Χρήστος Σαμουηλίδης

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός.

*

*

Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε με την ποιητική συλλογή Δοκιμασίες (Αθήνα, 1957), την οποία εξέδωσε με το ψευδώνυμο Χρ. Βαρενέτης.

Ακόμη να ’ρθεις στη στροφή του δρόμου
ονειρεμένη αγάπη
ακόμη να φανείς!

Έβγαλα το πλευρό μου και σε έπλασα
και περιμένω!
Τ’ άδυτα της ψυχής μου σου τα φύλαξα
και καρτερώ!

Το λογισμό μου τον αγνό σου κράτησα
μ’ ακόμη να ’ρθεις.
Στην ύπαρξή σου πίστεψα στ’ αλήθεια
κι ακόμη να φανείς.

Τα βήματά σου τ’ άκουσα
και περιμένω.
Χάιδεψε την αφή μου ο αγέρας σου
και καρτερώ.

Μ’ ακόμη να ’ρθεις στη στροφή του δρόμου
ιδανική αγάπη
ακόμη να φανείς!

Ανήσυχο πνεύμα, γράφει ποιήματα ήδη από τα μαθητικά του χρόνια. Όταν το 1957 στέλνει στον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή την πρώτη ποιητική αυτή συλλογή,  εκείνος τού απαντά: «Το διάβασα με συγκίνηση που παρέχει μια αυθεντική, όχι φιλολογική εξομολόγηση οδύνης… Ένας ανανεωμένος, σύγχρονος Καρυωτάκης γράφει τα επώδυνα ελεγεία του».

*

*

Με το ίδιο όνομα δημοσίευσε ποιήματα εκείνη την περίοδο στο περιοδικό Νέα Πορεία. Από τη δεύτερη συλλογή του, Ίλιγγος (1958), και μετά, χρησιμοποίησε πλέον το πραγματικό του όνομα (Χρήστος Σαμουηλίδης), με το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστός και για το πεζογραφικό, θεατρικό και λαογραφικό του έργο.

Στη φθινοπωρινή βροχή τα παράθυρα αναρριγούν
Χτίζουν φωλιές τα σύννεφα στων ουρανών τη σκάλα
Τα δέντρα πίνουν το νερό
Και τα βουνά τη δείσα
Κι όπως τα κύματα βροντούν χτυπώντας στο μουράγιο
Τ’ αλεξικέραυνα ρουφούν των κεραυνών τη λύσσα.

Χαροπαλεύεις το πρωί κι από βραδύς γεννιέσαι
Θύελλα τα πλοκάμια σου στον άνεμο βουτούν
Μαζεύεις τ’ άστρα και το φως με το σφουγγάρι της οργής
Τσακίζεις το ξημέρωμα σαν πυρωμένο λαμπογυάλι
Κι αναμοχλεύεις με σπαθιά το λήθαργο της γης.

Εφτά ποτάμια λαίμαργα πέφτουν απ’ τον αιθέρα
Με ματωμένα ξώνυχα και δόντια σκονισμένα
Ο σατανάς εμάνιασε και λύνει τα δαιμόνια
Μαύρος μανδύας κρέμεται στη ράχη των σπιτιών
Κι οι καπνοδόχοι δέρνονται σαν πυρωμέν’ αμόνια.

Οι γονείς του έφτασαν στην Ελλάδα πρόσφυγες από το Βεζίνκιοϊ του Καρς και αφού πέρασαν από τα Απολυμαντήρια της Καλαμαριάς, στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, προτού καταλήξουν στο Κιλκίς όπου και γεννήθηκε ο ποιητής στις 20 Ιουλίου του 1927.

Τα δέντρα στέκουν όρθια στην ακροποταμιά
Κι αν σκύβουν απ’ τον άνεμο,
τ’ ανασηκώνει η απανεμιά
Συνομιλούν με τα νερά και καθρεφτίζονται στη λάμψη τους
Χωρίς να τα ζηλεύουν που κυλάνε προς τη θάλασσα

Γιατί αν πέφτανε κι αυτά ξεριζωμένα
Μέσα στο προκαθορισμένο και συμβιβασμένο ρεύμα
Δε θα μπορούσαν πια να υποδέχονται τα όνειρα
Τον κάθε άνεμο, το φως, τον πειρασμό
Και θα τους έλειπε από την όχθη της ελπίδας
Η πιθανότητα να βρουν την τελειότητα στο ύψος
Η δυνατότητα να επιλέξουν το καλύτερο στο βάθος

Γι’ αυτό και στέκουν όρθια στην ακροποταμιά
Ήρεμοι θεατές κι ονειροπόλοι
Που ενώ δε ζουν, δε χαίρονται, δε πάνε πουθενά
Όλος ο κόσμος τους ανήκει, όλα τα πουλιά
Λαλούνε στις κορφές τους όλα τ’ άνθη
Ανθούνε στα κλαδιά, μ’ όλα τα χρώματα κοιτάνε
Τα μάτια ορθάνοιχτα στη κάθε φαντασία.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής οργανώθηκε στην Αντίσταση και για  συμμετοχή του αυτή φυλακίστηκε και  κλονίστηκε η υγεία του. Εμπνευσμένος από τα δύσκολα αυτά χρόνια, θα γράψει για τις εμπειρίες του Το Επταπύργιο (1983), Η πολιτεία του Βορρά (1983) και Το νησί του διαβόλου (1988).

*

*

Τέντωμα των χεριών στην απειλή
Τα γόνατά μου καθαρά από προσκύνημα
Χαράματα θα ξεκινούσα για την άκρη
τ’ ουρανού
και φύλαξα μες στη φαρέτρα τα φτερά μου.

Κι ο τρόμος πώς μας έδεσε ανέκλητα τα πόδια
Σαν χαλινάρια με το άλογο στην κατηφόρα
Σαν τα ποικίλα χρώματα της θάλασσας
Το λιοβασίλεμα που μας βασάνιζαν οι αποδράσεις.

Αν διώξετε τη νύχτα απ’ τη στέγη
τ’ ουρανού
Άστρο πια δε θα λάμπει στο στερέωμα
Η τρισδιάστατη υφή μας φέρνει τη σκιά
Που την ευαισθησία σας ματώνει.

Με χέρια τεντωμένα μ’ άδεια μοναξιά
Γυρίζουμε στο πεθαμένο σώμα των ελπίδων
Τα ίχνη ψάχνουμε του μύθου που σβήστηκαν πια
Κι αν επιμένουμε είναι από μια μάταιη συνήθεια.

Άλλο δε μένει
Με φαινομενικές υποχωρήσεις
Θα περιμένω μονάχα τα θαύματα
Θα καρτερώ μονάχα τις εκπλήξεις
Σε συγκυρίες και σε συντυχιές θα αποτίθεμαι.

Σε απροσδόκητα κι αιφνήδια θα πιστεύω
Άλλο δε μένει
Θα εξαντλήσω και την έσχατην υπομονή
Να υπομένω την υπομονή μου.

*

*

Το 1946 τελείωσε το γυμνάσιο και μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης απ’ όπου αποφοίτησε το 1952. Εργάστηκε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο Kασσάνδρας Xαλκιδικής για έναν χρόνο ‒την επόμενη χρονιά δεν μπόρεσε να εργαστεί γιατί δεν διέθετε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων‒ κι έτσι κατέβηκε στην Αθήνα, και προσελήφθη στο Κέντρο Mικρασιατικών Σπουδών, όπου στα δεκαπέντε χρόνια της υπηρεσίας του συνέλεξε για το ίδρυμα της κυρίας Mερλιέ 14.000 σελίδες λαογραφικού και ιστορικού υλικού από το στόμα των προσφύγων.

Θα πουν και φέτο πάλι
Πως ο χειμώνας ήρθε πρόωρα
Και τέτοιο κρύο δεν ξανάδε η Σαλονίκη
Άσπρισεν απ’ τα χιόνια η Ακρόπολη
Και στου Μουσείου την αυλή δεν ξεχωρίζεις
Τους χιονανθρώπους από τα σπασμένα αγάλματα.

Οι ισοβίτες του Γεντικουλέ
Αποχαυνώθηκαν κοιτάζοντας τη χιονοθύελλα
Που δέρνεται στα κάστρα.

Μα πόσους τέτοιους άγριους χειμώνες
Δε διάβηκες κι εσύ τελείως άσκοπα
Απ’ τη Ροτόντα
Κοιτάζοντας απ’ τα παράθυρα του τραμ
Τους ίδιους πάντα στη Καμάρα
Ακροτηριασμένους Ρωμαίους στρατιώτες.

Στην παραλία
Απ’ το λιμάνι ως τον Πύργο
Με ήλιο καυτερό για με ομίχλη ογρή
Ξόδεψες τα καλύτερά σου βήματα
Χρόνια και χρόνια.

Κάθε που βράδυαζε
Έπεφτε κι η αυλαία της απαντοχής
Τη φυλακή δεν τη βαστούσες του σπιτιού
Μα και η άδεια λευτεριά του δρόμου
Σου ήτανε βαρύτερη αλυσίδα.

Κι έπαιρνες τα σοκάκια τα αδέσποτα
Κι ας είχες ανοιχτά τετράδια στην κάμαρά σου
Βιβλία τσακισμένα στη σελίδα είκοσι
Κι ιδέες πολιτείες που σε καλούσαν.

Ω Σαλονίκη!
Τα καλντερίμια σου
Σαν τα μαστίγια που καρτερούν και πέφτουν
Χώνονται μες στους σκοτεινούς ανήφορους
Της Άνω πόλης.
Ένα τακούνι χτύπησε και χάθηκε
Ή κάποιο επίθυρο χεράκι κρότησε.

Θε μου
Η αμπαρόπορτα κλειστή
Και στην κορνίζα του καφασωτού παραθυριού
Η ζωγραφιά χαμένη.
Ποιος παίρνει τον κατήφορο ξανά
Στα μπερδεμένα πια δρομάκια.

Πόλη κατσούφισα και αδιάφορη
Ο πόνος κι η μιζέρια σου ‘φαγαν τα σωθικά.
Νύχτες με πούσι έρχονται και πάνω
Συγνεφιασμένες μέρες
Γυναίκες που γλιστρούν μες απ’ τα δάχτυλα
Βαπόρια που σκουριάζουν
στ’ αγκυροβολεία
Κανόνια σιωπηλά, λουλούδια μαραμένα
Στη βάση των μνημείων
Σημαίες από χρόνια διπλωμένες στα γραφεία
Και παλαιά νεκροταφεία που σήμερα σκεπάστηκαν με γήπεδα
Του ποδοσφαίρου.

Πριγκίπισσα Βυζαντινή ω Σαλονίκη
Κουράστηκες να καρτερείς τον
Άη-Δημήτρη
Που θα καρφώσει το ληστή
Και θα σαρώσει τις αράχνες και τη πλήξη σου
Για να λουστείς στην ευφροσύνη του φωτός
Και στης ζωής το μέγα έλεος.

*

*

Μετά το 1970 εργάστηκε ως φιλόλογος στη Σχολή Mωραΐτη και μια δεκαετία αργότερα πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Iωαννίνων, όπου παρουσίασε την διατριβή του για το λαϊκό παραδοσιακό θέατρο του Πόντου. Απεβίωσε τον Οκτώβρη του 2022.

Σ’ ένα μικρό αλώνι περιορίστηκε η ζωή σου
Χωρίς να ξέρεις την αιτία, τον σκοπό και δεν μπορείς
Να βγεις στον κάμπο που ξανοίγεται τριγύρω σου

Δεν ήταν της χαράς σου κουρνιαχτός εκείνη η κραυγή
Ούτε της λευτεριάς σου σάλπισμα η χλαλοή του κόσμου
Όταν στα κρόσσια της αυγής κελάηδησαν πουλιά
Που προμηνούσαν τη μεγάλη περιπέτεια

Είχες κινήσει με μισό σανδάλι στην πορεία σου
Με διχασμένη σκέψη, με αμφίρροπη απόφαση
Θήτεψες στην αμφιβολία, την παλινωδία και το δισταγμό
Εκτεθειμένος μες στο χάος των πραγμάτων
Άνθρωπος μόνος που μετεωρίζεται στο σύμπαν
Όχι της πολιτείας σκόπιμος ταγός

Δεν ήταν πλάνεμα του νου η κόλαση
Την κατοικούσες και σε κατοικούσε
Σε μόλευε και περπατούσες στα τοπία της
Έφυγες και σε πήρε καταπόδι ήταν μέσα σου
Και τώρα την ακολουθείς για να σε πάει ως το μνήμα

Είσαι ένα πλάσμα που αντιμάχεται τη μοίρα του
Τι είναι μέσα σου και τι απέξω δε γνωρίζεις
Σαν τα φτερά της φαντασίας που κινείς και σε κινούνε
Και δεν καταλαβαίνεις αν εκεί
Που φτάνεις είναι τέρμα ή αρχή
Έτσι που σαν την αστραπή θα σβήσεις στο στερέωμα
Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι.

///

ΠΗΓΕΣ
«Πέντε ανέκδοτα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου», Νέα Πορεία 503-505 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1997).
«Σαλονίκη», Νέα Πορεία 44 (Οκτώβριος 1958).
«Η μνήμη», Νέα Πορεία 64-65 (Ιούνιος-Ιούλιος 1960).
«Οι ποιητές», Νέα Πορεία 68-79 (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960).
«Απολογία», Νέα Πορεία 97 (Μάρτιος 1963).
«Μονοσάνδαλος», «Τα δέντρα», «Φυλακή», Νέα Πορεία 203-205 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1972).

*

*

*