Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

Θὰ ἦταν ἄδικο ἢ δίκαιο νὰ καταχωρίσουμε τὸν Καλογερόπουλο στὴ χορεία τῶν χριστιανῶν συγγραφέων; Θὰ ἦταν μήπως προτιμώτερο νὰ τὸν λογίσουμε ὡς εὐρύτερα μεταφυσικό, βγάζοντας ἔτσι ἀπὸ πάνω του τὴ στενὴ ταυτότητα τοῦ ἔνθεου γραφιᾶ; Πρόκειται γιὰ ἕνα κεντρικὸ θέμα στὰ γραπτά του ἡ χριστιανικὴ πίστη, γιὰ ἕνα ποίκιλμα, γιὰ μιὰν ἀντανακλαστικὴ συμπεριφορά; Εἶναι ὅλα αὐτὰ μαζί; Σὲ κάθε περίπτωση, θὰ ἦταν περιοριστικὸ νὰ ἐκκινήσουμε ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀπόφανση. Κι’ αὐτὸ ἐπειδή, ὅσο κι’ ἂν ἐπανέρχονται τὰ ζητήματα αὐτὰ στὸ ἔργο τοῦ Ἄγγελου, θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε μιὰ τέτοια —θετικὰ ἔστω σημασμένη— προκατάληψη σὲ ἕναν ἑρμηνευτικὸ κύκλο ὅπου ὅλα θὰ ξεκινοῦσαν καὶ θὰ τελείωναν στὸ «σημεῖο-Χριστός», ὅπως λέει σὲ ἕνα κείμενό του γιὰ τὸν Νίκο Καροῦζο ὁ ποιητὴς Γιάννης Πατίλης, ἀναγκάζοντάς μας εἴτε νὰ φληναφοῦμε εἴτε νὰ σιωποῦμε δίχως αἰτία νὰ ποῦμε καὶ τίποτα. Ἔτσι, ἡ Κήρυξις ἀφανείας εἶναι καλὸ καὶ δίκαιο νὰ λογιστεῖ ἕνα βιβλίο ἑνὸς συγγραφέα-μὲ-θέση, ὅπως εἶναι ἄλλωστε ὁ Ἄγγελος Καλογερόπουλος. Μιὰ “θέση”, ἡ ὁποία ξεκινᾶ μὲν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἐξακτινώνεται δὲ σὲ πολλαπλὲς κατευθύνσεις ποὺ μεταπλάθουν τὴν πραγματικότητα ὄχι μέσα ἀπὸ ἕνα ἕτοιμο καλούπι, ἀλλὰ σὲ πολλαπλὲς ἀνόμοιες μεταξύ τους ἐκδοχὲς ποὺ συντείνουν στὸ ἴδιο τέλος.

Ἡ ὑβριδικότητα τοῦ βιβλίου ἐπισημάνθηκε καὶ προηγουμένως. Ἡ συναρμογὴ ποίησης, πεζῆς ἀφήγησης, χρονογραφήματος, τραγουδιοῦ, δραματικῆς φόρμας μὲ ἀρχαῖα (βλ. χορός) καὶ σύγχρονα (βλ. ἀφηγητής, ποιητής κ.λπ.) στοιχεῖα, μουσικῆς ἔστω μὲ τὴ μορφὴ τῆς βυζαντινῆς παρασημαντικῆς, παράθεσης παρτιτούρων δυτικῆς σήμανσης, ὑποσελιδίων σκηνοθετικῶν καὶ σκηνογραφικῶν ὁδηγιῶν, μεταφράσεων χριστιανικῶν λειτουργικῶν κειμένων (Ἰδιόμελο σὲ Ἤχο πλ. β΄ ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀποκριᾶς, σσ. 50-51), παράθεσης στίχων ἄλλων συγγραφέων (βλ. τοὺς στίχους τοῦ Θοδωρῆ Καλογερόπουλου, ἀποδημήσαντος ἀδερφοῦ τοῦ Ἄγγελου [«Τῶν ψυχῶν γειτονιές», σ. 47]), ὅλα αὐτά, λοιπόν, συναρμοσμένα σὲ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο ποὺ παραπέμπει σὲ μιὰν ἀνατολικὴ —ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε— ὄπερα, ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη καὶ οἱ τρόποι ἐντὸς τῶν εἰδῶν ποὺ ἀπαντοῦν στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου, φανερώνουν ἐκ προοιμίου μιὰ τάση τοῦ Καλογερόπουλου πρὸς τὴ δημιουργία ἑνὸς ὁλιστικοῦ ἔργου ποὺ μέσα ἀπὸ μιὰ νεωτερικὴ ἐπινόηση (πολυειδία) προσεγγίζει τὸν ἀρχαῖο τύπο τῆς Λειτουργίας, μιᾶς μυσταγωγίας τελετουργικῆς, ποὺ ἔχει στόχο νὰ ἐντάξει τὸν ἀναγνώστη καὶ τὴν ἀναγνώστρια σὲ ἕνα περιγεγραμμένο σύμπαν μὲ αἰτιακὲς συνδέσεις, ξεκάθαρους στόχους καὶ διαυγῆ οἰκονομία.

~.~

Τὰ πρόσωπα τοῦ βιβλίου παρουσιάζονται ἐξαρχῆς καὶ ἐκδιπλώνονται σταδιακά. Ἀρχικὰ ἐμφανίζεται ὁ ποιητής, ὁ ὁποῖος δίνει τὸ ἀρχικὸ πλαίσιο τοῦ βιβλίου σὲ μιὰ συνοπτικὴ μορφή, μὲ ὅλες τὶς παραμέτρους ποὺ χαρακτηρίζουν μορφολογικὰ τὸ βιβλίο. Περιλαμβάνονται στοὺς στίχους τοῦ πρώτου ποιήματος τόσο τὰ λόγια του ὅσο καὶ οἱ σκηνοθετικὲς ὁδηγίες ποὺ ὁρίζουν τὴ μουσικὴ διάσταση τοῦ ἔργου:

Καὶ μετά;
               Παύση ὁλοκλήρου.
Μετὰ πηγαίνουν οἱ ψυχὲς στὸν οὐρανό.
                           Παύση ἡμίσεος.
Μὰ δὲν ὑπάρχει οὐρανός!
                                       Παύση τετάρτου.
Κι ὅμως αὐτὸ ποὺ λέμε οὐρανὸς πάντα ὑπάρχει.
                                                   Παύση ὀγδόου.
Καὶ μετά;
               Παύση ἀκεραίου.
Da capo.

Στὴν οὐσία, λοιπόν, τὰ λόγια τοῦ ποιητῆ περιλαμβάνουν ὅλη τὴ διασκεπτικὴ πορεία τῆς Κήρυξεως ἀφανείας, ὡς νὰ τὰ ἔλεγαν οἱ βασικοὶ πρωταγωνιστὲς τοῦ βιβλίου. Παράλληλα, οἱ μουσικὲς παύσεις ἔρχονται νὰ συνδεθοῦν καὶ σὲ νοηματικὸ ἐπίπεδο μὲ τὸν κάθε στίχο, γιὰ νὰ καταλήξουν τὰ μουσικὰ αὐτὰ κελεύσματα σὲ μιὰν ἰδεολογικὴ ἀναφορὰ ποιητικῆς. Τὸ «Da capo» (ποὺ σημαίνει «ἀπὸ τὴν κεφαλή», «ἀπὸ τὴν ἀρχή», «ξανά») ἔρχεται νὰ δηλώσει τὴν ἀέναη ἐπιστροφὴ αὐτῆς τῆς ἀλληλοδιαδοχῆς βεβαιοτήτων καὶ ἀμφιβολιῶν, τὴν ἀνθρώπινη δηλαδὴ συνθήκη ποὺ δὲν σταματάει ποτὲ καὶ πάντοτε ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀρχή, ξανὰ καὶ ξανά, σὲ ἕνα μοτίβο σημαίνουσας κι’ ὄχι ἁπλῶς αὐτόματης ἐπανάληψης.

Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχή, λοιπόν, τὰ πρόσωπα δηλώνονται καὶ παράλληλα κρύβονται, μὲ στόχο τὴν ἐκδίπλωσή του καθ’ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ βιβλίου. Τὰ «Εἰδησάρια» τοῦ δεύτερου μέρους ἔρχονται νὰ δηλώσουν τὴν καθημερινὴ δραματουργία τῆς Κτίσης, μ’ ὅλα τὰ εὐχάριστα καὶ δυσάρεστα, μὲ ὅλα τὰ ἐν Χριστῷ γιγνόμενα, ποὺ οἱ ἀναγνῶστες θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ παρακολουθήσουν παρακάτω. Τὴν πορεία τοῦ πρεζάκια Νικόλα Νικολάου, τὴν ἐμφάνιση τῆς γυναίκας ποὺ τὸν βρίσκει νεκρό, τῆς συζύγου του Αἰμιλίας καὶ τῆς μητέρας του Ρίτας, τοῦ γιοῦ του Ἀναστάση, τοῦ Ἀνέστη, νεκροῦ νεαροῦ μὲ τὴ μηχανή, τοῦ θεολογικὰ κεντρικοῦ χαρακτήρα Διονυσίου Παλαμᾶ, καὶ ἄλλων δευτερευόντων καὶ ἅπαξ ἐμφανιζομένων προσώπων. Πλάι σὲ αὐτούς, ὁ ποιητής, ὁ ἀφηγητής, ὁ Χορός, καὶ ὅλα τὰ μὴ πιστωμένα σὲ κάποιον χαρακτήρα ἰντερμέδια, συνιστοῦν τὸ ἀλληλοσυμπληρούμενο σύμπαν τῆς Κηρύξεως ἀφανείας· ἕνα σύνολο χαρακτήρων σφιχτὰ ἅμα τε καὶ χαλαρὰ συνδεδεμένων μεταξύ τους ποὺ λειτουργοῦν ἐργαλειακὰ γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου.

Κάθε ἕνας χαρακτήρας ἐπιτελεῖ στὴν οὐσία ἕνα παράδειγμα γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ βασικοῦ desideratum τοῦ βιβλίου ποὺ εἶναι ὁ θάνατος καὶ τὸ «μετά», ἐξετάζοντας ὅλες τὶς ἐκδοχὲς προσέγγισης αὐτοῦ τοῦ «ὄντως φοβερώτατου μυστηρίου». Κι’ οἱ ἐκδοχὲς αὐτὲς δὲν παρατίθενται ἀβασάνιστα ὡς μπετὸν ἀρμὲ σχήματα. Ὁ Καλογερόπουλος ἐπιλέγει νὰ ἀποφύγει τὴν στείρα τυπολογία· τουναντίον, δημιουργεῖ ἱστορίες χαρακτήρων ποὺ ἐνῶ ἔχουν κάποια συνεκτικὰ στοιχεῖα ἑαυτοῦ, τὴν ἴδια στιγμὴ ταλαντεύονται ἀνάμεσα στὶς βεβαιότητες καὶ τὶς ἀμφιβολίες τους, ἀνάμεσα στὴν ὀρθοδοξία τῆς γνώμης τους καὶ τὴν αἱρετικότητα τῶν προσωπικῶν ἐπιλογῶν τους. Ἰδιαίτερα δέ, στὰ δύο κατ’ ἐμὲ κεντρικὰ πρόσωπα ποὺ εἶναι ὁ Ἀναστάσης Νικολάου, γιὸς τοῦ νεκροῦ πρεζάκια, παιδὶ τῆς νέας ἐποχῆς, τῆς μετανεωτερικότητας καὶ τῶν τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων, κι’ ὁ Διονύσιος Παλαμᾶς, λόγιος καὶ ποιητής, παιδικὸς φίλος τοῦ πρεζάκια Νικόλαου Νικολάου ποὺ κλονίζεται ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὑβρίδιο τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ καὶ τοῦ Κωστῆ (ἢ ἀκόμα-ἀκόμα καὶ τοῦ Γρηγορίου) Παλαμᾶ, ἀνθρώπου πνευματώδους καὶ συνάμα ἀμφιρρέποντος ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ τὴν ἀμφιβολία.

Ξεκινῶντας ἀπὸ τὸν Ἀναστάση, ὁ ἀφηγητὴς δίνει σὲ ἀδρὲς γραμμὲς τὸ χαρακτηρολογικό του ἀποτύπωμα: «[] εἶχε πιὰ μεγαλώσει ἀρκετὰ ὅταν ἔμαθε τὸ πάθος ποὺ τυραννοῦσε τὸν πατέρα του», κι’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς μαζὶ μὲ τὶς νεανικές του ἀμφιβολίες ἔφεραν τὴν κρίσιμη καμπή του: «Τότε ἄφησε τὸ κατηχητικὸ καὶ γράφτηκε στοὺς προσκόπους. Ἐκεῖ ἔμαθε σπουδαῖα πράγματα καὶ μεταξὺ ἄλλων νὰ κάνει καὶ δύσκολους κόμπους. Καὶ νὰ τοὺς λύνει κιόλας. Ὅμως ὁ κόμπος ποὺ ἔνιωσε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του δὲν λυνότανε μὲ τίποτα». Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἀναστάσης ἐκκινεῖ τὸ πνευματικό του ταξίδι μὲ μιὰν εἰς Ἅδου κάθοδον:

Τί νἆναι ἐδῶ;
Ἕνας σκαμμένος τάφος.
Ἐδῶ θὰ μπῶ.
Μοῦ τὸ χρωστάει ἡ ζωὴ
Αὐτὸ τὸ βάθος.

Ἔτσι τὸ σπέρμα τῆς ἀμφιβολίας τοῦ «Ἐδῶ εἶναι ὁ παράδεισος, ἐδῶ καὶ ἡ κόλαση», γίνεται ὁ σηματωρὸς τοῦ Ἀναστάση. Παρακάτω ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς πέθανε, ὅπως πέθανε κι’ ὁ πατέρας του, κι’ ὅπως θὰ πεθάνει κι’ αὐτός. Ἡ παιδικὴ ἀμφιβολία δίνει πλέον τὴ θέση της στὴν πυρηνικὴ ἄρνηση καὶ τὸν κυνικὸ μηδενισμό. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἀμφιβολία ἐδῶ ἐνυπάρχει στὴν ἄρνηση. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὁ Ἀναστάσης μοιάζει νὰ ἀρνεῖται τὴ λύτρωση, φαίνεται ὅτι γνωρίζει ὅτι τὸ ἐπίγειο δικαστήριο εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Ὅπως χαρακτηριστικὰ λέει κι’ ὁ ἴδιος: «Ἀναβλήθηκε ἡ δίκη. Ἀλλὰ ὅπως καὶ νἄχει θἄρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ γίνει». Προοδευτικὰ μάλιστα ἡ ἀμφιβολία αὐτὴ πρὸς τὸν ἔνθεο βίο διατρανώνεται ἐκ τοῦ ἀντιθέτου. Ἐν εἴδει παραβολῆς —ἄλλο ἕνα εἶδος λόγου ποὺ ὁ Καλογερόπουλος ἐπιστρατεύει στὸ ἔργο του— παραθέτει μιὰν ἱστορία ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἡ ὁποία παραπέμπει εὐθέως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου. Καὶ πάλι ὅμως κυλάει στὸν μηδενισμό:

Γιατί νὰ φοβηθῶ, Θεέ μου,
μὴ φανερώσεις τὰ κρυφὰ
καὶ τ’ ἄδηλά μου;
Τὰ ἔχω ὅλα κι ὅλας πεῖ
στὸν ψυχαναλυτή μου.

Συμπληρώνει παρακάτω ἀπὸ τὴν καταβύθιση στὰ παιδικά του χρόνια: «Ἔτσι πήγαινα στὴν ἐκκλησία καὶ κέρδιζα τὴν ἐπιβράβευση τῶν γυναικῶν. Ὅταν μεγάλωσα ἔνιωθα ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι μιὰ γυναικεία ὑπόθεση καὶ σταμάτησα νὰ πηγαίνω». Ἐπιστρέφοντας στὶς ἐν εἴδει παραβολῶν ἱστορίες γράφει σὲ μιὰ κρίση λαϊκῆς θεολογίας: «Εἶχα διαβάσει κάποτε στὴν ἐφημερίδα ὅτι ἕνας στρατιώτης κάηκε ζωντανὸς σ’ ἕνα μπουρδέλο ποὺ πῆρε φωτιά. Τότε ἔκανα μιὰν αὐτοσχέδια προσευχή: Θεέ μου, φύλαγέ μας ὅταν γαμιόμαστε!» Τὸ πολὺ σημαντικὸ αὐτὸ σημεῖο λειτουργεῖ ὡς μιὰ καμπὴ στὸ βιβλίο συνολικά, καὶ δὴ γιὰ τοὺς θεολογικοὺς προβληματισμοὺς ποὺ περιέχει. Διότι ὃ τὰ πάνθ’ ὁρᾶ δὲν γίνεται παρὰ νὰ εἶναι παρὸν παντοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ βλάσφημη κατὰ τὰ φαινόμενα παραίνεση φτάνει νὰ γίνεται ἡ πιὸ πηγαία ἐκδήλωση πίστης καὶ καθημερινῆς λαϊκῆς θεολογίας. Καὶ πάλι ὅμως, ὁ Ἀναστάσης φτάνει στὴν ὕψιστη κυνικότητα. Παραβάλλει τὴν τεχνοφασιστικὴ οὐτοπία ποὺ καταλήγει νἆναι ἁπλῶς μιὰ δυστοπία στὸ πλάνο τοῦ Θεοῦ. Προτείνει μιὰ δραστικὴ μείωση τοῦ πλανήτη καὶ ἀντικατάσταση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ αὐτόματα ποὺ θὰ ἐγκαθιδρύσουν μιὰ νέα τάξη πραγμάτων, εἰρηνική, προδιαγεγραμμένη, σχεδὸν παραδεισένια:

Νὰ μείνουν λίγοι ἄνθρωποι. Ἂς μὴν εἶμαι ἐγὼ ἀνάμεσά τους. Οὔτε κι ἐσύ. Ἔμεῖς εἴμαστε τοξικοί. Ἔχουμε τὸ μικρόβιο τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ἂς ἔρθει ἕνα καινούργιο ἀνθρώπινο γένος. Μὲ λιγοστοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἐπιβαρύνουν τὸν πλανήτη μὲ τὰ σκουπίδια τους, τὰ πάθη τους, τὶς οἰμωγές τους. Κι αὐτοὶ νὰ μὴ χρειάζονται οὔτε τὴν ἐπιθυμία, οὔτε τὴν ἡδονή, οὔτε τὴν ὀδύνη. Ἡ τεχνολογία θὰ προλαβαίνει τὴν κάθε τους ἐπιθυμία. [] Διαφέρει πολὺ ἀπ’ τὸν δικό σου παράδεισο; Αἰωνιότητα, ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ πάθη, ἀταραξία. Τί ἄλλο θέλεις;

Κάπου ἐδῶ ὡστόσο τίθεται ἔκτυπα τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐδεμικὴ φάση, ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἐντὸς τῆς Κτίσης ἐλεύθερος ὤν. Παρὰ ταῦτα, γρήγορα ἔμαθε ὅτι ἡ ἐλευθερία συνεπάγεται κρίση, ἀποφάσεις, τιμωρία, νουθεσία ‒ ὅπως θέλετε τέλος πάντων πεῖτε το. Ὁ Ἀναστάσης ἐκκινῶντας ἀπὸ τὸν νιχιλισμό του λέγοντας «Ποιός μὲ ρώτησε ποὺ ἦρθα στὴ ζωή; Ἑπομένως, γιατί ἔχω εὐθύνη; Ἀφοῦ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ ἐπιλέξω, γιατί τιμωροῦμαι γιὰ τὴν ἐπιλογή μου;», φτάνει τελικὰ στὸ νὰ προτείνει μιὰν ἐξίσου οἱονεὶ ἐλεύθερη ἐκδοχὴ τοῦ κόσμου, δίχως ὅμως νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ δυνατότητα τῆς ἐλευθερίας τῆς Κτίσης διαφέρει παρασάγγας ἀπὸ τὸν τεχνοφασισμὸ τῆς ἀπόλυτης πρόβλεψης, τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ, τῆς ἀπόλυτης ἀπουσίας ἐπικινδύνευσης καὶ ἐν πολλοῖς τῆς ἀπόλυτης ἀπουσίας ἐλευθερίας. Ἐν τέλει, ἀποχωρεῖ ἀπὸ τὸ βιβλίο ἔχοντας παραδοθεῖ σὲ μιὰ γονοτυπικὴ πλέον κενότητα ἀνάμεσα στὰ ἔνθεα ἀντανακλαστικά του καὶ τὴν ἀσταμάτητη πεσιμιστική του ἀμφιβολία. Παρὰ ταῦτα, τὸ ποίημα «Τὸ σῶμα ποὺ μᾶς λείπει» ποὺ φέρεται νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη του, κλείνει τὴν περιδιάβασή του στοὺς λαβυρίνθους τῆς ἀφανείας μὲ ἕνα μᾶλλον στωϊκὸ εὐχετικὸ πόρισμα:

Κατεβαίνω στὴ θάλασσα
καὶ μὲ βαφτίζουν τὰ φῶτα.
Ἀνεβαίνω στὸ βουνὸ
κι ἀκολουθεῖ ἡ φωτεινὴ ροὴ
περαστικῶν ἀνθρώπων.

Θὰ φτάσω κάποτε σὲ μιὰ κρυφὴ σπηλιά
Θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα τοῦ πλανήτη
Κι ὅπως θ’ ἀστράψει μιὰ λευκὴ ἀστραπὴ
Θ’ ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα ποὺ μᾶς λείπει.

Στὸν ἀντίποδα ἢ μᾶλλον συμπληρωματικὰ πρὸς τὸν Ἀναστάση τίθεται ὁ Διονύσιος Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ τὴν κεντρικὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ θεολογικοῦ προβληματισμοῦ ἐντὸς τῆς Κηρύξεως ἀφανείας. Πρόκειται, στὴν οὐσία, γιὰ τὸν κινητήριο μοχλὸ τῆς μελέτης θανάτου ποὺ λιπαίνει τὸν διάλογο τοῦ βιβλίου καὶ μοιάζει νὰ δημιουργεῖ τῆς προϋποθέσεις γιὰ μιὰν εὐθύγραμμη πορεία πάνω στὸ δίπολο τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς πίστης, τοῦ θανάτου ὡς τέλους καὶ ὡς ἐνδιάμεσης κατάστασης, καὶ ἐσχάτως τοῦ ζητήματος τῆς ἀγάπης ὡς δεσπόζουσας ἔννοιας.

Ὁ Διονύσιος Παλαμᾶς πάσχει ἀπὸ τὶς παιδικὲς ἀσθένειες κάθε λογίου μὲ εὐθεία κρίση. «Ἀναρωτιόταν μάλιστα ἂν κατὰ βάθος, πίστευε στὴ μέλλουσα κρίση καὶ στὴ μετὰ θάνατον ζωή, παρ’ ὅλο ποὺ δεχόταν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸ μυαλό του τὰ δεχόταν ὅλα, μὰ δὲν τὰ πίστευε μὲ ὅλη του τὴν καρδιά». Κι’ ἐδῶ ἡ ἀμφιβολία ἔρχεται νὰ ὑπάρξει ὡς ἐπίρρωση τῆς πίστης. Ἄλλωστε, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ θεολογία ξεκινάει ἀπὸ τὸν σπόρο τῆς ἐλάχιστης ἔστω ἀμφιβολίας. Ἡ καταναλωτική, καὶ ἑπομένως πλεονεκτικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁδηγεῖ σὲ μιὰν ἄτυπη ὑποκατάσταση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν Ἑαυτό. Κι’ ἐκεῖ τὸ μόνο ἀντίδοτο εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἀγάπης: «Τὸ μόνο κριτήριο ποὺ θέτει [ὁ Χριστὸς στὴ Δευτέρα Παρουσία] εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ δείξαμε γιὰ τὸν ἐλάχιστο ἀδερφό μας. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη “εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται”», γιὰ νὰ συμπληρώσει λαϊκὰ λίγο παρακάτω: «Κι ἅμα δὲν ἔχω ἀγάπη εἶμαι ντενεκὲς ξεγάνωτος».

Τὸ κακὸ γιὰ τὸν Διονύσιο Παλαμᾶ εἶναι ὑπόμνηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Ὁ πόνος τὸ ἴδιο. Ὅσο παράδοξο κι’ ἂν φαίνεται, εἶναι πράγματι ἔτσι. Οἱ διαθέσεις κι’ οἱ καταστάσεις αὐτὲς εἶναι τεσταρίσματα τῆς πίστης· ἡ παρουσία τοῦ πλησίον εἶναι παρουσία Χριστοῦ, ἑπομένως ἐκεῖ ἔρχεται μιὰ πολιτικὴ πλέον πράξη ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν πίστη. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Παλαμᾶς μὲ ἕναν παραμυθητικὸ, παρηγορητικὸ λόγο μὲ ἀποφθεγματικὸ χαρακτήρα «Τοῦ λείπουμε πολὺ [τοῦ Χριστοῦ]. Καὶ πεθαίνει κι αὐτὸς κάθε μέρα. Ἡ βελόνα τοῦ Νικόλα τρυπάει καὶ τὰ δικά Του τὰ χέρια. Μᾶς ἀκούει ποὺ ζητᾶμε παρηγοριὰ ἀλλὰ δὲ μᾶς τὴ δίνει. // Δὲ μᾶς τὴ δίνει πάντα γιατὶ πρέπει κι ἐμεῖς κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ / νὰ νιώσουμε τὴ βελόνα τοῦ Νικόλα / νὰ τρυπάει καὶ τὰ δικά μας χέρια».

Εἴπαμε προηγουμένως γιὰ μιὰ πολιτικὴ πράξη. Κι’ εἶναι ἔτσι, διότι ὁ Διονύσιος Παλαμᾶς θεολογεῖ, καὶ μάλιστα θεολογεῖ μὲ ἕναν καλῶς ἐννοούμενο ὀπαδικὸ τρόπο ἀπέναντι στὶς παρανοήσεις τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ: «Δὲν εἶναι ὁ Παράδεισος αὐτὸς ὁ οὐρανός. Ἔχουν τόπο οἱ ψυχές. Οἱ ψυχὲς πηγαίνουν σὲ τόπο. Ἔνθα οὐκ ἔστι λύπη ἢ στεναγμός. Οἱ ψυχὲς πηγαίνουν σὲ τόπο. Τόπο ἀναψύξεως», ἐνῶ ἀμέσως μετὰ προβαίνει σὲ ἕνα σκληρὰ πολιτικὸ θεολογικὸ σχόλιο, ὅταν μετὰ τὰ «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως» τῶν δικῶν του ἀνθρώπων, περνάει σὲ μιὰ βαθύτατα θεολογικὴ ἀπαρίθμηση: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως ψυχῆς Ἰωσὴφ καὶ Ἀδόλφου καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς, ὑπὲρ ἀναπαύσεως ψυχῆς βασιλέων, τυρράνων, ἀρχόντων, στασιαστῶν, αἱμοσταγῶν πολεμιστῶν, εἰδεχθῶν ἐγκληματιῶν καὶ ὑπὲρ ἀναπαύσεως ψυχῆς μυριάδων χλιαρῶν ἀπὸ περάτων ἕως περάτων ποὺ μόνο μετὰ θάνατον κατάλαβαν τί σήμαινε βρασμός». Ἀνοίγεται ἔτσι μιὰ συζήτηση μὲ τὸν ἀναγνώστη ἀλλὰ καὶ τὸν Ἀναστάση σχετικὰ μὲ τὸ ἐπίγειο καὶ τὸ ἐπουράνιο δικαστήριο, ἡ διαφορὰ τῶν ὁποίων ἔγκειται στὸ ὅτι τὸ μὲν πρῶτο ἁπλῶς τιμωρεῖ γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει τὴν ὕπαρξη τῆς πόλεως, ἐνῶ τὸ δεύτερο κρίνει, τιμωρεῖ καὶ συγχωρεῖ ἐπειδὴ ἁπλῶς ἀγαπάει. Ἔτσι, κι’ ἐδῶ παρατίθεται ἡ σχοινοβασία ἀνάμεσα στὴν ὑποχρέωση ἀνάπαυσης ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ ἀπόλυτο κακό, ἐφόσον φυσικὰ ἔχει προηγουμένως μετανοήσει.

Παρὰ ταῦτα, ὁ Διονύσιος Παλαμᾶς βρίσκεται κι’ αὐτὸς ἐντὸς τῶν ἀντιφάσεών του. Διότι ἀπὸ τὴ μία πλειοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἀγάπης, τῆς ἐγκεφαλικῆς βεβαιότητας τῆς Ἀνάστασης κ.λπ., ὅμως ὁ ἀφηγητὴς μᾶς πληροφορεῖ ὅτι «Ἡ πίκρα του γιὰ τὸν θάνατο ἤτανε πιὸ βαθιὰ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα του γιὰ τὴν Ἀνάσταση». Καὶ κάπου ἐκεῖ ἐπανέρχεται στὶς πολιτικὲς διαστάσεις τοῦ ζητήματος ἀντιπαραβάλλοντας τὶς πολιτικὲς οὐτοπίες τῆς Ἀριστερᾶς στὴν μέλλουσα πόλιν, παραδεχόμενος ὡστόσο ὅτι «Μόνο ἂν ἔχει νόημα ὁ θάνατος μποροῦμε νὰ χαροῦμε τὴ ζωή», καὶ λίγο παρακάτω καταλήγει στὸ ὅτι σημασία τελικα ἔχει «πόσο χῶρο ἀφήσαμε μέσα μας γιὰ νὰ πιάσει τόπο ἡ ἀγάπη». Ὁλοκληρώνει τὴν παρουσία του στὸ βιβλίο προβαίνοντας σὲ ἕνα καίριο ἅμα τε καὶ σκληρὸ πόρισμα. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον χωρὶς πίστη στὴν Ἀνάσταση, κάνει τὴν ἀγάπη νὰ πηγαίνει στράφι ‒ καταντᾶ μία ἁπλὴ φιλανθρωπία.

~.~

Κήρυξις ἀφανείας μὲ τὴν εἰδολογική της ὑβριδικότητα εἶναι ἕνα ἔργο μὲ θέση, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὁλοένα καὶ περισσότερο σπανίζουν πλέον. Ἡ θεολογικὴ ροπὴ τοῦ Καλογερόπουλου μετασχηματίζεται μέσω τῆς συγγραφῆς σὲ μιὰ ποιητικὴ θεωρία τελικά. Δημιουργεῖ, δηλαδή, ἕνα πρίσμα μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶς ἀγωνίες καὶ τὶς ἀναρωτήσεις τοῦ ἴδιου, μέσα ἀπὸ τὰ προσωπεῖα τῶν ἡρώων του. Κι’ ἔτσι κι’ ὁ ἴδιος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐμφανιστεῖ διὰ μέσου τοῦ χαρακτήρα τοῦ ποιητῆ πλέον δίνοντας τὴν πεμπτουσία τοῦ βιβλίου του στὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη μὲ δύο πολὺ ξεχωριστά, πυκνὰ καὶ συνάμα ἔντεχνα κατασκευασμένα ποιήματα. Γράφει στὸ πρῶτο ἐπιδεικνύοντας τὴν κατακρεουργημένη πανοπλία του ἀπέναντι στὸν θάνατο καὶ τὰ μυστήριά του:

Δίχως buon duca Βιργίλιο
Δίχως τὴν ἀπωθητικὴ μεγαλοσύνη τοῦ Δάντη
Κατεβαίνω τὸ Πάσχα στὸ κοιμητήριο τοῦ Ἅι-Γιώργη.
Ἡ ἄνοιξη αὐτὴ δὲ μοῦ θυμίζει κάτι.
Παπαροῦνες στὰ μέρη ὅπου περπάτησε ὁ Χριστός
Παροδικὲς νεφώσεις, σποραδικὲς βροχές.

Βλέπω τὶς κόκκινες κορδέλες τῆς Ἀνάστασης
Ἄσπρα κεριὰ λιωμένα στὸ τσιμέντο
Πρόσωπα γλεντισμένα καπνίζουνε πλάι στοὺς τάφους.

Γιὰ νὰ συνοψίσει αὐτὴ τὴν ἀπουσία καὶ τὴ θέση της στὸ παρὸν τοῦ καθενός μας μὲ τὸ ὅμωνυμο ποίημα τῆς συλλογῆς «Κήρυξις ἀφανείας»:

Κάθε θάνατος εἶναι μιὰ κήρυξις ἀφανείας.
Ὕπάρχει μιὰ ὁριστικὴ στιγμὴ ἀπωλείας
Ὅ,τι σοῦ ἦταν μέχρι πρὶν γνωστὸ
Περνᾶ ὁριστικὰ στὴ σφαῖρα τοῦ ἀγνώστου.

Τί εἶναι αὐτὸ τὸ λείψανο ποὺ κλαῖς;
Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγάπησες;
Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ παιδικοῦ σου νόστου;

Ἢ ἕνα ἄγνωστο κουφάρι (καὶ κατὰ βάθος μισητό;)
Ποὺ ἀφήνει ἀδειανὴ τὴν ἀγκαλιά σου;

Κι ἀνοίγει μιὰν ἀδιάβατη ἀπόσταση μπροστά σου;

Μ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους κάπου ἐδῶ θὰ κλείσουμε, ἀφήνοντας τὸ σύνθετο καὶ δικαιωμένο αὐτὸ ἐγχείρημα νὰ διαλεχθεῖ πλέον μὲ τὸν καθέναν καὶ τὴν καθεμιὰ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀνακαλύπτοντας σὲ κάθε του μεριὰ καὶ μιὰν ἀκόμα κλωστὴ ποὺ ξηλώνει καὶ ράβει τὸ πολυπόθητο πῶς τοῦ μετά.

*

**