«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας».

«Το Θριάσιο ήταν πάντα μια κορνίζα από χρυσάφι…», γράφει, για να καταλήξει σε έναν τόπο που γίνεται «ολόκληρο νοσοκομείο με μονάδα εγκαυμάτων». Έτσι περνά από το προσωπικό στο συλλογικό, συγκεντρώνει στίχους που καταδεικνύουν τη φύση της ελληνικής πραγματικότητας: στις στραντζαριστές λαμαρίνες, στα εργατάκια με τα στραβοπατημένα παπούτσια, σε όσους δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Το υλικό αυτό δεν απαγγέλλει αλλά εμμέσως καταγγέλλει, καταγράφοντας ζητήματα που διογκώθηκαν μέσα από την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση. «Έχω μια πείνα για τις φωτιές», γράφει, «και βήχω αιθάλη».

Έτσι, τα ποιήματά του μοιάζουν με περιστατικά που, μόλις συμβαίνουν, προκαλούν μια ανεπαίσθητη μετατόπιση στη ζωή των πασχόντων, ακόμη και εκείνων που κατοικούν μέσα σε πίνακες ζωγραφικής. Μπορούν να ιδωθούν ως μια μεγάλη αφήγηση όπως προανέφερα, αλλά και αυτόνομα με κοινό συναισθηματικό αντίκρισμα: τσαλακώνουν πιότερο, το ήδη τσαλακωμένο.

Σε κάθε τεθλασμένη της λέξης σκαλοπάτι, το σπρώχνω να τουμπάρει, μα όλο επανέρχεται βαρύτερο κι απ’ τον θάνατο το καλπάζον γήρας.

Από τον άλλον τόπο λοιπόν, επέλεξε να ξεκινήσει το ταξίδεμα ο ποιητής, τον τόπο που δεν είχε μόνο θαλπωρή αλλά βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου. Από το σημείο εκείνο που οι θύμησες τραμπαλίζουν, μια παίρνουν δραματική μορφή, έπειτα ημερεύουν στο χέρσο, εκεί στους αγρούς της νιότης του, χρόνους πολλούς πριν γίνει νοσταλγός τους, ομολογεί «ήμουν το μπόλι παράλληλα και ο βλαστός σας».

Μα αυτός «ο έρωτας» του οικείου τόπου, που πρωτοπαρουσιάζεται σαν πρεσβευτής μιας εφηβικής, μιας άγουρης ευτυχίας, όσο προχωρούν οι ιστορίες, ολοένα και ξεγυμνώνεται, μεταβάλλεται σε μια συγκεχυμένη ταυτότητα, που άλλοτε το αποτύπωμά της είναι μια αναπάντεχη επανάσταση, άλλοτε ένας αθεράπευτος κατακλυσμός, και το πρόσωπό της ένα κοντινό πλάνο στην αιωνιότητα για το οποίο μπορείς τελικά να μιλήσεις, εκ των υστέρων. Όλες αυτές οι εγγεγραμμένες εικόνες, έρχονται μετά στην δεύτερη ενότητα σαν περικοκλάδες, να συνηγορήσουν στην αφήγηση, ότι «τόπος δεν μένει να μην αλλάζει τα συκώτια του».

Ο Λουκόπουλος μεταφέρει μαζεμένες εντυπώσεις και ταξιδιωτικές εμπειρίες μαζί με προσωπικές διαπιστώσεις, σε σμιξίματα που ακολουθούν το βιβλίο σιαμαία σ’ όλο του το ταξίδι, και μοιάζουν σαν μια μεταβαλλόμενη γεωγραφία, από την πραγματική ιστορία στην μυθιστορία και τούμπαλιν, έτσι που ζωντανεύουν ήρωες κι αντιήρωες, όπως η Ζακλίν ας πούμε, η τραυματιοφορέας μιας ύπαρξης πληθωρικής και μπερδεμένης, που μια ανάσα πριν το τέλος, έγινε κατά τον ποιητή κομιστής της αληθινής ζωής: «τότε που η ζωή ήταν τέτοια ώστε άξιζε να πεθάνεις, για να χαρείς το τέλος της».
Σ’ αυτήν την υστερική περιπλάνηση στις νευρασθένειες του κόσμου και παρά τις μετατοπίσεις αυτές, οι μαρτυρίες του δεν αποξενώνονται από την κοινή οδύνη· αποτελούν κοινές πηγές συναισθημάτων για τη ζωή, τις συνθήκες της, τον κόσμο και τους άλλους.

Φτάνει κάποτε κι η εποχή με τα κόκκινα σύννεφα, αυτή που λέμε από συνήθεια ο καιρός των παροπλισμένων τρένων, όπου το ποτάμι υποχωρεί και το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα, υπέργηρους εργάτες των ορυχείων λιγνίτη, αγρότες δαγκωμένους από νερόφιδα, καμένες χήρες…

Γνώριμα πορτρέτα αντάμα όλοι, με τις ιδιοσυγκρασίες τους, τα παράδοξα τους, τις αποτυχίες και τους θριάμβους τους, την ιστορία τους – άλλοτε ρομαντική, άλλοτε αφηρημένη,  άλλη φορά καθαυτή βαθιά συναισθηματική, σαν την θεία δική ή στην αγαθή εκδοχή σαν ευλογία που ο Θεός ξέχασε ν’ ανακαλέσει, γι’ αυτό και όλα πρέπει να εφευρεθούν από πρώτο χέρι, για να «σωπάσει ίσως κάποτε, εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει διά βίου».

Σε αυτό το συνεχές ταλάντωμα, ο ποιητής δεν μετατρέπει ούτε στιγμή το αισθητό σε αφηρημένο, ούτε καταφεύγει σε αφαιρέσεις. Ο λόγος του μόνο απλός δεν είναι: 130 σελίδες σαν κρεμαστές γέφυρες με πυκνά σύρματα κρατούν τον αναγνώστη σε συνεχή ταλάντευση. Με όχημα την αφήγηση, τα ποιήματα κινούνται μέσα από τη σύμπλευση παρόντος και παρελθόντος, μέσα από καταδύσεις της μνήμης στον πάγο της ιστορίας, για να ανασύρουν και να επανασυναρμολογήσουν στο παρόν το άλλο της πρόσωπο, εκείνο που επιλέγει η μνήμη.

«Παράξενα μέρη», γράφει, «γεμάτα σκιές. Επιστρέφαμε στον χρόνο τους, έτσι όπως επιστρέφει κανείς στο πατρικό του έπειτα από μια μεγάλη συμφορά». Σαν να κοιτά από κάτοπτρο ο ποιητής τη σχέση του με το τώρα και το πριν, το βλέμμα του πρισματικό και προφητικό, συλλαμβάνει το εσωτερικό ταξίδι, το ποίημα γίνεται ένα μετωνυμικό σχόλιο πάνω στην ιστορία, κι εξάλλου «χόρτασε κόκαλα μια ολόκληρη ζωή».

Ο γράφων συνθέτει στο παρελθόν μια καινούργια εικόνα και αποσυνθέτει στο παρόν αυτό που μόλις έστησε σαν πραγματικότητα του παρελθόντος. Κι αν καταφεύγει στη μνήμη ανασκαλεύοντας συνειδησιακές διεργασίες, η καταμέτρηση του χρόνου δεν ορίζεται με δεκαετίες, αλλά με ώρες που τον μετατρέπουν σε υπαρκτό κρίσιμο χρόνο. Το σήμερα και το αύριο γίνονται εντός της αιωνιότητας ένα με το χθες, πότε για καλό και πότε για κακό, αναλόγως με τον αυτάρκη ή λειψό τρόπο της ύπαρξης μας και αναλόγως με τις προφάσεις της ιστορίας.

Εν προκειμένω, τα αποδεικτικά των γραφόμενων του, αυτά που θεωρούμε ότι ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν, σαν σε κύκλο επιστρέφουν στο σήμερα «κι ο χρόνος παύει επιτέλους να λειτουργεί σαν ένα άλλοθι για τους λιπόψυχους». Και μέσα σε όλη αυτήν την συμπύκνωση, ω του θαύματος!, αναδύεται και ο έρωτας. Όχι ξεχωριστά από τα άλλα, αλλά μέσα τους. Άλλοτε σκληρός, άλλοτε τρυφερός – σαν να αναζητά τη δική του ίαση μέσα από αυτή των άλλων, γιατί μόνον αυτός «καταλαβαίνει πώς είναι να ζει μια ρώγα σαν άστρο».

Φως και σκοτάδι, καρδιά και νους, αν και αντιθετικά δίπολα, συνυπάρχουν και συγκοινωνούν. Ένα παρελθόν παραδομένο στις επιταγές της ιστορίας, θα ήθελα να κλείσει με ένα στοχαστικό παρόν που διεκδικεί τον νηφάλιο λογισμό των έργων της καρδιάς και της αγάπης, «οι άνθρωποι γίνονται άλλοτε θάλασσες και άλλοτε λιμάνια, σου λέω / Ενώ ανοίγεις απ’ τα σπλάχνα σου εκείνο το λουλούδι…», αυτό το σύμπλεγμα τρυφεράδας που το έχουν εγκαταλείψει πλήρως οι περιρρέουσες γλώσσες, προσπαθεί να αναστηλώσει και να περιφρουρήσει ο ποιητής.

Γιατί όταν ένας λόγος παρεκκλίνει κατ’ αυτό τον τρόπο, συρόμενος από την ίδια του την δύναμη, δεν έχει άλλη επιλογή, παρά να μετατρέψει τον Τόπο, έστω, σε μια κατάφαση. Και αυτή η κατάφαση δεν είναι άλλη παρά η κυοφορία, ένα περιβάλλον-σπηλιά, προστατευμένο από κάθε εξωτερική παρήχηση, πράγμα όντως λιγάκι οξύμωρο για την επικείμενη σφαγή του αιώνα. Γιατί οι κάτω χώρες δεν τελειώνουν, κι η Ελευσίνα, δεν είναι μια πύλη ή ένα όνομα, είναι ένας πυροβολισμός στης καθημερινής ζωής στα στήθη, ένα βελόνι που ακουμπά τα σπλάχνα μας για να εγχέει φως και στάχτη, μα κι εκείνο το αμάραντο λουλούδι που βγήκε λίγο παραπάνω μέσα απ’ τον θώρακα κι άντεξε λίγο πολύ μες στις σελίδες του βιβλίου, λίγο πολύ, ως να ‘ναι έρωτας:

Ζεστό κορίτσι του νερού η Περσεφόνη, κρύο αγόρι του θανάτου ο αφηγητής, λεπίδι μονοπάτι να δρασκελίσουνε το έαρ.

«Η ζωή μας πάει και μας φέρνει», λέει ο ποιητής, μα για φανταστείτε κάποτε, η ζωή να γίνει όπως η ζωή το λέει.

*

*

*