Day: 28.07.2026

To Εκείθεν και το Εντεύθεν στο νόημα των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Για να γνωρίσει κάποιος το νόημα μια λέξης, δεν αρκούν οι υποδείξεις τρίτων, αλλά, όπως είδαμε (Φιλοσοφικό Ημερολόγιο #11), είναι απαραίτητη η τριβή με τις λέξεις και η εξάσκηση στη χρήση τους. Περνώντας από το γνωσιολογικό στο οντολογικό ερώτημα, ας αναζητήσουμε ποια είναι η φύση του νοήματος των λέξεων, πούθε σχηματίζεται. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η φυσική γλώσσα έχει μια λογική δομή, και οι λέξεις, παρά την ενδεχόμενη πολυσημία τους, διαθέτουν ένα νοηματικό πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο στο χρόνο, προερχόμενο Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Η αναζήτηση ενός τέτοιου Εκείθεν, ενός φορμαλισμού στη φυσική γλώσσα, μιας λογικής αναγκαιότητας, βρίσκεται στις απαρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας (όπως στο έργο των Φρέγκε και Ράσσελ) οδηγώντας μεταξύ άλλων και στις τυπικές γλώσσες που μετεξελίχθηκαν στις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού των υπολογιστικών μηχανών.

Έστω ότι το νόημα των λέξεων καθορίζεται Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας, χάρη σε κάποιους υπερκείμενους γλωσσικούς κανόνες. Η δε αποκάλυψη αυτών των σταθερών και αναλλοίωτων κανόνων, το ξεσκέπασμά τους από τη σκόνη και τα χώματα της φευγαλέας εμπειρίας, είναι σε θέση να μας φέρει αντίκρυ στην καθαρή και κρυστάλλινη λογική δομή της γλώσσας· στην ιδανική της μορφή. Όμως η υπόθεση ότι οι γλωσσικοί κανόνες καθορίζονται στο Εκείθεν, εξοστρακίζοντας την ανθρώπινη συμμετοχή από τη διαμόρφωση των κανόνων, μας αφήνει αβοήθητους στον προσανατολισμό μας, γιατί έτσι οι κανόνες καθίστανται απρόσιτοι. Δεν μπορεί κάποιος εντέλει να γνωρίζει αν τους έχει όντως κατανοήσει ή αν ακολουθεί έωλες ερμηνείες. Χωρίς κάτι ανθρώπινο στη φύση των γλωσσικών κανόνων, αυτοί δεν γίνονται προσιτοί στα αόρατα ύψη τους, με αποτέλεσμα να μένει απρόσιτη και η κατεύθυνση που υπαγορεύουν.

Πράγματι, το μόνο που απομένει σε κάποιον για να ελέγξει τι λέει και τι γράφει, είναι να σχηματίσει μία ερμηνεία των λέξεων, και να συγκρίνει όσα λέει και γράφει με αυτή την ερμηνεία. Αλλά ποια ερμηνεία είναι από μόνη της η τελεσίδικα αποδεκτή; Μία ερμηνεία φέρνει την ανάγκη για μία ερμηνεία της ερμηνείας κ.ο.κ., με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ένα φαύλο κύκλο. Το δε Εκείθεν δεν είναι προσβάσιμο, οπότε δεν καταδεικνύεται μέσω αυτού η αποδεκτή ερμηνεία. Οπότε, «κάθε ερμηνεία κρέμεται στον αέρα μαζί με εκείνο που ερμηνεύει και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα» (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, § Ι. 198). Κατ’ αναλογία με τη θεολογική προσέγγιση, ο Θεϊκός Λόγος στο Εκείθεν έγινε προσπελάσιμος από τους ανθρώπους χάρη στον Θεάνθρωπο, μέσω των έργων και λόγων του στο Εντεύθεν, όπως εκτίθενται στην Καινή Διαθήκη.

Το ολισθηρό Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας

Έστω λοιπόν ότι το νόημα των λέξεων σχηματίζεται Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Πιο συγκεκριμένα, σχηματίζεται μέσα στην ανθρώπινη κοινότητα· από αριθμό πληθυντικό. Όμως τοποθετώντας το νόημα στο Εντεύθεν, υπάρχει ο κίνδυνος της διολίσθησης στον σχετικισμό του νοήματος, άπαξ και η οριοθέτηση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο αποκοπεί από κάθετι εκτός της ανθρώπινης προοπτικής, από κάθετι αντικειμενικό. Το νόημα κινδυνεύει να αφεθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα μιας συνάθροισης ανθρώπων, ενδεχομένως τυφλής και περιστασιακής, χωρίς να συγκαθορίζεται από κάτι που να ξεπερνά τις γνώμες αυτής ακριβώς της συνάθροισης . Ή να αφεθεί στην αρμοδιότητα μιας εξουσίας που σταδιακά επιβάλλει ένα συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις (ας αναλογιστούμε το δυστοπικό σενάριο που εκτίθεται στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ).

Ο σχετικισμός γίνεται ακραίος, αν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει, για παράδειγμα, πως ένα αντικείμενο είναι σφαιρικό, ένας άλλος να υποστηρίζει πως είναι κυβικό, και τελικά να έχουν και οι δύο το ορθό με το μέρος τους. Οπότε καταργείται η διάκριση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο νόημα, αφού ό,τι νομίζει κάποιος ορθό, θα είναι και ορθό. Ο σχετικισμός αποκτά σκεπτικιστικές προεκτάσεις, αν συνδυαστεί με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει κάτι που να χαρίζει την ορθότητα σε έναν εκ των δύο συνομιλητών.

Έστω λοιπόν ότι οι γλωσσικοί κανόνες, και συνακόλουθα το νόημα των λέξεων, δεν καθορίζονται στο αόρατο και απροσπέλαστο Εκείθεν αλλά στο ορατό και απτό Εντεύθεν. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση, ή αλλιώς την κοινότητα των ανθρώπων. Όμως άπαξ και το νόημα κατά την αναφορά των λέξεων σε αντικείμενα είναι διυποκειμενικό, δεν χάνει απαραίτητα την τριβή του με αυτά ακριβώς τα αντικείμενα, δηλαδή με κάτι ανεξάρτητο από τη βούληση μίας ομάδας ανθρώπων. Να λέμε «η γη κινείται» ανταποκρινόμενοι στη σχέση γης και ήλιου, ακόμα και αν κάποιοι αποφασίσουν να λένε «ο ήλιος κινείται». Η αντικειμενικότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από το Εκείθεν της λογικής αναγκαιότητας. Αρκεί με κάποιον τρόπο να εισέρχονται και τα αντικείμενα στον καθορισμό του νοήματος.

Το στοίχημα της διυποκειμενικότητας

Αναζητώντας την αντικειμενικότητα, μπορούμε να στραφούμε από το απροσδιόριστο Εκείθεν στον απτό περιβάλλοντα χώρο μας. Υπάρχει, πράγματι, η ανάγκη να μην εξαλειφθεί από το νόημα  η τριβή με κάτι ανεξάρτητο των ανθρώπων. Το ανεξάρτητο ετούτο είναι η φυσική νομοτέλεια στην οποία υπακούει το κάθε αντικείμενo. Αυτή η τριβή, η επικοινωνία μέσω ενός «ρεπορτάζ των αντικειμένων», προσδίδει εγκυρότητα στις λέξεις των εκάστοτε πρακτικών, χωρίς αυτές να αφήνονται αποκλειστικά στα χέρια μίας ενδεχομένως περιστασιακής συνάθροισης ανθρώπων∙ ή μιας συγκυριακής άποψης που καλλιεργείται από ομάδες ανθρώπων με βάση σκοπιμότητες διαφορετικές από την αλήθεια.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις σκόπιμο είναι η διυποκειμενικότητα να φιλοξενεί, ή και να ενσωματώνει, μια υποκειμενική προοπτική, αρχικώς αποκλίνουσα από εκείνη που έδειχνε να συμμερίζεται μία κοινότητα ανθρώπων. Το υποκειμενικό αίσθημα κάποιου όταν αναφωνεί «θάλασσα!» να φιλοξενείται στο νόημα της λέξης αυτής, έστω και ως αμυδρή απόχρωση. Μήπως όμως η απόχρωση αυτή, αναιρεί τη στερεότητα του νοήματος; Όχι, γιατί δεν ακυρώνει το γεγονός ότι με τη λέξη «θάλασσα» αναφερόμαστε στη γνωστή υδάτινη επιφάνεια. Απλώς αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της, απαραίτητη σε ορισμένες πρακτικές. Πτυχή «δεμένη» με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Εξάλλου, η εκάστοτε πρακτική διαμορφώνει τους δικούς της όρους για να οδηγήσει σε έναν ελεύθερο προσανατολισμό. Γι’ αυτό και σε ορισμένες πρακτικές είναι απελευθερωτικό το να μπορείς να λες 2+2=4 (στο 1984 του Όργουελ), ενώ σε κάποιες άλλες είναι απελευθερωτικό το 2+2=5 (στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι).

Όπως φάνηκε, το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό. Παρόλ’ αυτά η διυποκειμενικότητα, ξεφεύγοντας από τη Σκύλλα του Εκείθεν, δεν πέφτει απαραίτητα στη Χάρυβδη του σχετικισμού. Το νόημα μπορεί να διασώζει μιαν αντικειμενική αναφορά στα πράγματα, δηλαδή να λέω «θάλασσα» και να αναφέρομαι στη θάλασσα. Να μπορώ να λέω, κατά το λαϊκότερον, «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Εκτός αυτού, σε συγκεκριμένες πρακτικές και περιστάσεις η λέξη «θάλασσα» χρειάζεται να φιλοξενεί υποκειμενικές νοηματικές αποχρώσεις. Να περιέχει ιριδισμούς που αποδίδουν το ιδιαίτερο βίωμα που μπορεί να έχω από τη θάλασσα. Οπότε όντας το νόημα των λέξεων διυποκειμενικό, να μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Ο δε χώρος που θα αφεθεί είτε στη μία –την αντικειμενικότητα– είτε στην άλλη –την υποκειμενικότητα– είναι συνυφασμένος με την εκάστοτε πρακτική, τη συγκυρία και το στοίχημα που κάποιος βάζει μαζί της.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #12

*

*

Περί λογοτεχνικών καλλιστείων

Πηγή εικόνας: Bookpress

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Διαβάζει κανείς με ενδιαφέρον και απορία τα αποτελέσματα της «μεγάλης έρευνας» της Bookpress και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, κατά την οποία, αντιγράφω από τον σχετικό ιστότοπο,

«55 προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου, 55 ειδικευμένοι αναγνώστες —λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί φιλολογικών τμημάτων, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι— κλήθηκαν να επιλέξουν η καθεμιά και ο καθένας 20 τίτλους ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά από το 1975 μέχρι και το 2025.

Στόχος να αναδειχτούν

«τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία των τελευταίων 50 ετών (1975-2025)».

Με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διαβάζουμε την διαπίστωση των υπευθύνων της έρευνας πως ο καταρτισθείς κατάλογος αποτελεί

«Μια δεξαμενή βιβλίων που μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τους μελετητές του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και ως έγκυρος ενδεικτικός κατάλογος με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό.»

Ως προς το πρώτο σκέλος, θα συμφωνούσαμε ότι πράγματι μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο για να μελετηθούν οι τάσεις που διαμορφώνουν το προσωπικό γούστο, η εποπτεία που έχει ο αναγνώστης-κριτής, η προβολή που τυχαίνει να έχουν λάβει –κάποια από– τα βιβλία, προβολή που διαμορφώνεται συχνά από το πυκνό πλέγμα των δικτύων επικοινωνίας κ.λπ., οι αναγνωστικές προτιμήσεις και σε δεύτερο βαθμό η αξία του κρινόμενου έργου. Πεδίο ερεύνης λαμπρό για τον ερευνητή του παρόντος και του μέλλοντος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης, ότι ο κατάλογος αποτελεί έγκυρο ενδεικτικό κατάλογο με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό, εγείρεται ακόμα μεγαλύτερη απορία πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί έγκυρος ένας κατάλογος ο οποίος δεν περικλείει τον ύστερο Λειβαδίτη ή την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή από τους νεότερους την Δήμητρα Χριστοδούλου. Αν ανατρέξει βέβαια κάποιος στην αναλυτικότερη λίστα των βιβλίων που ψηφίστηκαν έστω και με μία ψήφο, θα βρει τα ονόματα που προανέφερα όπως και άλλα σημαντικά, αν περιοριστεί ωστόσο στα αποτελέσματα της βραχείας λίστας αυτών των καλλιστείων, ματαίως θα ψάχνει. Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, οι Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, έργα-σταθμός στην ελληνική ποίηση δεν απαντούν πουθενά.

Πόσο χρήσιμος μπορεί να είναι ένας τέτοιος κατάλογος που στον λιγότερο υποψιασμένο, στον νεότερο ίσως αναγνώστη προτείνει αυτά και όχι άλλα βιβλία; Τι καταλαβαίνει αυτός ο αναγνώστης όταν βλέπει άξιους βέβαια πεζογράφους να εκπροσωπούνται με τρία βιβλία αλλά μείζονες ποιητές να απουσιάζουν; Πόσο δικαιούται μια τέτοια λίστα να αποτελέσει οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα στατιστικό εργαλείο που αποτυπώνει, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της, τα πεπερασμένα, υποκειμενικά, παρατυχόντα συμπεράσματα ενός μέρους, έστω και του «αρμοδιοτέρου», των αναγνωστών; Πόσο επίσης επικίνδυνο και παραπλανητικό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο όταν εγείρει αξιώσεις λογοτεχνικού κανόνα; Πράγμα που φαίνεται βέβαια να έχουν υπόψιν οι υπεύθυνοι της έρευνας γράφοντας:

«Η υποκειμενική ματιά, το προσωπικό γούστο, ο πλουραλισμός, παραμένουν οι πλέον ισχυροί παράγοντες που καθορίζουν τον λογοτεχνικό κανόνα στις μέρες μας – αν μας επιτρέπεται, με τόση μεγάλη διασπορά στις προτιμήσεις, να κάνουμε ακόμη χρήση αυτής της έννοιας.»

Μετά από αυτό, θα ρωτούσε κάποιος, προς τι μια τέτοια ή οποιαδήποτε παρόμοιου τύπου έρευνα; Για να εξαχθούν ίσως διδακτικά και ενίοτε πικρά συμπεράσματα: από ποιον γράφεται η ιστορία της λογοτεχνίας, απ’ το κοινό ή τους επαΐοντες; Με τι κριτήρια ψηφίζουν οι επαΐοντες; Από ποιον διαμορφώνονται οι αναγνωστικές προτιμήσεις, από τους αναγνώστες που μειώνονται και που γυρνούν την πλάτη σε όλες τις στατιστικές και τις συνταγές ψυχωφελούς ανάγνωσης ή από τους εκάστοτε ειδικούς, δέσμιους των δικών τους προϊδεάσεων ή ακόμα και προσωπικών σχέσεων;

Ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι αν είναι λογικό να συμπεριληφθούν στην ίδια λίστα βιβλία που ανήκουν σε διαφορετικό είδος του λόγου – ποίηση και πεζογραφία – και υπαγορεύουν διαφορετική αναγνωστική πρόσληψη. Μια τέτοια συμπερίληψη εική και ως έτυχεν δημιουργεί ενστάσεις ως προς την ομοιογένεια των κριτηρίων. Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει κάποιος στην ένσταση αυτή με το επιχείρημα της μεγάλης δημοκρατίας της αναγνωστικής αγοράς που αποτυπώνει αδήριτα τη δημοφιλία και την επιδραστικότητα του κάθε είδους λόγου και την αναντίλεκτη πρωτοκαθεδρία του πεζογραφήματος στις αναγνωστικές προτιμήσεις, πραγματικότητα που δεν χωράει αμφισβήτηση ούτε και γκρίνια. Το μυθιστόρημα παρηγορεί και ταξιδεύει μέσα στον πλατύ του χρόνο, παρέχοντας την ψευδαίσθηση ότι μιλά για τη ζωή την ώρα που αυτή ακριβώς συμβαίνει, ενώ η ποίηση συχνά μιλά για τη ζωή μετά την ζωή επιχειρώντας το ακατόρθωτο, να πυκνώσει στη μικρή χωρικότητά της ένα τόσο μεγάλο άνυσμα χρόνου έτσι που αυτός διαρρηγνύει τα τοιχία των λέξεων διαρρέοντας αδιάγνωστος. Γι’ αυτό και η ποίηση συχνά αντιμετωπίζεται με την ευγενική συγκατάβαση απέναντι στα προστατευόμενα, καθότι υπό εξαφάνιση, είδη ζωής που η βιοποικιλότητα των ιδεών επιβάλλει την ύπαρξή της, αν και ανομολόγητα προβλέπεται η φθίνουσα διάρκειά της.

Το μόνο συμπέρασμα που κανείς μπορεί να βγάλει είναι να μην ξεχάσει να θυμηθεί να διαβάσει για πρώτη ή για μια ακόμα φορά Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, τις Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα.

*

**