόρ», «μαρίνες», «ακίνητα» και «καταπιστεύματα»  μπήκαν στη ζωή μας με φόρα, εμπλουτίζοντας το φτωχοποιημένο με τα χρόνια λεξιλόγιό μας.

Ολιγάρχες, μεγιστάνες και καταζητούμενοι έβρισκαν στο νησί μας όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια φιλόξενη θεσμική αγκαλιά. Τους διέκρινε μάλιστα μια αξιοσημείωτη προθυμία να θεωρηθούν δικοί μας άνθρωποι.

Τέτοια λοιπόν η έλξη του τόπου μας.

Με το πέρασμα των χρόνων, κατέληξαν να θεωρούνται όντα περίπου μυθικά, που είχαν συμφάγει με τους θεούς μας.

Κανείς μας δεν τους είχε δει πραγματικά. Πίσω απ’ τους πύργους και τ’ αδειανά διαμερίσματα αφήναμε τη φαντασία μας να τους πλάθει ελευθέρα, όπως συμβαίνει με τους λαϊκούς θρύλους ή με τους ήρωες ενός μυθιστορήματος.

Ένας εργολάβος ορκιζόταν πως συνάντησε κάποιον από αυτούς σε ιδιωτικό σαλόνι αεροδρομίου. Ένας μεσίτης πως είχε δει τη σκιά του να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου. Ένας δικηγόρος ισχυριζόταν πως του είχε σφίξει, μάλιστα, το χέρι.

Άλλοι εξήγαν χαλκό, άλλοι κρασί, άλλοι εσπεριδοειδή. Μαζί με τους επιφανέστερους λογοτέχνες της χώρας μας, οι επενδυτές έγιναν έτσι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς κυπριακότητας σε συσκευασία πολυτελείας.

Η χλίδα αυτή θύμιζε πράγματι την εποχή που Δημοκρατία πραγματικά έλαμπε κι ήταν σαν να πέφταν τότε τα λεφτά από τους ουρανούς. Άπλωναν όλοι τα χέρια για να τα μαζέψουν, αρπάζοντας με τις χούφτες τον αέρα. Βλέποντας τον συνάδελφο ή τον γείτονα να παίρνει καινούριο αυτοκίνητο ή μεγαλύτερη τηλεόραση, έστιλβαν τα ματάκια τους:

Το ’δες, το ’παιξες;

Σιγά σιγά πείθονταν μ’ αυτά και οι πιο απαιτητικοί οικονόμοι. Σε περίπτερα, καφενεία και πρακτορεία ταξί άκουγες μόνο για συγχωνεύσεις και εξαγορές, στους δε βρεφονηπιακούς σταθμούς ιστορίες για μετοχικά σπλιτ και αυξήσεις κεφαλαίου. Αισθητικοί, διανομείς και οικοκυρές αποτελούσαν πλέον το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό της χώρας. Μπετατζήδες, υδραυλικοί και κομμώτριες αποκτούσαν κωδικούς πρίμιουμ πρόσβασης στο Χρηματιστήριο. Ορισμένοι επένδυαν με τα χέρια, άλλοι εξ ακοής και κάποιοι ακόμα με τα μάτια κλειστά.

Οι ιδιοκτήτες των οικονομικών εφημερίδων δεν απευθύνονταν πια στις επενδυτικές ελίτ, πετυχαίνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι τραπεζίτες έτριβαν κι αυτοί τα χεράκια τους. Τη Χρυσή Εποχή τους διήνυαν επίσης οι μασέζ και τα παραλιακά θέρετρα. Η φούσκα, βέβαια, δεν άργησε να σπάσει, γκρεμίζοντας τις προσδοκίες τους. Οι μετοχές της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΑ», η τιμή των οποίων πράγματι είχε υπερδιογκωθεί, λέγεται ότι υπήρξαν ανάμεσα σε αυτές που έπαθαν τη μεγαλύτερη πανωλεθρία.

Από τότε όλοι το έριξαν στο ΚΙΝΟ και στο Πάμε Στοίχημα. Οι σκόρερ, οι κάρτες και τα κόρνερ στο αφρικανικό πρωτάθλημα είχαν, όπως φαίνεται, τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στις Απόκριες, οι Δημοκράτες ντύνονταν πλέον ξεφτιλισμένοι επενδυτές. Όταν στη Δημοκρατία ανακαλύφθηκε φυσικό αέριο, επιτυχία είχε και η στολή Σαουδάραβα με καρφιτσωμένα στο πέτο πετροδόλαρα.

Μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, τους μικροεπενδυτές απορρόφησαν επίσης τα καζίνο, που έκαναν κι αυτά χρυσές δουλειές, όπως και η εμπορία της ντομάτας, αϊρανιού, βενζίνης, σαλοτραπεζαρίας, τούβλων, μαρμάρων, καπνού για ναργιλέ και προσώπων.

Απ’ όταν επετράπη στο ελεύθερο τμήμα της Δημοκρατίας η ίδρυση και λειτουργία καζίνο, οι μικρομεσαίοι δεν χρειαζόταν πια να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για τις επενδυτικές τους δραστηριότητες, γεγονός που απεδείχθη επωφελές και για το εθνικό μας πρόβλημα. Στήθηκαν πια παντού τραπέζια και φρουτάκια. Το δε εντυπωσιακό καζίνο-θέρετρο, που ξεπέρασε σε επισκεψιμότητα όλες μαζί τις αρχαιολογικές μας τοποθεσίες, περιέχει πεντάστερο ξενοδοχείο πεντακοσίων δωματίων, σουίτες και επαύλεις, χώρο παιγνίου έκτασης 7.500 τ.μ., παγκοσμίου κλάσης εστιατόρια, μπαρ-καφέ, σπα-φίτνες, 1.200 τ.μ. εμπορικούς δρόμους και άλλα πολλά. Έτριβαν κι οι δολιοψαράδες τα ματάκια τους. Ελκύοντας περί τους 300.000 τουρίστες ετησίως, λύθηκε και το σοβαρό πρόβλημα της εποχικότητας, που μάστιζε τα παράλια. (περισσότερα…)

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)

«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477] (περισσότερα…)

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

«Η ιδεολογία είναι ο Σατάν»: Ελληνικότητα και Ορθοδοξία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[5/12]

~.~

Η καθαυτό θεολογική προσέγγιση του Κυριάκου Μαργαρίτη μαρτυρεί την αφομοίωση ενός γραμματειακού υποστρώματος το οποίο έχει τις αρχές του τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωσική πατερική θεολογία και τη δημιουργική πρόσληψή τους από την ελληνική θεολογία του ’60, η οποία γονιμοποίησε σύνολη τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική θεολογική προβληματική, με ειδική αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά.[265] Η σχέση του Μαργαρίτη με την εν λόγω παράδοση δεν αφορά τόσο σε τεκμαρτές επιδράσεις, όσο σε έννοιες, τάσεις, φιλοσοφικές αντιλήψεις και θεματικά κέντρα συγγενικά με τη μετά το ’60 θεολογική διανόηση, η οποία εν πολλοίς καθόρισε το πεδίο εντός του οποίου κινείται έκτοτε, συνειδητά ή ασύνειδα, η σύγχρονη θεολογική σκέψη στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαχωρίζει το σχέδιό του από νεότερους στοχαστές της Ορθοδοξίας που πλέουν στα νάματα της θεολογικής παράδοσης του ’60 (τον ίδιο τον Γιανναρά, τον Στέλιο Ράμφο, τον νεότερό τους Σωτήρη Γουνελά κ.ά.),[266] καθώς και την ειδικότερη έκφανση αυτής της ανανέωσης που απεκλήθη ανεπίσημα «νεοορθοδοξία»,[267] –ρεύμα το οποίο, καίτοι προερχόμενο από την Αριστερά, συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με τον προσδιορισμό της ελληνικότητας[268] και την πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα στη νεωτερική συνθήκη–, το θέμα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και μέρος των ζητημάτων που ήγειρε η ομάδα αυτή στοχαστών είναι ανιχνεύσιμα σε όλα τα μέχρι στιγμής εκδοθέντα βιβλία της Νέας Κρόνακας. Επιπλέον, και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ως ουσιαστικότερη ή και αποκλειστική τη σχέση του με τον αγιορείτικο ησυχασμό,[269] η οποία οπωσδήποτε καλεί σε εξειδικευμένες θεολογικές προσεγγίσεις, η ένταξη στην ανάλυσή μας της προβληματικής που αρθρώθηκε εντός του ανωτέρω θεολογικού κριτικού πλαισίου, η οποία αναπτύσσεται στην ένταση ή και τη δυναμική ανάμεσα στην ελληνικότητα και την Ορθοδοξία, την Ανατολή και τη Δύση ή ακόμα την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, παρουσιάζει στην περίπτωση της Νέας Κρόνακας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δύναται να παρέχει, όπως επιθυμώ να καταδείξω, δομικούς άξονες κατανόησής του.

4.1 Η νεοορθοδοξία ως ιδεολόγημα

Ο όρος «νεοορθοδοξία», ο οποίος υιοθετείται στο παρόν κείμενο σχηματικά, εδραιώθηκε ερήμην των φορέων του, οι οποίοι ποτέ δεν συγκροτήθηκαν ως ομάδα,[270] με αναφορά σε ορισμένους στοχαστές της Αριστεράς (κυρίως τους Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο, Κωστή Μοσκώφ, Κώστα Ζουράρι και Διονύση Σαββόπουλο), κομματικής ή ανένταχτης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους αποκλίσεις, προκειμένου να προσδιορίσει ό,τι κρυσταλλώθηκε στον δημόσιο λόγο ως θεολογική και φιλοσοφική στάση κατά τη δεκαετία του ’80, με σταθερή αναφορά στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, την αντιπαραβολή αυτού προς τη Δύση, αλλά και τον διάλογό του με τον μαρξισμό. (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

«Ε! Ιστορία»: Από την κόπρο στη μεθιστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[2/12]

~.~

Το σχέδιο της Νέας Κρόνακας, της οποίας ο Σαμψών αποτελεί το δεύτερο στη σειρά μυθιστόρημα, εγείρεται ως σύλληψη το 2016 επί των ερειπίων του πρωτολείου, ομοουσίου της σχεδίου με τίτλο Κρόνακα, του οποίου το πρώτο –και τελευταίο– μυθιστόρημα φέρει τον ίδιο τίτλο.[37] Ανέκδοτα παραμένουν άλλα έξι μυθιστορήματα του εν λόγω κύκλου, έν τινι τρόπω αποκηρυγμένα, γραμμένα ανάμεσα στα 2014 και 2018, τα οποία ο Κυριάκος Μαργαρίτης ομαδοποιεί άτυπα ως Παλαιά Κρόνακα, έναντι της Νέας, με παιγνιώδη νύξη στο σχήμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Με εμφανή τον συσσωρευμένο μόχθο, ωριμότερη διάθεση, δομικότερη σύλληψη και πιο διασαφηνισμένη πορεία πλεύσης, η Νέα Κρόνακα φιλοδοξεί να απαρτιστεί από έντεκα μυθιστορηματικές τριλογίες, εκ των οποίων μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί η πρώτη (Εννέα, Σαμψών, Συμβάν 74). Κάθε τριλογία καλύπτει τις ταραγμένες δεκαετίες του κυπριακού προβλήματος 1950, 1960 και 1970, με κάθε τόμο να πραγματεύεται, αντιστοίχως, το έπος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα (1955–1959), τα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1960– ) και τα γεγονότα του Πραξικοπήματος και της Εισβολής, όχι χωρίς αναγωγές εντός ενός εκάστου από τη μία δεκαετία στην άλλη. Παρότι ο Μαργαρίτης είχε ανακοινώσει τη συμπερίληψη στη Νέα Κρόνακα άλλων δεκαεπτά δοκιμιακών τόμων,[38] από τους οποίους έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής οι έξι και εκ των οποίων ορισμένοι προέκυψαν εν παρόδω ως πάρεργα,[39] ο συγγραφέας, έχοντας περάσει από πολλές φάσεις του σχεδιασμού, φαίνεται να εντάσσει στο σχέδιό του προς το παρόν μόνο τα τριάντα τρία μυθιστορήματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε κάθε έναν από τους μυθιστορηματικούς τόμους, αλλά και στους δοκιμιακούς προστίθεται ένα παραρτηματικό postscriptum, το οποίο αναδεικνύει στοιχεία της μεθόδου εργασίας και πηγές που αξιοποιήθηκαν.

(περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Μισό αιώνα μετά την 20.7.1974

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Μισό αιώνα μετά την 20ή Ιουλίου του 1974

Τι σάλος και ο πρόσφατος, τι ρίγος, πόσος κοπετός! Χάρτες με τη διαμελισμένη Κύπρο και τη ματωμένη της γραμμή να κρέμονται απ’ όλα τα μπαλκόνια! Πλήθη σε δρόμους και πλατείες, συγκεντρώσεις τεράστιες, μαχητικές πορείες! Άνθρωποι που κατάλαβαν επιτέλους την αβυσσαλέα διαφορά του Έλληνα με τον ελληναρά, του πατριωτισμού με την πατριδοκαπηλία, της ώριμης εθνικής συνείδησης με τον δηλητηριώδη εθνικισμό. Πληθώρα εκδηλώσεων για την προδοσία της χούντας των Αθηνών, το πραξικόπημα των ανδρεικέλων της εναντίον του Μακαρίου, την επακόλουθη εισβολή του Αττίλα και την παράνομη κατοχή της βόρειας Κύπρου. Πικετοφορίες και καθιστικές διαμαρτυρίες για τους ξεριζωμένους από τα χώματά τους, τους νεκρούς και τους «αγνοούμενους» της τουρκικής θηριωδίας. Και τι επευφημίες, ενθουσιώδη χειροκροτήματα και ζητωκραυγές στα θέατρα, όταν μετά τη λήξη των παραστάσεων έβγαιναν οι ηθοποιοί ανεμίζοντας την κυπριακή σημαία με το ενιαίο νησί και τα δύο κλαδιά της ελιάς που συμβολίζουν την ειρηνική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων!

Ύστερα ξύπνησα, λιγάκι απότομα ομολογουμένως – γιατί με σκούντησε ο Σολωμός Σολωμού, εκείνο το παληκάρι που σκαρφάλωσε στον ιστό της τουρκικής σημαίας και σκοτώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα!

///

Ιδού το κείμενο, ιδού και το πήδημα!

Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο με στοιχειώδη θεατρική παιδεία, (ούτε έναν πιά!) που να αμφισβητεί το δικαίωμα του σκηνοθέτη να ανεβάζει ένα κλασσικό κείμενο με τον δικό του τρόπο. Να ξαναχύνει το περιεχόμενό του σε νέο καλούπι, να προτείνει παραλλαγές, να δοκιμάζει τα εκφραστικά μέσα που θεωρεί κατάλληλα για τη σύγχρονη απόδοσή του. Κι ακόμα: να αφαιρεί στίχους ή να προσθέτει εμβόλιμα άλλων συγγραφέων, να τροποποιεί την πλοκή ή να συνθέτει παράλληλα επεισόδια με επίκαιρους διαλόγους, να διαγράφει πρωταγωνιστικούς ρόλους ή να εισάγει καινούργια πρόσωπα στη δράση. Όλ’ αυτά ασφαλώς είναι θεμιτά και κρίνονται εκ του αποτελέσματος που επίσης ποικίλει: από το τερατούργημα ως το αριστούργημα. (περισσότερα…)