*
του ΑΝΤΡΕΪ ΜΕΛΝΙΤΣΕΝΚΟ *
~.~
Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν εκεί όπου πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Το μέτωπο δεν είναι παρά το σημείο όπου μια πίεση, συσσωρευμένη επί μακρόν, διαρρηγνύει επιτέλους την επιφάνεια. Ως τότε, όμως, τα θεμέλια έχουν ήδη υπονομευθεί: η γλώσσα της αμοιβαίας ασφάλειας έχει σιγήσει, η εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις έχει διαβρωθεί, η κοινή αντίληψη περί των ορίων του επιτρεπτού έχει χαθεί και μαζί της η ικανότητα να αντιμετωπίζεται ο άλλος ως μέρος ενός κοινού συστήματος και όχι ως απειλή προς εξουδετέρωση. Όταν αυτοί οι δεσμοί λυγίζουν, η πολιτική παύει να κατευθύνει τα γεγονότα· αντίθετα, σύρεται από αυτά.
Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολλαπλών επιπέδων: από τη μια είναι μια τραγωδία δύο λαών που επί αιώνες συνυπήρξαν στον ίδιο ιστορικό χώρο· συγχρόνως όμως είναι και μια αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση με πολλά επίδικα: εδάφη, συμμαχίες, την ιστορική μνήμη και το μέλλον της διεθνούς τάξης πραγμάτων.
Πίσω όμως από όλα αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη αποτυχία. Ο σύγχρονος κόσμος έχει απολέσει τον μηχανισμό που άλλοτε επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας, χωρίς να αμφισβητούν η μία τη νομιμότητα και την υπόσταση της άλλης. Όταν αυτός ο μηχανισμός καταρρέει, η αρχιτεκτονική των θεσμών αντικαθίσταται από ηθικολογικές διακηρύξεις και η τιμωρία εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως στρατηγική.
Δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε ιδεολόγος. Οι πολιτικοί κινούνται από τη βούληση· οι ιδεολόγοι από την πίστη. Ο δικός μου κόσμος είναι εκείνος των σύνθετων υλικών συστημάτων: των ροών φυσικών πόρων, της μετατροπής τους σε λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια, των δικτύων μεταφοράς που οργανώνουν αυτές τις ροές και των μακρών χρονικών οριζόντων μέσα στους οποίους λειτουργούν. Τα συστήματα αυτά αδιαφορούν για τις διακηρύξεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν όσο διατηρούνται οι κρίσιμες συνδέσεις τους και καταρρέουν όταν υπονομεύονται τα θεμέλια που βαστάζουν το βάρος τους. Μια ροή μοιάζει με ποτάμι: μπορεί να εκτραπεί, όχι όμως να εξαφανισθεί με μια πολιτική απόφαση. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω τον κόσμο όπως θα τον περιέγραφε ένας φυσικός: όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.
Η εμπειρία που σημάδεψε τη διαμόρφωσή μου ήταν η καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, η οποία συνέβη κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκα. Εκείνη η τραγωδία απέδειξε ότι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο εγκλείει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, δεν συγχωρεί ούτε την εσφαλμένη εκτίμηση ούτε την αλαζονεία. Μια αλληλουχία φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή προτού καν αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει. Από τότε αδυνατώ να αντιμετωπίσω τον πυρηνικό παράγοντα ως αφηρημένη έννοια· αποτελεί το έσχατο όριο, πέρα από το οποίο κάθε υπολογισμός χάνει το νόημά του. Εκεί όπου οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες, αυτή είναι η μόνη μορφή ευθύνης που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.
Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι το εξής: ποτέ άλλοτε η ανάγκη για διεθνή ασφάλεια δεν υπήρξε τόσο επιτακτική, ενώ ποτέ άλλοτε οι θεσμοί που είχαν οικοδομηθεί για να την εξασφαλίσουν —οι κανόνες, οι μηχανισμοί επιβολής, τα κοινώς αποδεκτά πλαίσια νομιμοποίησης— δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται εύκολα ο πειρασμός να θεωρηθεί η κυριαρχία του αντιπάλου ως η ίδια η πηγή της αστάθειας. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειας· καταργεί τον μοναδικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί.
Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Είναι ένα κράτος, μια κοινωνία και μια συλλογική πολιτική βούληση που έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα. Η ουκρανική εθνική κυριαρχία είναι πραγματική. Εξίσου ασταθής όμως είναι και μια ουκρανική ασφάλεια που θα στηριζόταν στη μόνιμη άρνηση της κυριαρχικής υπόστασης της Ρωσίας.
Ένας γείτονας με σαφώς προσδιορισμένα συμφέροντα και προβλέψιμο κόστος ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών του, προσφέρει διαφορετική ποιότητα ασφάλειας από έναν γείτονα που καθορίζεται από τον ρεβανσισμό ή από τη νοοτροπία της πολιορκημένης χώρας. Η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει αναγνώριση της κυριαρχίας και των δύο πλευρών, όχι επειδή οι δύο χώρες οφείλουν να αλληλοσυμπαθούνται, αλλά επειδή μόνον κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες που διαρκούν.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Μόσχα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απλό: ο αρχικός της στόχος —η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία η Ρωσία θα συμμετέχει ως ισότιμος παράγοντας και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης— παραμένει ανέφικτος. Επιμέρους μάχες μπορούν να κερδηθούν ή να χαθούν· ένας πόλεμος φθοράς, όμως, αδυνατεί από μόνος του να επιλύσει το πρόβλημα. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι να το παρατείνει. (περισσότερα…)
