Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί.

Το Κλαμπ, απέναντι σε όλες αυτές τις εξελίξεις, καθόταν σαν αυτί. Εταίροι και τραπεζίτες ξημεροβραδιάζονταν πάνω απ’ τους πάγκους με τα καναπεδάκια, διερευνώντας εναλλακτικές επιλογές. Προσπαθώντας να συντονίσει μια κοινή και ενιαία αντίδραση από όλα τα κράτη-μέλη, το Αυτί αντιδρούσε με στάση ελαφρώς επικλινή, κάπως όπως ο Πρωθυπουργός του αδελφού κρατιδίου όποτε συναντούσε τον Σουλτάνο, κάτι μεταξύ υπόκλισης και συνθηκολόγησης.

Στο Νουκ αποβιβάστηκε τελικά σύσσωμη η βόρεια πτέρυγα του Κλαμπ για την προστασία του Αρκτικού Κύκλου. Καταγράφονται συγκεκριμένα:

  • δώδεκα Δανοί
  • δέκα Γερμανοί
  • τρεις Γάλλοι
  • πέντε έλκηθρα
  • και μισός Σουηδός στρατιώτης

Προς αποφυγήν της σύγκρουσης, το Βασίλειο της Δανιμαρκίας δήλωσε έτοιμο να συζητήσει τη δημιουργία βάσης υπό την ονομασία «Οχυρό Σερίφης», την εκεί επέκταση συμμαχικών στρατευμάτων και την παραχώρηση ορυκτού πλούτου.

Η δε Μητρόπολη ετοιμαζόταν να μετονομάσει την Ακρόπολη σε «Σερίφης Παλλάς», αλλά το σχέδιο απορρίφθηκε ως υποστηρικτικό της γουόκ ατζέντας.

Η παραχώρηση, πάντως, του Οχυρού για τους Συμμάχους υπήρξε μια κάποια λύσις και οι κυρίαρχες βάσεις που διατηρούσε το Στέμμα στη Δημοκρατία προβλήθηκαν διεθνώς ως επιτυχημένο προηγούμενο. Το Σύνταγμά μας, καταχωρισμένο ως το πλέον κακογραμμένο στον κόσμο, ομολογουμένως πρωτοτύπησε και η Δημοκρατία έλαμψε ως παγκόσμιο πρότυπο.

Το σημαντικότερο ήταν να μην σπάσει ο πάγος στο πλαίσιο της ευρύτερης του Κλαμπ Συμμαχίας, κι η αλήθεια είναι πως όσοι επιχειρούσαν να κατευνάσουν με γαλιφιές τον Σερίφη, πετύχαιναν να τον καλοκαρδίσουν.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σερίφης εστέφθη μετά βαΐων και κλάδων Μέγας Κωνσταντίνος, ενώ σε αυτόν μεταβιβάστηκε τελικά, κάπως ετεροχρονισμένα, το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης από ηγέτιδα κρατιδίου της Λατινικής Αμερικής, που αναγνώρισε τη μοναδική του δέσμευση για την ελευθερία της χώρας της.

Μ π ο λ ι β ά ρ ! Ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική!

Πέρα απ’ την πλάκα, Σερίφης και Τσάρος κατάφεραν να μοιράσουν τον κόσμο ξανά σε πίτες. Οι πάγοι άρχισαν να θερμαίνονται. Γκανγκστερικές απαγωγές, με πρόσχημα το εμπόριο σοκολάτας, ανεβοκατέβασμα καθεστώτων και πρόταξη της σκληρής ισχύος ήταν στην καθημερινή διάταξη. Χώρες παραχωρούνταν, κατακτούνταν, προσαρτούνταν ή αγοράζονταν εν ριπή οφθαλμού.

Για την επίθεση ειδικά εναντίον των μουλάδων, τρομοκράτες, Σουλτάνος και υποστηρικτές τους ομοεθνείς μας έκλαψαν γοερά.

Χολλυγουντιανά σενάρια, πλάνα από θερμικές κάμερες, μετρητές ζωής και δείκτες με σταυρόνημα δημιουργούσαν έναν σκηνοθετημένο χώρο εμπειρίας ο οποίος δομούσε την αντίληψη που είχαμε πια της ιστορικής πραγματικότητας, οδηγώντας με σιγουριά το βέλος της προόδου από το Μπουρτζ Χαλίφα στο Στόουνχεντζ. Στην εποχή της μετα-ϊστορικότητας, η ενημέρωση πρόβαλλε πλέον σταθερά ως θέαμα, το οποίο παρακολουθούσε κανείς από τον καναπέ του με κόλα και ποπκόρν.

Εικόνες εγκλωβισμένων πολιτών του αδελφού κρατιδίου με Luis Vuitton καπελάκια στο αεροδρόμιο των Εμιράτων έκαναν τον γύρο του κόσμου, κι η αλήθεια είναι πως δρόνοι και βόμβες με φόντο πολυτελή ξενοδοχεία υπήρξε πραγματικά σουρεάλ.

Ζούσαμε ήδη προνομιακά την υπερπραγματικότητα μιας υπερπραγματικότητας, simulacra εις διπλούν ενός κενού ιστορικού σημαίνοντος, μια αέναη ματαιοπονία της εκπάγλου επιβολής τους στο διαρκές παρόν.

κι οι Τεχνητοί παράδεισοι
πάνω απ’ τους κόκκους
της ερήμου

Η εργατιά μας στο Ντουμπάι περιφερόταν επίσης στους δρόμους φτωχή και άπλυτη.

Ξώφαλτσα πυραυλάκια μάς ήρθαν και στη Δημοκρατία, κι η αλήθεια είναι πως σπανίως μας εντοπίζει κανείς στον χάρτη με τόση ακρίβεια. Εδώ η κρατική τηλεόραση του αδελφού κρατιδίου, ανακοινώνοντας την άφιξη της φρεγάτας «Κίμων» σε λιμάνι της Δημοκρατίας, είχε την εντύπωση ότι η πόλη μου, η τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, περιβάλλεται από θάλασσα.

γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα.

Καλοζωισμένοι Δημοκράτες ανακάλυψαν ξαφνικά τα καταφύγια της γειτονιάς, ενώ Δημοκράτισσες διαμαρτύρονταν, επειδή η πολιτική άμυνα δεν διέθετε υπηρεσίες γκρούμινγκ και καπουτσίνο με γάλα καρύδας.

Mi amore, mi amore
espresso macchiato, macchiato, macchiato per favore.

Ορισμένοι στον πλανήτη, συμπεριλαμβανομένων πολιτών του αδελφού κρατιδίου και ειδικά των Βορείων πολιτών του Κλαμπ, άρχισαν να αισθάνονται πως έρχεται σιγά σιγά η ώρα τους, περίπου, δηλαδή, όπως νιώθουμε διαχρονικά εμείς.

…Γατάκια!

Ένας οργανισμός στον οποίο πολλά κρατίδια σαν το δικό μας επένδυσαν εξολοκλήρου την ύπαρξή τους παρακολουθούσε απ’ την κερκίδα, γι’ αυτό και καλείται εφεξής «Οέο», γηπεδικό επιφώνημα το οποίο αναζητεί περιπαιχτικά την μπάλα, που σε διαφήμιση εταιρείας τυχερών παιγνίων εξελίχθηκε σε «γυάλα», την οποία νεόπλουτος εμφανίζεται να ψάχνει και καλά στο γραφείο του, καθώς το σποτάκι κλείνει με το επιμύθιο: «Μην ξεχνάς αυτό που σε έκανε πλούσιο!».

Πού είναι η Γιάλτα, Ο-Ε-Ο;

Οι ηγεσίες και το βαθύ τους κράτος έτρεχαν σαν πανικόβλητα. Θεσμοί, όπως το Κλαμπ, η Συμμαχία και παρατρεχάμενοι, επιχειρώντας να διασφαλίζουν κάτι απ’ το κύρος και τα συσσωρευμένα προνόμια, ξεφτιλίζονταν δημοσίως από τον Σερίφη, που δημοσίευε πλέον φάτσα φόρα όσα του έστελναν σε άκρως απόρρητα μέιλ και μηνύματα.

Συμπατριώτες μας διατηρούσαν επίσης την εντύπωση ότι το έθνος όφειλε να καθίσει σε μια γωνίτσα και να περιμένει, μέχρις ότου οι άλλοι σταματήσουν να πλακώνονται ή πως μπορούσαμε εναλλακτικά να τους καλέσουμε για να τα πούμε εδώ, όλοι μαζί, με καφέ και κουλουράκια.

Σφάξε με, που λέει κι ο σοφός λαός, αγά μου, ν’ αγιάσω.

Αντισυστημικός καλλιτέχνης στη Δημοκρατία νόμιζε επίσης ότι, σηκώνοντας το μεσαίο δάχτυλο, παρείχε μια ουσιαστική κατάθεση γύρω από τα γεγονότα. Πολίτες από όλα τα κρατίδια –για να μην κακοκαρδίζουμε μόνο το αδελφό– έβγαζαν κι αυτοί τη γλώσσα –ενίοτε και τα δάχτυλά τους– περίπατο. Με πεντάλεπτες το πολύ αναγνώσεις ειδήσεων σε αναρτήσεις, μπλογκ, το πολύ και σε κανά κρατικό κανάλι, ταξινομούσαν το έξω και μέσα τους ανθρώπινο χάος με περισπούδαστες απόψεις, που κυκλοφορούσαν σε feed και δημοσιοϋπαλληλικές συζητήσεις. Άνθρωποι που μέχρι χθες δυσκολεύονταν να εξηγήσουν έναν λογαριασμό ρεύματος, χαρτογραφούσαν πλέον συμμαχίες, εξηγούσαν στρατηγικά βάθη και προέβλεπαν εξελίξεις.

Το Κλαμπ πάντως κατάλαβε επιτέλους ότι έπρεπε να επενδύσει στην άμυνα. Έκοβαν βέβαια από τα τρακτέρ, για να πάρουν παντεσπάνι. Εξήγγελλαν μάλιστα διατλαντικές συμφωνίες, καλύπτοντας την απαραίτητη επισιτιστική μας αυτάρκεια με φθηνότερα προϊόντα, όπως:

  • φέτα Αργεντινής
  • λεμόνια Κολομβίας
  • κεφαλογραβιέρα Ουρουγουάης
  • ελαιόλαδο Βολιβίας
  • μαστίχα Παραγουάης

Διευθύνοντες, στο μεταξύ, σύμβουλοι της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, γαλλικοί φαρμακευτικοί όμιλοι και ενεργειακοί κολοσσοί έτριβαν τα μουστάκια τους.

Η τελετή έναρξης της Προεδρίας του Κλαμπ από μέρους της Δημοκρατίας μού θύμισε –γι’ αυτά, και για όλα τ’ άλλα– κάτι από κηδεία.

Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά

Η επιστροφή στον 19ο αιώνα υπήρξε, σε κάθε περίπτωση, αδιαμφισβήτητη, όπου το να τρώει ο ένας τον άλλον δεν γινόταν πια με σχετική άδεια, αλλά μπορούσε να γίνει και απροκάλυπτα.

«Αν τους φέρναμε κι αυτούς έναν μπακλαβά;», πετάχτηκε ένα Περιστέρι της Ειρήνης.

Η φούσκα του τέλους της ιστορίας έσκασε πανηγυρικά και για τους έσχατους θιασώτες της, εγκαινιάζοντας πανηγυρικά μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων. Ενώ ο κυνισμός, που μας παρείχε για χρόνια ασφάλεια και έστω υποτυπώδη σταθερότητα, προϋπέθετε ακόμα την αναγνώριση ενός κάποιου ρυθμιστικού ορίζοντα αρχών, άσχετα αν αυτός παρέμενε λειτουργικά αδιάφορος, στο νέο αυτό διεθνές σύστημα κανείς δεν αισθανόταν πλέον υπόλογος για τις πράξεις του. Στην εποχή του μετα-κυνισμού, κάθε παραβίαση προσπερνούσε ανερυθρίαστα το ανήλεο κάτοπτρο  μιας τυπικής ή ηθικού τύπου θεμελίωσης. Το πνεύμα των νόμων, η γλώσσα της νομιμότητας, η καθολικότητα των αρχών προσέκρουαν πλέον στο ωμό κέλευσμα μιας αναπολόγητης ειλικρίνειας.

Ο γνωστός μας αντισυστημικός καλλιτέχνης ζωγράφισε τον Σερίφη ως τρόφιμο ψυχιατρείου και τον Ραβίνο βουτηγμένο στα ζουμιά ενός καρπουζιού, αφήνοντας τον Τσάρο έξω από το μπάχαλο, που μάλλον εκείνος ξεκίνησε, από την πρώτη κιόλας μέρα που γκρεμίστηκε το Τείχος, που όμοιό του διαπερνά επίσης, έν τινι τρόπω, και τη Δημοκρατία.

Σε πρόχειρη κατασκευή από ξύλο και πλαστικά φύλλα, κάτω ακριβώς απ’ τα φυλάκια που νεκροί και ζώντες χάραξαν με το αίμα τους και πέντε μόλις λεπτά από τα κομψά μπαράκια της πρωτευούσης, σφηνωμένο στην Πράσινη Γραμμή –που σε επιστημονικό, κατά τα άλλα, κείμενο κριτικού του αδελφού κρατιδίου είδα να αποκαλείται και «σύνορο»— επιζεί ακόμη ένα καφενείο με πλαστικές καρέκλες και κάμποσους κεραμιδόγατους, που ζουν σε γειτνιάζοντες κάδους αποκριμάτων, το οποίο από το 1989 ονομάζεται «Berlin Wall 2». Οι τουρίστες προσγειώνονται εκεί με λεωφορεία και βγάζουν μ’ αυτό σέλφι γι’ ανέβασμα σε ίνστα και φου-μπου.

Ένα κομματάκι από αυτό το Τείχος, με πολύχρωμο μάλιστα γκράφιτι, που κοσμούσε αποκλειστικά το δυτικό τμήμα της διχοτομημένης πόλης, ήτοι την όντως αντιφρονούσα τέχνη, βρίσκεται ακόμα υπό την κατοχή της Νταίζης, το οποίο απέσπασε την 9η Νοεμβρίου του 1989 ο πατέρας Βερολινέζου μαθητή με καταγωγή από την Πολωνία και το οποίο ο γιος του, το πανύψηλο αγόρι με το γλυκό πρόσωπο και το οικείο της Νταίζης όνομα Ντιμίτρι τής έκανε δώρο όταν γνωρίστηκαν, σε ηλικία 15 χρονών στο Βερολίνο, τον καιρό που δεν υπήρχαν κινητά ή διαδίκτυο, για να τον θυμάται.

Εκτός από τη μνήμη του Ντιμίτρι, το θραύσμα αυτό από σκασμένο μπετόν και τα ξεθωριασμένα χρώματα ενθυμίζει στη Νταίζη την κατάρρευση ενός ιστορικού καθεστώτος νοήματος που έφερε πάνω του ίχνη του χρόνου, φθοράς, γραφής και ανθρώπινου αγγίγματος.  Αυτό είναι ίσως και το μυστικό αποτύπωμα της τέχνης των θραυσμάτων, που ενίοτε συμβατικά καλούνται και τραύματα, κάτι που καμιά κριτική του αδελφού κρατιδίου δεν θα μπορέσει ποτέ της να συλλάβει, γιατί δεν αφηγούνται απλώς μια ιστορία, αλλά την κουβαλούν. Η αισθητική τους δύναμη προκύπτει ακριβώς από την απουσία μιας παρουσίας, μια στοιχειωμένη αφύπνιση, ένα φάσμα που πλανιέται εμμονικά πάνω από τα κεφάλια σας, μια ηθική της ευθύνης απέναντι στο μη-παρόν. Μια τέχνη της επιβίωσης που την προσεγγίζει κανείς μαρτυρικά, προβάλλοντας αισθητικά στο παρόν το ανεπούλωτο.

Το θραύσμα αυτό, σε κάθε περίπτωση, λειτουργεί πάντοτε ως καμβάς όπου προβάλλονται οι γενναιότερες ανθρώπινες φαντασιώσεις, που λειτουργούν διαγενεακά ως υπόσχεση η οποία δεν παύει να αναστέλλεται, ως τάμα που δεν εκπληρώθηκε ή μια διαρκής εκκρεμότητα, κρατώντας μέσα του τη δυνατότητα μιας επανάληψης.

και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι:

L i b e r t a d.