*
του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ
~.~
Προσωπογραφικά προλεγόμενα: Ο Γιούστος Γλυκός από την Κορώνη έγραψε γύρω στα 1520 το στιχούργημα Πένθος θανάτου, το οποίο επηρέασε εμβληματικά έργα όπως η Ερωφίλη και ο Ερωτόκριτος (εκτεταμένα αποσπάσματα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα: «Δημώδης Γραμματεία» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). Ο Γεώργιος Σακελλάριος από την Κοζάνη δημοσίευσε το 1817 την ποιητική συλλογή Ποιημάτια, στα οποία εκδηλώνεται μία προρομαντική διάθεση, από τις πρώτες τέτοιες απόπειρες στη νεοελληνική λογοτεχνία. Πολλά από τα στιχουργήματα της συλλογής αφορμώνται από τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του (ψηφιακό αντίτυπο της συλλογής υπάρχει στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη», του Πανεπιστημίου Κρήτης).
*
Το σώμα πάντα ανήσυχο κι ο ψίθυρος εχθρός μου:
γιουστογλυκός… γιουστογλυκός… Αγέρι, με τρελαίνεις…
Γιούστος Γλυκός – Ποια πλάνη θα με τυραννήσει πάλι;
Ποιος είσαι; Δεν γνωρίζω τη μορφή σου· φύγε, φάσμα!
Όμως μ’ αρέσει το όνομα… «γλυκιά δικαιοσύνη»,
όπως την θέλησαν σοφοί που πια δεν θορυβούνε,
περίεργα ανυπόστατοι στην άτακτή μας μνήμη
ενώ η ζωή σαν το νερό κυλά και λιγοστεύει.
Η αναβολή, το ξέρουμε, γεμίζει την κλεψύδρα
του Χρόνου, που καραδοκεί να τρέξει απέναντί μας
κι ανέντιμος, δεν ξέρω πώς, συνέχεια θριαμβεύει.
Ενώ ο καιρός για στοχασμό, του ρεμβασμού, της σχόλης,
δένει τη φαντασία μας με την αιώνια πλάνη.
Κάτσε κοντά μου, φάντασμα, και πες μου
ποιο δόλωμα σε γράπωσε κι απόψε
ανάερο στον κόσμο μας διαβαίνεις;
Ποιον άνθρωπο κατοίκησες, ποιο σώμα
προσπάθησες να μιμηθείς, για λίγο
βέβαια, γιατί πριν μάθεις το παιχνίδι
αστραφτερό σε θέρισε δρεπάνι;
Κι αν είσαι κάποιου ποιητή, σ’ ακούω·
μην είσαι ο Σακελλάριος, της νύχτας
ο δακρυσμένος εραστής; Ή μήπως
Γιούστο Γλυκό στ’ αληθινά σε λένε
και δεν μου φέρνεις το καλό μαντάτο
πως κάπου, κάπως θα κριθώ όπως πρέπει;
Του κύκλου τα γυρίσματα, κι αν κάποτε γελούσι,
μες στ’ ασκημάδι –τι φριχτό– στο τέλος καταντούσι.
Ορθός κριτής στο λιόγερμα κανείς μας δεν ευρέθη
και κρίσις τάχα μου γλυκιά ποτέ δεν κατατέθη.
Γιατί σκιά τα τωρινά, κι αν έαρ, κρύο, θέρος,
και πιο μεγάλος ψευδουργός ο απάτηλός μας Έρως.
Κι αν τόσο κόπτεσαι, θνητέ, για τη δικαιοσύνη
όχι το βλέμμα, μα τον νου, με περισσή βιασύνη
στρέψε στην πέρα σου ζωή και μην κοιτάς οπίσω
κι ούτε να πεις: «Τόση χαρά πώς να την παρατήσω;»
Έφερε το ριζικό
νυχτερίδα φοβισμένη
–λες από παλιό σηκό–
κι η καρδιά μου μουδιασμένη
την κοιτάζει να πετά
σαν παιχνίδι χαλασμένο.
Τίποτα για εμάς μετά·
πανωφόρι ξεφτισμένο
μας σκεπάζει τον πηλό
με το χάος φωτισμένο.
Τέτοιες μνήμες με χτυπούσαν κι είχες, φίλε, πια χαθεί·
το όνομά σου λέει αλήθεια μες στον ύπνο τον βαθύ.
*
*
*


