«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . . πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν…

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . να ο Ραμπαγάς.
Πάρτ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Οσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών.

Σε μούλκι ματοπότιστο και κοκαλοσπαρμένο
αφεντικό με βάλανε μ’ ένα λουφέ μεγάλο,
ξένος για τούτο ήμουνα κι αυτό για μένα ξένο,
μα ρίζες πρόφθασα πολλές στο χώμα του να βάλω…
Οι ρίζες βγάλανε κλωνιά και τα κλωνιά μπουμπούκια
και τά μπουμπούκια τον καρπό θα δέσουνε μια μέρα.
Ως τώρα πήδησα πολλά μέσα σ’ αυτό παλούκια,
μα σ’ όλους τους κολλήγους μου επήρα τον αγέρα.
Λουφές και γλέντι! Τι ζωή!  Κουκούτσι δε με μέλλει,
πώς πάνε τα ζωντόβουλα που μ’ έχουνε γι’ αφέντη!
Οργώνουν άλλοι, μα εγώ, εγώ τρυγώ τ’ αμπέλι,
το ξεζουμιάζω και τραβώ… Τραβώ μεγάλο γλέντι.
Λογαριασμό δεν μου ζητούν, λογαριασμό δεν δόνω,
κι αν μέσα στο μεθύσι μου ή κανενού κεφάλι,
ή πιάτα, τζάμια σπάσουνε, το κέφι μου δε χάνω…
Υγεία να ’χω μοναχά και τα πλερώνουν άλλοι.
Μέσα στο κτήμα μου πολλοί δουλεύουνε κολλήγοι
τους στίβω σε χρονιάτικο μεγάλο γηομοίρι,
δόξες, ταξίδια και λουτρά, ραχάτι και κυνήγι
τα βγαίνω απ’ τον ίδρω τους —ψυχή μου πανηγύρι!
Εδώ και κει καμιά φορά μαλώνουν μεταξύ τους
βριζοκοπούνται, κλέβονται, κλοτσιώνται, κουτουλιώνται,
λυούνε τις μύτες, γδέρνονται . . .  είναι δουλειά δική τους
σώνει  μονάχα του λουφέ λεφτά να  μη  χαλιώνται…
Από ψηλά, πολύ ψηλά τους βλέπω σα μυρμήγκια,
πού σέρνουνε κουκί – κουκί στην τρύπα τους το στάρι,
για να το φάνε μονομιάς αχόρταγα ποντίκια
και πάλι βγαίνουν παγανιά για πόντικα θρεφτάρι…
Αν αγριεύουν στα κρυφά και το μουστάκι στρίβουν
αν μουρμουρίζουνε πολλοί για την αναμελιά μου
Ε! τι με μέλλει! . . .  Μέσα τους βεζούβιο κι αν κρύβουν. ..
Λουφές και γλέντι δυνατό! Αυτή ’ναι η δουλειά μου.

*

*

Το περιοδικό προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και οδήγησε σε φυλάκιση των εκδοτών του. Συνέχισε την έκδοση του, όμως, και μετά την αποχώρηση του Γαβριηλίδη, το 1880. Το έτος 1881, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας. Μετά από οκτάμηνη διακοπή λόγω οικονομικών προβλημάτων, το 1887 συνέχισε την έκδοσή του, σε συνεργασία με τον Ρόκκο Χοϊδά κι έναν χρόνο αργότερα, αν και γνώστης ο Χοϊδάς κυρίως λόγω επαγγέλματος των άρθρων του ισχύοντος τότε συντάγματος, δημοσίευσε δύο κείμενα στην εφημερίδα, τα οποία θεωρήθηκαν υβριστικά τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τους βασιλιά Γεώργιο Α’ και τον διάδοχο του θρόνου, Κωνσταντίνο, οπότε και φυλακίστηκαν και οι δυο.

ΒΑΣΙΛΙΑ!

Μικρό, μικρό, αμούστακο σε πήραμε ακόμα,
με τι αγάπη, τι χαρά, άι! βασιλιά, θυμάσαι;
Από γαλέτα καραβιού σού μύριζε το στόμα…
Ποιος να σου το ’λεγε ποτέ πως τώρα θα κοιμάσαι
από κουκέτα ναυτική σ’ ολόχρυσο κρεβάτι,
πως συ, ο ναύτης του βοριά, το θρόνο μας θα πάρεις,
να φας μαζί μ’ αγωνιστές εδώ, ψωμί κι αλάτι,
να σε φιλήσει, Βασιλιά, ο Βασιλιάς-Κανάρης;
Θυμάσαι, σαν εφώναζες πως «είν’ η δύναμή σου
μόν’ η αγάπη του λαού», τι ζήτω του λαού σου
σαν άνθια σ’ εστεφάνωσαν, ή πες μας, στη ζωή σου,
βασιλικό θυμητικό μην έχεις μες στο νου σου;
Θυμάσαι, σαν παντρεύτηκες, πόσα ’παμε τραγούδια
και με το πρώτο σου παιδί πώς χτύπησ’ η καρδιά μας,
στη βάφτισή του τι πολλά το ράναμε λουλούδια
και πώς εφτερωθήκανε μ’ αυτό τα όνειρά μας;
Κι αν όλα τα λησμόνησες στο πρώτο σου ταξίδι,
θυμήσου, σαν αρρώστησες, τι γένηκ’ εδώ πέρα,
για τη ζωή σου, Βασιλιά, μας πήε ριπιτίδι
κι ανάβαμε στις εκκλησιές καντήλια νύχτα μέρα!
Μας αγαπούσες, Βασιλιά, μας αγαπούσες τότες,
μας έλεγες καμιά φορά, «σας έκω στην καρντιά μου»,
κι ήμαστε όλοι, κι οι απλοί πολίτες, στρατιώτες,
σώνει να φώναζες: «Ομπρός στα σύνορα, παντιά μου!».
Μην μας ζηλέψαν, Βασιλιά, εσένα το ξεφτέρι,
και μας εμάτιαξε καμιά απ’ τις τρανές Δυνάμεις;
Αι! δώσ’ μας την αγάπη σου και παίρνουμε τα μέρη
στα πεταχτά, για να μπορείς πάλι λουτρά να κάμεις,
πάλι να βρεις το Φάληρο, το θέατρό σου πάλι,
να σου ’χουν διαθέσιμο του Κεχαγιά το σπίτι.
αλλιώς, καθώς κατάντησε στο σημερνό μας χάλι,
θα χάσει και το Φάληρο Παρασκευή και Τρίτη!…
Αυτό το αρειμάνιο που έκαμες μουστάκι,
στον τόπο τούτο, Βασιλιά, άι! άκου, μα τον Άρη!
στρίφ’ το λιγάκι, στρίφ’ το, ναι, κι αγρίεψε λιγάκι,
γιατ’ αν σε θέλει ο Ρωμιός, σε θέλει παλικάρι!
Σε καμαρώνει σαν περνάς καβάλα στ’ άλογό σου,
ασίκης, λεβεντόκορμος, με στρατηγού γαλόνια,
με σπάθα ολοκαίνουργια απ’ το ζερβί πλευρό σου,
και με καμτσίκι φίλντιζι και μ’ αργυρά σπιρούνια.
Μα πόσο θα λαχτάριζε, να σ’ έβλεπε σε μάχη,
να χύνεσαι, μες στη βοή, στη φοβερήν αντάρα
και τ’ όνομά σου ένδοξα ν’ αντιλαλούν οι βράχοι:
«Ζήτω ο Γιώργος νικητής! . . . ». Ψυχή μου! Τι λαχτάρα!
Ω! να! σε βλέπω, βασιλιά . . .  Δαφνοστεφανωμένος,
γυρνάς από τον πόλεμο, γυρνάς από τη νίκη . . .
Τι; τι; τι λέγω; . . . Όνειρο . . .  Στο Φάληρο στρωμένος,
το ρίχνεις όξω, Βασιλιά, και δεν πλερώνεις νοίκι.

Αρκετοί μήνες σε επιβαρρυντικές συνθήκες κατέργων, άρνηση από τον Άρειο Πάγο αποφυλάκισης για λόγους υγείας και αλλεπάλληλες δικονομικές μεθοδεύσεις, έφεραν τελικά μια καταδίκη ερήμην σε επτάχρονη ειρκτή από ένα σώμα ενόρκων στην επαρχιακή πόλη της Άμφισσας.

Μες στη φυλακή τι κρύο
και νερόν οι τοίχοι στάζουν.
Το νερό μου κρουσταλλιάζει,
τα παπούτσια μου μουχλιάζουν.
Μου κοκκίνησαν τα μάτια
από το βαρύ συνάχι
κι αυστηρός ο αρχιφύλαξ
ω! που κακό χρόνο νάχει!
μια κρασιά δεν επιτρέπει
ή καμμιά ρουμιά να σφίξω
Α! πολύ δε θα βαστήξω!
Α! τι κρύο. α! τι κρύο!
Μάλαμα καιρός για δύο! . . .
 
Και μέσ’ από τα σίδερα της φυλακής ακόμα
δεν κλειέται, δε βουβαίνεται του Ραμπαγά το στόμα,
δεν τονέ σκιάζ’ η φυλακή, τα σίδερά της σπάζει
κι ελεύθερη η Ιδέα του πετιέται, φτερουγιάζει!
Του τυραννάτε το κορμί, στη βρώμα τ’ αρρωστάτε,
με το φαρμακαγέρι σας, αρρώστιες του κολλάτε,
σαν άνανδροι παλεύετε, ελεύθεροι με σκλάβο
και «γιούχα!» ακούτε του Λαού, αντί ν’ ακούτε «μπράβο!»
Χωρίς μαρτύριο καμμιάν Ιδέα δε γεννιέται,
δε θρέφεται, δε χύνεται στον κόσμο θερισμένη!
 
– Δημοκρατία, μέτρα τους, τους τόσους μάρτυράς σου,
η δάφνη σου ξεφύτρωσεν από τα αίματά σου.

Η σάτιρά του έφτανε στο σημείο να περιγελά ακόμη και τον θάνατό του, με το ποίημα «η κηδεία μου», στην περίοδο βέβαια που η ψυχική του υγεία ήταν σε καλή κατάσταση.

Πρωί, πρωί, δεν ξαίρω πώς, από ποια τρύπα μπήκαν
Και χύθηκαν στην έρημη κρεβατοκάμαρά μου
Ένα σωρό μαγγόπαιδα, μελίσσι, –  συμφορά μου!
Μελίσσι ερωτόπουλα π’ αναίσθητο με βρήκαν,
Ακούνητο, χωρίς λαλιά, χωρίς ζωής σημείο,
Και λέγανε: «άμ’ είναι πια για το νεκροταφείο».
Χα! χα! χα! χα! τον θάβομε, μωρέ παιδιά, τι λέτε;
Κ’ εγώ που τόσο έναν καιρό πιστά τ’ ακολουθούσα,
Τα βλαστημούσα μέσα μου, κρυφά τα βλαστημούσα,
Τ’ αχάριστα! Ε! φίλοι μου, πεθαίνω δε με κλαίτε
Πεθαίνω κλαίτε, κλαίτε με! αντίο σας! αντίο!
Α! τα τσαχπίνια! πέφτουν ’σαν κουνούπια, στο κρασί μου
Ρουφάνε και την ύστερη γλυκειά σταλαματιά του
Χαϊδεύουν τη Μαρούλα μου και κοίτα τους, αλί μου!
Μοιράζουνε στο λείψανο καθένας τη δουλειά του,
Κρατούνε τις κορδέλες μου μπροστά και πίσω δύο
Ψάλλουν οι μύτες τους και να, για το νεκροταφείο.
Μωρέ παιδιά, με παίρνουνε, την έπαθα! τί λέτε;
Ἕνας σηκώνει το σταυρό, άλλοι βαστούν λαμπάδες
Και ντύνονται, ως δώδεκα, παπάδες, δεσποτάδες.
Μωρέ παιδιά, με βαίνουνε στ’ αμάξι! δε με κλαίτε:
Κλαίτε με! πάω! χάθηκα! αντίο σας! αντίο!
Με χάχανα ξοπίσω μου, σε δυο σειρές βαδίζουν . . .
Τι μάγκες! τούμπες κάνουνε, στο δρόμο λέν’ τραγούδια,
Στο ύστερο κρεββάτι μου, που τρέμουσες γυαλίζουν,
Μούχουν κιθάρα κεντητή, ποτήρι και λουλούδια,
Της τρελλαμένης Μούσας μου χαρούμενο σημείο.
Στο δρόμο το καπέλλο τους μου βγαίνουν ένα δύο,
Κι αυτοί στο Χάρο τοκιστή κι αυτοί χρεωφειλέται,
Και λένε μέσα τους: «Αμή τα πάντα ματαιότης!
Ὅλα στον κόσμο σβήνουνε, αυτά ’χει η ανθρωπότης!»
Αδέρφια μου! το φίλο σας, μωρε παιδιά, δεν κλαίτε;
Να! Να! με πάνε τρέχοντας! αντίο σας! αντίο!
Για ψαλμωδία νεκρική, μου ψάλλουν με τη μύτη,
Τα πιο τρελλά τραγούδια μου, όλο ζωή και νιάτα.
Κι απάνω απ’ την πλάκα μου η σμίλα του τεχνίτη
Σκαλίζει δάφνη και μυρτιά και γράμματα λουσάτα.
Με όλα αυτά τη δόξα μου φωνάζει το μνημείο
Κι ας είναι μες στα σπλάχνα του ερήμωση και κρύο.
Πά’ να πιστέψω πως Θεός θα γίνω . . .  μα τι λέτε!
Μωρέ παιδιά, δεν ήθελα ακόμα να πεθάνω!
Ωχ! Ωχ! μου ρίχνουν χώματα στα στήθια μου επάνω.
Ἔ! φίλοι μου, με θάβουνε, με θάψαν! δε με κλαίτε;
Βαθειά με παραχώσανε! αντίο σας! αντίο!
Μα νά! η τύχη το ’φερε και από κει δροσάτο,
Την ώρα που με θάβουνε, περνάει το χρυσό μου,
Μ’ αρπάχνει απ’ το μνήμα μου στην αγκαλά τρεχάτο
Και νιώθω πως ζωντάνεψα απ’ τον καρδιόχτυπό μου!
Σεις που τ’ ωραίο της ζωής ξεσκίζετε βιβλίο,
Π’ όλα στραβά τα βρίσκετε, με το σοφό κρανίο,
Σεις, που, γιατί γεράσατε, ψεύτη τον κόσμο λέτε,
Πικρή, ξυνή ’ναι η ζωή, δίχως δροσιά και νιότη
Κι αλλιώς τον κόσμο βλέπετε στη λεβεντιά την πρώτη.
Μα τώρα λυπηθείτε με, μου πρέπει να με κλαίτε,
Γιατί; – Γιατ’ αναστήθηκα . . .  αντίο σας! αντίο!

*

*

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, υπέφερε από ψυχική διαταραχή. Αποφυλακίστηκε μετά από έξι μήνες και στις 5 Μάη του 1889, στη τελευταία σελίδα, δημοσιεύεται το παρακάτω κείμενο που αφορά την διακοπή κυκλοφορίας του περιοδικού, «για λόγους υγείας κατά σύσταση των γιατρών».

*

*

Γνωρίζουμε από τον συχνό «κάτοικο» του περιοδικού και ιδρυτή του Νουμά, Δ. Ταγκόπουλο, πως η προϊούσα παραλυτική παράνοια, «συνέπεια μιας κάποιας άταχτης νεανικής ζωής», ήταν αυτό που τον έφθασε στο σημείο να κλαίει στο πάτωμα με γοερούς λυγμούς συνειδητοποιώντας πως δεν «μπορούσε πλέον να γράψει ούτε μια γραμμή» κι όπως ανέφερε κι ο Στέφανος Ξένος κατόπιν για τον αυτόχειρα, «παραπονιόταν ότι έχασε την πέννα του, είχε τρομερούς κεφαλόπονους, η όρασίς του εθαμβούτο, δεν μπορούσε να δει μακριά, ακόμα και να περπατούσε δεν μπορούσε ούτε σε μικρή απόσταση… είχε καταντήσει ένα σωματικό συντρίμμι, αληθινό ράκος», αν και σε άρθρο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, υποστηρίζεται ότι τα δημοσιογραφικά όργανα του Παλατιού, θέλοντας αργότερα να κατασιγάσουν την σπαρακτική απήχηση του θανάτου του στα λαϊκά στρώματα, έπλασαν τον μύθο του ψυχικά ασθενούς, στηριγμένοι σε μια ιατροδικαστική έκθεση που τον παρουσίαζε επίτηδες τρελό για να πεισθεί η Ιερά Σύνοδος να δώσει άδεια κηδείας.

Αυτοκτονούν εδώ δω και κει
συχνά πυκνά πολίται . . .
Μα δε μου λέτε, άνθρωποι,
γιατί αυτοκτονείτε; […]
Ἐδώ κι αν βασανίζεστε,
είν’ η ζωή ελπίδα
και τα πιο μαύρα σύγνεφα
στου ήλιου μιαν αχτίδα
γλυκά ξανθοχρυσώνουνται.

Με την ανέχεια στο προσκήνιο («διευθυνθείς εις το γραφείον του κατέγραψε τα εν αυτώ έπιπλα ών την πώλησιν διεπραγματεύετο προ πολλού, διότι εκ της εκποιήσεως αυτών και εξ εράνων, ούς διηνήργουν πρό τινος οι φίλοι του, ήλπιζε να μεταβή εις Παρισίους και τεθή υπό την εξέτασιν και θεραπείαν του διασήμου νευρολόγου Σαρνιώ»), καθώς και την προδιαγεγραμμένη εξέλιξη της ιατρικής διάγνωσης περί νόσου της νευροσυφιλίδος, στις 25 Μαΐου 1889, ο Ραμπαγάς αυτοκτόνησε με το πιστόλι που είχε στην κατοχή του.

Το μοιραίον όσω και τραγικόν τέλος ατυχούς συναδέλφου ημών, του Κλεάνθους Τριανταφύλλου, συντάκτου του Ραμπαγά, συνεκίνησεν άπαντας βαθύτατα άμα τη αναγγελία της αυτοκτονίας αυτού, γενομένης χθες, την 8ην και ½ π.μ. εν τη επί της οδού Μαραθώνος και παρά το Μεταξουργείον οικία του. Κατατρυχόμενος υπό νευρικής διαταράξεως, είχε περιπέσει εσχάτως εις βαθυτάτην μελαγχολίαν

έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής. Στο αποχαιρετιστήριο σημείωμά του, απευθυνόμενος στον αδερφό του, γράφει:

Αδελφέ Γιώργη,

Αυτή την ζωή δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ: Μέσα εις τον μαύρον σάκκον του ταξειδιού, εις την δουλάπαν θα εύρης τα χρήματά μου, περί τα 360 φρ. καθώς και το ρολόγι μου και την αλυσίδα μου. Το τουφέκι δεν επωλήθη. Από τον Σαράντη Οικονόμου παίρνεις 100 δρχ. το αντίτιμον των προς πώλησιν δοθέντων εις αυτόν πραγμάτων. Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τι να κάμω. Σε φιλώ, υγίαινε.

Ο αδελφός σου

Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος

*

*

Εψές το ψυχοσάββατο ευρήκα μια ψυχή,
Φτερούγιαζε, φτερούγιαζε, η δόλια μοναχή,
Κ’ ήθελε σώμα για να βρει ναρθεί στον κόσμο πάλι.
Της λέω: –«Έλα μέσα μου!». Κι ανοίγω την καρδιά·
Και τη σφαλνώ . . .  Mα πέρασα αλλόκοτη βραδιά,
Γιατί δεν άφην’ ήσυχη η μια ψυχή την άλλη!

 Το φέρετρό του συνόδεψαν ελάχιστοι από αυτούς που είχε ευεργετήσει στα χρόνια της τακτικής κυκλοφορίας της εφημερίδας του (Παλαμάς, Δροσίνης, Καμπάς, Κόκκος, Μητσάκης, Πολέμης, Στρατήγης, Σουρής), προφανώς αντιλαμβανόμενοι την εκδικητική αντίδραση της εξουσίας προς μιαν ελεύθερη φωνή, επιλέγουν να λάμψουν διά της απουσίας τους στον τελευταίο αποχαιρετισμό του στο Α’ Νεκροταφείο.

Ο τύπος της εποχής ανέφερε ότι, λόγω της τεράστιας συγκίνησης και της επιθυμίας του κόσμου να τον αποχαιρετήσει, παρέμεινε άταφος στην εκκλησία για τέσσερις ημέρες και τα διάφορα ρεπορτάζ σημείωναν πως σχηματίστηκαν ατελείωτες ουρές από απλούς πολίτες, φοιτητές, εργάτες, οι οποίοι συνέρρεαν για να ασπαστούν το λείψανό του.

Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ’ η στάνη! . . .
Λαέ, μεγάλε Βασιλιά, που παίζεις με το Θρόνο,
που μία σκούφια νυχτικιά για στέμμα τού περνάς
που του φωνάζεις άξαφνα: «Γκρεμίσου! σε σαρώνω!»
Τι μαύρο μαύρο μήνυμα για μερικούς μηνάς
και τι κακούργιο μούντζωμα με τον καινούριο χρόνο;
 
A! μούντζωμα μουντζούρωμα δεν έδωκες ακόμα
σ’ εκείνους οπού σ’ έχουνε μουντζουροβουτηχτό.
Μα τα ‘χασες και συ, λαέ! είν’ η πατρίδα κόμμα,
σε ζώνει με συνδυασμό αδιάντροπο, φριχτό
και σε ζαλίζ’ η φοβερή της ρουσφετίλας βρώμα!
 
Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ’ η στάνη!

*

*

Δεκαοχτώ μήνες μετά τη δραματική αυτοχειρία του, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, επιμελείται ένα  λογοτεχνικό αφιέρωμα στον εκλιπώντα και προσκαλεί διάφορους λογοτέχνες να συμμετάσχουν. Ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ομόσταυλος και συντοπίτης του, στέλνει προς δημοσίευση ένα δωδεκάστιχο ποίημα, γραμμένο για την περίσταση.

Φίλε κ. Ταγκόπουλε,

Ιδού σας στέλλω ολίγους στίχους εις την μνήμην του πολυκλαύστου ημών φίλου Κλεάνθους. Ο σκοπός σας είνε άγιος, μαρτυρών ότι υπάρχουσιν ακόμη ευγενείς καρδίαι εις την ιδιοτελεστάτην των κοινωνιών, εις τας Αθήνας.                              

Yμέτερος   Αριστομένης Προβελέγγιος

Θα δημοσιευθεί στο ετήσιο Εθνικό Ημερολόγιο της Ποικίλης Στοάς με  καθυστέρηση ενός έτους, μαζί με διάφορα ποιήματα τρίτων, τα οποία αρχικά προωρίζονταν για ένα έκτακτο επιμνημόσυνο φύλλο του Ραμπαγά, που κι αυτό ποτέ δεν εκδόθηκε ελλείψει χρημάτων.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΛΕΑΝΘΗΝ

Απ’ το νησί μας όπου εγεννήθης
Από το ήσυχο του περιγιάλι
Όπου μικρός ακόμη τ’ απαρνήθης
Κ’ ερρίχθηκες εις της ζωής τη ζάλη,

Απ’ το νησί μας πού έπρεπε να μείνῃς
Να τραγουδής καθώς ο Ανακρέων
Κ’ επάνω στο τραγούδι σου τ’ ωραίον
Γλυκά γλυκά και ήσυχα να σβύνῃς

Κόπτω με δάκρυα λίγα λουλούδια
Κ’ επάνω στην πληγή την ματωμένη
Που έσβησε τόσα γλυκά τραγούδια
Τα ραίνω με καρδιά συγκινημένη!

Ανάμεσα στα νεκρολογήματα της εποχής, ξεχωρίζει ένα ανυπόγραφο άρθρο με τίτλο «Αυτοκτονία δημοσιογράφου» που αποδίδεται στον Κωστή Παλαμά:

Ο τραγικός θάνατος του Κλεάνθους Τριανταφύλλου, βαθύτατα μας συγκινεί. Κλαίωμεν την καταστροφήν συμπαθούς συναδέλφου και συμπαλαιστού εν τω σταδίω όπερ πάντοτε δεν οδηγεί εις την επιτυχίαν και εις την ασφάλειαν… Η νόσος αυτή ήτο πλήρης πνευματική παραλυσία… παχεία αχλύς επισκότιζε τον νουν του

για να καταλήξει στο κείμενο ότι ο Ραμπαγάς είχε καταντήσει να θεωρείται «ως σύμβολον αναχρονισμού με παρωχημένο ύφος και σκέψεις, ένας αφελής ποιητής». Στον αντίποδα του Παλαμά, ο Γιώργος Βαλέτας, σε τεύχος της Επιθεώρησης Τέχνης, αναπτύσσει τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι το κοινωνικό παράδειγμα του Ραμπαγά είναι άξιο, όχι μόνο μελέτης αλλά και μίμησης. Θεωρώντας τον ακόμη και «ως συνεχιστή του Ρήγα», αποδομεί την επιφανειακή χαρακτηρολογία που του επέβαλαν σε βάθος δεκαετιών,  επανατοποθετώντας τον σε βάθρο, όπου προτείνει να αναγράφονται με χρυσά γράμματα τίτλοι τιμής όπως οραματιστής, ιδεολόγος, μαχητής. «Ο Ραμπαγάς δεν είναι ένα όνομα και είναι κάτι περισσότερο από εποχή», γράφει.

Το πέρασμά του σημαδεύει το πρωτοσάλεμα, το πρωτοξύπνημα του λαού, της εργατειάς που δεν είχε πάρει ακόμη συνείδηση του εαυτού της και βρισκόταν έξω από τον στίβο της πολιτικής ζωής, έρμαιο της αντιλαϊκής φαυλοκρατίας.

Ο Ρήγας έκραζεν «ως πότε!»
με πολεμόκραχτη φωνή,
τώρα βρεθήκαν πατριώται
να λεν «παιδιά, υπομονή!».

Υπομονή! ορθά τ’ αυτιά μας,
ίσα το σβέρκο, κι ας πατεί
ευνούχος Τούρκος την ουρά μας,
η θέση μας το απαιτεί.

Μούτισες, Ρόκκο; Μα κι όλοι τους
να μούτιζαν οι δημοκρατικοί
ο Ραμπαγάς θα φώναζεν
από τη φυλακή του
ένας κι αν μείνει σκύλαρος,
το μεγαλολαγό,
τον έρμο φοβητσιάρη
μονάχος να φερμάρει
ατρόμητο ζαγάρι
ο Ραμπαγάς εγώ.

Ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος τερμάτισε με ένα ολοκαύτωμα διαμαρτυρίας προς την ανάξια εποχή, τη ζωή του, πάνω στην ακμή της ηλικίας του, στο αποκορύφωμα των αγώνων του. Στις τρυφερές αράδες που του αφιέρωσε ο δημοσιογράφος Νίκος Σπανδώνης, υπάρχει ένας χαρακτηρισμός που κλείνει ολόσωμο τον «χαρακτήρα Ραμπαγά», αυτού του πρωτομάστορα της Δημοκρατίας, όπως αναφέρεται. «Φίλος του φωτός, της ζωής, της ηδονής, κατέστρεψε τον ευθύ και τίμιον βίον του». Για το διάφανο του πράγματος και του πραγματικού, σίγουρα θα συμφωνούσε και ο ίδιος:

Φως, φως ολούθε να χυθεί και
ν’ αχτινοβολήσει
παντού τη νύχτα της ψευτιάς, να διώξει, να σκορπίσει
φως ως και μέσα στις σπηλιές, που ζουν οι νυχτερίδες
του κόμματος οι σκοτεινές
ψευτοεφημερίδες.

 


Πηγές
Αλκιβιάδης Ν. Λεμπέσης, Σιφναϊκά Νέα, Αρχείον Πολιτισμού (30.03.2026), Ε’ Κυκλαδολογικού Συνεδρίου της Εταιρειας Κυκλαδικων Μελετών, Μήλος 2025.
Γ. Βαλέτας, «Κλεάνθης Τριαντάφυλλος-Ραμπαγάς, Ο πρωτομάρτυρας της Δημοκρατίας», Επιθεώρηση Τέχνης ΙΘ΄, Ι, 109 (Ιανουάριος 1964) και ΙΗ΄, Θ, 106-107 (10.11.1963) και 133-134 (01.02.1966).
Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, «Βασιλιά!»: Η Ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία,  τ. 2, (επιμ.: Μ.Γ. Μερακλής), Σοκόλης, 1989.
Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971, (επιλ.-επιμ.: Σπύρος Κοκκίνης), Εστία, 1971.
Νέα Εστία 879 (Φεβρουάριος 1964).
Δημήτρης Ταγκόπουλος, Φιλολογικά Πορτραίτα, Μάρτης 1922.
Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος (1898), Τα Τραγούδια του Ραμπαγά, (εκλ.-επιμ.: Δ. Π. Ταγκόπουλος), Εκδοτική Εταιρεία Τύπος, 1922.
Εθνικό Ημερολόγιο της Ποικίλης Στοάς 1891, εκδ. Ι. Αρσένη, έτος 9ο.
Γ. Βαλέτας, «Ο Αληθινός Ραμπαγάς», Νέα Εστία 879.
«Η ποιητική μας κληρονομιά », Ελεύθερα Γράμματα 5 (09.06.1945).
«Η αυτοκτονία του συντάκτου του Ραμπαγά», Εφημερίς (26.05.1889).
Παναγιώτης Ελ Γκεντί, «Ρεβόλβερ και μελαγχολία: Σημειώσεις γύρω από τον Κλεάνθη Τριαντάφυλλο»: Νόσος και λογοτεχνία, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ, Δημιουργοί πάσχοντες σε τρίτο πρόσωπο, Πρακτικά 1ου διεπιστημονικού συνεδρίου εργαστηρίου Ιστορίας του Βιβλίου (26-27 Μαΐου 2023).
Εθνικόν Ημερολόγιον Κ. Φ. Σκόκου, 1907, χρ. 22.

*

*

*