*
Η ποιήτρια:
Θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι
αν είχα ένα σταμνί κι ένα πανάκι
αν δεν μ’ ακολουθούσε το κοράκι
αν είχα την απόφαση στο χέρι.
Αν δε με προσκαλούσαν της θαλάσσης
τα βάθη, σε κατάδυση μακάρια
στα δάχτυλά μου αν έπαιζα τα ζάρια
αν δεν μ’ αποπλανούσαν οι επιφάσεις.
Αν ήσουνα κι εσύ Θεός για λίγο
ίσαμε να σταθώ να ξαναρχίσω
αν όνομα είχε αυτό που να ξεφύγω
τρέχω, ή αν έστω θάρρευα να ελπίσω
πως η αντοχή μου θα τα καταφέρει,
θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι.
*
Το καλοκαίρι:
Θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι
και δεν θα ’ρχόταν τόσα να μου σούρει
αν ήξερε να πιάνει το τσεκούρι
αυτή, που όλο θηλιές να σφίγγει ξέρει…
Αν απ’ την ελεφάντινη την πύλη
τα όνειρά της δεν τραβούσε πάνω
τις νύχτες, αν δεχόταν να γλυκάνω
με τον χυμό μου το πικρό της χείλι,
αν άκουγε του γκιώνη τη θλιμμένη
φωνούλα στης νυχτός την ησυχία,
αν έπαυε τον ήρωα να προσμένει
που μέσ’ από του βίου της τα ορυχεία
θα καταρριχηθεί και θα την φέρει,
θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι.
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
**
