Day: 27.07.2026

Νυχτερινή επίσκεψη

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Προσωπογραφικά προλεγόμενα: Ο Γιούστος Γλυκός από την Κορώνη έγραψε γύρω στα 1520 το στιχούργημα Πένθος θανάτου, το οποίο επηρέασε εμβληματικά έργα όπως η Ερωφίλη και ο Ερωτόκριτος (εκτεταμένα αποσπάσματα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα: «Δημώδης Γραμματεία» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). Ο Γεώργιος Σακελλάριος από την Κοζάνη δημοσίευσε το 1817 την ποιητική συλλογή Ποιημάτια, στα οποία εκδηλώνεται μία προρομαντική διάθεση, από τις πρώτες τέτοιες απόπειρες στη νεοελληνική λογοτεχνία. Πολλά από τα στιχουργήματα της συλλογής αφορμώνται από τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του (ψηφιακό αντίτυπο της συλλογής υπάρχει στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη», του Πανεπιστημίου Κρήτης).

*

Το σώμα πάντα ανήσυχο κι ο ψίθυρος εχθρός μου:
γιουστογλυκός… γιουστογλυκός… Αγέρι, με τρελαίνεις…
Γιούστος Γλυκός – Ποια πλάνη θα με τυραννήσει πάλι;
Ποιος είσαι; Δεν γνωρίζω τη μορφή σου· φύγε, φάσμα!
Όμως μ’ αρέσει το όνομα… «γλυκιά δικαιοσύνη»,
όπως την θέλησαν σοφοί που πια δεν θορυβούνε,
περίεργα ανυπόστατοι στην άτακτή μας μνήμη
ενώ η ζωή σαν το νερό κυλά και λιγοστεύει.
Η αναβολή, το ξέρουμε, γεμίζει την κλεψύδρα
του Χρόνου, που καραδοκεί να τρέξει απέναντί μας
κι ανέντιμος, δεν ξέρω πώς, συνέχεια θριαμβεύει.
Ενώ ο καιρός για στοχασμό, του ρεμβασμού, της σχόλης,
δένει τη φαντασία μας με την αιώνια πλάνη.

Κάτσε κοντά μου, φάντασμα, και πες μου
ποιο δόλωμα σε γράπωσε κι απόψε
ανάερο στον κόσμο μας διαβαίνεις;
Ποιον άνθρωπο κατοίκησες, ποιο σώμα
προσπάθησες να μιμηθείς, για λίγο
βέβαια, γιατί πριν μάθεις το παιχνίδι
αστραφτερό σε θέρισε δρεπάνι;
Κι αν είσαι κάποιου ποιητή, σ’ ακούω·
μην είσαι ο Σακελλάριος, της νύχτας
ο δακρυσμένος εραστής; Ή μήπως
Γιούστο Γλυκό στ’ αληθινά σε λένε
και δεν μου φέρνεις το καλό μαντάτο
πως κάπου, κάπως θα κριθώ όπως πρέπει;

Του κύκλου τα γυρίσματα, κι αν κάποτε γελούσι,
μες στ’ ασκημάδι –τι φριχτό– στο τέλος καταντούσι.
Ορθός κριτής στο λιόγερμα κανείς μας δεν ευρέθη
και κρίσις τάχα μου γλυκιά ποτέ δεν κατατέθη.
Γιατί σκιά τα τωρινά, κι αν έαρ, κρύο, θέρος,
και πιο μεγάλος ψευδουργός ο απάτηλός μας Έρως.
Κι αν τόσο κόπτεσαι, θνητέ, για τη δικαιοσύνη
όχι το βλέμμα, μα τον νου, με περισσή βιασύνη
στρέψε στην πέρα σου ζωή και μην κοιτάς οπίσω
κι ούτε να πεις: «Τόση χαρά πώς να την παρατήσω;»

Έφερε το ριζικό
νυχτερίδα φοβισμένη
–λες από παλιό σηκό–
κι η καρδιά μου μουδιασμένη
την κοιτάζει να πετά
σαν παιχνίδι χαλασμένο.
Τίποτα για εμάς μετά·
πανωφόρι ξεφτισμένο
μας σκεπάζει τον πηλό
με το χάος φωτισμένο.

Τέτοιες μνήμες με χτυπούσαν κι είχες, φίλε, πια χαθεί·
το όνομά σου λέει αλήθεια μες στον ύπνο τον βαθύ.

*

*

*

Καλλιτεχνικές μεταφορές

Ἡ Φιλοσοφία θέτει τὰ ἐρωτήματα, ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἁπλοποιεῖ, ἡ Τέχνη τὰ ἀπαντάει.

Γιὰ τὸ τί εἶναι ζωή, ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἀπὸ τὸ Imagine τοῦ Τζὼν Λένον. Γεννιόμαστε σ’ ἕνα δωμάτιο σχετικὰ σκοτεινό, καθισμένοι μπροστὰ σ’ ἕνα ἀλλόκοτο καὶ πολύπλοκο ἀντικείμενο (πιάνο) χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα πῶς λειτουργεῖ, ποιοί εἶναι οἱ κανόνες — χτυπᾶμε ἀκανόνιστα τὰ μαῦρα πλῆκτρα καὶ τὰ ἄσπρα πλῆκτρα προσπαθῶντας νὰ συνδυάσουμε τοὺς τόνους καὶ τὰ ἡμιτόνια σὲ ἁρμονία· παλεύουμε γιὰ μιὰ μελῳδία ποὺ νὰ βγάζει νόημα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Θεός —μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς ἐξωτικῆς ὀμορφιᾶς γυναίκας (καλὴ καὶ εὐειδής, λευκὰ ἱμάτια ἔχουσα)— πηγαινοέρχεται ἀργὰ στὸ δωμάτιο ὅπου μὲ ἁπαλὲς κινήσεις ἀνοίγει τελετουργικὰ ἕνα-ἕνα τὰ μεγάλα παράθυρα νὰ μπεῖ φῶς· ἔξω ἡ Φύση ντυμένη στὰ πράσινα. Ὁ χῶρος σταδιακὰ φωτίζεται, τὸ σκοτάδι ὑποχωρεῖ, οἱ λεπτομέρειες διαγράφονται, τὰ ἔπιπλα προσαρμόζονται στὴν ὅραση. Ὅλα εἶναι ἄσπρα —τὸ ἄσπρο τοῦ χιονιοῦ— κι ἐμεῖς ἐκεῖ, σκυμμένοι στὸ πιάνο χωρὶς παρτιτούρα, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα· τραγουδᾶμε, πατᾶμε νότες, δὲν ἐγκαταλείπουμε. Κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα πλησιάζει καὶ κάθεται δίπλα μας, ἀμίλητη. Καθὼς ἡ μουσικὴ σβήνει καὶ τὸ τραγούδι τελειώνει, γυρίζει τὸ κεφάλι, μᾶς κοιτάει (ἕνα βλέμμα γεμάτο κοσμικὸ νόημα) καὶ μᾶς χαρίζει ἕνα παθιασμένο φιλὶ στὸ στόμα. Τὸ χαμόγελό της μᾶς κρατάει ζωντανούς.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸν θάνατο… μᾶλλον ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ ἕναν ἐκτυφλωτικῶς κατάφωτο ρόμβο αἰωρούμενο στὸ διάστημα, ἐν εἴδει σκηνῆς, κατὰ πῶς θέλουν οἱ Alphaville.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*