*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
Αγαπώ το διάβασμα. Αγαπώ αυτή την εξάρτηση. Είναι η μόνη που έχω. Δεν θέλω να τη χάσω. Είναι το βασικό μου αντίδοτο απέναντι στη ματαιότητα. Με έχει βοηθήσει να αντέξω και θα με βοηθήσει να πεθάνω. (Θα μου λείψουν πολύ τα βιβλία. Μου λείπουν ήδη.)
///
Πώς πρέπει να ζει κανείς ξέροντας ότι θα πεθάνει; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη μου από την εφηβεία μου. Άγνωστο πώς, η διαρκής επίγνωση του θανάτου δεν με οδήγησε στη απόλυτη άρνηση της ζωής και σε μηδενιστικές αντιλήψεις. Με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε ένα συγκρατημένο πάθος για τη ζωή, σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις για καταξίωση και επιτυχία και σε μια σταθερή τήρηση ορισμένων ηθικών αρχών. Παρότι οι αρχικές συνθήκες της ζωής μου ευνοούσαν επικίνδυνες επιλογές και τη διαμόρφωση μιας στάσης χωρίς ηθικούς φραγμούς, αυτό τελικά δεν επικράτησε. Υποθέτω ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις της μάνας μου τις οποίες δεν ακολούθησα και η εντιμότητα του πατέρα μου που συμβάδιζε με τα αυτοκαταστροφικά πάθη του έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάνω από όλα όμως, αυτό που με διαμόρφωσε ήταν το διάβασμα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που μου έγινε εξάρτηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ νωρίς τον Αλμπέρ Καμύ και να μαγευτώ αρχικά από το συγγραφικό του στυλ και μετά από τις ιδέες του. Με τα χρόνια γνώρισα και άλλους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές. Εμίλ Σιοράν, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Νίκο Καρούζο, Νίκο Καζαντζάκη, Κωστή Παπαγιώργη, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μίλαν Κούντερα, Ίμρε Κέρτες και άλλους. Χάρη σε αυτούς κατάφερα να επιβιώσω και να φτάσω στα 57 μου με τις λιγότερες δυνατές ήττες και ντροπές. Και με αυτούς τους φίλους που δεν γνώρισα ποτέ θα φτάσω στο τέλος του επίγειου πεπρωμένου μου.
///
Το διάβασμα και το γράψιμο με βοηθούν να διατηρήσω μια μορφή διαύγειας που μου είναι απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπίσω τη ματαιότητα, τη φθορά και τις καθημερινές αυταπάτες. Δεν ψάχνω ούτε ελπίζω σε οριστικές λύσεις ή ολοκληρωμένες θεωρίες. Ασκήσεις συνείδησης, πειθαρχίας και διαύγειας: αυτό κάνω κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο ή επιχειρώ να γράψω κάποιο κείμενο. Προφανώς πρόκειται για αντίφαση: ενώ έχω βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων, ταυτόχρονα ζω σαν να πιστεύω ότι κάτι έχει αξία, κάτι που διαφεύγει της λογικής μου και ανάγεται σε περιοχές της ύπαρξής μου που αδυνατώ να εντοπίσω και να καταλάβω. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής με τη βασική μου ιδέα θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα των ηρώων στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Κοσερύ Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και να βυθιστώ στην απόλυτη τεμπελιά, στη απόλυτη απραξία και στην ολοκληρωτική απαλλαγή από κάθε μόχθο και από κάθε υποχρέωση. Φυσικά, θα πέθαινα της πείνας καθώς, σε αντίθεση με τους ήρωες του μυθιστορήματος που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην και μια υπηρέτρια που φροντίζει για τα πάντα, η δική μου επίγεια μοίρα ήταν και παραμένει φειδωλή σε παροχές και προνόμια. Η μυθιστορηματική φαντασία δημιουργεί ενδιαφέροντα σενάρια και γοητευτικούς χαρακτήρες αλλά αδυνατεί να προσφέρει οριστικές λύσεις στην ανεξήγητη και αγωνιώδη εμπειρία της ύπαρξης. Μπορεί ωστόσο να προσφέρει τη χαρά της ανάγνωσης και ορισμένες στιγμές διαύγειας – και αυτό είναι αρκετό.
///
Η ματαιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ανυπέρβλητη. Δεν αίρεται, δεν εξαλείφεται, δεν καταργείται. Είναι η βασική συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και πεθαίνουμε. Ολόκληρο το σύμπαν εκκρίνει ματαιότητα. Από τα αστέρια μέχρι τα κύτταρα όλα είναι εφήμερα. Κι εμείς, πρωτάρηδες στην ύπαρξη, πασχίζουμε να καταλάβουμε. Στήνουμε θεωρίες. Φλυαρούμε ακατάσχετα. (περισσότερα…)
