Αγγελική Καραθανάση

Φωνές από την περιφέρεια: Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 15 Ιουλίου | Συζήτηση

Φωνές από την περιφέρεια
Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

Πώς είναι να γράφει κανείς λογοτεχνία στην ελληνική περιφέρεια, μακριά από το αθηναϊκό κέντρο; Επηρεάζει αυτό την θεματολογία, τα εκφραστικά μέσα, τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς του; Προσθέτει στην έμπνευσή του; Αντανακλά στην ταυτότητά του την συγγραφική; Αυτά τα ερωτήματα θα θίξουμε με ένα πάνελ από συγγραφείς διαφόρων λογοτεχνικών ειδών που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

Συζητούν οι Άγγελος ΑλαφρόςΑγγελική ΚαραθανάσηΝεκταρία ΜενδρινούΓιάννης Νικολούδης και Λίλα Τρουλινού.

Τη συζήτηση συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

**

Μια ματιά στην εποχή μας

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη

~.~

Όσοι γεννηθήκαμε το α΄ μισό του 20ού αιώνα αισθανόμαστε πολλές φορές σα να ’χομε μετοικήσει ακούσια σ’ έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει μ’ εκείνον των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων. Σα να βρισκόμαστε όχι απλώς δεκαετίες μακριά απ’ αυτόν αλλά αιώνες.

Πολλοί μιλούνε για πρόοδο της ανθρωπότητας. Σίγουρα υπάρχει πρόοδος και μεγάλη στις θετικές επιστήμες: στη Φυσική και στην Αστροφυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στην Ιατρική, στις τεχνικές κατασκευές. Αν κοιτάξομε όμως τη βιοθεωρία μας, τις κοινωνικές σχέσεις, την ηθική, την αισθητική, θα δούμε ότι όχι μόνο η κατάσταση παραμένει στάσιμη σ’ αυτές, αλλά ότι συχνά έχομε μιαν οπισθοδρόμηση.

Παλιότερα η βάση της κοινωνίας ήταν αυτό που λέγαμε «λαό». Τώρα τον λαό τον έχει αντικαταστήσει η μάζα: πλαδαρή κι ομοιόμορφη, όπου ο ένας μιμείται τον άλλο κι υπακούει τυφλά σ’ ό,τι προστάζει η μόδα των ενδυμάτων και της συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος του λαού έκανε την προσευχή του μπροστά στα εικονίσματα κι έπιανε το τουφέκι για να υπερασπιστεί τη λευτεριά του, αν εκινδύνευε· για να την ανακτήσει, αν κάποιος του την είχε στερήσει. Εκοίταζε να ’χει καλές σχέσεις με τον κάθε γείτονα, γιατί αυτόν αντίκρυζε πριν δει τον ήλιο. Μετείχε σ’ όλες τις εκδηλώσεις των χωριανών και των κοντοχωριανών, των γειτόνων του, αν κατοικούσε σε πόλη, χαρωπές ή πένθιμες, γιατί η χαρά κι η θλίψη των άλλων τον άγγιζε βαθιά κι ήξερε πως αυτά είναι δανεικά και μια μέρα θα πάντρευε κι εκείνος τα παιδιά του, θα βάφτιζε τα εγγόνια του και ποιος ξέρει ίσως χτυπούσε και την πόρτα του ο Χάρος. Κι είχε ανάγκη τη συμπαράσταση των γειτόνων και των χωριανών του για να κοινωνήσουν τη χαρά του και να τον στηρίξουν στη λύπη του.

Εκείνος που ’φευγε για τον Κάτω Κόσμο εξακολουθούσε να ’ναι παρών στη μνήμη και στη ζωή των δικών του. Έπρεπε να τόνε τιμήσουν πενθώντας τον. Το μαύρο που ντύνουνταν οι συγγενείς φανέρωνε τη θλίψη και το πένθος για την απώλεια του ανθρώπου τους και πόσο λίγο λογαριάζανε, μπροστά σ’ αυτήν, την ομορφιά και την κομψότητά τους.

«Όποιος δεν έχει γέρο, ν’ αγοράζει» ήτανε μια συνηθισμένη παροιμία στην Κρήτη. Γιατί ο παππούς κι η γιαγιά δεν εφροντίζανε μόνο τα παιδιά, τα δίδασκαν από το απόθεμα της πείρας τους, καλλιεργούσανε τις ψυχές τους με παραμύθια κι ιστορίες της ζωής και με κάθε λογής στιχουργήματα. Έτσι μεταβιβάζονταν στην καινούργια γενιά οι γνώσεις, οι καλοί τρόποι κι οι παραδόσεις της παλιότερης και συνεχίζουνταν η ανθρωπιά κι η ευγένεια και στα νεώτερα χρόνια.

Σήμερα δεν υπάρχουνε πια γιαγιάδες και παππούδες σαν τους παλιούς. Τους απασχολεί πιο πολύ ο εαυτός τους, ώσπου να ’ναι σε θέση να τόνε φροντίζουν. Τη διαπαιδαγώγηση των εγγονών την έχει αναλάβει η τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μ’ εκείνους τους γίγαντες με τους τερατώδεις μυώνες που σπέρνουν γύρω τους το θάνατο γρυζίλοντας σα γορίλες, με τα υπερσύγχρονα όπλα τους. Και τα παιδιά-θεατές θαυμάζουνε κι αγριεύουνται και πολύ θα θέλανε να ’χανε κι εκείνα ένα αληθινό πολύ-πολυβόλο και να μπορούσανε να μιμηθούνε τους σούπερ ήρωες του σύγχρονου κόσμου. Στην Αμερική μάλιστα και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης δεν είναι σπάνιο να πιθηκίζουν αιματηρά τους σούπερ ήρωες μπαίνοντας στο σκολειό τους και σκοτώνοντας έτσι για γούστο συμμαθητές και δασκάλους τους. (περισσότερα…)

Ἡ σφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ ἡ μάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828) στὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]

*

τῆς ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:

Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;

Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:

Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]

Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]

Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)

Γιώργης Μανουσάκης, Το πέρασμα του φαραγγιού

*

Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν Γιώργη Μανουσάκη [1/4]

*

Εἰσαγωγή-Ἐπιμέλεια:
Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ὁ συγγραφέας ἐπέρασε τὸ φαράγγι τῆς Σαμαριᾶς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1968 καὶ περιηγήθηκε τὰ Σφακιὰ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πραγματικὴ ὁδοιπορία, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς ἔγινε μὲ τὰ πόδια.

Τὸ Ὁδοιπορικὸ τῶν Σφακιῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ καταγραφὴ ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ συγγραφέας ἦρθε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση, συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐβίωσε τὴν ἱστορία στοὺς τόπους ὅπου διαδραματίστηκαν τὰ γεγονότα, ἀναζήτησε μὲ συγκίνηση τὸ ἰδιαίτερο ἦθος μιᾶς κρητικῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπίσκεψής του στὰ Σφακιὰ ἦταν μιὰ ἐποχὴ μεταβατική. Ὁ τρόπος ζωῆς κι ἡ νοοτροπία τῶν κατοίκων (ὅσων εἴχανε μείνει στὰ χώματά τους) κρατοῦσαν ἀκόμη πολλὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ στοιχεῖα, ὡστόσο τὰ καινούργια μηνύματα ἦταν εὐδιάκριτα. Ἔτσι τὸ βιβλίο παίρνει τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ντοκουμέντου ποὺ ἀποτυπώνει ὄχι μόνο τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἔχει περάσει ἀνεπίστροφα.»

Τὸ παραπάνω σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ τον ἴδιο τὸν Μανουσάκη, εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῶν Σφακιῶν (α΄ ἔκδοση Κέδρος, Ἀθήνα 1980, β΄ ἔκδοση Μίτος, Ρέθυμνο 2002, Κρατικὸ Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων 1981). Τὸ κεφάλαιο που αναδημοσιεύουμε εδώ εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦ βιβλίου. Γιὰ τοὺς μὴ Κρητικοὺς ἀναγνῶστες δίνεται ἀπὸ τὸ συγγραφέα (Σ.τ.σ.) ἡ σημασία τριῶν λέξεων. Περισσότερες ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιμελήτρια, κυρίως μέσῳ τοῦ λεξικοῦ τοῦ Ἀντωνίου Ξανθινάκη, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, δ΄ έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη με 1500 νέα λήμματα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

~.~

Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)

«Ἄργειε νά ’λθῃ…»

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

///

«Ἡ Ἑλλάδα πέθανε!» Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἀκούγεται συχνὰ στὴν Εὐρώπη ἀπὸ στόματα πολιτικῶν ἢ πνευματικῶν ἀνθρώπων τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας.  «Ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πιά!».

Κι ἄξαφνα γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ζωντανὴ καὶ μάχεται καὶ καταπλήσσει. Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἐπλήξεων, τὸ πράγμα καταντᾶ σχεδὸν ἀπίστευτο.

Τί ἦταν, ἀλήθεια, ἐκεῖνοι ποὺ κάμανε τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21; Ἄνθρωποι πού ’χανε περάσει ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους στὴ σκλαβιά. Κι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι μὰ κι οἱ πατεράδες τους κι οἱ παπποῦδες τους καὶ μιὰ μακρότατη σειρὰ προγόνων ποὺ ἡ ἀρχή τους ἔφτανε ὣς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Σκλάβοι, γιοὶ σκλάβων.

Τετρακόσια χρόνια εἶναι πολὺ μεγάλο διάστημα. Οἱ ξένοι εἴχανε πιστέψει πὼς ὁ λαὸς τούτης τῆς χώρας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τοὺς τέσσερεις αἰῶνες τῆς τυραννίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ σκοταδιοῦ. Θὰ λύγιζε. Θὰ συμβιβαζότανε. Θὰ παραδέχουνταν πὼς ἔτσι ἤτανε καμωμένος ὁ κόσμος, πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἄλλοι γι’ ἀφέντες κι ἄλλοι γιὰ δοῦλοι καὶ πὼς ἡ δική τους μοῖρα τὸν εἶχε προορίσει γιὰ τὴν πικρὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς. Θὰ ξεχνοῦσε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε, τί ἤτανε κάποτε καὶ πῶς βρέθηκε νὰ σκύβει τὴν πλάτη κάτω ἀπ’ τὸ μαστίγιο τοῦ Ἀσιάτη.

Ἡ πραγματικότητα ἀποδείχτηκε διαφορετική. Ὁ λαός μας ἔδειξε μιὰ σπάνια ἀντοχὴ καὶ μιὰ πεισματικὴ προσήλωση στὶς ρίζες του. Χωρὶς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ χωρὶς πνευματικοὺς ὁδηγούς, τὸν πρῶτο καιρὸ ὕστερ’ ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἄλλοτε Μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  συσπειρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόνη δύναμη ποὺ ἄφησε ἀπείραχτη ὁ σκληρὸς ἀφέντης του. Ἀπ’ αὐτὴ ζητᾶ προστασία καὶ καθοδήγηση. Ἀργότερα θὰ προχωρήσει στὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση καὶ στὴν προσπάθεια τοῦ φωτισμοῦ μὲ τὰ γράμματα. Καὶ σὰν ἀπὸ ἔνστιχτο κοιτάζει νὰ φυλάξει ὅ,τι κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατεράδες του κι ὅ,τι τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τὸν δυνάστη του.

Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε, ὅσο κι ἂν δέχτηκε μερικὲς λέξεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ καταχτητῆ, ἔμεινε πάντα ἡ ἴδια παλιὰ γλώσσα, αὐτὴ ποὺ κάποτε εἶχε δώσει τ’ ἀριστουργήματα τῆς λογοτεχνίας, τῆς φιλοσορίας καὶ τώρα γινόταν ἡ γλώσσα τοῦ πόνου, τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἐλπίδας του, ἡ γλώσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν του. (περισσότερα…)

«Το μοιρολόγι της φώκιας», Προσπάθεια για μια βαθύτερη ανάγνωση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Ὁ Γιώργης Μανουσάκης ἐπιλέγει τὴ γραφὴ τῆς λέξης «μοιρολόγι» με οι καὶ ὄχι μὲ υ,  ὅπως στὰ Ἅπαντα. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ ὀφείλεται, νομίζω, στὸ γεγονὸς ὅτι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» περιλαμβανόταν γιὰ χρόνια στὸ σχολικὸ βιβλίο Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα τῆς Γ΄ Γυμνασίου, (τῶν Καλαματιανοῦ, Μακρόπουλου, Κοντόπουλου). Φιλόλογος καθηγητὴς τῆς Γ΄ τάξης ὁ Μανουσάκης, τὸ δίδαξε καὶ τὸ σχολ. ἔτος 1978‒1979,  ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς 16ης ἔκδοσης τοῦ 1978. Καὶ ἔχοντας, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πολύχρονη διδασκαλία τοῦ διηγήματος, διαπιστώσει τὴν ἀνάγκη «γιὰ μιὰ βαθύτερη ἀνάγνωσή» του, ἀκούμπησε στὸ χαρτὶ τὶς σκέψεις του τὸ 1979, χρονιὰ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ κείμενό του. Ὅμως «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» τὸ ἑπόμενο σχολ. ἔτος (1979-1980) δὲν ὑπήρχε στὸ νέο ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τῶν Γρηγοριάδη, Καρβέλη, Μπαλάσκα, Παγανοῦ). Οἱ ἐπιμελητές, (μὲ τοὺς Μηλιώνη καὶ Παπακώστα ἐπιπλέον), προτίμησαν νὰ τὸ μετακινήσουν στὸ ἀντίστοιχο ἐγχειρίδιο τῆς Β΄ Λυκείου, διατηρώντας τὴν ἐπίμαχη λέξη μὲ οι.

Ἐπιστρέφω στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ 1978· στὸ τέλος τοῦ διηγήματος ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πληροφορία: Ἐφημερίδα «Πατρίς», 13 Μαρτ. 1908. Ἀναζήτησα καὶ βρῆκα τὴν έφημερίδα: Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου). Καθημερινὴ Πολιτικὴ Ἀνεξάρτητος ἐφημερίς, ἱδρυτὴς ὁ ἠπειρώτης δημοσιογράφος Σπ. Μ. Σίμος, (μὲ γραφεῖα στὴν Ἀθήνα, ὅπως δηλώνεται). Στὸ ἀναφερόμενο φύλλο (ἀρ. 5112)  δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο ἐνθουσιῶδες δίστηλο ἄρθρο, σὲ τέσσερεις ἑνότητες, μὲ ὑπέρτιτλο «Ἡ σημερινὴ φιλολογικὴ 25ετηρὶς» καὶ τίτλο: «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»· ἐνδιάμεσα ἡ γνωστὴ φωτογραφία του ἀπὸ τὸν Νιρβάνα (1906). Τὸ ἄρθρο ἔχει ὑπογραφὴ Σ. Μ. (ὑποθέτω τοῦ νεαροῦ τότε Σπύρου Μελᾶ). Ὁ ἴδιος μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου του ἀνακοινώνει: «Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἓν ἀνέκδοτον διήγημα τοῦ διακεκριμένου διηγηματογράφου. Τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας» ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα τὸ τάλαντον τοῦ διηγηματογράφου ἔχει δώσει εἰς τόσα μέχρι τοῦδε ἀριστουργήματά του. Ἡ ἁπλότης τῆς φράσεως, τὸ ζωντανὸν τῶν εἰκόνων του καὶ ἡ βαθεῖα περιπάθεια τῆς ἐμπνεύσεώς του ὑπάρχουν ζωηρότατα εἰς τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας», εἰς τὸ σύνολον τοῦ ὁποίου τόσον δυνατὸς καὶ τόσον γνωστὸς ἐπιχύνεται ὁ τοπικὸς χρωματισμός». Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ διήγημα, μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος του στὴν ἑπόμενη σελίδα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἐπιλέξει τὴ γραφὴ μὲ υ  γιὰ οὐσιαστικὸ καὶ ρῆμα: «μυρολόι…», «μυρολογᾶ». — Α.Κ.

~.~

Ὁ Παπαδιαμάντης στὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» δουλεύει μὲ τὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη.[1] Μᾶς παρουσιάζει ἕνα-ἕνα τὰ τρία πρόσωπα τοῦ διηγήματος, παρακολουθώντας τα γιὰ λίγο σὲ μιὰν ἁπλὴ ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, ὣς μιὰ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τ’ ἄξαφνο δράμα. Στὸ σύντομο τοῦτο διάστημα ἔχει φυσήξει στὸ καθένα τους ὅση πνοὴ χρειάζεται γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, βέβαια, δὲ σημαίνει πὼς ὁ συγγραφέας κατευθύνει τοὺς ἥρωές του καὶ πὼς τὸ ἔργο μοιάζει σκηνοθετημένο.

Οἱ ἄνθρωποι στὸ διήγημα κινοῦνται καὶ δροῦν αὐτόνομα, ἀπὸ δική τους προαίρεση. Ὁ Παπαδιαμάντης τὸ μόνο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του, ὡς συγγραφέα, εἶναι νὰ παρακολουθεῖ τὸν καθένα τους ὅσο κρίνει ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου. Κι ἡ ἐπιλογὴ τούτη τοῦ χρόνου γίνεται μὲ τὴ γνώση μεγάλου τεχνίτη τοῦ εἴδους. Ἔτσι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» οἰκοδομεῖται, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του, μὲ τὴν παρουσίαση τῶν τριῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς ἀφετηρίες φτάνει στὴν κορυφαία του τραγικὴ στιγμή. (περισσότερα…)

Ένας δάσκαλος

Μνήμη Αριστόξενου Σκιαδά (1932-1994) 

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Όλοι σχεδόν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου της Αθήνας έχουμε συνδέσει δύο ονόματα καθηγητών με την Α΄ έδρα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας: Βουρβέρης και Σκιαδάς. Ο πρώτος έχει τη φήμη του αυστηρού και απαιτητικού καθηγητή, επιμένει σχεδόν απειλητικά να απομνημονεύσουμε όλη τη βιβλιογραφία, ξένη κυρίως, για τα αρχαία ελληνικά κείμενα. ΄Ομως τον εκτιμάμε, γιατί μας έχει ανοίξει τα μάτια να βλέπουμε πίσω από την αρχαία ελληνική γλώσσα, τη σκέψη του συγγραφέα. «Ένα κείμενο», διακηρύσσει συχνά πάνω από την έδρα, «δεν είναι μόνο για να διδαχτείτε ή να διδάξετε Γραμματική και Συντακτικό». Και σχολιάζει πικρόχολα: «Αν τα βγάλουμε αυτά, οι σημερινοί φιλόλογοι στα γυμνάσια δε θα ξέρουν πώς να περάσουν την ώρα στην τάξη τους… Εσείς  να μη γίνετε τέτοιοι φιλόλογοι. Τα αρχαία κείμενα στάζουν ιδέες, μιλούν για όλα τα θέματα του ανθρώπινου βίου, μην τα καταδικάσετε στην άψυχη γραμματοσυντακτική ανάλυση».

Πρώτη φορά ακούμε για ανθρωπιστική ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας. Γεμίζει το αμφιθέατρο, για να παρακολουθήσουμε μια τέτοια  ερμηνεία  του «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, που μας διδάσκει φέτος.

Ο δεύτερος, ο Σκιαδάς, δεν μας εμπνέει μόνο εμπιστοσύνη και σιγουριά με την άρτια επιστημονική κατάρτισή του, κυρίως μας εντυπωσιάζει με τη διάθεσή του για συντροφικότητα, με την απλότητα και την προσήνεια προς τους φοιτητές, που θα θελήσουν να τον πλησιάσουν, πράγμα άλλωστε όχι και πολύ δύσκολο για μας, ίσως λόγω και της σχετικά μικρής ηλικιακής διαφοράς μας.

Θυμάμαι την εκδρομή στη Λίμνη της Βουλιαγμένης στο Λουτράκι τον Οκτώβρη που πέρασε και την τριήμερη τον Νοέμβρη στους Δελφούς, που είχε οργανώσει η «Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία». Η Εταιρεία, δημιούργημα του Βουρβέρη, είχε προγραμματίσει διαλέξεις εκεί, για να προωθήσει στην επαρχία, στο πλαίσιο του καταστατικού της, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ο Σκιαδάς ήταν ένας από τους βασικούς ομιλητές.

Οι φοιτητές τού φροντιστηρίου του Βουρβέρη συμμετείχαμε στις εκδρομές αυτές, που ήταν κάτι σαν πανηγύρι. Είχαμε την ευκαιρία, σε μια ατμόσφαιρα οικογενειακή, να ζήσουμε από κοντά τις προσπάθειες της Εταιρείας και των δύο καθηγητών μας, που ήλθαν μαζί με κάποιους φίλους τους ξένους καθηγητές και με τις γυναίκες τους, την κυρία Πιπίτσα ο Βουρβέρης και την ωραία νεαρή φιλόλογο Αγγελική Στασινοπούλου ο Σκιαδάς. Αυτόν αισθανόμασταν πιο κοντά μας απ’ όλους. Γιατί δεν ήταν ο ελεγκτής ή ο τιμητής των εκδηλώσεών μας, ήταν ο  αγαπημένος φίλος. Ήταν ένας από μας. Έπαιζε μαζί μας, γελούσε, τραγουδούσε και χόρευε. Αστειευόταν και συμπεριφερόταν νεανικά, όπως εμείς. (περισσότερα…)

Ηλειακές μνήμες του 1969

*

Στη μνήμη του πατέρα μου

Φέτος το ταξίδι για το χωριό του πατέρα μου δεν ήταν ατέλειωτο, όπως τότε, αρχές της δεκαετίας του ’50, που ταξιδεύαμε με τον καρβουνιάρη, φορώντας ό,τι πιο πρόχειρο, για να μην λερωθούμε από τη μουτζούρα του. Ήταν πιο γρήγορο κι από το ταξίδι που κάναμε, αργότερα, με το «πολυτελές», και αρκετά ταχύτερο, ωτομοτρίς.

Τώρα, μετά από πολλά χρόνια, ταξιδεύαμε άνετα με το ΙΧ του πατέρα μου και σταματούσαμε όπου θέλαμε, όποτε θέλαμε. Κι όταν φτάσαμε στην Αμαλιάδα, δεν χρειάστηκε να φορτώσουμε, όπως τότε, τις αποσκευές μας πάνω στη σκεπή τού λεωφορείου-σακαράκα, όπου μέσα στοιβάζονταν οι επιβάτες με προορισμό την Εφύρα και το Σιμόπουλο. Εμείς κατεβαίναμε πάντα πιο πριν, στού Μπεζαΐτη, όπως έλεγαν τότε την Κεραμιδιά, τρίτο χωριό μετά το μεγαλοχώρι του Χάβαρη και τη μικρή Ντάμιζα.

Η διαδρομή από την Αθήνα ώς το χωριό μου φαινόταν μαγευτική. Όλα γνωστά, τα είχα δει πολλές φορές, μα σήμερα μου φαίνονταν καινούργια, διαφορετικά από άλλοτε· δεν μου ’κανε όρεξη να ρίξω ούτε ένα βλέμμα στο βιβλίο, που είχα πάρει μαζί μου για το μακρύ ταξίδι. Όλη την ώρα παρατηρούσα γύρω αμίλητη και σκεπτόμουν… σκεπτόμουν…

Απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής φτάσαμε στο σπίτι του αδελφού τού πατέρα μου. Όλοι μάς περίμεναν στην αυλή, κάτω από την πελώρια, σχεδόν αιωνόβια μουριά, την ίδια όπου σκαρφάλωνε παιδί ο πατέρας μου. Το παλιό σπίτι όμως, το πατρικό, δεν υπήρχε πιά. (περισσότερα…)

Η Ακρόπολη από την ταράτσα μας

*

Η ζωή μας στο σπίτι τής οδού Πηλέως κυλούσε και μέσα, στις δυο μεγάλες ανισόπεδες κάμαρες, και έξω, στην βεράντα τής κάτω κάμαρας, μα κυρίως στην πάνω τεράστια ταράτσα με την κληματαριά, το μεγάλο πλεονέκτημα του σπιτιού. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, δηλαδή από νωρίς την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο, περνούσαμε πιο πολύ έξω. Αλλά και τις καλές μέρες τού χειμώνα η ταράτσα και η βεράντα γινόταν, για μένα τουλάχιστον, χώρος μελέτης. Έβγαζα το σκαμνάκι μου και διάβαζα κάτω από τον ζεστό ήλιο.

Μερικές φορές κοίταζα κάτω, μέσα στον πλατύ διάδρομο της «σπιταρώνας» της κυρίας Μερόπης και ζήλευα που δεν κατοικούσαμε κι εμείς σε ένα τέτοιο σπίτι με πολλά και μεγάλα δωμάτια. Παρηγοριόμουν όμως, γιατί το πλούσιο φως τού ήλιου, που έλουζε τη βεράντα και την ταράτσα μας, κι εγώ απολάμβανα, δεν έβλεπα να μπαίνει κάτω. Πώς θα χαιρόμουν το διάβασμα έξω, αν μέναμε στο κάτω «πλούσιο» σπίτι; Πλούσιο;…

Και πώς, όταν τις νύχτες τού καλοκαιριού η ζέστη γινόταν αφόρητη, όλη η οικογένεια θα μετακόμιζε στην ταράτσα; Το βορειοδυτικό μέρος της δεν το έπιανε ποτέ ο ήλιος το πρωί· εκεί, πάνω στις φρεσκοπλυμένες κόκκινες τσιμεντόπλακες, απλώναμε μια κουβέρτα κι ένα κατωσέντονο για όλους κι έπαιρνε ο καθένας δικό του μαξιλάρι, δικό του πανωσέντονο και κοιμόμασταν μακάρια ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από τον καθαρό έναστρο ουρανό.

Ολόκληρη την ύπαρξή μου διαπερνούσε η μαγεία τής αδιατάραχτης νύχτας. Κι έμενα ξύπνια όσο άντεχα, να παρατηρώ τα αμόλυντα και λαμπερά αστέρια, που δεν τα εξαφάνιζε το τεχνητό φως της πόλης· διέκρινα τη μικρή και τη μεγάλη άρκτο, όπως είχα διαβάσει στο βιβλίο της Γεωγραφίας, τη φαρδιά γαλακτερή καμπυλωτή λουρίδα τού γαλαξία, τις φάσεις τού φεγγαριού, την πανσέληνο, του Αυγούστου κυρίως, κι έκανα όνειρα… (περισσότερα…)

Η «πρωτόγονη» ποίηση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ ‒ Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Κάποτε τοὺς ὀνομάζαμε «ἄγριους» καὶ περιφρονούσαμε κάθε τὶ δικό τους. Τώρα τοὺς λέμε μόνο «πρωτόγονους»[1] κι ἡ λέξη ἔχει χάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ τὴν ὑποτιμητική της σημασία. Γεμίζομε τὰ μουσεῖα μας μὲ τὶς τελετουργικές τους μάσκες, τὰ ὅπλα, τὰ γλυπτά τους, καταγράφομε κι ἠχογραφοῦμε τὰ τραγούδια τους, ἀποτυπώνομε σὲ ταινίες τοὺς χορούς τους κι ἀνακαλύπτομε, ὄχι σπάνια, πὼς μᾶς συγκινοῦνε πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔργο κάποιου χτεσινοῦ ἀκόμη ποιητῆ ἢ ζωγράφου πού ’ζησε καὶ δημιούργησε ἀνάμεσά μας. Μ’ ὅλη τὴν τεράστια ἀπόσταση, τοπικὴ ἴσως καὶ χρονική, τὶς διαφορὲς στὸν πολιτισμό, στὴν κοινωνικὴ ὀργάνωση, στὴ θρησκεία, στὴ νοοτροπία ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸν ἀνώνυμο γλύπτη τῆς Ὠκεανίας ἢ τὸν ἄγνωστο ποιητὴ τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, τὸ ξόανο τοῦ πρώτου καὶ τὸ τραγούδι τοῦ δεύτερου συχνὰ φτάνουν ὁλόισια στὴν καρδιά μας.

Ὁ ὅρος «πρωτόγονος», ὅταν ἀναφέρεται στὴν Τέχνη, σχεδὸν χάνει τὸ νόημά του. Γιὰ τὴν ἐπιστήμη ἔχει πρωταρχικὴ σημασία τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ κι ἡ μόρφωση ἐκείνου ποὺ θ’ ἀσχοληθεῖ μαζί της. Ὁ ἐπιστήμονας πρέπει νά ’ναι κάτοχος ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς γνώσης πού ’χει μαζευτεῖ ὣς τὴν ἐποχή του καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μαζεύεται κάθε μέρα. Γιὰ τὴν Τέχνη δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ καλλιτεχνικὴ δημιουργία ἔχει τὴν πηγή της στὸ συναίστημα ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶν’ ἄλογο. Ἡ μόρφωση κι ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ καλλιτέχνη μπορεῖ νὰ συντελοῦνε στὸ νὰ γίνει τέλεια ἡ μορφὴ τοῦ ἔργου τῆς Τέχνης ἢ νὰ τὸ πλουτίζουνε μὲ βαθύτερες ἀνησυχίες καὶ προβλήματα, μὰ δὲν εἶναι πάντα ἀπαραίτητες. Ἀρκοῦν οἱ ἁπλὲς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ὅταν αὐτὲς ἀγγίξουνε τὶς συναιστηματικὲς χορδὲς κάποιου πού, ἐξὸν ἀπὸ τὴν εὐαιστησία, θά ’χει καὶ τὸ χάρισμα νὰ βλέπει τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὸ κρύσταλλο τῆς ὀμορφιᾶς, θὰ γεννηθεῖ τὸ ποίημα τοῦ λόγου ἢ τῆς ὕλης.

Στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἡ Τέχνη ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὰ κατορθώματα τοῦ νοῦ. Οἱ μακρινοὶ πρόγονοί μας δὲν εἴχανε μάθει νὰ τρυποῦνε καὶ νὰ πελεκοῦνε τὴν πέτρα κι ὅμως γεμίζανε μὲ ζωγραφιὲς τὶς σπηλιὲς ὅπου κατοικούσανε. Τὸ μυαλό τους ἦταν ἀκόμη βαρύ, «ἕνα κουβάρι σκοτεινὸ» ποὺ δὲν εἶχε ἀρχίσει νὰ ξετυλίγεται. Μέσα τους ὅμως ἀναβόσβηναν οἱ ἀστραπὲς τοῦ τρόμου καὶ τῆς χαρᾶς, σηκώνουνταν τὰ κύματα τοῦ μίσους καὶ τοῦ ἔρωτα. Τὰ μάτια τους ἀνακαλύπτανε κιόλας πὼς κάποιες γραμμὲς εἶναι πιὸ ἁπαλὲς ἀπὸ τὶς ἄλλες, κάποια χρώματα πιὸ ταιριαστὰ στὸ συνδυασμό τους· τ’ αὐτιά τους ξεχώριζαν ἤχους ποὺ χύνανε στὴν ψυχή τους μιὰ ἀνείπωτη γλύκα. Βρήκανε πὼς ὁ φόβος τους μπροστὰ στὰ γιγάντια θηρία μποροῦσε νὰ χαραχτεῖ στὴν πέτρα σὰν ἕνα τριχωρὸ μαμούθ, πὼς ἡ χαρὰ κι ἡ περηφάνεια τους γιὰ τὸ θήραμα ποὺ σκοτώσανε μὲ τὰ ἴδια τους τὰ χέρια μποροῦσε ν’ ἀποτυπωθεῖ στὸ τοίχωμα τῆς σπηλιᾶς μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς ταράνδου ποὺ τρέχει. Ἡ ἐρωτικὴ λαχτάρα ἔγινε ρυθμικὴ κίνηση τοῦ κορμιοῦ, κι ἡ εὐμένεια τῶν πνευμάτων ἐξασφαλίστηκε μ’ ἕνα πλῆθος ὕμνους κι ἱκεσίες. (περισσότερα…)

Χωρίς καμιά παραχώρηση

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. Στο γραφείο κανείς, η γραμματέας με άδεια. Επιστρέφοντας από την αίθουσα των αρχείων στην  άλλη άκρη του διαδρόμου ίσα που πρόλαβε και σήκωσε το ακουστικό. «Είσθε η διευθύντρια;», ρώτησε μια άγνωστη φωνή.

Όσα άκουγε από την άλλη άκρη της γραμμής στα πέρατα της χώρας ήταν δύσκολο να τα πιστέψει. Εκείνος ο κακομούτσουνος ο Μάριος των φοιτητικών της χρόνων εμφανιζόταν απρόσμενα μετά από σαράντα χρόνια. «Δεν σε ξέχασα ποτέ. Φροντίζω να μαθαίνω πού βρίσκεσαι… Νομίζω πως κάποτε είχες ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον μου…». Τα λεγόμενά του αυτόματα τη γύρισαν χρόνια πίσω…

Μόλις είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ και είδε να καταφτάνει πίσω της ο φοιτητής που διάβαζε στο ίδιο σπουδαστήριο με κείνη. Την περίοδο των εξετάσεων του Ιουνίου ήταν το τελευταίο κορίτσι που εγκατέλειπε αργά το βράδυ το σπουδαστήριο του τέταρτου ορόφου. Ήθελε να περνάει όλα τα μαθήματα, για να χαρίζει το καλοκαίρι της στη θάλασσα και στην ηλιοθεραπεία πάνω στην καυτή άμμο. Τρομοκρατήθηκε, όταν έμεινε μόνη μαζί του μέσα στο καλοσφραγισμένο κινούμενο κουτί. Πάτησε γρήγορα το κουμπί για το ισόγειο. Της φάνηκε ότι κατέβαινε πολύ αργά. Σκέφτηκε την περίπτωση του εγκλωβισμού τους μέσα στον θάλαμο, αν τύχαινε κάποια βλάβη ή αν κοβόταν το ρεύμα. Κόλλησε το βλέμμα στο ρολόι της. Από τον τέταρτο ώς το ισόγειο ατέλειωτα και μαρτυρικά κύλησαν τα ελάχιστα δευτερόλεπτα της καθόδου. (περισσότερα…)

Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τί θὰ μείνει στὸ σπίτι ἀπὸ μένα
ὅταν θά ’χω φύγει γι’ ἀντίπερα;
 
διερωτάται ο ποιητής στο ποίημά του «Κατάλοιπα ζωῆς».

Ο ίσκιος, η ματιά, τα όνειρα, οι επίμονοι φόβοι, η σιγανή φωνή δεν είναι τα μόνα και κυρίαρχα κατάλοιπά του στο σπίτι, όπως έγραφε. Μετά το θάνατό του, όταν χώθηκα στο αρχείο του για να το καταγράψω και να ταξινομήσω ό,τι είχε προκύψει από το γράψιμο που τον είχε απορροφήσει τόσα χρόνια, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πλήθος χειρόγραφων κειμένων, ποιητικών και μη, από τα οποία λίγα είχαν ενταχθεί στα βιβλία του

Έδωσα τότε μυστικά την υπόσχεση στον ποιητή και στους αναγνώστες τού έργου του ότι δεν θα αφήσω να επαληθευτεί ο φόβος του ότι «ο άνεμος του χρόνου θα σαρώσει» «τα συντρίμμια των στίχων» του, όπως είχε γράψει το 1976 στο ποίημα «[Ἂν φύτεψα…]», που ακούστηκε. Η ύπαρξη αυτών των καταλοίπων αποτελούσε και αποτελεί για μένα ἕνα βαρύ καθήκον με πολλαπλές διαστάσεις.

Ο Μανουσάκης ως δημιουργός που ζούσε και έγραφε στην επαρχία νόμιζε πως είχε ασθενική ποιητική φωνή με περιορισμένη απήχηση. Γι’ αυτό πότε πότε σκεφτόταν πως ήταν μάταιο να επιμένει να γράφει. Όμως το γράψιμο ήταν για κείνον το οξυγόνο που τον βοηθούσε να ζει, ήταν η ψυχική λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία, ήταν συγχρόνως και «μια δημόσια εξομολόγηση “εκ βαθέων”,[1] που γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ του ίδιου και των άλλων. Ακόμη κι όταν η φθορά του σώματος είχε αρχίσει να απειλεί την ζωή του, το γράψιμο ήταν ο μοναδικός λόγος ὕπαρξης, όπως είχε πει στην τελευταία συνέντευξή του το Νοέμβρη του 2007, (περισσότερα…)