Day: 19.07.2026

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός

*

Κοιταζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε τον εαυτό της. Είχε γυρίσει μόλις απ’ το κομμωτήριο και από τα μαγαζιά όπου είχε αγοράσει ένα ωραίο κόκκινο καλοκαιρινό φουστάνι. Έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να την ανεβάσει στο ίνσταγκραμ να τη δουν οι φίλοι της. Δείτε το φόρεμά μου, πώς μου πάει, δείτε τα μαλλιά μου φρεσκοβαμμένα, καλοχτενισμένα, οι ανάλαφρες μπούκλες με κάνουν να φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα! Όσο για το σώμα μου, δεν χτυπιέμαι αδίκως τόσους μήνες στο γυμναστήριο, έχω γίνει σαν μοντέλο.

Θαύμαζε τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως θα έκανε θραύση στα σόσιαλ όπου είχε αρκετούς ακόλουθους. Είχε καιρό ν’ ανεβάσει δική της φωτογραφία και θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα την ποστάριζε και στο φέισμπουκ και στο τικ-τοκ, είχε λογαριασμούς παντού. «Θεά!» θα της έγραφαν, «κορμάρα», «καλλονή», «δείχνεις σαν κοριτσάκι». Οι γυναίκες θα ζήλευαν, οι άντρες θα ένοιωθαν μια ακατανίκητη επιθυμία να βγουν μαζί της, να φλερτάρουν, να προχωρήσουν και περισσότερο…Είχε μεθύσει από την ίδια της την ομορφιά. Και να σκεφτείς ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει φίλτρα ή άλλα κόλπα της τεχνολογίας. Ούτε στο δέρμα της είχε κάνει ποτέ μπότοξ ή πλαστικές. Αυτή ήταν η φυσική της όψη, παρά τα κάποια χρονάκια της έδειχνε δροσερή και εμφανίσιμη.

Ο ενθουσιασμός της ήταν ασυγκράτητος. Η φωτογραφία της θα γινόταν viral και η ίδια θα έμπαινε στα χωράφια των influencers. Ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθούσε; Προτάσεις από εταιρείες καλλυντικών για να προωθεί τα προϊόντα τους ή ίσως θα έφτανε να διαφημίζει ρούχα για κάποια μεγάλη ξένη αλυσίδα;

Ανέβασε την φωτογραφία με μια απλή λεζάντα. «Ο καλοκαιρινός μου εαυτός», έγραψε. Περίμενε να δει τα λάικ και τις καρδούλες να πέφτουν βροχή. Περίμενε, περίμενε, καμμία αντίδραση. Μήπως δεν είχε πατήσει επάνω στην επικύρωση; Μήπως έλειπαν όλοι σε διακοπές; Μήπως από την ζήλεια τους έκαναν ότι δεν είδαν την φωτογραφία της; Μα να μην αντιδράσει κανείς; Περίμενε δυο μέρες ακόμα και η φωτογραφία του καλοκαιρινού της εαυτού έμεινε εκεί ξεχασμένη σαν κάποιους πίνακες σε μεγάλα μουσεία, ζωγραφισμένους από ελάσσονες καλλιτέχνες που κανείς δεν τους δίνει σημασία καθώς όλοι τρέχουν στις κεντρικές αίθουσες για να δουν την Τζοκόντα του Ντα Βίντσι και την Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι.

Μετά από πέντε μέρες επιτέλους είδε έναν μπλε αντίχειρα και ένα σχόλιο στο φέισμπουκ. Ήταν από τη μητέρα της. «Ωραίο το φόρεμα αλλά σε παχαίνει. Οι μπούκλες νομίζω πως δεν είναι για γυναίκες της ηλικίας σου».

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

**

*